Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Όταν η κρίση αξιωματικών έριχνε τις κυβερνήσεις: To αποτακτικό του 1936

Του Κώστα Μπογδανίδη

[το πρώτο μέρος που παραλείπω αφορά στο αποτακτικό του 1927]

Το αποτακτικό από την άλλη πλευρά δημιούργησε θέμα και τη δεκατία του 30 όπου οι Βενιζελικοί λόγω κινημάτων είχαν χάσει πολλούς αξιωματικούς. Μυστικά συμφωνήθηκε στις αρχές του 1936 να βοηθήσουν οι 15 [Αρχείο. εννοεί τους βουλευτές του ΚΚΕ] τους Φιλελεύθερους κατ' αρχήν για την εκλογή του Προέδρου της Βουλής (στις 19-2-1936). Καταιγισμός διαμαρτυρίας και εθνικής ανησυχίας ακούστηκε από τους Λαϊκούς και βασιλόφρονες. Ο Παπάγος, ως υπουργός των Στρατιωτικών, έσπευσε να διαβιβάσει στον Γεώργιο Β΄ ότι οι αξιωματικοί δε θα ανέχονταν τυχόν συγκρότηση Κυβέρνησης με τέτοια κοινοβουλευτική αμαρτία (Κυβέρνηση να στηρίζεται σε κομμουνιστές)!

Ο Γεώργιος έσπευσε να τον απαλλάξει από τα καθήκοντά του αλλά στη θέση του προώθησε αντικαταστάτη ύποπτο για αντικοινοβουλευτική ιδεολογία, τον Ιω. Μεταξά, γνωστό αφοσιωμένο Κωνσταντινικό, παλαιό γερμανόφιλο, πιο γνωστό για την αντικοινοβουλευτική ιδεολογία του, σύμφωνα με πρόσφατη τότε αρθρογραφία του ενυπόγραφη σε ημερήσια εφημερίδα (το Γενάρη του 1933).

Έτσι, την άνοιξη του 1936: Η χώρα είχε νεοεκλεγμένη Βουλή, η οποία έδειχνε πολλή δυστοκία στο να δώσει Κυβέρνηση.

Τα δυο μεγάλα Κόμματα αρνούνταν να συνεργαστούν μεταξύ τους, υβρίζονταν φανερά για τυχόν συνεργασία με τους 15 «μιασματικούς» του Παλλαϊκού Μετώπου, αλλά κρυφά ερωτοτροπούσαν και τα δυο εκείνα κόμματα με αυτούς, για να εξασφαλίσουν την αναγκαία κοινοβουλευτική στήριξη.

Στα συνήθη προβλήματα της κοινωνίας είχε προστεθεί το λεγόμενο «αποτακτικό», του οποίου η λύση συναντούσε την άρνηση των φιλοβασιλικών στοιχείων, που κυριαρχούσαν στην ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, επειδή ακριβώς είχαν απομακρυνθεί οι απότακτοι ως βενιζελικοί, δημοκρατικοί, αντιβασιλικοί, άρα αντίπαλοι. Και «απροσδόκητα» στις αρχές του Απρίλη 1936 προστέθηκε ένα ακόμη πρόβλημα ή άνοιξε μια πύλη εξόδου προς άλλη κατεύθυνση: το πρωί της 13-4-1936 ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός βρέθηκε νεκρός από καρδιακή προσβολή. Η επίλυση του θέματος από τον «ανώτατο άρχοντα» άφηνε ένα σοβαρό ερώτημα για την ειλικρίνεια και τις προθέσεις του: χωρίς διαβουλεύσεις προς τους πολιτικούς αρχηγούς έσπευσε αυθημερόν να χρίσει πρωθυπουργό τον Ιω. Μεταξά, που η κοινοβουλευτική δύναμή του στη Βουλή (Κόμμα των Ελευθεροφρόνων) ήταν μια ομάδα 6-7 βουλευτών.


Πάλι ο Οθωναίος


Ο Οθωναίος έγινε και αργότερα πρωταγωνιστής μιας ακόμη ιστορίας, αυτή τη φορά μετά τον Πόλεμο του ’40. Διεργασίες γύρω από τη λύση του στρατιωτικού προβλήματος ξεκίνησαν στις αρχές Νοέμβρη 1944. Στις 3/11 ο ΕΛΑΣ απελευθέρωσε την Ελλάδα απ' άκρη σ' άκρη με εξαίρεση τη Μήλο και την Κρήτη. Και ο Γ. Παπανδρέου - ύστερα από υπόδειξη του Σκόμπι και χωρίς να έχει ασχοληθεί με το θέμα το Υπουργικό Συμβούλιο - δήλωνε στις 5 Νοεμβρίου για το στρατιωτικό ζήτημα: "Μετά τη συντελεσθείσαν πλήρην απελευθέρωσιν της Ελλάδος λήγει και η ηρωική μας αντίστασις. Είναι, επομένως, φυσικόν ότι επακολουθεί και η αποστράτευσις των ανταρτικών μας ομάδων αντιστάσεως ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ, η οποία και ορίστηκε διά την 10η Δεκεμβρίου. Οι μόνιμοι αξιωματικοί των ανταρτικών σωμάτων επανέρχονται εις τον τακτικόν μας στρατόν, όπου θα εύρουν θέσιν ανάλογον με τα εθνικάς των υπηρεσίας. Οι έφεδροι αξιωματικοί, εάν επιθυμούν να μονιμοποιηθούν, θα εισέλθουν εις ειδικήν σχολή εκπαιδεύσεως. Αι λεπτομέρειαι του τρόπου αποστρατεύσεως θα καθορισθούν εν συνεννοήσει με τους αρχηγούς των ανταρτικών ομάδων στρατηγούς Σαράφην και Ζέρβαν".

Μετά τις δηλώσεις Παπανδρέου αρχιστράτηγος - βάσει της συμφωνίας του Λιβάνου - των υπό δημιουργία νέων ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και επιφορτισμένος με το καθήκον της ανασυγκρότησης τους, ανέλαβε ο δημοκρατικός στρατηγός Οθωναίος, ο οποίος όμως δεν έμεινε και για πολύ στη θέση αυτή. Αναλαμβάνοντας καθήκοντα, όρισε επιτελάρχη του τον αρχηγό του ΕΛΑΣ στρατηγό Στ. Σαράφη. Όμως ο Σκόμπι είχε διαφορετική γνώμη. Σε ρόλο επικυρίαρχου της Ελλάδας όχι μόνο απέρριψε αυτή την επιλογή του Οθωναίου αλλά και του υπέδειξε ότι στη θέση του επιτελάρχη έπρεπε να τοποθετηθεί ο Χίτης στρατηγός Βεντήρης. Η εξέλιξη αυτή και η δουλική στάση του πρωθυπουργού Παπανδρέου στις απαιτήσεις των Άγγλων οδήγησαν το στρατηγό Οθωναίο σε παραίτηση.

ΠΗΓΕΣ:

-ΙΜΕ

-Γρηγορίου Δαφνή, Η Ελλάς μεταξύ των δύο Πολέμων.

-Εκδοτικής Αθηνών, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, -

-Σπ. Λιναρδάτου, Η 4η Αυγούστου (ε΄ έκδοση, «Θεμέλιο», 1988)

-Άγγελου Ελεφάντη, Η Επαγγελία της Αδύνατης Επανάστασης.

- Παύλου Πετρίδη, Πολιτικές Δυνάμεις και Συνταγματικοί Θεσμοί στη Νεότερη Ελλάδα (1844-1936  

Η στροφή του Μεταξά προς τη Μεγάλη Βρετανία

Του Ιακωβου Μιχαηλιδη*
 
«Δηλαδή θα έπρεπε διά ν' αποφύγωμεν τον πόλεμον να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Αγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος». 

Τα παραπάνω λόγια αποτελούν απόσπασμα από ομιλία του Ιωάννη Μεταξά στους διευθυντές των αθηναϊκών εφημερίδων δύο μόνο ημέρες μετά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, στις 30 Οκτωβρίου 1940. Η στάση του Μεταξά στη διάρκεια του πολέμου δεν αποτελούσε ευκαιριακή τοποθέτηση, αλλά υπήρξε φυσιολογικό επακόλουθο της συνεπούς διπλωματικής πορείας της χώρας, από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του 1910, να συνεργάζεται με τη Βρετανία που αποτελούσε τη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη στον χώρο της Μεσογείου.

Τα σύννεφα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου πύκνωσαν στην Ευρώπη ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, όταν μια σειρά από ναζιστικά και φασιστικά καθεστώτα ανέλαβαν τον κυβερνητικό έλεγχο σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία. Την ίδια στιγμή στα Βαλκάνια οι ζυμώσεις για τη διαμόρφωση σφαιρών επιρροής άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Η περιοχή άλλωστε αποτελούσε προνομιακό χώρο, όπου τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων τέμνονταν προκαλώντας έτσι αναπόφευκτες εντάσεις, συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις. Η Ιταλία και η Μεγάλη Βρετανία ήταν οι δύο χώρες που ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο της περιοχής και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να προωθήσουν τα ερείσματά τους. Ο ανταγωνισμός αυτός προσείλκυσε αναπόφευκτα πολιτικούς από όλα τα Βαλκάνια, πολλοί από τους οποίους ανέλαβαν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες θέλοντας να εκμεταλλευθούν προς όφελος των ιδίων και των κρατών τους την αντιπαράθεση των ισχυρών. Στο πλαίσιο αυτό, παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ιωάννης Μεταξάς ανέλαβε πρωτοβουλίες, που τελικά ενίσχυσαν τα αγγλικά συμφέροντα στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, κατέφυγε σε αγγλικές τράπεζες για την παροχή δανείων, παρέδωσε τον αποκλειστικό έλεγχο των τηλεπικοινωνιών με το εξωτερικό για δεκαέξι χρόνια σε αγγλικές εταιρείες, ενώ διατήρησε το εργοστάσιο συναρμολόγησης αεροπλάνων υπό βρετανικό έλεγχο. Η εκχώρηση των κρατικών υποδομών στους Βρετανούς διέλυσε, όπως ήταν λογικό, τους ενδοιασμούς του Λονδίνου για τις προθέσεις του Μεταξά. Στα τέλη του 1938 ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα βομβάρδιζε την υπηρεσία του με αναφορές εκθειάζοντας το καθεστώς Μεταξά, τη μόνη λύση στο πολιτικό χάος της χώρας, όπως έλεγε.

Η απροκάλυπτη αγγλική υποστήριξη εξώθησε τον Μεταξά σε ακόμη μεγαλύτερη προσχώρηση στη βρετανική συμμαχία. «Αυτό που επιθυμώ», εκμυστηρευόταν στον Βρετανό πρεσβευτή στα τέλη του 1938, «είναι μια συμμαχία με τη Μεγάλη Βρετανία. Και γιατί όχι. Θα πρέπει να δεχτούμε ως δεδομένο ότι σε περίπτωση ευρωπαϊκού πολέμου, το ναυτικό και η αεροπορία της Μεγάλης Βρετανίας θα έχουν απόλυτη ανάγκη των ελληνικών νησιών και λιμανιών.… Μια συμμαχία επομένως θα ήταν το φυσικότερο πράγμα, από την άποψη ότι δεν υπάρχει άνδρας ή γυναίκα ή παιδί στην Ελλάδα που να μην είναι ολόψυχα αφοσιωμένοι στη χώρα σας».

Οι προτάσεις Μεταξά οδήγησαν τον Waterlow στην άποψη ότι ο Ελληνας δικτάτορας ήταν πολύ καλύτερος από τους συνηθισμένους πολιτικούς και ότι «αν και γερμανόφιλος, οι σχέσεις μας με τον τωρινό πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου υπήρξαν φιλικότερες από τις σχέσεις μας με τους προκατόχους του». Οι επισημάνσεις του πρεσβευτή κλόνισαν τελικά τις επιφυλάξεις του Λονδίνου, παραμερίζοντας και τους τελευταίους δισταγμούς του για τα οφέλη από μια πιθανή συμμαχία με την Ελλάδα. Ετσι τον Απρίλιο του 1939, όταν ο Μουσολίνι κατέλαβε στρατιωτικά την Αλβανία, η Αγγλία και η Γαλλία εγγυήθηκαν επίσημα την ανεξαρτησία της Ελλάδας και της Ρουμανίας σχηματοποιώντας έτσι τα στρατόπεδα που διαμορφώνονταν στην περιοχή. Αν και η παραπάνω εγγύηση δημιουργούσε περισσότερο μια ηθική υποχρέωση και δεν αποτελούσε σαφή δέσμευση από την πλευρά της Βρετανίας κήρυξης πολέμου για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας, έγινε δεκτή με ανακούφιση.

Σύγκλιση βασικής στρατηγικής με αποκλίσεις τακτικής

Από τη στιγμή εκείνη και έπειτα, ενάμιση, δηλαδή, χρόνο πριν από την επίσημη κήρυξη του πολέμου, οι ενέργειες του Μεταξά ήταν όλο και πιο εναρμονισμένες με την πολιτική του Λονδίνου. Ετσι, οι προσπάθειες της Ρώμης να προσεγγίσει την Αθήνα κοινοποιήθηκαν στο Λονδίνο και όπως ήταν φυσικό απορρίφθηκαν. Την ίδια στιγμή το «φλερτ» της Βουλγαρίας με τις δυνάμεις του Αξονα μεγάλωνε την ανασφάλεια της Αθήνας για την τύχη της Μακεδονίας και της Θράκης και την εξωθούσε στην αγκαλιά της Βρετανίας. Η οριστικοποίηση της ελληνοβρετανικής συνεργασίας επικυρώθηκε με την υπογραφή διμερούς εμπορικής συμφωνίας τον Ιανουάριο του 1940, που προέβλεπε περικοπή των ελληνικών εξαγωγών προς τη Γερμανία. Η Ελλάδα είχε καταστεί δέσμια των βρετανικών οικονομικών συμφερόντων, κάτι που βεβαίως έγινε αντιληπτό τόσο στο Βερολίνο όσο και στη Ρώμη. Ως εκ τούτου, το καθεστώς ουδετερότητας είχε πια τυπική μόνο σημασία, αφού κατ' ουσίαν η Αθήνα είχε ήδη με τις ενέργειές της επιλέξει τελεσίδικα το στρατόπεδο του Λονδίνου.

Θα πρέπει βεβαίως να επισημανθεί πως η πολιτική της Βρετανίας στα Βαλκάνια απέβλεπε κυρίως στην υπεράσπιση της Τουρκίας και των Στενών, σε αντίθεση με τους Γάλλους που προτιμούσαν την ανάληψη πιο ριζοσπαστικών πρωτοβουλιών, όπως την εγκατάσταση συμμαχικού προγεφυρώματος στη Θεσσαλονίκη. Οσον αφορά την Ελλάδα, η βρετανική θέση συνοψιζόταν πως σε περίπτωση ιταλικής εισβολής, βρετανικές δυνάμεις θα αποβιβάζονταν στην Κρήτη για να βοηθήσουν τους Ελληνες στην απόκρουση της ιταλικής επίθεσης, ενώ ταυτόχρονα ο βρετανικός στόλος στο Αιγαίο θα κινητοποιούνταν για να διασφαλίσει τον έλεγχο των επικοινωνιών στην περιοχή. Η διασφάλιση δηλαδή της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας εξαρτάτο πολύ περισσότερο από την ικανότητα της Βρετανίας να νικήσει την Ιταλία σε έναν διμερή πόλεμο, παρά από τη δυνατότητά της να προσφέρει στρατιωτική βοήθεια στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Οι ελληνικές πρωτοβουλίες δεν έμεναν φυσικά απαρατήρητες από το καθεστώς του Μουσολίνι προκαλώντας τη δυσαρέσκειά του. Από τις αρχές κιόλας του 1940 η ιταλική επιθετικότητα έναντι της χώρας κλιμακώθηκε, αφού η Ρώμη επιθυμούσε να δοκιμάσει τις αντοχές της Αθήνας στις παράλογες αξιώσεις της. Τον Αύγουστο μάλιστα σημειώθηκε συνδυασμένη επίθεση των ιταλικών εφημερίδων εναντίον της Ελλάδας, ενώ ελληνικά πλοία παρενοχλούνταν στο Αιγαίο από την ιταλική διοίκηση της Δωδεκανήσου. Σύμφωνα με πρόσφατες αρχειακές μαρτυρίες από τα ιταλικά αρχεία, ο Μουσολίνι είχε αποφασίσει να κηρύξει τον πόλεμο στην Ελλάδα ήδη από το καλοκαίρι του 1940 με συμβολική κίνηση τον τορπιλισμό της «Ελλης», αλλά υποχρεώθηκε να αναβάλει για μερικούς μήνες τα σχέδιά του έπειτα από συμβουλές των Γερμανών.

Αμέσως μετά τα γεγονότα του Δεκαπενταύγουστου ο Μεταξάς σε μια συγκινησιακά φορτισμένη συνάντησή του με τον Βρετανό πρεσβευτή, του ζήτησε την αμέριστη βρετανική υποστήριξη δηλώνοντάς του κατηγορηματικά ότι είχε αποφασίσει να αντισταθεί σε κάθε επιβουλή του Αξονα εναντίον της Ελλάδας και ότι σε κάθε περίπτωση προτιμούσε την καταστροφή της χώρας του, από την ταπείνωσή της. Η αποφασιστικότητα του Μεταξά προκάλεσε την αντίδραση του ίδιου του Τσόρτσιλ, ο οποίος σε μήνυμά του προς τον Ελληνα δικτάτορα, στις 25 Αυγούστου 1940, εξέφρασε τον θαυμασμό του για τον τρόπο με τον οποίο ο Μεταξάς είχε χειριστεί την κρίση και τον διαβεβαίωνε πως η θαρραλέα στάση των Ελλήνων, υπό την ηγεσία του, είχε κερδίσει τον θαυμασμό του αγγλικού λαού, που έβλεπε στη στάση των Ελλήνων το παράδειγμα των προγόνων τους μπροστά στον περσικό κίνδυνο. Ωστόσο, ο Βρετανός πρωθυπουργός επανέλαβε και πάλι τη γνωστή θέση του Λονδίνου πως σε περίπτωση ελληνοϊταλικής σύρραξης η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να αναμένει βρετανική βοήθεια για την προστασία των ηπειρωτικών περιοχών της, αλλά να προσδοκά μόνο βρετανική αεροπορική επίθεση εναντίον της Ιταλίας καθώς και αποστολή δυνάμεων για την άμυνα της Κρήτης. Παρά τη βρετανική διστακτικότητα, όμως, ο Μεταξάς δεν έδειξε να υπαναχωρεί από τις θέσεις του. «Απόφασίς μου εις αντίστασιν μέχρις εσχάτων» σημείωνε με αποφασιστικότητα στο «Ημερολόγιό» του. Η άρνησή του να αποδεχθεί το ιταλικό τελεσίγραφο τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 ήρθε απλώς να επισφραγίσει τις εκπεφρασμένες πεποιθήσεις του.

* Ο κ. Ιάκωβος Μιχαηλίδης είναι επίκουρος καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Βιβλιογραφία 1923 - 1940

Εσωτερική Πολιτική
Aλιβιζάτος N., Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, 1922-1974: Όψεις της Eλληνικής Eμπειρίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1983.
Αναστασιάδης Γ., Κοντογιώργης Γ., Πετρίδης Π. (επιμ.), Aλέξανδρος Παπαναστασίου. Θεσμοί, Ιδεολογία και Πολιτική στο Mεσοπόλεμο, Αθήνα, Πολύτυπο, 1987.
Aυλάμη X., "H χρήση της Iστορίας από τους θεωρητικούς της 4ης Aυγούστου", Ίστωρ 2, 1990, σ. 121-149.
Ανδρικόπουλος Γ., Oι Ρίζες του Eλληνικού Φασισμού, Αθήνα 1977.
Ανδρικόπουλος Γ., H Δημοκρατία του Mεσοπολέμου, Αθήνα 1987.
Βερέμης Θ., Γουλιμή Γ. (επιμ.), Eλευθέριος Bενιζέλος: Kοινωνία, Oικονομία, Πολιτική στην Εποχή του, Αθήνα 1989.
Βερέμης Θ., Οι επεμβάσεις του στρατού στην ελληνική πολιτική, 1916-1936, Αθήνα, Εξάντας, 1977.
Βλάχος Γ., Πολιτικά ’ρθρα, Αθήνα, Γαλαξίας, 1961.
Βουρνάς Τ., Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας, Αθήνα 1971.
Βούρος Γ., Παναγής Tσαλδάρης, Αθήνα 1955.
Γατόπουλος Δ., Ανδρέας Mιχαλακόπουλος, 1875-1938, H βιογραφία και το έργο του, Αθήνα 1974.
Γιαννουλόπουλος I., Bερέμης Θ., Kολιόπουλος I. κ.ά., "Aπό το 1922 έως το τέλος του πολέμου το 1941", στο: Iστορία του Eλληνικού Έθνους: Tο Eλληνικό Kράτος από το 1913 έως το 1941, ΙΕ, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1978, σ. 248-542.
Clogg R., Συνοπτική Iστορία της Eλλάδας 1770-1990, Αθήνα, Ιστορητής, 1995.
Close D.H., The character of the Metaxas regime. An international perespective, New York 1990.
Γούλας Δ., Γεώργιος Καφαντάρης, Αθήνα 1982.
Γρηγοριάδης Φ., Διχασμός-Μικρά Ασία, Ελληνική δημοκρατία, 1924-1935 και 4η Αυγούστου-Αλβανία, 1935-1941, Αθήνα, Κεδρηνός, 1971-2.
Kofas J., Authoritarianism in Greece.The Metaxas regime, New York 1983.
Δαφνής Γ., H Eλλάς μεταξύ δύο πολέμων, Αθήνα 1974 (α' έκδ.1955).
Δαφνής Γ., Tα Eλληνικά πολιτικά κόμματα. 1821-1961, Αθήνα 1961.
Διαμαντόπουλος Θ., Oι Πολιτικές Δυνάμεις της Bενιζελικής Περιόδου, Αθήνα 1988.
Διαμαντόπουλος Θ., O Mεταξισμός μέχρι την 4η Aυγούστου, Αθήνα 1985.
Eλεφάντης ’., H Eπαγγελία της Aδύνατης Eπανάστασης: KKE και Aστισμός στο Mεσοπόλεμο, Αθήνα, Θεμέλιο, 1976.
Higham R., Veremis Th. (επιμ.), Aspects of Greece 1936-1940: The Metaxas Dictatorship, Athens, Εliamep-Vryonis Center,1993.
Hobsbawm E.J., The Age of Extremes. The short 20th century, Λονδίνο 1994.
Kόκκινος Γ., H φασίζουσα ιδεολογία στην Eλλάδα. H περίπτωση του περιοδικού "Nέον Kράτος", Αθήνα, Παπαζήση, 1989.
Kολιόπουλος I., Παλινόρθωση, Δικτατορία, Πόλεμος, 1935-1941, Αθήνα, Εστία, 1985.
Kοντογιώργης Γ., Kοινωνικές και Πολιτικές Δυνάμεις στην Eλλάδα, Aθήνα, Eλληνική Eταιρεία Πολιτικής Eπιστήμης, 1977.
Kοντογιώργης Γ., "H ιδεολογία της 4ης Aυγούστου", Tο Bήμα των Kοινωνικών Eπιστημών, 22, 1997, 5-29.
Λιναρδάτος Σ., H 4η Aυγούστου, Aθήνα, Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1967.
Λιναρδάτος Σ., Πώς εφθάσαμε στην 4η Αυγούστου, Αθήνα 1965.
O Γεώργιος Καφαντάρης και η Εποχή του. Πρακτικά του συνεδρίου (1988), Αθήνα, Πάντειο Πανεπιστήμιο Πολιτικών και Kοινωνικών Eπιστημών, 1991.
Mouzelis N., Politics in the semi-periphery. Early parliamentarism and late industrialization, London, Macmillan,1986.
Μουζέλης Ν., Νεοελληνική κοινωνία: όψεις υπανάπτυξης, Αθήνα, Εξάντας, 1978.
Πετρίδης Π., Πολιτικές Δυνάμεις και Συνταγματικοί Θεσμοί στη Nεώτερη Eλλάδα.1844-1940, Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, 1992.
Πιπινέλης Π., Γεώργιος Β', Αθήνα, Στέγη του Βιβλίου,1951.
Richter H., Δύο Eπαναστάσεις και Aντεπαναστάσεις στην Eλλάδα, 1936-1946, Αθήνα, Eξάντας, 1975.
Pήγος ’., Προσεγγίσεις Nεοελληνικής Πολιτικής, Αθήνα, Παπαζήσης, 1990.
Pήγος ’., Tα Κρίσιμα Χρόνια, 1922-1941, Β, Aθήνα, Παπαζήσης, 1995.
Pούσσος Γ., Nεώτερη Iστορία του Eλληνικού Έθνους. 1915-1935, Αθήνα, Eλληνική Mορφωτική Eστία,1975.
Sarandis C., The emergence of the right in Greece 1922-1940, Oxford, Phil. thesis, 1979.
Sarandis C., "The ideology and character of the Metaxas regime", στο: Higham R., Veremis Th. (επιμ), Aspects of Greece, 1936-1940: The Metaxas dictatorship, Αθήνα, Eliamep-Vryonis Center, 1993.
Σβορώνος Ν., Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1990.
Turczynski E., "H κρίση της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού στη NA Eυρώπη", στο: Φλάϊσερ X., Σβορώνος N. (επιμ.), H Eλλάδα 1936-1944: Δικτατορία, Kατοχή, Aντίσταση, Αθήνα, Mορφωτικό Iνστιτούτο ATE, 1990.
Φλάϊσερ X., Σβορώνος N. (επιμ.), H Eλλάδα 1936-1944. Δικτατορία, Kατοχή, Αντίσταση, Αθήνα, Mορφωτικό Iνστιτούτο ATΕ,1990.
Xατζηιωσήφ X., "H Bενιζελογενής αντιπολίτευση στο Bενιζέλο και η ανασύνταξη του αστισμού στο Mεσοπόλεμο", στο: Μαυρογορδάτος Γ., Χατζηιωσήφ Χ. (επιμ.), Bενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1992.
Ψαλλίδας Γ., "Για τη Συγκρότηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδας", Ιστορικά, 6, 1989, σ. 361-380.
Ψυρούκης N., H Mικρασιατική Kαταστροφή, Αθήνα 1975.
Ψυρούκης N., O Φασισμός και η Tετάρτη Aυγούστου, Aθήνα 1974.

Εξωτερική Πολιτική
Aλεξανδρής A., "Tο ιστορικό πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, 1923-1955", στο: Oι Eλληνοτουρκικές Σχέσεις, 1923-1987, Αθήνα 1988.
Αναστασιάδου Ι., Ο Βενιζέλος και το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας του 1930, Αθήνα 1982.
Barros J., Britain, Greece and the Politics of Sanction, London 1982.
Barros J., The Corfu incident of 1923, Mussolini and the League of Nations, Princeton 1965.
Barros J., The League of Nations and the Great Powers. The Greek-Bulgarian incident of 1925, Oxford 1970.
Γιαννουλόπουλος I., Bερέμης Θ., Kολιόπουλος I. κ.ά., "Aπό το 1922 έως το τέλος του πολέμου το 1941", στο: Iστορία του Eλληνικού Έθνους: Tο Eλληνικό Kράτος από το 1913 έως το 1941, Εκδοτική Αθηνών, 1978, σ. 248-542.
Carr E. H., The Twenty Years Crisis, Paris 1942.
Δαφνής Γρ., Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, Aθήνα 1974.
Zαπάντης A., Eλληνο-Σοβιετικές Σχέσεις. 1917-1941, Αθήνα 1989.
Καλλιγάς Κ., "Η εξωτερική πολιτική του Βενιζέλου μετά τη συνθήκη της Λωζάννης", στο: Συμπόσιο για τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Πρακτικά, Αθήνα, Εταιρεία Ελληνικού και Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου και Μουσείο Μπενάκη, 1988, σ. 297-319.
Kαραμανλής K., O Eλευθέριος Bενιζέλος και οι εξωτερικές μας σχέσεις 1928-1932, Αθήνα 1986.
Kιτσίκης Δ., H Eλλάς της 4ης Aυγούστου και οι Mεγάλες Δυνάμεις, Αθήνα 1974.
Kολιόπουλος I., Παλινόρθωση, Δικτατορία, Πόλεμος, 1935-1941, Αθήνα, Εστία, 1985.
Kολιόπουλος I., H Δικτατορία του Mεταξά και ο πόλεμος του '40, Θεσσαλονίκη 1994.
Kολιόπουλος I., "Eσωτερικές και εξωτερικές εξελίξεις από την 1η Mαρτίου 1935 ως την 28η Οκτωβρίου 1940", στο: Iστορία του Eλληνικού Έθνους, IE, Aθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1978, σ. 358-453.
Λιναρδάτου Σ., Η εξωτερική πολιτική της 4ης Αυγούστου, Αθήνα 1975.
Λούβη Λ., "Mηχανισμοί της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά τη συνθήκη της Λωζάννης (1923-1928)", στο: Μαυρογορδάτος Γ., Χατζηιωσήφ X. (επιμ.), Bενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1992.
Μιχαλόπουλος Δ., "Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και οι ελληνοαλβανικές σχέσεις από το 1928 και μετά", στο: Συμπόσιο για τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Πρακτικά, Αθήνα, Εταιρεία Ελληνικού και Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου και Μουσείο Μπενάκη, 1988, σ. 221-233.
Μιχαλόπουλος Δ., Σχέσεις Eλλάδος-Aλβανίας, 1923-1928, Θεσσαλονίκη, χ.χ.
Mommsen W., Kettenacker L. (επιμ.) The Fascist Challenge and the Policy of Appeasement, 1983.
Παπαστράτης Π., "Aπό τη Mεγάλη Iδέα στη Bαλκανική Ένωση", στο: Μαυρογορδάτος Γ., Χατζηιωσήφ X. (επιμ.), Bενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1992.
Stavrianos L.S., Balkan Federation. A history of the movement towards Balkan unity in modern times,1944.
Σβολόπουλος Κ., Η ελληνική εξωτερική πολιτική 1900-1945, Αθήνα, Εστία, 1992.
Σβολόπουλος Κ., H ελληνική εξωτερική πολιτική μετά τη συνθήκη της Λωζάννης. H κρίσιμος καμπή, Iούλιος-Δεκέμβριος 1928, Θεσσαλονίκη 1977.
Σβολόπουλος Κ., "Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η Ανταλλαγή των πληθυσμών", στο: Συμπόσιο για τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Πρακτικά, Αθήνα, Εταιρεία Ελληνικού και Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Μουσείο Μπενάκη, 1988, σ.105-131.
Σβολόπουλος Κ., "Η περίοδος από το 1926 ως το Φεβρουάριο του 1935. H εξωτερική πολιτική της Ελλάδας", στο: Iστορία του Eλληνικού Έθνους, IE, Aθήνα 1978, σ. 342-358.
Πιπινέλης Π., Ιστορία της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας, 1923-1940, Αθήνα 1948.
Taylor A.J.P., The origins of the Second World War, London 1969.
Tούντα-Φρεγάδη A., Ελληνοβουλγαρικές μειονότητες. Πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ, 1924-25, Θεσσαλονίκη 1986.
Seton Watson H., Eastern Europe between the Wars 1918-1941, New York-London 1967.
Walters F.P., A History of the League of Nations, London 1969.

Κοινωνία
Aβδελλά Έ., "Kοινωνική προστασία της εργασίας των γυναικών", Iστορικά, 6, 1989, σ. 339-360.
Aλεξίου Θ., "H καπνεργατική διαμαρτυρία στο Mεσοπόλεμο", Iστορικά, 11, 1994, σ. 339-364.
Aλιβιζάτος N., Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, 1922-1974: Όψεις της Eλληνικής Eμπειρίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1983.
Αποστολάκου Λ., "Εργασία και οργάνωση. Όψεις της εργατικής εμπειρίας στις καπναποθήκες του Bόλου", Ίστωρ, 9, 1996, σ. 151-177.
Bασιλικού M., "Eθνοτικές αντιθέσεις στην Eλλάδα του Mεσοπολέμου. H περίπτωση του εμπρησμού του Kάμπελ", Ίστωρ, τεύχος 7, 1994, σ. 153-174.
Bερέμης Θ., Γουλιμή Γ. (επιμ.), Eλευθέριος Bενιζέλος: Kοινωνία, Oικονομία, Πολιτική στην Εποχή του, Αθήνα 1989.
Bουρνάς T., Iστορία της Σύγχρονης Eλλάδος, 1909-1940, Aθήνα, Aφοί Τολίδη,1971.
Γιαννουλόπουλος I., Bερέμης Θ., Kολιόπουλος I. κ.ά., "Aπό το 1922 έως το τέλος του πολέμου το 1941" στο: Iστορία του Eλληνικού Έθνους: Tο Eλληνικό Kράτος από το 1913 έως το 1941, ΙΕ, Εκδοτική Αθηνών, 1978.
Γκιζελή Β., Κοινωνικός μτασχηματισμός και εξέλιξη της κοινωνικής κατοικίας στην Ελλάδα, Αθήνα, Επικαιρότητα, χ.χ.
Clogg R., Συνοπτική Iστορία της Eλλάδας 1770-1990, Αθήνα, Ιστορητής, 1995.
Close D.H., "The Power-Base of Metaxas Dictatorship", στο: Higham R., Veremis Th. (επιμ.), Aspects of Greece 1936-1940: The Metaxas Dictatorship, Αθήνα, Eliamep-Vryoni Center, 1993.
Higham R., Veremis Th. (επιμ.), Aspects of Greece 1936-1940: The Metaxas Dictatorship, Athens, Eliamep-Vryoni Center, 1993.
Eλεφάντης ’., H Eπαγγελία της Aδύνατης Eπανάστασης: KKE και Aστισμός στο Mεσοπόλεμο, Αθήνα, Θεμέλιο, 1976.
Kοντογιώργης Γ., Kοινωνικές και Πολιτικές Δυνάμεις στην Eλλάδα, Aθήνα, Eλληνική Eταιρεία Πολιτικής Eπιστήμης, 1977.
Kοντογιώργης Γ., "H ιδεολογία της 4ης Aυγούστου", Tο Bήμα των Kοινωνικών Eπιστημών 22, 1997.
Λεοντίδου Λ., Πόλεις της σιωπής. Eργατικός εποικισμός της Aθήνας και του Πειραιά, 1909-1940, Αθήνα, Πολιτιστικό Tεχνολογικό Ίδρυμα, E.T.B.A., 1989.
Λιάκος A., Eργασία και Πολιτική στην Eλλάδα του Mεσοπολέμου: Tο Διεθνές Γραφείο Eργασίας και η ανάδυση των κοινωνικών θεσμών, Αθήνα, Ίδρυμα Έρευνας και Παιδείας της Eμπορικής Tράπεζας της Eλλάδος, 1993.
Mάξιμος Σ., Kοινοβούλιο ή Δικτατορία, Αθήνα, Στοχαστής, 1975 (α' έκδοση: 1930).
Mαχαίρα E., H νεολαία της 4ης Aυγούστου, Aθήνα, I.A.E.N.-Γ.Γ.Ν.Γ., 1987.
Ξηραδάκη K., Tο φεμινιστικό κίνημα στην Eλλάδα. Πρωτοπόρες Eλληνίδες, 1830-1936, Αθήνα 1988.
Ρήγος ’., H B΄ Eλληνική Δημοκρατία 1924-1935 :Kοινωνικές Διαστάσεις της Πολιτικής Σκηνής, Αθήνα, Θεμέλιο, 1992.
Ρήγος ’., Tα Κρίσιμα Χρόνια, 1922-1941, Παπαζήσης, 1995.
Ρήγος ’., Προσεγγίσεις Nεοελληνικής Πολιτικής, Αθήνα, Παπαζήσης,1990.
Mavrogordatos G., Stillborn Republic: Social Coalitions and Party Strategies in Greece, 1922-1936, California, University of California Press,1983.
Nούτσος Π., "Iδεολογικές συνιστώσες της τετάρτης Aυγούστου", Iστορικά, 5, 1986, σ. 139-150.
Σβορώνος Ν., Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1990.
Τσουκαλάς Κ., Η ελληνική τραγωδία, Aθήνα, Oλκός,1974.
Φουντανόπουλος K., "H γλώσσα του συνδικαλισμού", Iστορικά, 10, 1993, σ. 205-226.
Ψυρούκης N., H Mικρασιατική Kαταστροφή, Αθήνα 1975.

Oικονομία
Bερέμης Θ., "H Eλληνική Oικονομία από το 1926 ως το 1935", στο: Iστορία του Eλληνικού Έθνους, IE, Aθήνα 1978, σ. 327-342.
Bερέμης Θ., Oικονομία και Δικτατορία: η συγκυρία 1925-1926, Aθήνα 1982.
Βεργόπουλος Κ., Το Αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα, Αθήνα 1975.
Βεργόπουλος Κ., Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη, Αθήνα Εξάντας, 1978.
Δεμαθάς Ζ., "H εξέλιξη βασικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας, 1936-1940", στο: Φλάϊσερ X., Σβορώνος N. (επιμ.), H Eλλάδα 1936-1944: Δικτατορία-Kατοχή-Aντίσταση. Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου, Aθήνα 1990, σ. 145-159.
Δρίτσα Μ., "Πίστη και Bιομηχανία στο Mεσοπόλεμο" στο: Μαυρογορδάτος Γ., Χατζηιωσήφ X. (επιμ.), Bενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Hράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1992.
Δρίτσα Μ., "Πρόσφυγες και εκβιομηχάνιση", στο: Bερέμης Θ., Γουλιμή Γ. (επιμ.), Eλευθέριος Bενιζέλος: Kοινωνία, Oικονομία, Πολιτική στην Eποχή του, Aθήνα 1989.
Δρίτσα Μ., Bιομηχανία και Tράπεζες στην Eλλάδα του Mεσοπολέμου, Aθήνα 1990.
Zολώτας Ξ., H Eλλάς εις το στάδιον της εκβιομηχανίσεως, Aθήνα 1964.
Hobsbawm Ε., The Age of Extremes: The Short 20th Century, London 1994.
Kωστής Κ., Oι Tράπεζες και η κρίση, 1929-1932, Aθήνα 1986.
Kωστής Κ., Aγροτική Oικονομία και Γεωργική Tράπεζα, Aθήνα 1987.
Kωστής Κ., "Aγροτική μεταρρύθμιση και οικονομική ανάπτυξη στην Eλλάδα", στο: Mαυρογορδάτος Γ., Χατζηιωσήφ Χ. (επιμ.), Bενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Hράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1992.
Mazower Μ., "H Eλλάδα και η οικονομική κρίση του 1931", στο: Bερέμης Θ., Γουλιμή Γ. (επιμ.), Eλευθέριος Bενιζέλος: Kοινωνία, Oικονομία, Πολιτική στην εποχή του, Aθήνα 1989.
Mazower Μ., "Oικονομική πολιτική στην Eλλάδα, 1932-1936", στο: Mαυρογορδάτος Γ., Χατζηιωσήφ Χ. (επιμ.), Bενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Hράκλειο 1992.
Mazower Μ., Greece and the Inter-War Economic Crisis, Oxford 1991.
Mazower Μ., Veremis Τh.,"The Greek Economy, 1922-1941", στο: Higham R., Veremis Th. (επιμ.), Aspects of Greece: The Metaxas Dictatorship, 1993, σ. 111-130.
Mέλιος Ν., Παπαδόπουλος Α., "Tο Kωπαϊδικό ζήτημα στα πλαίσια του αστικού εκσυγχρονισμού και της αγροτικής μεταρρύθμισης" στο: Mαυρογορδάτος Γ., Χατζηιωσήφ Χ. (επιμ.), Bενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Hράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1992.
Φακιολάς Ρ., "Oικονομικές εξελίξεις και αγορά εργασίας στην περίοδο 1936-1940", στο: Φλάϊσερ X., Σβορώνος N. (επιμ.), H Eλλάδα 1936-1944: Δικτατορία-Kατοχή-Aντίσταση. Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου, Aθήνα 1990, σ. 160-184.
Πεπελάση-Mίνογλου Ι., "Oι διαπραγματεύσεις για το προσφυγικό δάνειο του 1924", στο: Bερέμης Θ., Γουλιμή Γ. (επιμ.), Eλευθέριος Bενιζέλος: Kοινωνία, Oικονομία, Πολιτική στην Eποχή του, Aθήνα 1989, σ. 331-366.
Pηγίνος Μ., Παραγωγικές δομές και εργατικά ημερομίσθια στην Eλλάδα, 1909-1936, Aθήνα 1987.
Xατζηιωσήφ Χ., H γηραιά σελήνη: η βιομηχανία στην ελληνική οικονομία, 1830-1940, Aθήνα 1993.
Ψαλιδόπουλος Μ., H κρίση του 1929 και οι Έλληνες οικονομολόγοι: Συμβολή στην ιστορία της οικονομικής σκέψης στην Eλλάδα του μεσοπολέμου, Aθήνα 1989.
Ψαλιδόπουλος Μ., "Mορφές οικονομικής σκέψης στην Eλλάδα, 1936-1940", στο: Φλάϊσερ X., Σβορώνος N. (επιμ.), H Eλλάδα 1936-1944: Δικτατορία-Kατοχή-Aντίσταση. Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου, Aθήνα 1990, σ. 98-144.

Πολιτισμός
Αργυρίου Α., Διαδοχικές αναγνώσεις Ελλήνων υπερρεαλιστών, Αθήνα, Γνώση, 1985.
Beaton R., Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, Αθήνα, Νεφέλη, 1996.
Βακαλό Ε., Η φυσιογνωμία της μεταπολεμικής τέχνης στην Ελλάδα-Εξπρεσιονισμός, Υπερρεαλισμός, Β, Αθήνα, Κέδρος, 1982.
Βακαλό Ε., Η φυσιογνωμία της μεταπολεμικής τέχνης στην Ελλάδα-Ο μύθος της ελληνικότητας, Αθήνα, Κέδρος 1983.
Δαμιανάκος Σ. (επιμ.), Θέατρο σκιών. Παράδοση και νεωτερικότητα, Αθήνα, Πλέθρον, 1993.
Δημαράς Κ., Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα, Ίκαρος, 1965.
Δημαράς Α., Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, Αθήνα, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, 1974.
Δημαράς Α., Εκπαιδευτικός Όμιλος-κατάλογος μελών 1910-1927-Σύνθεση, περιγραφή, εκτιμήσεις, Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1994.
Ελύτης Ο., Ο ζωγράφος Θεόφιλος, Αθήνα, Γνώση, 1973.
Ιωαννίδης Α., "Ο αισθητικός λόγος στο Μεσοπόλεμο ή η αναζήτηση της χαμένης ολότητας", στο: Μαυρογορδάτος Γ., Χατζηιωσήφ Χ. (επιμ.), Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1992.
Ιωαννίδης Α., "Η ελληνική ζωγραφική στη δεκαετία του 30 και η πορεία προς το μοντερνισμό", στο: Ελληνική Ζωγραφική-Η δεκαετία του τριάντα, Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Κέρκυρας 1996.
Κιουρτσάκης Γ., Καρναβάλι και Καραγκιόζης. Οι ρίζες και οι μεταμορφώσεις του λαϊκού γέλιου, Αθήνα, Κέδρος, 1985.
Κιουρτσάκης Γ., Προφορική παράδοση και ομαδική δημιουργία. Το παράδειγμα του Καραγκιόζη, Αθήνα, Κέδρος, 1982.
Κοταρίδης Ν. (εισ.-επιμ.), Ρεμπέτες και ρεμπέτικο τραγούδι, Aθήνα, Πλέθρον, 1996.
Κυριακίδου-Νέστορος Α., Η θεωρία της ελληνικής λαογραφίας-κριτική ανάλυση, Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1986.
Λαμπράκη-Πλάκα Μ., "Γενιά του τριάντα ή γενιά του μεσοπολέμου", στο: Ελληνική Ζωγραφική-Η δεκαετία του τριάντα, Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Κέρκυρας 1996.
Λιάκος Α., "Ζητούμενα ιδεολογίας της γενιάς του τριάντα", Κοινωνία και Θεωρία, 3, 1990, σ. 7-22.
Νούτσος Χ., Προγράμματα Μέσης Εκπαίδευσης και κοινωνικός έλεγχος (1931-1973), Αθήνα, Θεμέλιο, 1979.
Παπαλεξόπουλος Δ., "Τεχνικός και σχεδιασμός του χώρου: Πρωτοπορία ή εκσυγχρονισμός", στο: Μαυρογορδάτος Γ., Χατζηιωσήφ Χ. (επιμ.), Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1988.
Πετρόπουλος Η., Ρεμπέτικα τραγούδια, Αθήνα, Κέδρος, 1979.
Πούχνερ Β., Λαϊκό θέατρο στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια (συγκριτική μελέτη), Aθήνα, Πατάκης, 1989.
Στεφανίδης Μ., Εισαγωγή στην ελληνική γλυπτική-από την αρχαιότητα ως σήμερα, Αθήνα, Φιλιππότης, 1984.
Τζιόβας Δ., Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικότητας στο μεσοπόλεμο, Αθήνα, Οδυσσέας, 1989.
Vitti M., Η Γενιά του τριάντα - Ιδεολογία και μορφή, Αθήνα, Ερμής, 1982.
Vitti M., Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα, Οδυσσέας, 1978.
Φιλιππίδης Δ., Νεοελληνική αρχιτεκτονική, Αθήνα, Μέλισσα, 1984.
Φιλιππίδης Δ., "Εκσυγχρονισμός στην αρχιτεκτονική και πολεοδομία του Μεσοπολέμου", στο: Μαυρογορδάτος Γ., Χατζηιωσήφ Χ. (επιμ.), Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1988.
Φραγκουδάκη Α., Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και φιλελεύθεροι διανοούμενοι, Αθήνα, Κέδρος, 1986.
Χαραλάμπους Φ.Δ., Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος: η ίδρυση, η δράση του για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και η διάσπασή του, Θεσσαλονίκη 1987.
Χατζηνικολάου Ν., "Τέσσερεις έλληνες ζωγράφοι του 20ού αιώνα. Θεόφιλος Κόντογλου, Γκίκας, Τσαρούχης", Ο Πολίτης 2, 1976, σ. 47-58.
Χατζηστεφανίδης Δ.Θ., Ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης, Αθήνα, Παπαδήμας, 1990.
Χρήστου Χ., Ελληνική Τέχνη-Ζωγραφική του 20ού αιώνα, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1996.
Χρήστου Χ., Ελληνική Τέχνη-Νεοελληνική χαρακτική, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1996.





Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Η ίδρυση της ΠΕΕΑ

Στις 10 Μαρτίου 1944, όταν ακόμα ο Γερμανός κατακτητής δεν είχε φύγει από την πατρίδα μας, στο ευρυτανικό χωριό Βίνιανη, ορκίστηκε η Κυβέρνηση του Βουνού, η ΠΕΕΑ, η Κυβέρνηση της Ελεύθερης Ελλάδας, που στηριζόταν στον ΕΛΑΣ, ταχτικό και εφεδρικό.

Η ίδρυση κάλυπτε την απαίτηση του ελληνικού λαού για τη δημιουργία μέσα στη χώρα ενός κεντρικού πολιτικού οργάνου, που να συντονίσει τις προσπάθειες και τον αγώνα για την εθνική απελευθέρωση και να αναλάβει την υπεύθυνη διοίκηση των ελεύθερων και ελευθερούμενων περιοχών της χώρας. Από το 1942, άρχισε η συστηματική δράση των ανταρτών, μεγάλες περιοχές και ιδίως ο ορεινός όγκος της Πίνδου εκκαθαρίστηκαν. Μέχρι το Μάρτιο του 1944, οι ελεύθερες περιοχές πολλαπλασιάστηκαν. Η ελεύθερη Ελλάδα έφτανε μέχρι έξω από την Αθήνα. Στις απελευθερωμένες περιοχές, άρχισαν να δημιουργούνται και να λειτουργούν οι λαϊκοί δημοκρατικοί θεσμοί της Αυτοδιοίκησης και τηςΔικαιοσύνης. Και αφού έγινε μια πολύ σημαντική πρόοδος σε όλους αυτούς τους τομείς, τον Μάρτιο του 1944, δημιουργείται η Κυβέρνηση του Βουνού (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης). Την ίδια εποχή, υπήρχαν άλλες δύο ελληνικές κυβερνήσεις, η κυβέρνηση της Αθήνας που διόρισαν οι κατακτητές και η κυβέρνηση του Καϊρου που διόρισε ο αυτοεξόριστος βασιλιάς. Πρώτα στελέχη της επιτροπής (ΠΕΕΑ) ήταν οι συνταγματάρχες: Ευριπίδης Μπακιρτζής (πρόεδρος της επιτροπής), Μανόλης Μάντακας, Γιώργης Σιάντος (Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ), Κώστας Γαβριηλίδης (Γραμματέας του Αγροτικού Κόμματος), Ηλίας Τσιριμώκος (Γραμματέας της ΕΛΔ). Τα μέλη της ΠΕΕΑ ορκίστηκαν στη Βίνιανη, παρουσία εκπροσώπων του κλήρου, των ανταρτικών δυνάμεων και του προέδρου της κοινότητας.

Ο όρκος
 
Το πρακτικό της ορκωμοσίας έχει ως εξής: Στην έδρα της ΠΕΕΑ και στο δημοτικό σχολείο, σήμερα 12 Μαρτίου 1944, τα μέλη της επιτροπής Ε. Μπακιρτζής, Μ. Μάντακας, Γ. Σιάντος, Ηλ. Τσιριμώκος, Κ. Γαβριηλίδης έδωσαν μπροστά στον ιερουργούντα κανονικό εφημέριο και στον αιδεσιμότατο αρχιερατικό επίτροπο της Περιφέρειας, σαν εκπρόσωπο του κλήρου, στον στρατηγό Σαράφη, σαν εκπρόσωπο των ανταρτικών δυνάμεων και τον πρόεδρο της κοινότητας της Εδρας της επιτροπής τον ακόλουθο όρκο:

"Ορκίζομαι ότι θα εκτελέσω πιστά τα καθήκοντά μου σαν μέλος της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης, έχοντας σαν γνώμονα το συμφέρον της πατρίδας μου και του ελληνικού λαού, ότι θα αγωνιστώ με αυτοθυσία για την απελευθέρωση της χώρας μας από τον ζυγό των κατακτητών, ότι θα υπερασπίζω παντού και πάντοτε τις λαϊκές ελευθερίες και θα είμαι παραστάτης και οδηγός του λαού στον αγώνα για τη λευτεριά του και τα κυριαρχικά του δικαιώματα".

Η ΠΕΕΑ καθόρισε τους σκοπούς της με την Ιδρυτική Πράξη της 10ης Μαρτίου 1944, η οποία αναφέρεται στον αγώνα για τη συντριβή των κατακτητών, την εθνική απελευθέρωση και κατοχύρωση της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της χώρας και την εθνική αποκατάσταση, με βάση την αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών, σύμφωνα με το Χάρτη του Ατλαντικού και τη Συμφωνία της Τεχεράνης, καθώς και τη Στρατηγική Διαρρύθμιση των Συνόρων μας. Η ΠΕΕΑ, από τη στιγμή της ίδρυσής της - παρά τις πολύπλευρες αντιδράσεις - δεν έπαψε να καταβάλει κάθε προσπάθεια για να συσσωματώσει όλες τις εθνικές δυνάμεις στον αγώνα για την εθνική λευτεριά και τη λαϊκή κυριαρχία. Αυτό φαίνεται και από τα τηλεγραφήματα (ντοκουμέντα) του προέδρου της επιτροπής Ευριπίδη Μπακιρτζή προς τις κυβερνήσεις Καϊρου (Τσουδερού, Σ. Βενιζέλου και Γ. Παπανδρέου). Επίσης από ένα απόσπασμα από σειρά συνεντεύξεων του στρατηγού στον δημοσιογράφο Μπάμπη Κλάρα (αδελφός του Αρη Βελουχιώτη).  Ε. Μπακιρτζής: "Οι προσπάθειες της ΠΕΕΑ για την πραγματοποίηση της εθνικής ενότητας σημείωσαν μεγάλη επιτυχία. Επειτα από σχετικές συνεννοήσεις, προσφέρθηκαν να ενισχύσουν το έργο μας διαπρεπείς επιστήμονες και διανοούμενοι, όπως οι καθηγητές Α. Σβώλος, Α. Αγγελόπουλος, Π. Κόκκαλης και εκλεκτά στελέχη του Κόμματος των Φιλελευθέρων, όπως ο άλλοτε υπουργός Ν. Ασκούτσης και ο άλλοτε βουλευτής Στ. Χατζήμπεης. Ετσι, η ΠΕΕΑ στις 18 Απριλίου 1944 αποφάσισε τον ανασχηματισμό της, με την είσοδο σ' αυτήν του Σβώλου, του Ασκούτση, του Αγγελόπουλου, του Κόκκαλη και του Χατζήμπεη.
Επίσης, η Δημοκρατική Ενωση δέχτηκε να ενισχύσει το έργο μας και έστειλε σαν αντιπροσώπους της και συνδέσμους της με την ΠΕΕΑ την Εκτελεστική της Επιτροπή. Ετσι, η ΠΕΕΑ απόκτησε μια πλατύτερη πολιτική βάση και προχώρησε σημαντικά στο δρόμο για την εθνική ενότητα".

Η ΠΕΕΑ οργάνωσε και διεξήγαγε με επιτυχία εκλογές, όχι μόνο στις ελεύθερες περιοχές, αλλά και σε κατεχόμενες και στην Αθήνα για το Εθνικό Συμβούλιο (Βουλή), που αποτελούνταν από αντιπροσώπους του λαού εκλεγμένους. Το συμβούλιο αυτό θα έκρινε όλες τις ενέργειες της επιτροπής και θα αποφάσιζε για την παραπέρα σύνθεσή της και τον τρόπο της λειτουργίας και της δράσης της. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις εκλογές που έγιναν για την επικύρωση όλων των μελών του Εθνικού Συμβουλίου ψήφισαν και οι γυναίκες ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ και, μάλιστα, η συμμετοχή τους ήταν σε πολλές περιοχές υψηλότερη των ανδρών.

Μνήμες ιστορικές, που πρέπει να μένουν ανεξίτηλες, να λάμπουν μέσα στο χρόνο, να τις γνωρίζουν όλοι οι Ελληνες πατριώτες και ειδικά η νεολαία μας και να αντλούν παραδείγματα θάρρους και αξιοπρέπειας.

Λιλίκα ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Η πολύχρονη ιστορία του Πολιτειακού Ζητήματος

Του Σωτηρη Ριζα*
 
Η παλινόρθωση της μοναρχίας το 1935 αποτελούσε ένα επεισόδιο στη μακρά ιστορία του πολιτειακού ζητήματος αλλά και ένα σύμπτωμα της αδυναμίας της ελληνικής πολιτικής να δημιουργήσει σταθερούς θεσμούς βασισμένους σε ευρεία πολιτική και κοινωνική συναίνεση.

Η ελληνική πολιτική εξέλιξη δεν οδηγούσε μοιραία προς το αποτέλεσμα αυτό. Η αβασίλευτη δημοκρατία που ανακηρύχθηκε τον Μάρτιο του 1924 είναι γεγονός ότι δεν διέθετε ευρύτατη πολιτική βάση. Στηριζόταν σε μια συμμαχία αδιάλλακτων στρατιωτικών προερχόμενων από τον βενιζελισμό, της σοσιαλδημοκρατικής συνιστώσας της ελληνικής πολιτικής υπό τον Παπαναστασίου του οποίου η απήχηση ήταν μάλλον στενή και μιας μεγαλύτερης μερίδας βενιζελικών οι οποίοι κατανόησαν ότι η πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου, για συναινετική λύση του πολιτειακού με αλλαγή δυναστείας, δεν ήταν εφαρμόσιμη στις συνθήκες που επικρατούσαν ευθύς μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την πλήρη αδυναμία του αντιβενιζελισμού ο οποίος είχε αποβληθεί από τον Στρατό μετά το αποτυχημένο κίνημα του 1923.

Το Λαϊκό Κόμμα, κύριος φορέας του αντιβενιζελισμού, δεν αναγνώρισε την αβασίλευτη αν και ο Ιωάννης Μεταξάς έσπευσε να την αναγνωρίσει το 1924 ελπίζοντας ότι θα βγάλει τον αντιβενιζελισμό από την απομόνωση και υπό την ηγεσία του. Ενδεικτικό όμως των αντιλήψεων του πολιτικού χώρου που υπηρετούσε ήταν το γεγονός ότι ακριβώς αυτή η εκ μέρους του αναγνώριση της αβασίλευτης δημοκρατίας είχε συνέπεια να διατηρήσει το Λαϊκό Κόμμα την εκλογική πρωτοκαθεδρία του ευρύτερου αντιβενιζελικού ρεύματος στις εκλογές του 1926. Η τάση αυτή εντάθηκε στις εκλογές του 1928 στις οποίες συμμετείχε ο Βενιζέλος. Ενώπιον της πόλωσης ο Μεταξάς συνετρίβη και μόνο το Λαϊκό Κόμμα διατήρησε μια υπολογίσιμη εκπροσώπηση.

Ο απολογισμός

Η αβασίλευτη δεν φάνηκε να κινδυνεύει κατά τη διάρκεια της βενιζελικής τετραετίας. Αν και τείνει να ταυτίζεται με επανειλημμένες στρατιωτικές επεμβάσεις, δηλαδή με την αδυναμία του κοινοβουλευτικού συστήματος να επιβάλει πολιτικό έλεγχο στον Στρατό -πιο σημαντικό παράδειγμα εκτροπής η δικτατορία του Παγκάλου το 1925-26- ο απολογισμός της δημοκρατίας δεν ήταν αμελητέος: Η οικουμενική κυβέρνηση που ακολούθησε τη δικτατορία του Παγκάλου πέτυχε τη νομισματική σταθεροποίηση με τη συνεργασία της Κοινωνίας των Εθνών και χρηματοδότησε ένα πρόγραμμα αποκατάστασης των προσφύγων από τη Μικρά Ασία, ενώ ο Βενιζέλος ομαλοποίησε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις το 1930 αφού προηγουμένως είχε αποκαταστήσει ομαλές έως φιλικές σχέσεις με το σύνολο των Μεγάλων Δυνάμεων, αξιοποιώντας την ειρηνική φάση του Μεσοπολέμου από το 1923 έως το 1933, οπότε άρχισε να γίνεται αισθητή η πίεση στο διεθνές σύστημα από την άνοδο των αναθεωρητικών δυνάμεων. Το κοινοβουλευτικό σύστημα λειτουργούσε μετά τη δικτατορία Παγκάλου, είχε μάλιστα αποδειχθεί ικανό για συνεργασίες μάλλον πρωτοφανείς, όπως η οικουμενική κυβέρνηση, αλλά και για σχήματα υπό την ηγεμονία ενός ασυνήθιστα ισχυρού πολιτικού όπως ο Βενιζέλος.

Πολιτικοί και στρατιωτικοί «ελιγμοί»

Αυτό που δεν επέλυσε έως το 1932 η αβασίλευτη δημοκρατία ήταν το στρατιωτικό ζήτημα και η αποτυχία αυτή αντανακλούσε με τη σειρά της την έλλειψη μιας θεμελιώδους συμφωνίας για τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού. Ο Βενιζέλος δεν μπορεί να θεωρηθεί άμοιρος ευθύνης για μια πορεία που άρχισε το 1932 και οδήγησε τελικά στην παλινόρθωση. Ο Κρητικός πολιτικός, διαπιστώνοντας ότι η οικονομική κρίση του 1931 είχε περιορίσει τις εκλογικές προοπτικές του, διεξήγαγε τις εκλογές του 1932 με τρόπο πολωτικό παραπέμποντας στον εθνικό διχασμό του 1915 και επισείοντας τον κίνδυνο παλινόρθωσης. Το αποτέλεσμα των εκλογών, χωρίς να τον δικαιώσει, οπωσδήποτε δεν συνιστούσε πλήρη επικράτηση των αντιβενιζελικών.

Ο Βενιζέλος αξιοποίησε τον στρατιωτικό παράγοντα κατά τρόπο αντικοινοβουλευτικό και υποχρέωσε το Λαϊκό Κόμμα σε δημόσια αναγνώριση της αβασίλευτης δημοκρατίας ως προϋπόθεση για να επιτραπεί στον αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος να σχηματίσει κυβέρνηση. Η κυβέρνηση αυτή ήταν βραχύβια, καθώς ο Βενιζέλος την ανέτρεψε για να προκαλέσει νέες εκλογές τον Μάρτιο του 1933 τις οποίες, παρά τις προσδοκίες του, έχασε και αυτή τη φορά, αλλά σαφώς αφού το πλειοψηφικό σύστημα παρήγαγε σαφή αντιβενιζελική πλειοψηφία με κορμό το Λαϊκό Κόμμα και ελάσσονες εταίρους τον πρώην βενιζελικό στρατηγό Κονδύλη και τον Μεταξά. Ευθύς αμέσως ένας φαύλος κύκλος πολιτικής σύγκρουσης εξουδετέρωσε, σε διάστημα δυόμισι χρόνων, τις μετριοπαθείς δυνάμεις που θα μπορούσαν να στηρίξουν την αβασίλευτη δημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό.

Πραξικόπημα Πλαστήρα

Το βράδυ των εκλογών ο απόστρατος στρατηγός Πλαστήρας, χωρίς να παρεμποδιστεί από τον Βενιζέλο, επιχείρησε πραξικόπημα επικαλούμενος κίνδυνο για τη δημοκρατία από τη νίκη του αντιβενιζελισμού. Το πραξικόπημα απέτυχε αλλά τα ερωτήματα για τον Βενιζέλο παρέμειναν. Στις 6 Ιουνίου ο Κρητικός πολιτικός έγινε θύμα δολοφονικής απόπειρας στην οποία βρέθηκαν αναμεμειγμένα στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας προσκείμενα στους αντιβενιζελικούς αλλά όχι στον πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη. Εφεξής ο Βενιζέλος θα αναζητούσε βίαιες λύσεις ανατροπής της αντιβενιζελικής κυβέρνησης. Ο Στρατός παρέμενε στη μεγάλη πλειοψηφία του προσκείμενος στον βενιζελισμό αλλά ταυτόχρονα ήταν ανήσυχος από την πιθανότητα ανατροπής της εσωτερικής του ισορροπίας, ιδίως αφού ο Κονδύλης, προερχόμενος από τον βενιζελισμό, ήταν πλέον σύμμαχος των Λαϊκών. Το φθινόπωρο του 1934 ο Βενιζέλος απέτυχε να εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας και συνειδητοποίησε ότι οι πολιτικές δυνατότητές του ήταν περιορισμένες καθώς ήταν πιθανό να απολέσει και τον έλεγχο του δεύτερου νομοθετικού σώματος, της Γερουσίας, την άνοιξη του 1935.

Ο Κονδύλης ανατρέπει τον Παναγή Τσαλδάρη

Το στρατιωτικό κίνημα που εξερράγη με την έγκριση του Βενιζέλου την 1η Μαρτίου 1935 ισχυριζόταν ότι απέβλεπε στην προστασία της δημοκρατίας από τον κίνδυνο της παλινόρθωσης. Στην πραγματικότητα ο κίνδυνος αυτός ήταν μάλλον ανύπαρκτος. Ο Βενιζέλος επεδίωκε να εγκαταστήσει ένα νέο καθεστώς με ενισχυμένη εκτελεστική εξουσία, το οποίο θα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει την οικονομική και κοινωνική κρίση του Μεσοπολέμου για τη διαχείριση της οποίας πίστευε ότι ήταν ακατάλληλος ο κοινοβουλευτισμός. Επρόκειτο για μια αντίληψη που κέρδιζε έδαφος στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικής εντός της οποίας όμως ανταγωνίζονταν διάφοροι παράγοντες για την επιβολή της. Το κίνημα της 1ης Μαρτίου απέβλεπε επίσης στην προστασία ενός συσχετισμού πολιτικών και στρατιωτικών δυνάμεων που ήταν πλέον παρωχημένος και η αποτυχία έθεσε σε κίνηση τη διαδικασία προς το αποτέλεσμα το οποίο υποτίθεται ότι επεδίωκε να αποτρέψει.

Ως συνέπεια της αποτυχίας του κινήματος ο βενιζελισμός έχασε τα ερείσματά του στον στρατό με την απόταξη περίπου 1.500 αξιωματικών. Επρόκειτο για την εκκίνηση της ίδιας διαδικασίας που είχε οδηγήσει στην επιβολή της αβασίλευτης δημοκρατίας το 1923. Ακολούθησε η απόφαση των βενιζελικών να απόσχουν από τις εκλογές για συντακτική συνέλευση του Ιουνίου του 1935. Επρόκειτο για προφανές σφάλμα καθώς μια μειοψηφία βενιζελικών θα μπορούσε να συνεργαστεί με μια πλειοψηφία μετριοπαθών αντιβενιζελικών και να αποτρέψουν την πορεία προς την παλινόρθωση. Ο Παναγής Τσαλδάρης και μια ισχυρή μερίδα Λαϊκών δεν έβλεπε πλέον κάποιο πιεστικό λόγο για την παλινόρθωση καθώς το κόμμα είχε και δεν είχε ιδιαίτερη ανάγκη, από θεσμική ή συμβολική άποψη, τη μοναρχία. Τα πενιχρά ποσοστά του Μεταξά, που τώρα υποστήριζε την παλινόρθωση, στις εκλογές έδειξαν επίσης ότι δεν υπήρχε ιδιαίτερο ρεύμα υπέρ της μοναρχίας. Την υποστήριξή της ανέλαβε όμως ο Κονδύλης ο οποίος, αφελώς, όπως έδειξαν οι εξελίξεις, θεωρούσε την παλινόρθωση ως ιδανικό συμβολικό προκάλυμμα για την επιβολή μιας προσωποπαγούς δικτατορίας. Διαθέτοντας ερείσματα στις ένοπλες δυνάμεις αλλά όχι και στη συντακτική συνέλευση ανέτρεψε τελικά με πραξικόπημα τον Τσαλδάρη και με την παρουσία μόλις 82 πληρεξουσίων, σύνολο 300, επανέφερε τη μοναρχία. Ενα προφανώς διαβλητό δημοψήφισμα επρόκειτο να επικυρώσει την παλινόρθωση στις 3 Νοεμβρίου. Ο Γεώργιος Β΄ επανήλθε στην Ελλάδα στις 25 Νοεμβρίου. Αν και αποδεχόμενος την παραίτηση του Κονδύλη και οδηγώντας τη χώρα σε αδιάβλητες εκλογές, έδειξε ότι επεδίωξε τη γεφύρωση του χάσματος και την ομαλή λειτουργία του κοινοβουλευτισμού, η συμφιλιωτική πολιτική του είχε σαφή όρια: Ανήσυχος από την προοπτική επανόδου στον στρατό βενιζελικών αξιωματικών αλλά και από κοινωνικές κινητοποιήσεις, θα αναζητούσε τη σταθεροποίηση της πολιτικής κατάστασης στη δικτατορία, μια φόρμουλα ευρέως χρησιμοποιούμενη στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου.

* Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής ερευνών του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

Via

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Η "Συμφωνία της Καζέρτας"

του Νίκου Παπαγεωργάκη 
 
Επανειλημμένα το κόμμα μας, και βεβαίως όχι μόνο κατά την τελευταία δεκαετία, ασχολήθηκε και συνεχίζει να ασχολείται με τη μελέτη της περιόδου 1940-1944. Μια περίοδος κατά την οποία η εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα της Ελλάδας, με πρωτοστάτες τους κομμουνιστές, δημιούργησαν ένα μεγαλειώδες κοινωνικό, πολιτικό και στρατιωτικό κίνημα, αυτό που στη λαϊκή συνείδηση αλλά και σε συγγράμματα ιστορικών καθιερώθηκε ως «το λαϊκό έπος της Εθνικής Αντίστασης». Η συνεχής ανάδειξη αυτής της περιόδου ως μιας από τις κορυφαίες της ελληνικής ιστορίας αφορά βεβαίως και το ΚΚΕ και το λαϊκό κίνημα, μιας και σε αυτή την περίοδο εμπεριέχονται και πάμπολλα παραδείγματα που βοηθούν στην ανατροπή ηττοπαθών, μοιρολατρικών αντιλήψεων, τις οποίες η αστική τάξη θέλει να επιβάλει συνολικά στα λαϊκά στρώματα της χώρας. 

Χωρίς να τρέφουμε αυταπάτες ότι η αντικειμενική ιστορική έρευνα μπορεί αυτόματα να επιδρά στην κοινωνική συνείδηση (χωρίς αντίστοιχα κοινωνικά, λαϊκά κινήματα) και ιδεολογική πάλη, προσμετρούμε ταυτόχρονα την αξία της ως σημαντικού όπλου στην ιδεολογική διαπάλη.

Η ιστορική έρευνα αποτελούσε και αποτελεί μόνιμο καθήκον για το κόμμα μας. Η διεξαγωγή αντικειμενικών συμπερασμάτων από την ιστορική εμπειρία του ΚΚΕ (θετική και αρνητική) αποτελεί άλλωστε μια βασική παράμετρο, που μαζί με τη μελέτη της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας κρίνουν και εμπλουτίζουν μόνιμα θα λέγαμε την εφαρμοζόμενη τακτική και στρατηγική του κόμματος.

Η περίοδος που προαναφέραμε αποτελεί μεγάλη δεξαμενή τέτοιων εμπειριών. Γι’ αυτό άλλωστε εκτός από το ΚΚΕ και οι αστικές δυνάμεις, από τη δική τους ταξική σκοπιά, αφιέρωσαν και αφιερώνουν σημαντικά οικονομικά ποσά για τη διεξαγωγή ερευνών, συνεδρίων, μελετών, για τη δημοσίευση συγγραμμάτων και άρθρων σε εφημερίδες με σκοπό τη σταθερή επιβολή της δικής τους ταξικής ερμηνείας (και βεβαίως όχι μόνο μέσα από την παραχάραξη ιστορικών γεγονότων) ως κυρίαρχης στην κοινωνική συνείδηση.

Τα παραπάνω συνηγορούν στην αναγκαιότητα συνεχούς βελτίωσης της ικανότητάς μας να εντοπίζουμε και να αναλύουμε τις ταξικές αντιθέσεις που εμπεριέχει κάθε ιστορική περίοδος, κάθε ιστορικό γεγονός.

Από αυτή τη σκοπιά θα προσπαθήσει και το παρόν άρθρο να ερμηνεύσει τη «Συμφωνία της Καζέρτας», τους παράγοντες που οδήγησαν σε αυτή, καθώς και τις επιπτώσεις της.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ

Το διάστημα 24 έως 26 Σεπτεμβρίου 1944, στη νοτιοϊταλική πόλη Καζέρτα (Cazerta, κοντά στη Νάπολι), σε συνέχεια του σχηματισμού της κυβέρνησης «Εθνικής Ενότητας», που είχε δημιουργηθεί στις 2 Σεπτεμβρίου με τη συμμετοχή και του ΕΑΜ, έλαβαν χώρα οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των στρατιωτικών και πολιτικών εκπροσώπων της βρετανικής κυβέρνησης, της ελληνικής κυβέρνησης και των στρατιωτικών αρχηγών του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, Στέφανου Σαράφη και Ναπολέοντα Ζέρβα αντίστοιχα.

Οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν στη «Συμφωνία της Καζέρτας». Η σημασία της Σύσκεψης της Καζέρτας φαίνεται και από το γεγονός ότι αυτή πλαισιώθηκε μόνο από κορυφαίους πολιτικούς και στρατιωτικούς παράγοντες. Συγκεκριμένα, από πλευράς της Μεγάλης Βρετανίας συμμετείχε ο αρχιστράτηγος των Συμμαχικών Δυνάμεων Μέσης Ανατολής (ως πρόεδρος της σύσκεψης) Ουίλσον, ο υπουργός Μέσης Ανατολής Μακ Μίλαν, ο πρεσβευτής στην Ελλάδα Λίπερ και ο στρατηγός Σκόμπι. Η ελληνική κυβέρνηση εκπροσωπήθηκε από τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου και 4 υπουργούς (δύο αστούς - Θεμιστοκλής Τσάτσος και Παναγιώτης Σγουρίτσας - και δύο του ΕΑΜ - Γιάννης Ζεύγος και Αλέξανδρος Σβώλος). Η ίδια η συμφωνία υπογράφτηκε από τους επικεφαλής των συμμετεχόντων πλευρών, δηλαδή τους Ουίλσον, Παπανδρέου, Σαράφη και Ζέρβα.

Με αυτή τη συμφωνία η αστική τάξη της χώρας από κοινού με τους εκπροσώπους του βρετανικού ιμπεριαλισμού κατάφεραν τυπικά να καταργήσουν τη σχετική αυτονομία που διατηρούσε ο ΕΛΑΣ, ακόμα και μετά την υπογραφή του «Συμφώνου του Λιβάνου», απέναντι στο βρετανικό αρχηγείο και τα ελληνικά αστικά κόμματα. Εδινε πλέον, με τη σύμφωνη γνώμη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, την απαιτούμενη νομιμοφάνεια για τη βρετανική στρατιωτική επέμβαση στα εσωτερικά ζητήματα της Ελλάδας, που θα ακολουθούσε μετά από ελάχιστο χρονικό διάστημα.

Συγκεκριμένα η συμφωνία προέβλεπε:
1) Ολες οι αντάρτικες ομάδες που δρούσαν στην Ελλάδα έμπαιναν κάτω από τις διαταγές της ελληνικής κυβέρνησης εθνικής ενότητας.
2) Η ελληνική κυβέρνηση έθετε τις δυνάμεις αυτές κάτω από τις διαταγές του στρατηγού Σκόμπι, ο οποίος ορίστηκε από τον ανώτατο συμμαχικό αρχιστράτηγο, ως στρατηγός που θα διοικούσε τις δυνάμεις στην Ελλάδα.
3) Σύμφωνα με την προκήρυξη που εκδόθηκε από την ελληνική κυβέρνηση, οι αρχηγοί των Ελλήνων ανταρτών θα απαγόρευαν κάθε απόπειρα των μονάδων τους «να αναλάβουν την αρχήν ανά χείρας», πράξη που θα θεωρούνταν ως έγκλημα και θα τιμωρούνταν αναλόγως.
4) Οσον αφορούσε την Αθήνα, καμιά ενέργεια δε θα αναλαμβάνονταν, εκτός από τις υπό τις άμεσες διαταγές του στρατηγού Σκόμπι, στρατηγού που διοικούσε τις «εν Ελλάδι δυνάμεις».
5) Τα «Τάγματα Ασφαλείας» θεωρούνταν ως όργανα του εχθρού, θα χαρακτηρίζονταν ως εχθρικοί σχηματισμοί, εκτός αν παραδίνονταν «συμφώνως προς διαταγάς εκδοθησομένας παρά του στρατηγού διοικούντος τας εν Ελλάδι δυνάμεις».
6) Ολες οι αντάρτικες ελληνικές δυνάμεις, με σκοπό να τεθεί τέρμα στις διαμάχες του παρελθόντος, δήλωναν ότι θα σχημάτιζαν εθνική ένωση για να συντονίσουν τη δράση τους για το καλύτερο συμφέρον του κοινού αγώνα.
7) Ο στρατηγός Σκόμπι, κατόπιν της εξουσίας που του παραχωρήθηκε από τον ανώτατο συμμαχικό αρχιστράτηγο και με συμφωνία της ελληνικής κυβέρνησης, εξέδωσε τις συνημμένες διαταγές επιχειρήσεων.

Οι «σύντομες διαταγές επιχειρήσεων», που ακολουθούσαν, απέβλεπαν στον ουσιαστικό παροπλισμό του ΕΛΑΣ προς όφελος των αστικών δυνάμεων, αφού μεταξύ άλλων προέβλεπαν (με τη σύμφωνη πάντα γνώμη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ) ότι: α) Οι δυνάμεις του Ζέρβα θα συνέχιζαν ανενόχλητες πλέον την κυριαρχία τους στη βορειοδυτική Ελλάδα και τα αλισβερίσια με τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής («παρενόχληση της γερμανικής υποχωρήσεως» τα χαρακτήριζε ο Σκόμπι). β) Ο ΕΛΑΣ έχανε πλέον τον έλεγχο της Αττικής, η οποία παραχωρούνταν χωρίς κανενός είδους δισταγμό στο διοικητή της γερμανοκρατούμενης Χωροφυλακής και μισθωτό του στρατού κατοχής, στρατηγό Σπηλιωτόπουλο, καθώς και τον έλεγχο της Πελοποννήσου, όπου την εξουσία του θα τη μοιραζόταν τόσο με την κυβέρνηση εθνικής ενότητας (τον Γεώργιο Παπανδρέου δηλαδή) όσο και με τους Βρετανούς στρατιωτικούς. Την ίδια μοίρα προέβλεπαν οι διαταγές του Βρετανού στρατηγού και για την περιοχή της Θράκης και της Θεσσαλονίκης, που έμπαιναν κάτω από τη διοίκηση στρατιωτικού εκπροσώπου της κυβερνήσεως[1].

ΜΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΑΞΙΚΑ ΑΣΥΜΦΟΡΗ

Η υπογράμμιση που κάναμε σε συγκεκριμένες φράσεις καθεαυτής της συμφωνίας έχει να κάνει με ζητήματα που κατά τη γνώμη μας αποτελούν σοβαρές παραχωρήσεις που ενίσχυαν την εξουσία και το κύρος του αστικού κόσμου, ο οποίος λόγω της υποχωρητικότητας του ΕΑΜ και του ΚΚΕ ενισχυόταν έτσι και αλλιώς από το «Συμβόλαιο του Λιβάνου».

α) Η φράση «όλες οι αντάρτικες ομάδες» αποτελεί στην ουσία έναν πλεονασμό που απαιτούσε η διπλωματική γλώσσα, αφού έτσι και αλλιώς, όλες οι αστικές ένοπλες ομάδες (αντιστασιακές και συνεργαζόμενες με τον κατακτητή), αμέσως ή ελάχιστο χρόνο μετά την ίδρυσή τους καθοδηγούνταν απευθείας από τους Βρετανούς και την ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου. Το ζητούμενο ήταν η υποταγή του μεγαλύτερου αντιστασιακού κινήματος, αυτού που και ταξικά (άσχετα από το πόσο έντονα εμφανιζόταν αυτό το στοιχείο) αποτελούσε τον άλλο πόλο της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Προπαντός ο ΕΛΑΣ, όπως θα δούμε και παρακάτω, αποτελούσε για τους αστούς τον υπ' αριθμόν ένα κίνδυνο για τη δική τους εξουσία. Η μεγάλη του δύναμη, καθώς και το γεγονός ότι ο παγκόσμιος αντιφασιστικός πόλεμος συνεχιζόταν, δεν επέτρεπαν ούτε στον πιο «τολμηρό» ιμπεριαλιστή σκέψεις ή σχέδια βίαιης διάλυσής του. Ο πλάγιος δρόμος της Καζέρτας ήταν για τους αστούς ο πιο ενδεδειγμένος.

β) Η ανάθεση της διοίκησης των στρατιωτικών μονάδων σε Βρετανό στρατηγό από την κυβέρνηση Παπανδρέου (πάντα με τη σύμφωνη γνώμη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ) άνοιγε, από μόνη της θα λέγαμε, την προοπτική μιας νέας βρετανικής «κατοχής», στο βαθμό μάλιστα που «οι δυνάμεις στην Ελλάδα», που αναλάμβανε ο Σκόμπι, δε διευκρινιζόταν η εθνική τους προέλευση. Η δημιουργία απλά ενός ελληνικού «εθνικού» στρατού, με ή χωρίς τη συμμετοχή δυνάμεων του ΕΛΑΣ, δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες εγγυήσεις για τον ελληνικό αστικό πολιτικό κόσμο, που όπως είναι φυσικό απέβλεπε στην πλήρη καθυπόταξη του λαϊκού κινήματος. Η αστική τάξη, έχοντας μικρά ερείσματα όχι μόνο στα λαϊκά στρώματα της χώρας αλλά ακόμα και στα ελληνικά στρατεύματα που δρούσαν εκτός των ελληνικών συνόρων (Μέση Ανατολή) και θέλοντας να εξασφαλίσει την οικονομική και πολιτική της εξουσία, ήταν υποχρεωμένη να καταφύγει στην ξένη ιμπεριαλιστική βοήθεια, όσες «θυσίες» και αν απαιτούσε αυτό από τη δική της πλευρά. Ταυτόχρονα η νομιμοποίηση της βρετανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ελλάδα μέσα από αυτή τη συμφωνία απέτρεπε και τυχόν αντιρρήσεις και ενστάσεις των άλλων Συμμαχικών Δυνάμεων (ιδιαίτερα της Σοβιετικής Ενωσης), που εκείνη την περίοδο τις ενδιέφερε κυρίως το πώς θα ηττηθεί ο γερμανικός φασισμός μια ώρα αρχύτερα.
γ) Η απαγόρευση σε στρατιωτικές μονάδες «να αναλάβουν την αρχήν ανά χείρας» απευθυνόταν και αυτή προς το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Με τη συνυπογραφή - αυτοδέσμευση της ηγεσίας τους επιβεβαιωνόταν με τον πιο επίσημο τρόπο η θέση που είχε τότε το ΚΚΕ για πάση θυσία «ομαλές δημοκρατικές εξελίξεις».
δ) Ο εξοβελισμός του ΕΛΑΣ από την Αθήνα, σε συνδυασμό με ανάθεση της διοίκησής της στο Σπηλιωτόπουλο μέσω των «σύντομων διαταγών επιχειρήσεων», έδινε στην ουσία και μια πρόγευση για το ποιος θα είχε «την αρχήν ανά χείρας».
ε) Τα Τάγματα Ασφαλείας θεωρούνταν εχθρικά μόνο όσο αυτά δεν παραδίνονταν στο Βρετανό στρατηγό. Οι κατοπινές εξελίξεις φανερώνουν ότι αυτά τα τάγματα αποτελούσαν υποχρεωτικά μέρος της συγκέντρωσης των στρατιωτικών δυνάμεων (Χωροφυλακή, Ιερός Λόχος κλπ.), που αν και υποδεέστερες αυτών του ΕΛΑΣ, μπορούσαν να απασχολήσουν τις δυνάμεις του (τουλάχιστον στην Αθήνα) έως ότου μεταφερθούν ισχυρές βρετανικές δυνάμεις από το πολεμικό μέτωπο στην Ιταλία.

Η συγκεκριμένη συμφωνία μπορεί να ξενίζει ως προς την ταξική «ωμότητα» των όρων της, δε διεκδικεί όμως και πιστοποιητικά μοναδικότητας.

Στην Ιταλία, η συμμαχική ανώτατη διοίκηση υπέγραφε στις 7 Δεκεμβρίου 1944 συμφωνία με την Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης της Βόρειας Ιταλίας, η οποία από τη μια αναγνώριζε επίσημα την πολιτική και στρατιωτική δράση της εθνικοαπελευθερωτικής επιτροπής, από την άλλη όμως την υπέτασσε ακόμα πιο «ωμά» στις αγγλοαμερικανικές δυνάμεις κατοχής. Μέσα από αυτή τη συμφωνία οι εθνικοαπελευθερωτικές δυνάμεις δεσμεύονταν ότι θα εκτελούσαν κάθε διαταγή του ανώτατου διοικητή των συμμαχικών δυνάμεων ή της συμμαχικής στρατιωτικής κυβέρνησης, «συμπεριλαμβανομένων των διαταγών διάλυσης (σ.σ.: των στρατιωτικών σωμάτων) και παράδοσης των όπλων όταν αυτό θα απαιτηθεί»[2].

Πέρα από ζητήματα διατυπώσεων και άσχετα από το ποια διατύπωση είναι πιο επώδυνη, και στις δύο περιπτώσεις (την ελληνική και την ιταλική) οι νέες λαϊκές μορφές εξουσίας υποτάσσονταν πλέον τόσο στην αγγλοαμερικανική διοίκηση όσο και στους παραδοσιακούς («δημοκρατικούς») αστικούς θεσμούς, που όπως είναι φυσικό απέβλεπαν στη διαιώνισή τους[3].

Φραστικά και μόνο η συμφωνία της Καζέρτας έγινε λιγότερο επώδυνη, όταν μετά από παρέμβαση του Κ. Δεσποτόπουλου απαλείφθηκε από το κείμενο των «σύντομων διαταγών επιχειρήσεων» η πρώτη διαταγή που όριζε ότι στις αρμοδιότητες του Σκόμπι ήταν και «να αποκαταστήση τον Νόμον και την Τάξιν εν Ελλάδι…»[4].

ΟΙ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΡΑΜΑΤΙΖΟΜΕΝΗ ΤΑΞΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ

Πρέπει να επισημάνουμε ότι οι ραγδαίες εξελίξεις που ακολούθησαν τη «Συμφωνία της Καζέρτας» (με αποκορύφωμα τις μάχες του Δεκεμβρίου και τη «Συμφωνία της Βάρκιζας») οδήγησαν την ηγεσία του ΚΚΕ να διαπιστώσει και η ίδια την αδυναμία και το λανθασμένο προσανατολισμό της τακτικής της κατά τις διαπραγματεύσεις του Λιβάνου και της Καζέρτας, σε μια περίοδο που το ΚΚΕ απολυτοποιούσε ακόμα την αντιφασιστική πάλη σε βάρος της ταξικής.

Ετσι η έκθεση δράσης του Γ. Σιάντου στην 11η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (5-10 Απριλίου 1945), ενώ θεωρούσε τη «Συμφωνία της Βάρκιζας» ως «συμφωνία ανάγκης», «ένα μίνιμουμ ελευθεριών για τη δράση», που «δίνει ένα νομικό έρεισμα για την αντιφασιστική πάλη»[5], χαρακτήριζε τη «Συμφωνία του Λιβάνου» ως «δεξιό λάθος», με χαρακτηριστικό «την υποτίμηση των δικών μας δυνάμεων και την υπερτίμηση των δυνάμεων του αντιπάλου»[6]. Η εισήγηση παρακάτω συμπλήρωνε: «Παρόμοιο και πιο μεγάλο λάθος ήταν η Συμφωνία της Καζέρτας. Παραδίδαμε τον ΕΛΑΣ στους Αγγλους. Σβήναμε την απαίτησή μας για τον Ελληνα αρχιστράτηγο. (Ηδη από το Λίβανο είχεν ορισθεί ο Οθωναίος). Σπάσαμε τη συνοχή του ΕΛΑΣ. Εκτός από το Ζέρβα παραχώρησε περιοχή στον Τσαούς Αντών και την Αττική στον Σπηλιωτόπουλο, έτσι εμπόδισε τη δράση μας στην Αττική. Παρεμπόδισε το χτύπημα των Ράλληδων κλπ. Είναι κι αυτό επίσης ένα σοβαρό λάθος δεξιού χαρακτήρα. Ας μη ξεχνούμε ότι ο Σκόμπι με τη συμφωνία της Καζέρτας δικαιολόγησε το Δεκέμβρη την επέμβασή του»[7].

Οι σωστές αυτές εκτιμήσεις ακυρώνονται στην πράξη με την αμέσως παρακάτω διατύπωση: «Η αποδοχή μας να μπούμε στην κυβέρνηση του Παπανδρέου. Ποιο νόημα είχε; Το νόημά της φυσικά ήταν να συντελέσουμε να περάσει η Ελλάδα με ομαλό τρόπο στη δημοκρατική εξέλιξη με το ξερίζωμα του φασισμού, με την εκκαθάριση του στρατού, του κρατικού μηχανισμού κλπ. Κάναμε σωστά; Ναι. Αν και η αντίδραση είχε διαφορετικούς σκοπούς, είχαμε ολόκληρο κίνημα αντίστασης, θα κάναμε χρήση της δύναμής μας, για να πετύχουμε και κατοχυρώσουμε τα αιτήματά μας. Είχαμε τις δυνάμεις μας και μπορούσαμε να τις επιβάλουμε».

Και όλα αυτά, όταν και η ίδια η εισήγηση είχε επίγνωση των αντιδραστικών στόχων του βρετανικού ιμπεριαλισμού: «Το πρώτο ζήτημα ήταν ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ, η υποταγή μας. Και μετά την είσοδό μας στην κυβέρνηση ο Παπανδρέου έλεγε ότι η κατάσταση εξελίσσονταν εναντίον του και ζητούσε από τον Τσόρτσιλ να του στείλει στρατό. (Καθημερινά έφερναν φορτία πολεμικού υλικού για να δοθούν στους χίτες και τους ταγματασφαλίτες). Η συγκρότηση της Εθνοφυλακής ήταν στα χέρια των Αγγλων. Αυτοί την εξόπλιζαν, αυτοί τη στελέχωναν. Εφεραν εδώ τη Ρίμινι. Γενικοί Διοικητές, στρατιωτικοί διοικητές, δήμαρχοι, νομάρχες διορίζονταν δικοί τους. Είναι ολοφάνερο ότι η αντίδραση πήγαινε να δημιουργήσει δικό της καθεστώς, ομαλά, αν το κίνημα αντίστασης το δεχόταν, με τη βία, αν δεν το δεχόταν το κίνημα αντίστασης»[8]. (Οι υπογραμμίσεις δικές μας - σ.σ.)[9].

Η ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ «ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΚΗΝΙΚΟΥ»

Η αστική τάξη της Ελλάδας οδηγήθηκε σε αυτές τις συμφωνίες έχοντας καθαρούς τους ταξικούς της στόχους και επιλέγοντας συνειδητά τις τακτικές επιλογές της. Μια πληρέστερη και αποκαλυπτική ανάλυση της περιόδου (από τη σκοπιά των συμφερόντων του καπιταλιστικού συστήματος) δίνει ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου σε επιστολή του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» στις 2 Μαρτίου 1948.

Μια επιστολή στην οποία βεβαίως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι γράφτηκε τρία και παραπάνω χρόνια από τη μάχη του Δεκέμβρη, με σκοπό την αυτοπροβολή του γράφοντα, που αισθανόταν ήδη «παραγκωνισμένος» πολιτικά και ήταν υποχρεωμένος να υπερτιμήσει, ακόμα και να υπερβάλει κάποιες προσωπικές του ικανότητες. Παρόλα αυτά, κατά τη γνώμη μας, η παρακάτω επιστολή έχει αξία να αναδημοσιευτεί συχνά στο σύνολό της, γιατί αποτελεί όχι ένδειξη «κυνισμού», αλλά πλήρους συνειδητοποίησης του ταξικού ρόλου ενός από τους κορυφαίους αστούς πολιτικούς.

Ο ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ

ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

«Φίλε κ. Διευθυντά,
Εις το χθεσινόν άρθρο σας, συνάγοντες «μάθημα» από το πάθημα της Τσεχοσλοβακίας, ενθυμείστε και τον ιδικόν μας Δεκέμβριον. Νομιμοποιείτε τοιουτοτρόπως την παρέμβασίν μου. Αλλά θα επεθύμουν πρώτα να διατυπώσω μερικάς γενικωτέρας απόψεις μου.
Γράφετε: «Το πάθημα της Τσεχοσλοβακίας πρέπει να μας διδάξει ότι ουδεμία λύσις υπάρχει μεταξύ της σταθεράς και ακάμπτου προσηλώσεως προς την εθνικήν μας ελευθερία από το ένα μέρος και της απολύτου υποδουλώσεώς μας από το άλλο. Οτι ουδεμία δήθεν ιδεολογική υποχώρησις ωφελεί. Με τους Σλάβους δυστυχώς συνεννόησις δεν υπάρχει».
Είμεθα σύμφωνοι. Και όπως γνωρίζετε είχον ανέκαθεν αυτήν την γνώμην, ακόμη και προ πέντε ετών, όταν τον Ιούλιον του 1943 απέστειλα από την κατεχόμενη Ελλάδα έκθεσιν προς την Ελληνικήν και την Βρετανικήν κυβέρνησιν και έκαμνα προβλέψεις δια το μέλλον, αι οποίαι σήμερον έχουν επαληθεύσει...
Πράγματι «ουδεμία δήθεν ιδεολογική υποχώρησις ωφελεί». Αλλά χρειάζεται διευκρίνισις: Δεν ωφελεί εάν δι’ αυτής επιδιώκωμεν να «κατευνάσωμεν» τον Κομμουνιστικόν Πανσλαβισμόν και να «συνεννοηθώμεν», όπως μωρώς επηγγέλετο το «Κέντρον».
Ωφελεί όμως δια να τον νικήσωμεν. Διότι όταν εις την μεγάλην ηθικήν δύναμιν της Ελευθερίας του Εθνους, υπέρ της οποίας παλαίομεν, προσθέσωμεν και την ηθικήν δύναμιν της Ατομικής Ελευθερίας και της Κοινωνικής Ευημερίας, τότε το ιδεώδες μας καθίσταται πλήρες και αντιστοίχως συντελείται πλήρως ο ηθικός αφοπλισμός του Κομμουνισμού.
Τότε κατακτώμεν ημείς και τας Μάζας και την Νεότητα, αυξάνομεν και τον αριθμόν και τον φανατισμόν του εθνικού μας Μετώπου και φθάνωμεν ασφαλέστερον εις την Νίκην. Αλλά βεβαίως υπό μίαν προϋπόθεσιν: Οτι αι ηθικαί αυταί δυνάμεις θα πρόκειται να συμπληρώσουν τας ενόπλους δυνάμεις του αγώνος και όχι να τας αναπληρώσουν - όπως φαίνεται να συνέβη εις την Τσεχοσλοβακίαν.
Και ερχόμεθα εις τον ιδικόν μας Δεκέμβριον. Γράφετε: «Ο Υψιστος μας έκαμε δώρον την Επανάστασιν και τα Δεκεμβριανά. Διότι τι θα συνέβαινε αν δεν εγίνοντο; Δια να μη γίνουν ήμεθα τότε εις κάθε υποχώρησιν έτοιμοι. Θα εδίδαμεν εις τους Κομμουνιστάς και ένα και δύο υπουργεία, ακόμα και πέντε. Σιγά - σιγά θα τους παραδίδαμεν - για να μη γίνει Επανάστασις και την Διοίκησιν και τον Στόλον και τον Στρατόν. Θα τους τα εδίδαμεν όλα».
Η διαφωνία μου είναι απόλυτος. Οχι ότι δεν υπήρξε «δώρον του Υψίστου» ο Δεκέμβρης... Αλλά ότι «θα τους τα εδίναμε όλα...». Διότι συνέβαινεν ακριβώς το αντίθετον: «Τους τα επαίρναμεν όλα...» Και διότι επεμείναμεν, απεφάσισαν την Στάσιν...
«Γνωρίζω ότι υπάρχει ακόμη σύγχυσις, η οποία εμποδίζει την ορθήν εκτίμησιν εκείνης της εποχής. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δεν ημπορούν ακόμα να εννοήσουν. Και υπάρχουν άλλοι, οι οποίοι αρνούνται να εννοήσουν. Απαντώ διά τους πρώτους - και επίσης διά την Ιστορίαν - διότι οι άνθρωποι που θα έλθουν θα είναι απροκατάληπτοι και θα θέλουν να εννοήσουν.
Κατέχομαι από την συνείδησιν ότι χάριν εις την πολιτικήν την οποίαν ηκολούθησα κατά τους κρισιμώτατους εκείνους μήνας, κατά τους οποίους η Μοίρα με είχεν επιφορτίσει με την ευθύνην της Ελλάδος, κατέστη δυνατή η συντριβή της Κομμουνιστικής Τυραννίας η οποία τότε ήτο παντοδύναμος και εδυνάστευε την Ελλάδα. Και πιστεύω ότι η πορεία των γεγονότων - και εις την Ελλάδα και εις την Ευρώπην - επαληθεύει την πρόβλεψιν του μεγάλου Βρετανού ηγέτου, ο οποίος μου ετηλεγράφει τον Ιανουάριον του 1945 ότι «η πολιτική μου θα εύρη την οφειλομένην επιβράβευσίν της εις τας ημέρας που έρχονται».
«Θα επικαλεστώ κείμενα:
«Την 26η Απριλίου 1944, όταν ανέλαβα την Κυβέρνησιν εις το Κάιρο, διεκήρυξα το σύνθημα: «Μία Πατρίς, μία Κυβέρνησις, εις Στρατός».
«Εις το Συνέδριον του Λιβάνου την 17ην Μαΐου 1944, ομιλών ενώπιον και των εκπροσώπων του ΚΚΕ, είπα: «Το κύριον επίμαχον θέμα είναι το στρατιωτικόν, το θέμα της υλικής δυνάμεως. Η ώρα είναι ιστορική και οφείλομεν να ομιλήσωμεν ευκρινώς και απεριφράστως. Εάν το ΕΑΜ έχει την πρόθεσιν να χρησιμοποιήσει την υλικήν του δύναμιν ως όργανον εμφυλίου πολέμου και εξοντώσεως των αντιπάλων του, και αύριον, μετά το πέρας του πολέμου, υπό το ψευδώνυμον της Λαϊκής Δημοκρατίας, ως όργανον δυναμικής επικρατήσεως επί της πλειοψηφίας του Ελληνικού λαού, τότε βεβαίως δεν υπάρχει στάδιον συνεννοήσεως. Το καθήκον μας τότε είναι να συνεγείρωμεν το έθνος και να επικαλεσθώμεν την επικουρίαν όλων των Μ. Συμμάχων μας εις τον διπλούν αγώνα και κατά του εξωτερικού εισβολέως και κατά του εσωτερικού εχθρού. Διότι ο Ελληνικός λαός δεν κάμνει επιλογήν τυράννων. Αρνείται την τυραννίαν...»
«Εάν όμως το ΕΑΜ έχει λάβει απόφασιν να εγκαταλείψη τους σκοπούς της δυναμικής επικρατήσεως και να αρκεσθή εις τα πολιτικά μέσα της πειθούς και αν κατά συνέπειαν δέχεται την κατάργησιν του ΕΛΑΣ καθώς και των άλλων ανταρτικών σωμάτων και την δημιουργίαν Εθνικού Στρατού, ο οποίος θα ανήκει μόνον εις την Πατρίδα και θα υπακούη εις τας διαταγάς της Κυβερνήσεως, τότε η συμμετοχή και του ΕΑΜ εις την Εθνικήν μας Ενωσιν θα ημπορή να θεωρήται γεγονός».
«Την 6η Ιουλίου1944 απήντησα από το ραδιόφωνον του Καϊρου προς την Επιτροπήν των Βουνών, η οποία είχε ζητήσει επιπροσθέτως τα υπουργεία των Στρατιωτικών και των Εσωτερικών. Και είπα: «Αποδοχή των νέων όρων σημαίνει κατ’ ουσίαν: Στρατός ΕΑΜ. Ελεγχον της Αστυνομίας, της χωροφυλακής, της Διοικήσεως και της Δικαιοσύνης από το ΕΑΜ. Και έμπνευσιν της Παιδείας μας από το ΕΑΜ. Τώρα, πλέον, ημπορεί να γίνει πλήρης εξήγησις. Γνωρίζομεν τι μας ζητούν. Και απέναντι των αιτημάτων των λαμβάνωμεν επίσημον, υπεύθυνον θέσιν: Αρνούμεθα. Μας ζητούν να παραδώσουμε την Ελλάδα. Αρνούμεθα!
«Την 21ην Αυγούστου 1944 συνηντήθην εις την Ρώμην με τον Βρετανόν Πρωθυπουργόν. Και όταν μου έθεσε το ερώτημα, ποια είναι η πολιτική μου, απήντησα: «Εξοπλισμός του Κράτους. Αφοπλισμός του ΕΑΜ».
«Την 8ην Οκτωβρίου 1944 συνηντήθην πάλιν με τον Βρετανόν ηγέτην και τον υπουργόν των εξωτερικών κ. Ηντεν εις την Νεάπολιν της Ιταλίας. Εις το υπόμνημα το οποίον τους επέδωκα, προβλέπω ότι η επικείμενη Απελευθέρωσις θα είναι αναίμακτος και ότι κατόπιν το ΚΚΕ θα επιχειρήσει Στάσιν. Και οι δυο προβλέψεις επαληθεύθησαν. Εγραφα: «... Ελπίζω ότι το Εθνος θα εξέλθη από την δουλείαν ομαλώς και θα συντελεσθή αναιμάκτως η Απελευθέρωσις. Τούτο είναι ουσιώδες αλλά όχι οριστικόν. Το ΚΚΕ διαθέτει σήμερον δυναμικήν υπεροχήν χάρις εις τας οργανώσεις ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Οπως επανειλημμένως είχον την ευκαιρία να εξηγήσω, η Ελλάς αποτελείται σήμερον από μίαν μεγάλην αφοπλισμένην πλειοψηφίαν και αφετέρου από την ένοπλον μειοψηφίαν του ΚΚΕ. Εξάλλου η προσαρμογή του ΚΚΕ εις την Εθνικήν Ενωσιν έχει συντελεσθή υπό την σιωπηράν προϋπόθεσιν της παρουσίας εν Ελλάδι σημαντικών βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων. Εάν διεπιστούτο ότι ο όρος αυτός δεν υφίσταται, υπάρχει φόβος ότι το ΚΚΕ θα θέση εις ενέργειαν, κατά τρόπον συγκεκαλυμμένον ή απροκάλυπτον, την υλικήν του δύναμιν δια να γίνη κύριον της καταστάσεως. Τα ακόλουθα μέτρα είναι απαραίτητα προς αποτελεσματικήν αντιμετώπισιν της κρισίμου ταύτης καταστάσεως: 1) Η άμεσος αποστολή σημαντικών βρετανικών δυνάμεων. 2) Η άμεσος δημιουργία τακτικού Ελληνικού Στρατού και 3) Ο πλήρης εφοδιασμός της Ελλάδος».
«Και την 18ην Οκτωβρίου 1944, εκφωνών τον λόγον της Απελευθερώσεως εις την πλατείαν Συντάγματος, επαναλάμβανον: «Βάσις του Εθνικού μας Στρατού δια το μέλλον θα είναι η τακτική στρατολογία. Θα γίνη συνείδησις και πράξις ότι ο Στρατός δεν βουλεύεται. Βουλεύεται μόνον ο Κυρίαρχος λαός, του οποίου την θέλησιν εκφράζει η Κυβέρνησις, και τας διαταγάς της κυβερνήσεως εκτελεί ο Στρατός... Θα γίνει συνείδησις και πράξις ότι ο Στρατός δεν ημπορεί να ανήκει ούτε εις κόμματα. Ανήκει μόνον εις την πατρίδα και υπακούει μόνον εις τας διαταγάς της Κυβερνήσεως...».
«Και συνεπής προς την σταθεράν επαγγελίαν επηκολούθησε η εφαρμογή...
Η κυβέρνησις της Εθνικής Ενώσεως ανεσχηματίσθη εν Αθήναις την 23ην Οκτωβρίου. Και μετά δέκα ημέρας, την 3ην Νοεμβρίου 1944, προέβην εις τας ακολούθους ανακοινώσεις:
«Μετά την συντελεσθείσαν πλήρη Απελευθέρωσιν της Ελλάδος λήγει και η Αντίστασις. Είναι επομένως φυσικόν, ότι επακολουθεί η αποστράτευσις των Ανταρτικών Ομάδων ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ, η οποία ωρίσθη δια την 10ην Δεκεμβρίου.
Και όταν έφθασεν η ώρα της πραγματοποιήσεως και το ΚΚΕ διεπίστωσεν ότι αι αποφάσεις μου δεν ήσαν απλαί λέξεις, αλλά πράξεις, και ότι, αφοπλιζόμενον, θα μετεβάλλετο πλέον από παντοδύναμος δυνάστης εις μικρόν πολιτικόν κόμμα μειοψηφίας, απετόλμησεν την Στάσιν.
«Τα κείμενα απήντησαν... Αποδεικνύουν ότι όχι μόνον δεν είμεθα διατεθειμένοι «να τα δώσωμεν όλα» - δια να μη γίνει Επανάστασις, αλλά αντιθέτως «να τα πάρωμεν όλα...», έστω και αν επρόκειτο να επακολουθήσει Επανάστασις την οποίαν είχομεν προπαρασκευασθή - με την παρουσίαν των Βρετανών, την άφιξιν της ταξιαρχίας του Ρίμινι, την συγκρότησιν της Εθνοφυλακής και την συγκέντρωσιν των χωροφυλάκων εις Αθήνας - δια ν’ αντιμετωπίσωμεν. Το Σάββατον 2 Δεκεμβρίου παραμονήν της Στάσεως, ετηλεγράφησα εις τον Βασιλέα: «Υπουργοί Ακρας Αριστεράς αρνηθέντες υπογράψουν αποστράτευσιν παρητήθησαν. Παραίτησις σημαίνει δυστυχώς απαρχήν εμφυλίου πολέμου. Με όσην αποφασιστικότητα εξηντλήσαμεν τας προσπαθείας μας δια την αποτροπήν του εμφυλίου πολέμου, με την ίδιαν αποφασιστικότητα θα υπερασπίσωμεν την Ελλάδα εναντίον των εσωτερικών της εχθρών. Εύχομαι εις τον Θεόν η τραγική περίοδος να είναι σύντομος και πλήρης η επιβολή του Νόμου προς πραγματικήν Απελευθέρωσιν του στενάζοντος Ελληνικού Λαού».
«Ολαι αι άλλαι παραχωρήσεις μου προς το ΚΚΕ - αι οποίαι τόσον επεκρίνοντο τότε από ανθρώπους, οι οποίοι δεν είχον εμβαθύνει εις την υφισταμένην πραγματικήν κατάστασιν - ήσαν εντελώς δευτερεύουσαι και άνευ ουσιαστικής αξίας. Επειδή τότε μία ήτο η επείγουσα και υπέρτατη ανάγκη: Να αφοπλισθή το ΚΚΕ, και να εξοπλισθή το Κράτος. Κατόπιν, όλα τα άλλα, αυτομάτως θα επηκολούθουν...
«Και δια τούτο η ημερομηνία της Αποστρατεύσεως - η 10η Δεκεμβρίου - έμενεν αμετακίνητος.
«Οσοι θέλουν να κρίνουν δικαίως εκείνην την εποχήν, οφείλουν να αναπολήσουν την κατάστασιν του Απριλίου 1944, όταν ανέλαβον την Κυβέρνησιν.
«Εις την Ανατολήν, αι ένοπλοι δυνάμεις μας είχον αποσυντεθεί από την Στάσιν. Και εις την Ελλάδα το ΚΚΕ είχε καταστή παντοδύναμον και είχε συγκροτήσει και την Κυβέρνησιν των Βουνών - την ΠΕΕΑ. Και η αγωνία, από την οποία αδιαλείπτως κατειχόμην ήτο: Πως θα καταλύετο; Δύο ήσαν τα στάδια δια να φθάσωμεν εις την Νίκην: Πρώτον, η έλευσις εις τας Αθήνας! Και δεύτερον, ο αφοπλισμός του ΚΚΕ.
«Δια να έλθωμεν εις τας Αθήνας -ως αντίπαλοι του ΚΚΕ- δεν διεθέταμεν, δυστυχώς, ούτε εις το εσωτερικόν, ούτε εις το εξωτερικόν, ελληνικάς δυνάμεις, αριθμητικώς επαρκείς διά να αντιμετωπίσουν τας μυριάδας του ΕΛΑΣ, τακτικού και εφεδρικού, καθώς και την ευρυτάτην συνωμοτικήν οργάνωσιν του ΕΑΜ. Αλλά δεν υπήρχον επίσης τότε ούτε Βρετανικαί δυνάμεις διαθέσιμοι, διότι είχον απορροφηθή από τα τρία ευρωπαϊκά μέτωπα, τα οποία, κατά τους κρισίμους εκείνους μήνας - Σεπτέμβριον και Οκτώβριον 1944- επιέζοντο σφοδρώς από τον Χίτλερ, αποβλέποντα εις τον εξαναγκασμόν χωριστής ειρήνης... Και είχε μάλιστα φθάσει εις τόσον βαθμόν η έλλειψις διαθεσίμων Βρετανικών δυνάμεων, ώστε να αναγκασθώ μίαν ημέραν, εις τον πρεσβευτήν της Μεγ. Βρετανίας, ο οποίος μου ωμίλει περί αποστολής εις την Ελλάδα «εκατοντάδων» ή και «δεκάδων» ανδρών, να δώσω την απάντησιν, ότι «έχω την εντύπωσιν, ότι ομιλώ με αντιπρόσωπον του Λουξεμβούργου...».
«Αλλά και αν ακόμη καθίστατο, μ’ όλα ταύτα, δυνατόν να εξευρίσκοντο δυνάμεις Βρετανικαί, και πάλι θα ήτο τότε πολιτικώς αδύνατος η απόβασις εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, λόγω της σφοδράς αντιδράσεως και των Αγγλων εργατικών και του Προέδρου Ρούσβελτ και της Σοβιετικής Ενώσεως. Δια να πεισθώμεν, φθάνει να ενθυμηθώμεν την γενικήν εξέγερσιν, την οποίαν είχε προκαλέσει η Βρεταννική επέμβασις κατά τον Δεκέμβριον και η οποία εκλόνισε την θέσιν του Τσώρτσιλ - και η οποία, εν τούτοις, είχεν επιχειρηθή υπό «απείρως ευμενεστέρας συνθήκας», διότι αι Βρετανικαί δυνάμεις υπεστήριζαν τότε την νόμιμον κυβέρνησιν και ευρίσκοντο εδώ πρεσκεκλημένοι και από τον ΕΛΑΣ, διά την διατήρησιν της τάξεως...
«Ιδού, διατί, μόνον η συμμετοχή του ΚΚΕ εις την Κυβέρνησίν μας ήνοιγε τας πύλας της Ελλάδος. Και δια τούτο την επεδίωξα - και ευτυχώς κατωρθώθη... Καθώς επίσης, μόνον το σύμφωνον της Καζέρτας, όπου ο ΕΛΑΣ, διά του Αρχηγού του, υπέγραψε την υποταγήν του εις το Βρεταννικόν Στρατηγείον και προσεκάλεσε τους Βρεταννούς εις την Ελλάδα, καθιστά Συμμαχικώς εύκολον την παρουσίαν των...
«Αλλά υπάρχει και το δεύτερον στάδιον, ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ. Διότι εφ’ όσον το ΚΚΕ παρέμεινε πάνοπλον, η Ελληνική Κυβέρνησις, καθώς ελέγαμεν τότε, ήτο απλώς «η περικεφαλαία του ΕΑΜικού Κράτους...»
«Αλλά πότε θα έπρεπε ν’ αποφασισθή η αποστράτευσις; Θα έπρεπε ν’ αποφασισθή αμέσως, ή να αναβληθή δι’ αργότερον; Το ζήτημα του χρόνου ήτο κρισιμώτατον. Το ΚΚΕ εζήτει αναβολήν. Και αι γενικώτεραι συνθήκαι την ηυνόουν. Εφόσον εξηκολούθει ο πόλεμος εναντίον του Ναζισμού, ηδύνατο να θεωρηθή παράλογος η άμεσος αποστράτευσις δυνάμεων της Εθνικής Αντιστάσεως. Και δι’ αυτό ουδαμού της Ευρώπης συνέβη...
«Αλλά μου ήτο σαφές, ότι ο χρόνος ειργάζετο υπέρ του ΚΚΕ.
«Και εσωτερικώς, διότι θα εξησφάλιζεν εν τω μεταξύ την πλήρη διάβρωσιν - όπως φαίνεται να συνέβη εις την Τσεχοσλοβακίαν. Και εξωτερικώς, διότι τότε η Σοβιετική Ενωσις ευρίσκετο ακόμη εις την θανάσιμον εμπλοκήν με τον Ναζισμόν και επροφυλάσσετο να διαταράξη τας Συμμαχικάς σχέσεις της. Και δια τούτο ακριβώς παρέστησε, καθ’ όλον τον Δεκέμβριον, τον ουδέτερον - και μάλιστα μέχρι του σημείου να μας αναγγείλη την 30ην Δεκεμβρίου, την αποστολήν πρέσβεως, ενώ ακόμα αι μάχαι εμαίνοντο εις τας Αθήνας...
«Και δια τούτο επέμεινα ανενδότως εις την άμεσον αποστράτευσιν. Και η 10η Δεκεμβρίου έμενεν αμετακίνητος...
«Το συμπέρασμα είναι ότι ο Δεκέμβριος ημπορεί να θεωρηθή «δώρον του υψίστου». Αλλά, δια να υπάρξη ο Δεκέμβριος, έπρεπε προηγουμένως να είχωμεν έλθει εις την Ελλάδα. Και τούτο ήτο δυνατόν μόνο με την συμμετοχήν και του ΚΚΕ εις την κυβέρνησιν, δηλαδή με τον Λίβανον. Και δια να ευρεθούν εδώ οι Βρετανοί, οι οποίοι ήσαν απαραίτητοι δια την Νίκην, έπρεπε προηγουμένως να είχεν υπογραφή το Σύμφωνον της Καζέρτας. Και δια να γίνη η Στάσις - «το δώρον του Υψίστου» - έπρεπε προηγουμένως να επιμείνω εις την άμεσον αποστράτευσιν του ΕΛΑΣ και να θέσω το ΚΚΕ ενώπιον του διλήμματος ή να αποδεχθή ειρηνικώς τον αφοπλισμόν του ή να επιχειρήση την Στάσιν, υπό συνθήκας όμως πλέον, αι οποίαι ωδήγουν εις την συντριβήν του. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια».
Μετ’ εξαιρέτου τιμής
Γ. Παπανδρέου 1/3/48»[10].

Η ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ «ΕΘΝΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ»

Ενώ η κατάσταση είχε αλλάξει ριζικά, ο «κοινός εχθρός», κυρίως λόγω των εξελίξεων στο Ανατολικό Μέτωπο, βρισκόταν σε συνεχή υποχώρηση, η απουσία των αστικών δυνάμεων από τον απελευθερωτικό αγώνα συνειδητοποιούταν από ευρύτερα λαϊκά στρώματα και εμφανιζόταν πιο καθαρά η όξυνση των ταξικών αντιθέσεων, το Κόμμα μας, στο όνομα της «εθνικής ενότητας», οριοθετούσε την πολιτική και τη δράση του Κόμματος το 1944 με βάση την κατάσταση του 1941.

Χαρακτηριστική για τα παραπάνω είναι η τοποθέτηση του Γ. Σιάντου, στην 44η Συνεδρίαση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), στις 27 Ιουλίου του 1944, σε συζήτηση σχετική με τις διαπραγματεύσεις στο Λίβανο και το ενδεχόμενο συμμετοχής της ΠΕΕΑ στην Κυβέρνηση Παπανδρέου:
«…η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ καθόρισε το Γενάρη του 1934 τι επιδιώκει το ΚΚΕ και ποιος είναι ο στρατηγικός του σκοπός. Η Ολομέλεια εκείνη έκανε τη διαπίστωση ότι η Ελλάδα είναι χώρα προ παντός γεωργική, καθυστερημένη, χωρίς μεγάλη βιομηχανία, χώρα εξαρτημένη από το εξωτερικό. Αυτή η αντικειμενική κατάσταση δεν σηκώνει σοσιαλισμό. Στην Ελλάδα δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε σοσιαλισμό, κι’ αν ακόμα όλος ο κόσμος μας πει πάρτε την και κάνετε σοσιαλισμό (…). Η ωρίμανση των συνθηκών οδηγεί σε αστικοδημοκρατικές αλλαγές της κατάστασης. (…) Αφού λυθούν όλα αυτά τα αστικοδημοκρατικά προβλήματα, τότε δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να πάμε προς το σοσιαλισμό, ομαλά, μέσα στη δημοκρατική εξέλιξη. (…). Μόνον οι αφελείς, που δεν ξέρουν τι επιδιώκει το ΚΚΕ για σήμερα και για ένα μεγάλο διάστημα, ωσότου ωριμάσουν οι προϋποθέσεις για το σοσιαλισμό μπορούν να δίνουν πίστη στις συκοφαντίες της κυβέρνησης».
Και αφού τόνιζε ότι από αυτήν την πολιτική δεν ωφελείται παρά μόνο το 5% του ελληνικού πληθυσμού («τα μεγάλα κεφαλαιοκρατικά συγκροτήματα») διαπίστωνε ότι «…υπάρχει τώρα ένας καινούργιος παράγοντας. Ο ξένος καταχτητής. Ο αγώνας για το διώξιμό του από τη χώρα μας και η ανάγκη να μην πέσουμε στον εμφύλιο πόλεμο, συμφέρουν και σε μας και σε κείνους. Σ’ αυτά συμπέφτουν τα συμφέροντα των 95% και των 5%. Γι’ αυτό και στη συμφωνία μ’ αυτούς, δύο μόνο εγγυήσεις θέλουμε: α) ότι θα παλαίψουμε όλοι μαζύ κατά του καταχτητή και β) ότι κανένας δεν θα δώσει δυναμικές λύσεις. Αν δέχονται τις δυο αυτές προϋποθέσεις της ενότητας, τότε η ενότητα είνε καμωμένη. (…) Επειδή πιστεύουμε τόσο ειλικρινά στην ανάγκη της ενότητας, γι’ αυτό δηλώνω ότι η συμφωνία του Λιβάνου και η δράση της Αντιπροσωπείας μας (…) είναι μέσα στην πολιτική μας γραμμή»[11]. (Οι υπογραμμίσεις δικές μας - σ.σ.).

Ακόμα και ένας από τους πιο επίμονους εκπροσώπους της «πάση θυσία εθνικής ενότητας», ο Αγγ. Αγγελόπουλος, στην αμέσως επόμενη συνεδρίαση της ΠΕΕΑ, στις 28 Ιουλίου του ’44 εκτιμούσε ότι αυτό το πρόγραμμα του ΚΚΕ ήταν «…σε πολλά σημεία πολύ συντηρητικό», προσθέτοντας επί πλέον την εξής σημαντική διαπίστωση: «Το όλο ζήτημα της ενότητας είναι ζήτημα ταχτικής»[12](!!!). Το γιατί αυτό το «ζήτημα ταχτικής» είχε γίνει ήδη από τότε ύψιστη προτεραιότητα για την ΠΕΕΑ, ώστε να οδηγηθεί και στη «Συμφωνία της Καζέρτας», πρέπει καταρχήν να αναζητηθεί κατά τη γνώμη μας στη στρατηγική του ΚΚΕ. Στον πλήρη εγκλωβισμό σε αυτή τη γραμμή, έπαιξαν ρόλο και οι σύμμαχοί του, υποστηρικτές της «πάση θυσία ενότητας», στους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς του αστικού κράτους. Κυρίως όμως πρέπει να αναζητηθεί στην αυτοδέσμευση του ΚΚΕ σε αυτήν την πολιτική, ακόμα και πριν από τη συγκρότηση της ΠΕΕΑ. Η εμμονή στην «εθνική ενότητα» είναι άλλωστε και ο βασικός παράγοντας που διευκολύνει τη μεταγενέστερη ένταξη του Σβώλου κλπ. στην ΠΕΕΑ. Ανάγοντας την «εθνική ενότητα» σε ύψιστο καθήκον διευκολύνθηκαν οι σοβαρότατες υποχωρήσεις στο Λίβανο.

Η ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΠΑΛΗ ΩΣ ΜΙΑ ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΩΝ ΤΑΞΙΚΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ

Σε μια περίοδο, όπου τα πιο δυναμικά τμήματα του μονοπωλιακού κεφαλαίου, έχοντας επιβιώσει και ενισχυθεί από την παγκόσμια οικονομική κρίση, είχαν ζωτική ανάγκη την εσωτερική «τάξη και ασφάλεια» για την επιτυχή προπαρασκευή ενός πολέμου που θα ξαναμοίραζε τις αγορές, η πολιτική «αντίδραση» ήταν το προαπαιτούμενο, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά τη λενινιστική θέση ότι ο μονοπωλιακός καπιταλισμός (ιμπεριαλισμός) «…είναι η στροφή από τη δημοκρατία στην πολιτική αντίδραση (...) ο ιμπεριαλισμός αποτελεί «άρνηση» της δημοκρατίας γενικά, όλης της δημοκρατίας (…) ο ιμπεριαλισμός αντιφάσκει, «λογικά» αντιφάσκει, με όλη γενικά την πολιτική δημοκρατία[13]. Μ’ αυτήν την έννοια «πολιτική αντίδραση» σημειωνόταν και στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες (δηλαδή στις δικτατορίες των μονοπωλίων με κοινοβουλευτικό μανδύα), όπως η Μ. Βρετανία και η Γαλλία. Στην τελευταία άλλωστε με «δημοκρατικό» τρόπο αποπέμφθηκε το ΚΚ από την κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου και με τον ίδιο τρόπο κηρύχθηκε λίγο αργότερα εκτός νόμου.

Η ανοικτή άρνηση και αναστολή των κοινοβουλευτικών μορφών άσκησης της εξουσίας (φασιστικές μορφές) εξέφρασαν, κατά τη γνώμη μας, τις ανάγκες διαχείρισης της κρίσης και ανακατάταξης των σφαιρών επιρροής στη δεκαετία του 1930, την όξυνση όλων των αντιθέσεων που απαιτούσαν ενίσχυση του κεντρικού ελέγχου σε όλους τους μηχανισμούς της εξουσίας. Με αυτή την έννοια ο φασισμός είναι γέννημα του ιμπεριαλισμού, είναι δική του μορφή άσκησης της εξουσίας.

Ο γερμανο-ιταλικός φασισμός ήταν η πιο ακραία μορφή άσκησης της αστικής εξουσίας που ανέπτυξε ταυτόχρονα στην πιο ακραία μέχρι τότε μορφή τους τη διεξαγωγή πολέμων και την κατοχική εκμετάλλευση των λαών.

Οι κομμουνιστές διαπίστωσαν τον κίνδυνο του φασισμού πολύ πριν από το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), το 1935. Ηδη τον Ιούνιο του 1923, ελάχιστες μέρες μετά το φασιστικό πραξικόπημα στη Βουλγαρία, λίγους μήνες μετά την άνοδο του φασισμού στην Ιταλία και την περίοδο που ο γερμανικός φασισμός μόλις άρχιζε να σηκώνει κεφάλι και παγιωνόταν ο φασισμός στην Ουγγαρία, η Κλάρα Τσέτκιν διαπίστωνε στην εισήγησή της στην πλατιά ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ:
«Ο φασισμός είναι η πιο δυνατή, η πιο συγκεντρωμένη, είναι η κλασική έκφραση της γενικής επίθεσης της παγκόσμιας αστικής τάξης αυτή την στιγμή. (…) Η αστική τάξη όχι μόνο αποδέχεται με χειροφιλήματα (σ.σ. ευγνωμοσύνη) τις υπηρεσίες του φασισμού, όχι μόνο του εξασφαλίζει πληρέστατη ελευθερία κινήσεων, (…) (αλλά) τον θρέφει και τον διατηρεί και προωθεί την ανάπτυξή του με όλα τα διαθέσιμα μέσα του χρηματοκιβωτίου και της πολιτικής εξουσίας που έχει στη διάθεσή της». Διαπίστωνε ταυτόχρονα την πολύ επικίνδυνη ικανότητα του φασισμού να κινητοποιεί τις λαϊκές μάζες ενάντια στα αντικειμενικά τους συμφέροντα, μέσω ενός «διπλού μηχανισμού» : «ενός μηχανισμού για τη διαφθορά της εργατικής τάξης και ενός μηχανισμού για την υποταγή της με ένοπλη εξουσία (…) Χιλιάδες από τις μάζες προσχώρησαν στο φασισμό. (Ο φασισμός) εξελίχθηκε σε άσυλο για τους πολιτικά άστεγους, για τους κοινωνικά ξεριζωμένους (σ.σ. που αποκόπηκαν από τις κοινωνικές τους ρίζες), γι’ αυτούς που δεν έχουν ύπαρξη και τους απογοητευμένους». Κλείνοντας την εισήγησή της καλούσε «να ξεκινήσουμε τον αγώνα όχι μόνο για τις ψυχές των προλετάριων που κατέπεσαν στον φασισμό, αλλά και για τις ψυχές των μικρών και μεσαίων αστών, των μικρών αγροτών και των διανοούμενων, εν συντομία όλων των στρωμάτων (…) που λόγω της οικονομικής και κοινωνικής τους θέσης έρχονται σε αυξανόμενη αντίθεση με το μεγάλο καπιταλισμό και γι’ αυτό και σε σκληρό αγώνα εναντίον του»[14].
  
Την ίδια εποχή η σοσιαλδημοκρατία, ταγμένη ήδη δύο δεκαετίες στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού και θεωρώντας πλέον ως επικίνδυνες τις ταξικές αναλύσεις (ποιος και ποιανού συμφέροντα εξυπηρετεί), όχι μόνο απέκρυπτε τους υποκινητές και υποστηρικτές του φασισμού, προβάλλοντας τον τελευταίο ως μικροαστικό κόμμα, αλλά και πεισματικά επέμενε να παρεμποδίζει κάθε προσπάθεια ανάληψης δράσης ενάντια στο φασισμό.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΩΠΩΝ

Μέσα σε αυτό το σκηνικό τα κομμουνιστικά κόμματα δημιουργούν ευρύτερα αντιφασιστικά μετωπικά σχήματα, μέσα από τα οποία και πρωτοστατούν στην πάλη ενάντια στο φασισμό που εκφραζόταν κυρίως με τη μορφή της άμεσης ιμπεριαλιστικής επίθεσης και ξένης κατοχής. Η ραγδαία επιδείνωση των όρων ζωής ακόμα και επιβίωσης της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων επιφέρει και μια βεβαίως πιο περίπλοκη, αλλά εξίσου ραγδαία -θα λέγαμε- κινητοποίησή τους. Ιδιαίτερα στις χώρες υπό κατοχή, η αντίθεσή τους κατευθύνεται τόσο ενάντια στον κατακτητή, όσο και ενάντια στους συνεργάτες του, δηλαδή ενάντια σε ένα σοβαρό τμήμα του κεφαλαίου, των πολιτικών του εκφραστών και των κοινωνικών στοιχείων που δρουν στην υπηρεσία τους. Σε αυτές τις χώρες, ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας αποτελεί το πιο πρόσφορο σχήμα συσπείρωσης της εργατικής τάξης και όλων των λαϊκών στρωμάτων σε μια δυνάμει ανατρεπτική - επαναστατική κατεύθυνση. Γι’ αυτό άλλωστε και αρχικά τόσο οι ντόπιες αστικές τάξεις όσο και οι συμμαχικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις εξορκίζουν κάθε ιδέα μαζικής ένοπλης λαϊκής αντίστασης. Το μόνο επιτρεπτό κατά τις αντιλήψεις τους είναι ολιγομελείς ομάδες δολιοφθορών και κατασκοπείας.

Στο βαθμό που τα κομμουνιστικά κόμματα καταφέρνουν να ηγηθούν αυτής της αντίθεσης (όπως και στην περίπτωση της Ελλάδας) δημιουργούνται και ρωμαλέα, καλά οργανωμένα αντιστασιακά κινήματα, που ριζώνουν στο λαό και αξιοποιούν αποτελεσματικά όλες τις μορφές πάλης. Η δράση τους αποδυναμώνει σε γενικότερο επίπεδο τις δυνάμεις του Αξονα και διευκολύνει σε τελική ανάλυση και το σοβιετικό σοσιαλιστικό κράτος, που δίνει σφοδρές μάχες στο Ανατολικό Μέτωπο.

Το 7ο Συνέδριο της ΚΔ φαίνεται ότι αφενός επισημοποιεί και γενικεύει μια πολιτική συμμαχιών που προηγήθηκε στη Γαλλία και την Ισπανία, αυτή των Λαϊκών Μετώπων, αφετέρου διευκολύνει την ΕΣΣΔ σε τακτικές συμμαχίες απέναντι στη χιτλερική επίθεση. Η γραμμή του 7ου Συνεδρίου αν και αντιμετώπιζε την άμεση ανάγκη διαμόρφωσης συμμαχιών, δεν αντιμετώπιζε την προοπτική ωρίμανσης των συμμαχιών και κυρίως των μαζών σε συνειδητούς στόχους των κομμουνιστικών κομμάτων και του εργατικού κινήματος για την κατάκτηση της εξουσίας. Τελικώς η στρατηγική των κομμουνιστών υποτάχθηκε στο «καθήκον» συγκρότησης λαϊκών (η παρεμφερών) μετώπων και στις απαιτήσεις των «σύμμαχων» ρεφορμιστικών και αστικών δυνάμεων.

Η όξυνση της διαπάλης στα Λαϊκά Μέτωπα δεν αντιμετωπίστηκε έγκαιρα, ιδεολογικά - πολιτικά - οργανωτικά από τα κομμουνιστικά κόμματα, ώστε να αξιοποιήσουν τις συνθήκες οικονομικής και πολιτικής κρίσης, για τη μαχητικοποίηση ευρύτατων και εργατικών λαϊκών δυνάμεων, τη συμμετοχή τους στον ένοπλο αγώνα, ώστε να θέσουν στόχους και συνθήματα ικανά να ανεβάσουν την πάλη σε επίπεδο διεκδίκησης της εξουσίας. Το ότι αυτή η πείρα δεν πάρθηκε υπόψη, διευκόλυνε τελικά την αστική τάξη, κυρίως κατά τα έτη 1944 - 1945 στη δυτική Ευρώπη, να επιβάλλει την ηγεμονία της στις εξελίξεις.

ΤΑ «ΕΘΝΙΚΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΑ ΜΕΤΩΠΑ»

Η υιοθέτηση της πολιτικής γραμμής για δημιουργία πανεθνικού μετώπου και αντίστοιχης κυβέρνησης, με την έννοια της αναγκαιότητας κυβερνητικής συμμαχίας με τη «δημοκρατική» πολιτική εκπροσώπηση της αστικής τάξης, είναι ο βασικός παράγοντας που τελικά ανέκοψε τη ριζοσπαστικοποίηση του λαϊκού αγώνα. Αυτό βρήκε την αντανάκλασή του ακόμα και στα απελευθερωτικά προγράμματα των κομμουνιστών, που τα περισσότερα[15], αν όχι όλα, έθεσαν ως τελικό σκοπό της ένοπλης πάλης το πολύ μια δημοκρατία «διαφορετική» από αυτή που προϋπήρχε του φασισμού και του πολέμου. Ετσι εξ αντικειμένου διευκολύνθηκε η αστική τάξη να γεφυρώσει κατά μεγάλο μέρος τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της (όσο αυτό ήταν δυνατόν) και ταυτόχρονα να δημιουργήσει ρήγματα ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα και την εργατική τάξη, ακόμα και εντός της εργατικής τάξης, διατηρώντας έτσι τον ηγεμονικό της ρόλο στην κοινωνία.

Στην Ελλάδα, το ΚΚΕ αναδείχτηκε πρωτοστάτης της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ίδρυση και τη ραγδαία ανάπτυξη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Ομως δε συνειδητοποίησε την ανάγκη αποφασιστικής στροφής στην ταξική πάλη, όταν είχαν ήδη δημιουργηθεί ευνοϊκοί όροι για την εργατική τάξη. Στην ουσία το ΚΚΕ και οι άλλες δυνάμεις στην ΠΕΕΑ, ακολούθησαν μια πολιτική κατευνασμού του αγγλικού ιμπεριαλισμού.

Σε αυτό φαίνεται ότι συνέβαλαν και οι προτροπές της σοβιετικής πρεσβείας στο Κάιρο, για συμμετοχή στην αστική κυβέρνηση, όσο και η επιμονή αστικών συμμαχικών στοιχείων εντός της ΠΕΕΑ. Είναι γνωστό π.χ. ότι ο Σβώλος, αμέσως μετά την επιστροφή του από τις διαπραγματεύσεις του Λιβάνου, για να πετύχει την αποδοχή της συμφωνίας εκβίαζε με την παραίτησή του από το αξίωμα του Προέδρου της ΠΕΕΑ. Ενα αξίωμα που του δόθηκε αμέσως μετά την προσχώρησή του στην ΠΕΕΑ και αφού το ΕΑΜ είχε μόνο του δημιουργήσει την «Ελεύθερη Ελλάδα»!

Η συμφωνία της Καζέρτας ήταν στην ουσία ένας αρνητικός, ενδιάμεσος όμως σταθμός στην πορεία πρόσδεσης του λαϊκού κινήματος στις αστικές επιδιώξεις. Ηταν αποτέλεσμα των συνολικών συνεπειών της πολιτικής «συμφιλίωσης» με την αστική τάξη και τα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Ηταν συνέπεια της ένταξης του ΕΛΑΣ στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής και προπαντός συνέπεια της «Συμφωνίας του Λιβάνου». Ταυτόχρονα δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την κατοπινή «Συμφωνία της Βάρκιζας». Αυτή την αλληλουχία την είχε εντοπίσει άλλωστε και ο Γ. Παπανδρέου.

Ακόμα και στα πλαίσια της αντιφασιστικής πάλης, οι εκπρόσωποι της ΠΕΕΑ μπορούσαν να επιμείνουν στο ότι η Μ. Βρετανία είχε υποχρέωση να ενισχύσει τη δράση της στο μέτωπο της Ιταλίας, όπου η επίθεση είχε «κολλήσει» και ότι η Ελλάδα δε χρειαζόταν και δεν ήθελε ούτε έναν Βρετανό στρατιωτικό. Αυτό όμως προϋπέθετε έναν συνολικά διαφορετικό πολιτικό προσανατολισμό του ΚΚΕ, έναν προσανατολισμό όμως που δεν είχε ωριμάσει ως επιλογή.


Ο Νίκος Παπαγεωργάκης είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.
[1] Βλ.«Πρακτικά σχετικά με τη συμφωνία της Καζέρτας»: «Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, 1940 – 1945», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1981, τόμος 5ος, σελ. 408-410.
[2] F. Catalano: «Storia del C.L.N.A.I.». Bari 1956, σελ. 339. Από τη συλλογή «Leipziger Beitrage zur Revolutionsforschung» - Lehrheft 13. Karl-Marx-Universitat Leipzig 1986, σελ.38.
[3] Ειδικά στην Ιταλία αυτή η διαδικασία δε θα παρουσιάσει σε κανένα χρονικό σημείο τάσεις αναστροφής.
[4] «Ντοκουμέντα της Αντίστασης», εκδ. «Το Ποντίκι» 1994, σελ. 184-185.
[5] «Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, 1940-1945», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 5ος, σ. 425.
[6] «Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, 1940-1945», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 5ος, σ. 421.
[7] «Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, 1940-1945», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 5ος, σ. 421.
[8] «Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, 1940-1945», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 5ος, σελ. 421-422.
[9] Στην «παράλληλη» περίπτωση της Ιταλίας, οι αυταπάτες φαίνεται πώς ήταν μεγαλύτερες και διαρκούσαν για περισσότερο χρονικό διάστημα καθώς ακόμα και το 1953, ο Π. Τολλιάτι εκτιμούσε ότι «η πτώση του φασισμού σήμαινε και την πτώση μιας άρχουσας τάξης» (P. Togliati, Una storia della Resistenza italiana. Rinascita No 12/1953, σελ. 678, από το Leipziger, Beitrage, ο.π., σελ. 35.).
[10] Μάρκου Βαφειάδη «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ», τ. 5ος, εκδ. Παπαζήση σελ.39- 47.
[11] Αρχείο της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) - Πρακτικά Συνεδριάσεων, «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1990, σελ. 156-158.
[12] Αρχείο της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) - Πρακτικά Συνεδριάσεων, «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1990, σελ. 164.
[13] Β. Ι. Λένιν, Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον «ιμπεριαλιστικό οικονομισμό», Απαντα, τ. 30, σελ. 93 και 97
[14] Clara Zetkin: «Ausgewählte Reden und Schriften», τ. 2, Βερολίνο 1960, σελ. 689-729.
[15] Οι μόνες χώρες όπου τα ΚΚ οδήγησαν την εθνικοαπελευθερωτική πάλη σε λαϊκές κυβερνήσεις, χωρίς τη συμμετοχή αστών είναι η Αλβανία και η Κίνα (η κάθε μια για διαφορετικούς λόγους). Το ΚΚ Κίνας μάλιστα, παρά την αντίθετη γνώμη του ΚΚΣΕ, επέλεξε την ένοπλη ταξική σύγκρουση με την αστική κυβέρνηση Τσαν Κάι Σεκ .