Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαϊκό Μέτωπο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαϊκό Μέτωπο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Τα Λαϊκά Μέτωπα και η προλεταριακή πολιτική

του Παντελή Πουλιόπουλου, 



1. Νέα φάση της παρακμής του καπιταλισμού

Η επιδρομή του ιταλικού ιμπεριαλισμού στην Αιθιοπία το 1935, ή γενική απεργία στη Γαλλία τον Ιούνη του 1936, ο εμφύλιος πόλεμος πού συνεχίζεται στην Ισπανία καί οι γιγαντιαίοι εξοπλισμοί όλων των μεγάλων Δυνάμεων δείχνουνε καθαρά ότι περάσαμε σε ένα καινούργιο στάδιο γενικής παρακμής του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Ο κόσμος μπήκε σε μια νέα περίοδο πολέμων καί επαναστάσεων. 

Μέσα στη μεγάλη αυτή κρίση μία και μοναδική είναι η λύση που μπορεί να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του προλεταριάτου και όλων γενικά των μαζών του λαού: η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη και η χρησιμοποίηση της εξουσίας αυτής για την εφαρμογή του σοσιαλισμού.

2. Πώς γενικά μπορεί να καταληφθεί η εξουσία

Η εργατική τάξη μπορεί να καταλάβει την πολιτική εξουσία μόνο άμα χρησιμοποιήσει τη μέθοδο της ανεξάρτητης ταξικής πάλης. Πρέπει δηλαδή, σε οποιαδήποτε φάση της σημερινής κρίσης, να αντι­τάσσει την ασυμφιλίωτη αντίθεση της στην αστική τάξη και στο αστικό κράτος, με οποιαδήποτε μορφή κι αν παρουσιάζεται αυτό. 

Ο όγκος των μη προλεταριακών μαζών του λαού μπορεί και πρέ­πει να κερδηθεί με το μέρος της εργατικής τάξης καί του σοσιαλισμού. Αυτά όμως θα κατορθωθεί μόνο όταν η ίδια η εργατική τάξη αποδείξει ότι μπαίνει μπροστά, αποφασιστικός καί ικανός ηγέτης στην ανεξάρτητη, επαναστατική πάλη των τάξεων κατά της κεφαλαιοκρατίας που εξουθε­νώνει κι αυτές τις μάζες του πληθυσμού όπως και το προλεταριάτο.

3. Λαϊκό Μέτωπο ίσον συνεργασία των τάξεων

Μέσα στις γραμμές του εργατικού κινήματος το μεγαλύτερο εμπό­διο σε μια ανεξάρτητη ταξική πάλη είναι οι μέθοδες κ’ η ιδεολογία της συνεργασίας των τάξεων. Η ιδεολογία αυτή ενσαρκώνεται πρώτ'’ απ'’ όλα στα συνθήματα του λεγόμενου Λαϊκού Μετώπου. Ριχτήκανε για πρώτη φορά από την Κομμουνιστική Διεθνή καί τα εθνικά της τμήματα. Τα συνθήματα αυτά βρήκανε τη θεωρητική τους έκφραση στις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς το καλοκαίρι του 1935. Πολύ γρήγορα την πολιτική αυτή την ασπάστηκαν και την προ­παγάνδισαν τα μεταρρυθμιστικά (σοσιαλδημοκρατικά) κόμματα, καθώς και πολλά φιλελεύθερα κόμματα σ’ όλο τον κόσμο. 

Τα συνθήματα του Λαϊκού Μετώπου είναι καινούργια στη μορφή, αλλά πολύ παλιά στην ουσία τους. Αντιπροσωπεύουν άπλα και μόνο την κλασική πολιτική και τις μέθοδες της συνεργασίας των τάξεων και μάλιστα στην πιο γνήσια και ολοκάθαρη μορφή της : την κυβέρνηση συνασπισμού αστικών και εργατικών κομμάτων. Το Λαϊκό Μέτωπο, όπως και κάθε άλλη μορφή ταξικής συνεργασίας, είναι απάρνηση της ανεξάρτητης ταξικής πάλης των εργατών. Με το Λαϊκό Μέτωπο η εργα­τική τάξη εγκαταλείπει το δικό της πρόγραμμα, δηλαδή το πρόγραμμα. της κατάληψης της εξουσίας και το πρόγραμμα του σοσιαλισμού, και δέχεται το πρόγραμμα της «δημοκρατικής» μπουρζουαζίας, δηλαδή το πρόγραμμα της υπεράσπισης τον καθεστώτος. Ο Μπλούμ στη Γαλλία ρητά δήλωσε ότι το Λαϊκό Μέτωπο και ή κυβέρνηση του σκοπό έχουνε να διατηρήσουνε τον καπιταλισμό. 

4. Λαϊκό Μέτωπο και Ενιαίο Μέτωπο

Το Λαϊκό Μέτωπο δεν έχει καμιά σχέση με το Ενιαίο Μέτωπο.

Το Ενιαίο Μέτωπο είναι ένα από τα κυριότερα μέσα της προλε­ταριακής πάλης. Είναι μια συμφωνία για κοινή δράση πάνω σε ένα ορισμένο πεδίο, για ορισμένες κοινές επιδιώξεις, και αποκλείει απόλυτα, κάθε θυσία προγράμματος και αρχών, αποκλείει κάθε λογής εγκατάλει­ψη της πολιτικής της εργατικής τάξης και του επαναστατικού της κόμ­ματος. Το επαναστατικό κόμμα μέσα στο Ενιαίο Μέτωπο διατηρεί ακέραιο το πρόγραμμα της ανεξάρτητης ταξικής πάλης για την εργα­τική και εργατοαγροτική εξουσία και για το σοσιαλισμό

Αντίθετα το Λαϊκό Μέτωπο είναι ένας συνασπισμός πολιτικός για σκοπούς γενικούς πού προϋποθέτει ότι το εργατικό κόμμα εγκατέλειψε τους ανεξάρτητους σκοπούς της εργατικής τάξης και την υπέταξε στους γενικούς σκοπούς της αστικής τάξης στο όνομα της (αστικής) δημοκρα­τίας. Στή σημερινή μάλιστα πράξη η εγκατάλειψη αυτή γίνεται, ιδίως από τα κόμματα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, όχι μόνο ουσιαστικά. αλλά και τυπικά. Ο ιδεολογικός εκφυλισμός των κομμάτων αυτών έχει σήμερα προχωρήσει τόσο πολύ ώστε συζητάνε στή Γαλλία επίσημα τη συγχώνευση με το κλασικό κόμμα των σοσιαλπροδοτών, μέσα δηλαδή σε ένα ενιαίο κόμμα μεταρρυθμιστικό - «σοσιαλιστικό», όπου καί το όνο­μα κομμουνισμός θα χανότανε ακόμα, αφού πρώτα χάθηκε πια ή ουσία του μέσα στην πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς. 

Σε ριζική αντίθεση προς το Λαϊκό Μέτωπο της συνεργασίας των τάξεων, ο επαναστατικός μαρξισμός και οι κομμουνιστές - διεθνιστές αντι­παρατάσσουν το Ενιαίο Μέτωπο Πάλης που μπορεί να αγκαλιάσει τις πιο πλατιές μάζες στην προοδευτική ανάπτυξη των αγώνων του κατά του κεφαλαίου και της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας.

5. Λαϊκό Μέτωπο, Φασισμός και μεσαίες τάξεις

Η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου δε μπορεί να δώσει καμιά απο­τελεσματική άμυνα κατά του φασισμου, γιατί ο φασισμός αποδείχτηκε ότι είναι η πολιτική στην οποία ωθείται αναπότρεπτα ο παρακμασμένος καπιταλισμός στη σημερινή του φάση, αν το προλεταριάτο δεν τον ανα­τρέψει. Κάθε άλλη πολιτική, έκτος από την επαναστατική πολιτική για την ανατροπή ολόκληρου του κεφαλαιοκρατικοϋ συστήματος, όχι μόνο είναι ανίσχυρη μπροστά στο φασισμό, αλλά ίσα - ίσα κάνει βέβαιη τη νίκη του φασισμού. 

Πραγματικά το Λαϊκό Μέτωπο είναι ανίκανο να κινητοποιήσει τις μεσαίες τάξεις κάτω από την ηγεσία της εργατικής τάξης πού δίχως αυτή είναι αδύνατη ή νίκη των εργαζομένων. Αφού το Λαϊκό Μέτωπο υποχρεώνει την εργατική τάξη να εγκαταλείψει το δικό της ανεξάρτητο πρόγραμμα και την ανεξάρτητη ταξική ηγεσία της, αφήνει τις μεσαίες τάξεις εύκολη λεία στην ασύστολη κοινωνική δημαγωγία των φασιστών κ’ έτσι επιτρέπει στο φασισμό να αποχτήσει μια μαζική βάση πού του είναι απαραίτητη για ν’ ανεβεί στην εξουσία.

6. Λαϊκό Μέτωπο και δημοκρατικές διεκδικήσεις

Στους καθημερινούς οικονομικούς και πολιτικούς αγώνες η πολιτι­κή της ταξικής συνεργασίας του Λαϊκού Μετώπου είναι ένας δυνατός φραγμός στη μαχητική, δηλαδή τη μόνη αποτελεσματική, διεξαγωγή των αγώνων για τίς μερικές, άμεσες διεκδικήσεις των εκμεταλλευομένων. Προσπαθεί να απαλύνει τους καθημερινούς αγώνες με συνθήματα «κοι­νωνικής ειρήνης» (τέτοιο είναι σήμερα και ρητά το σύνθημα των κομμά­των του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία, ιδίως των σταλινικών, αυτό είναι και το νέο πρόγραμμα που διεκήρυξε η νέα του κυβέρνηση Σωτάν). Το Λαϊκό Μέτωπο στηρίζεται ολοένα και πιο πολύ στις γραφειοκρατικές και «νόμιμες» μέθοδες του αστικού κράτους, παραπέμπει τους εργαζομέ­νους στους αστικούς θεσμούς της κυβερνητικής διαιτησίας, της κρατικής υπαλληλίας, των αστικών δικαστηρίων κλπ. για να σταματήσει έτσι κάθε αγώνα για καθημερινές μερικές διεκδικήσεις ή για να τον κατευ­θύνει με τρόπον ώστε ο αγώνας αυτός να μην οξύνει και να μη βα­θύνει την ταξική συνειδητοποίηση των εργατών

Από την πολιτική αυτή ριζικά διαφέρει επίσης η ταξική πάλη του προλεταριάτου επικεφαλής και των άλλων εκμεταλλευομένων στρω­μάτων του πληθυσμού για τις δημοκρατικές διεκδικήσεις όσον καιρό διατηρείται το καπιταλιστικό σύστημα. Με την πάλη αυτή - που δε στηρίζεται καθόλου στην παραγνώριση του βασικου χαραχτήρα της αστικής δημοκρατίας σα σκεπασμένης και απατηλής διχτατορίας του κεφαλαίου πάνω στον εργατικό λαό - βοηθούμε τη συνειδητοποίηση των καθυστερημένων μαζών και καταχτούμε περισσότερες θέσεις για. την οργάνωση της ανατροπής της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας. Τις θέσεις αυτές, ελευθερίες δημοκρατικές λόγου, συγκέντρωσης, συνδικάτων κλπ., μπορούνε να τις καταχτήσουν οι εργαζόμενοι με την ανεξάρτητή τους μόνο ταξική πάλη, ποτέ όμως με τη συμμαχία και τη θέληση των κομ­μάτων του κεφαλαίου, ακόμα και των πιό «δημοκρατικών», παρά ίσα-ίσα ενάντια στη θέληση τους.
Το Λαϊκό Μέτωπο δε συνδυάζει την πάλη για τις δημοκρατικές ελευθερίες με το σκοπό της σοσιαλιστικής δημοκρατίας των εργαζομέ­νων, αλλά τις χρησιμοποιεί σα μέσο για να προσκολλήσει τις μάζες στην αστική δημοκρατία που την παριστάνει σαν πάνω από τάξεις. Έτσι δε σβήνει μονάχα το βασικό σκοπό της περιόδου από τη συνείδη­ση των μαζών, αλλά και τις εξαπατά ακόμα και σχετικά με τις σημε­ρινές καταχτήσεις και τη σημερινή τους κατάσταση. Στή Γαλλία το Λαϊκό Μέτωπο εν ονόματι αυτής της τυπικής «λαϊκής δημοκρατίας» χειροτέρεψε ακόμα περισσότερο την οικονομική κατάσταση των εργαζο­μένων με την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος και το κύμα των υπερ­τιμήσεων που εξαπέλυσε προς μέγα όφελος των επιχειρηματιών, αφού όμως πρώτα εδημαγώγησε λιγάκι με τις περιβόητες «κοινωνικές μεταρ­ρυθμίσεις» του. Η αστυνομία του σκότωσε το Μάη εργάτες στο Κλισύ πού πήγανε να διαλύσουνε συγκεντρώσεις φασιστικές και οι σταλινικοί προχτές στην επαρχία καλούσανε τους εργάτες να θεωρούνε «δική τους» την αστυνομία της Δημοκρατίας, ως μόνους δε εχθρούς των τους εργο­δότες, σα να μην είναι η αστυνομία της αστικής δημοκρατίας όργανο της κυρίαρχης τάξης των εργοδοτών!

7. Λαϊκό Μέτωπο ίσον αστική κυβέρνηση συνασπισμού

Ολοκληρωτικό μέρος της πολιτικής του Λαϊκού Μετώπου είναι η δημιουργία αστικών κυβερνήσεων συνασπισμού, όπου παρακάθηνται αστοί μαζί με εργατικούς ηγέτες, έχοντας πίσω τους τα Γενικά Επιτε­λεία και όλο το μηχανισμό του αστικού κράτους. Τέτοιες κυβερνήσεις εγνωρίσαμε πολλές ύστερα από τον πόλεμο καί το πρόβλημα του μινιστεριαλισμού, δηλαδή της υπουργοποίησης εργατικών ηγετών, έχει μέσα στο εργατικό κίνημα του κόσμου μια μακρόχρονη θεωρητική και ιστορική παράδοση. Τέτοιες κυβερνήσεις σε καμιά περίπτωστη δε μπορούνε να εξυπηρετήσουνε τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των εργαζομένων γενικά

Η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου είναι, όπως καί κάθε άλλη κυ­βέρνηση συνασπισμού, μια μορφή αστικής κυβέρνησης, μια ιδιαίτερη εμφάνιση του αστικού κράτους. Κράτος καί κυβέρνηση είναι η κεντρική εκτελεστική εξουσία της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης. Μπαίνοντας σε μια καπιταλιστική κυβέρνηση, κάτω από οποιουσδήποτε όρους, τα εργατικά κόμματα γίνονται διαχειριστές της πολιτικής εξουσίας για λο­γαριασμό της κεφαλαιοκρατίας. Σαν τέτοια είναι δίχως άλλο αναγκα­σμένα να ενεργούνε με τρόπο που να εμποδίζουνε, και στις κρίσιμες στι­γμές να καταπνίγουνε, τον επαναστατικό αγώνα των εργατών για την κα­τάληψη της εξουσίας και για το σοσιαλισμό. Γιατί ένας τέτοιος αγώνας δε μπορεί να νοηθεί δίχως ασυμφιλίωτη πάλη ενάντια σε κάθε μορφή της καπιταλιστικής εξουσίας. Απ’ αυτή την ακαταγώνιστη εσωτε­ρική λογική πηγάζει ο αντεπαναστατικός χαραχτήρας των κυβερνήσεων του Λαϊκού Μετώπου.

8. Λαϊκό Μέτωπο και πόλεμος

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πολιτική απάτη από το κήρυγμα πως τά­χα το Λαϊκό Μέτωπο σώζει την Ευρώπη από τον κίνδυνο του νέου πο­λέμου. Από την ίδια τους τη φύση τα Λαϊκά Μέτωπα και οι κυβερνή­σεις τους σαν όργανα και διαχειριστές υπεύθυνοι της εξουσίας μιας κεφαλαιοκρατικής χώρας, λ.χ. σαν την ιμπεριαλιστική Γαλλία, δε μπο­ρεί παρά να είναι προπαρασκευαστικά όργανα του νέου ιμπεριαλιστι­κού πολέμου, πού είναι κατά μαθηματική ανάγκη αναπότρεπτος, αν δεν ανατραπεί το καπιταλιστικό καθεστώς. Η κυβέρνηση του Λαϊκοΰ Μετώπου στη Γαλλία, εκτελώντας πιστά τις εντολές του Γενικού Επι­τελείου και έχοντας στα πολεμικά υπουργεία δοκιμασμένα όργανα του γαλλικού ιμπεριαλισμού (Νταλαντιέ και Σία), ξεπέρασε κάθε άλλη αστική κυβέρνηση της Γαλλίας στη λύσσα των πολεμικών εξοπλισμών. 

Τα κόμματα του Λαϊκού Μετώπου, και προπάντων το σταλινικό, εξαπολύουνε μιαν αδιάντροπη εθνικιστική και σωβινιστική προπαγάνδα, ετοιμάζοντας έτσι ψυχολογικά και ιδεολογικά τις μάζες για το νέο μακελιό. Με το πρόσχημα της «άμυνας των δημοκρατιών», του πολέμου για τη «συλλογική ασφάλεια» και της πάλης των «δημοκρατικών» ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων ενάντια στις φασιστικές ιμπεριαλιστικές Δυ­νάμεις, δεν έτοιμάζουνε παρά τη γενίκευση του πολέμου, το τράβηγμα του προλεταριάτου στο πλευρό του ενός από τους εμπόλεμους συνασπι­σμούς. Δηλαδή ετοιμάζουν ανοιχτά σήμερα -από κοινού σταλινικοί και σοσιαλδημοκράτες-μια προδοσία του σοσιαλισμού ασύγκριτα πιο φοβε­ρή και φρικαλέα σε ανθρώπινο αίμα από την προδοσία την ιστορική της 2ης Διεθνούς τον Αύγουστο του 1914. 

Πρωτεργάτης της πολιτικής αυτής μαζί με τη διεθνή Σοσιαλδημοκρατία είναι η εθνικιστικά εκφυλισμένη σοβιετική γραφειοκρατία που εγκαθίδρυσε ένα απολυταρχικό καθεστώς πάνω στο σοβιετικό προλετα­ριάτο και ξεκινάει από την ουτοπική ιδέα πώς μπορεί να σωθεί το σο­βιετικό κράτος της Οχτωβριανής Επανάστασης από τις ιμπεριαλιστικές επιδρομές μόνον άμα συμμαχήσει στρατιωτικά με το γαλλικό ιμπεριαλι­στικό μπλοκ. Αυτή η γραφειοκρατία διέλυσε και την Κομμουνιστική Διεθνή σα διεθνή οργάνωση του επαναστατικού προλεταριάτου και την έκανε εξάρτημα της κοντόθωρης εθνικιστικής πολιτικής της Ρωσικής διπλωματίας. 

Μόνο μια επιτυχής οργάνωση νικηφόρων επαναστατικών αγώνων για την ανατροπή της εξουσίας των ιμπεριαλιστών καπιταλιστών στη Δύση, κάτω από τη διεύθυνση μιας αληθινά επαναστατικής διεθνικής οργάνωσης-της 4ης Διεθνούς-είναι σε θέση να σώσει την Ευρώπη από το νέο πολεμικό χάος όπου οδηγείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, να αναπτερώσει το διεθνιστικό και επαναστατικό φρόνημα των Γερμανών και Ιταλών προλεταρίων που ο λυσσασμένος εθνικισμός του σταλινισμού και των Λαϊκών Μετώπων ίσα - ίσα υποβοηθεί την καταδημαγώγησή τους από το Χίτλερ καΐ το Μουσολίνι. Μόνο μια τέτοια πολιτική μπορεί κάτω από τις σημερινές συγκεκριμένες συνθήκες να σώσει και την ΕΣΣΔ, ανοίγοντας και στο εσωτερικό της μια νέα περίοδο αναγέννησης του πρώτου έπαναστατικού και διεθνιστικού ενθουσιασμού των ετών 1917-1920 και απαλλαγής της χώρας από τον πολύποδα της γραφειο­κρατικής απολυταρχίας. 

Αντίθετα, ή πολιτική του Λαϊκού Μετώπου, φραγμός στην ευρω­παϊκή επανάσταση, αφαιρεί ίσα - ίσα τον πιο πολύτιμο και το μοναδικό σίγουρο σύμμαχο της ΕΣΣΔ, ένα ισχυρό, διεθνιστικά αλληλέγγυο και επαναστατικά διαπαιδαγωγημένο διεθνές προλεταριάτο που είναι εγγύη­ση για τις καταχτήσεις της Οχτωβριανής Επανάστασης και ασύγκριτα πιο δυνατός σύμμαχος από κάθε στρατιωτική συμμαχία με καπιταλι­στικές Δυνάμεις, συμμαχία με αμφίβολη σταθερότητα στις κρίσιμες στιγμές, καθώς η πείρα έχει αποδείξει.

9. Το Λαϊκό Μέτωπο είναι το βασικότερο ζήτημα τώρα

Για κάθε προλετάριο, για κάθε κομμουνιστή-διεθνιστή και για το νέο επαναστατικό κόμμα που δημιουργούμε, σε όλο τον κόσμο και ειδικά στην Ελλάδα, το ζήτημα του Λαϊκού Μετώπου σήμερα ξεπερνάει σε σπουδαιότητα όλα τα άλλα ζητήματα του εργατικού κινήματος. Είναι το βασικό πρόβλημα του επαναστατικού κινήματος γενικά, γιατί κάθε άλλο πρόβλημα λύνεται σήμερα με κριτήριο τη θέση που θα πάρουμε απέναντι στο Λαϊκό Μέτωπο. Είτε για την πάλη ενάντια στον πόλεμο πρόκειται, είτε για την πάλη ενάντια στη βασιλική διχτατορία και ενάν­τια στο φασισμό πρόκειται, είτε για οποιαδήποτε άλλη σπουδαία σφαί­ρα της πολιτικής δράσης, η στάση μας θα εξαρτηθεί από τη θέση που παίρνουμε απέναντι στο Λαϊκό Μέτωπο. Φτάνει μόνο να προσέξουμε ότι πρωταγωνιστές της πολιτικής του Λαϊκού Μετώπου έχουνε γίνει σήμερα τα Σοσιαλιστικά και Κομμουνιστικά (σταλινικά) κόμματα της Ισπανίας, μιας χώρας που βρίσκεται στον εμφύλιο πόλεμο, και της Γαλλίας, μιας χώρας που βρίσκεται στα πρόθυρα μιας αποφασιστικής κοινωνικής και πολιτικής κρίσης, και όπου το πρόβλημα της εξουσίας μπαίνει για το προλεταριάτο με τον πιο άμεσο και επιταχτικό τρόπο. Απέναντι στο Λαϊκό Μέτωπο πρέπει κάθε συνειδητός προλετάριος, κάθε κομμουνιστής, να πάρει μια καθαρή, ανενδοίαστη θέση, δίχως διφορούμενα.

10. Η Ιστορική πείρα

Και τα διδάγματα της ιστορικής πείρας αποδείχνουνε με τον ίδιο αναμφίβολο τρόπο, όπως και τα διδάγματα της μαρξιστικής θεωρίας, πόσο χρεοκοπημένη και πόσο αντεπαναστατική είναι η πολιτική της συνεργασίας των τάξεων και η κυβέρνηση συνασπισμού είτε το όνομα του Λαϊκού Μετώπου φέρνει, είτε οποιοδήποτε άλλο. Όλη η ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος απέδειξε περίτρανα ότι η πολιτική αυτή παντού κατέληξε στην ήττα και στον όλεθρο για την εργατική τάξη, στο θρίαμβο της κεφαλαιοκρατικης αντίδρασης. Αυτή η πολιτική της συνεργασίας των τάξεων οδήγησε, καθώς όλοι το ξέρουνε, στη συν­θηκολόγηση των εργατικών κομμάτων μπροστά στον ιμπεριαλιστικό πό­λεμο το 1914. Κυβερνήσεις συνασπισμού παρόμοιες σχηματίσανε τα ερ­γατικά κόμματα στη Γερμανία μετά τον πόλεμο (1918 και 1923). Και τις δυο φορές οδήγησε στην ήττα των δυο γερμανικών επαναστάσεων και τότε είδαμε τη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση της καπιταλιστικής εξουσίας να φτάνει ως τις τελευταίες λογικές συνέπειες της, στη θανα­τική εκτέλεση των επαναστατών ηγετών του γερμανικού προλεταριάτου, του Λήμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Όμοια με τη σημερινή λαϊκομετωπική πολιτική είτανε και η πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς στην Κίνα, γιατί υπέταξε τους Κινέζους εργάτες και χωρικούς στον Τσάγκ Κάϊ-Σεκ και στο αστικό κόμμα του Κουόμινταγκ. Αυτή ή πολιτική όλοι ξέρουν ότι οδήγησε το 1927 στην ήττα της κινέζικης επανάστασης και στις ομαδικές εκτελέσεις των επαναστατών Κινέζων εργατών από τον ίδιο το σύμμαχο του σταλινισμού Τσάγκ Κάϊ - Σεκ. Η πολιτική της ταξικής συνεργασίας των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών μοιράζεται μαζί με την ψευτοαριστερή αιρετικότητα τότε του Γερμανικου Κομμουνιστικού Κόμματος την πολιτική ευθύνη για τη νίκη του Χίτλερ το 1933.

11. Η Ρωσική πείρα του 1917

Κλασικό ιστορικό παράδειγμα κυβέρνησης Λαϊκοΰ Μετώπου είταν η Προσωρινή Κυβέρνηση του Κερένσκι στη Ρωσία το 1917. Σ' αυτήν έπαιρναν μέρος κόμματα που αντιπροσώπευαν εργάτες και χωρικούς (Μενσεβίκοι - Σοσιαλεπαναστάτες), είχε εξαιρεθεί μόνο το επαναστατικό προλεταριακό κόμμα, το Κόμμα των Μπολσεβίκων. Αν η ρωσική Οχτωβριανή Επανάσταση νίκησε, αυτό οφείλεται μόνο στην ανεξάρτητη πολιτική των Μπολσεβίκων απέναντι στην κυβέρνηση συνασπι­σμού, που σα διαχειριστής της αστικής εξουσίας δε μπορούσε να εξυ­πηρετεί τα συμφέροντα του προλεταριάτου, αλλά ίσα-ίσα το έπνιξε στο αίμα τον Ιούνη και κατεδίωξε τους αρχηγούς του. Μιας ταυτόσημης κυ­βέρνησης σήμερα είναι κύρια στηρίγματα και πρωτεργάτες οί σταλινικοί στη Γαλλία και στην Ισπανία, στο όνομα του... μπολσεβικισμού. Το Κόμμα των Μπολσεβίκων ήρθε σε επαναστατική τελικά σύγκρουση με την Ιμπεριαλιστική αυτή κυβέρνηση που συνέχιζε τον Ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Οι εργάτες της Ρωσίας το Νοέμβρη του 1917 κατέλαβαν την εξουσία, ανατρέποντας την Προσωρινή Κυβέρνηση του Κερένσκι.

12. Το Λαϊκό Μέτωπο στη Γαλλία

Η συνεργασία των τάξεων και η κυβέρνηση συνασπισμού φορέσανε καινούργια φορέματα και δώσανε κιόλας εξετάσεις-η ίδια η Ιστο­ρία τις υπέβαλε σε μια δοκιμασία αποφασιστική. Στη Γαλλία το Λαϊ­κό Μέτωπο διαμέσου του Σοσιαλιστικοΰ και του Κομμουνιστικού Κόμ­ματος συνέδεσε τους εργάτες με το Ριζοσπαστικό-Σοσιαλιστικό Κόμμα καί διαμέσου του Ριζοσπαστικού - Σοσιαλιστικού Κόμματος τους έδεσε στο άρμα του γαλλικού ιμπεριαλισμού. Η Γαλλία είναι σήμερα στο κέντρο μιας αναπτυσσόμενης επαναστατικής κρίσης. Η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου εμπόδισε τους Γάλλους εργάτες να σταθεροποιήσουνε την ανεξάρτητη ταξική τους δύναμη. Επέτρεψε στους φασίστες να συ­νεχίσουν ανεμπόδιστοι τη δράση τους για τη συγκέντρωση όπλων και για τη διάδοση των ιδεών τους μέσα στις μεσαίες τάξεις. Μέσα σ' αυτή την πορεία η εκλογική αποτυχία του Ντοριό στην περιφέρεια Σαίν-Ντενί είναι επεισόδιο που φανερώνει την ενστιχτώδη αντίσταση των εργατών στον κίνδυνο. Ο φασισμός πουθενά δεν ανέβηκε στην εξουσία με τα ψη­φοδέλτια. 

Ο Μπλουμ δέχτηκε την ηγεσία στην κυβέρνηση τη λαϊκομετωπική του αστικού συνασπισμού κι έτσι έγινε ο κυριότερος εκτελεστής των εντολών του γαλλικού ιμπεριαλισμού. Η ακαταγώνιστη λογική της θέ­σης του, που τη στηρίζουνε μαζί Σοσιαλιστικό καί Κομμουνιστικό Κόμ­μα, έριξε άπλετο φως στον αληθινό ρόλο της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου. Όχι μόνο στο αιματοβαμμένο Κλισύ αλλά και παντού ή κυ­βέρνηση στέλνει το στρατό και την αστυνομία για να χτυπήσουνε τους απεργούς εργάτες. Κλείνει εργατικές εφημερίδες («Εργατικό Αγώνα» κλπ.). Εισηγείται νόμους για υποχρεωτική διαιτησία, απαγορεύει στους εργάτες εθελοντές να περάσουνε στην Ισπανία για να βοηθήσουνε τους Ισπανούς αδελφούς των. Καταπνίγει με τη βία τις εξεγέρσεις των κα­ταπιεζομένων υποδούλων του γαλλικού ιμπεριαλισμού στη Συρία. Υποβάλλει σε βασανιστήρια τους επαναστάτες στη Γαλλική Ινδοκίνα. Κρατεί για διοικητή στο Γαλλικό Μαρόκο τον επιφανέστερο απ’ όλους τους λυσ­σασμένους αντιδραστικούς στρατιωτικούς της Γαλλίας. Αναλαβαίνει να εκτελέσει το μεγαλύτερο πρόγραμμα πολεμικών εξοπλισμών που γνώρι­σε ως τώρα ο γαλλικός ιμπεριαλισμός. Σε όλα τα μέτωπα προετοιμάζει πυρετωδώς τον παγκόσμιο πόλεμο για τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού αυτού. Η γενική αδυναμία καί δισταχτικότητα της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία βρέθηκε, καθώς είδαμε, σε μια κατάφω­ρη αντίθεση προς την αποφασιστικότητα με την οποία τον περασμένο Γενάρη απείλησε άμεσα πόλεμο κατά της Γερμανίας, μόλις είδε ν’ απειλείται το Γαλλικό Μαρόκο, η σημαντικότερη ίσως αποικία του γαλ­λικού ιμπεριαλισμού. 

Αφού απέδειξε έμπραχτα την αδυναμία του να δώσει οποιαδήποτε πραγματική καλλιτέρευση στη ζωή των εργατών και χρεοκόπησε στην οικονομική και δημοσιονομική του πολιτική, ο Μπλούμ έπεσε κάτω από τα χτυπήματα των ίδιων αστών «συμμάχων» του, των ριζοσπαστοσοσιαλιστών της Γερουσίας. Η νέα κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου ακόμα καθαρότερα, ακόμα και στη σύνθεση της, δείχνει ότι είναι εχθρική προς την εργατική τάξη. (Ό νέος υπουργός Σαρρώ: «Αι οικονομικαί και δη-μοσιονομικαί δυσχέρειαι εχειροτέρευσαν εκτάκτως, αν δεν εγεννήθησαν από τας ταραχάς και την αταξίαν εις τον κόσμον της εργασίας. Μόνον η ηυξημένη απόδοσις της εθνικής παραγωγικής δράσεως έπρεπε να πλη­ρώση την δυνατότητα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων»). Τα έξοδα της κρί­σης που κλονίζει το γαλλικό καπιταλισμό σήμερα, όπως ο Μπλούμ, έτσι κι ο Σωτάν θα καλέσει τις εργαζόμενες μάζες να τα πληρώσουνε με μια νέα υποτίμηση του φράγκου, νέους φόρους και υπερτιμήσεις των κερδο­σκόπων. Πίσω από τον Σωτάν ή μπουρζουαζία ετοιμάζει είτε τον εθνι­κό της συνασπισμό, είτε, αν αυτός σταθεί ανίκανος να δαμάσει την εξέ­γερση της εργατικής τάξης, μια στρατιωτική ή φασιστική διχτατορία. Αλλά η βαθύτερη έννοια του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία σήμε­ρα είναι ότι στην πραγματικότητα αποτελεί το θετικό όργανο προετοιμα­σίας για το νέο ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Το Λαϊκό Μέτωπο θέτει - και μάλιστα όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και σε όλες τις αστικές δημοκρα­τίες-τις βάσεις για ένα «Εθνικό Μέτωπο», για την εθνική ενότητα. Δηλαδή την ενότητα όλων των τάξεων κάτω από την αστική κυβέρνηση για την υποστήριξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Αυτό φάνηκε με από­λυτη καθαρότητα τότε πού ο αρχηγός του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος Τορέζ έζήτησε ν’ αντικατασταθεί το Λαϊκό Μέτωπο από ένα «Γαλλικό Μέτωπο». Εξ’ άλλου τα ολότελα σωβινιστικά κηρύγματα τόσο του Σοσιαλιστικού όσο και του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Γαλλία για την «ενότητα» όλου του γαλλικού έθνους εναντίον των απειλών της Γερμανίας δείχνουνε γιατί πρώτη ή Κομμουνιστική Διεθνής έριξε το σύνθημα του Λαϊκού Μετώπου. Η σοβιετική διπλωματία, που έχει ολό­τελα καθυποτάξει την Κομμουνιστική Διεθνή, ζητάει συμμάχους για τον ερχόμενο πόλεμο και γι’ αυτό δίνει στις αστικές δημοκρατίες εγγύηση ότι δε θα γίνει στις χώρες τους επανάσταση. Αυτήν ακριβώς την εγ­γύηση τους δίνει με την αντεπαναστατική πολιτική των Λαϊκών Μετώ­πων, αν οι Δυνάμεις αυτές δεχτούνε μια στρατιωτική συμμαχία με την ΕΣΣΔ ή κρατήσουν ουδετερότητα στο νέο πόλεμο.

13. Το Λαϊκό Μέτωπο στην Ισπανία

Στην Ισπανία το Λαϊκό Μέτωπο και η πολιτική του στάθηκαν εξί­σου καταστρεφτικά όσο και στη Γαλλία. Με το εκλογικό σύμφωνο του 1935 οι Ισπανοί εργάτες σπρώχτηκαν μακριά από τον επαναστατικό δρόμο. Η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, που πήρε την εξουσία το Φλεβάρη του 1936, βρέθηκε, μπροστά σε μια τεράστια κοινωνική κρί­ση, ανίκανη να πάρει οποιαδήποτε μέτρα για τα συμφέροντα των εργα­ζομένων. Απεναντίας, μόλο που την υποστήριξαν όλα τα υπάρχοντα εργατικά κόμματα, βρέθηκε αναγκασμένη ευθύς από την αρχή να στείλει την αστυνομία εναντίον των χωρικών που είχανε καταλάβει μόνοι τους τα μεγάλα αγροχτήματα, εναντίον απεργών εργατών, να λογοκρίνει ερ­γατικές εφημερίδες, να αντιταχτεί σε κάθε προσπάθεια για τον εξοπλι­σμό των εργατών και χωρικών. 

Στο αναμεταξύ η αντίδραση ετοίμαζε τις δυνάμεις της και, ανεμπό­διστη από την κυβέρνηση, κατέστρωνε τα αντεπαναστατικά της σχέδια. Οταν η αντίδραση σήκωσε τη σημαία της αντεπανάστασης τον Ιούλη, η πρώτη ενέργεια τής κυβέρνησης είτανε να επιδιώξει ένα συμβιβα­σμό μαζί της. Μόνο η απειλή των μαζών στους δρόμους εμπόδισε την κυβέρνηση να συνθηκολογήσει και την ανάγκασε να καλέσει το λαό στα όπλα. Η μεγαλειώδης αντίσταση των εργατών και των χωρικών, σε όλα τα στάδια της πάλης, εμποδίστηκε ακόμα και από στρατιωτική άποψη, άλλα πρώτ’' άπ'’ όλα από πολιτική άποψη, από την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου. 

Η Ισπανική κρίση δέ μπορεί να λυθεί για το συμφέρον των εργα­ζομένων μαζών παρά μόνο όταν την εξουσία την πάρουνε στα χέρια τους οι ανεξάρτητες επιτροπές και τα συμβούλια των εργατών και χωρικών, και προχωρήσουν στον ανεξάρτητο δρόμο τους προς το σοσιαλισμό. Η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου είναι μια αστική κυβέρνηση συνασπισμού. Η είσοδος σοσιαλιστών, κομμουνιστών και αναρχικών ακόμη στην κυβέρνηση παραμέρισε στο κρισιμότερο σημείο της πάλης το καθή­κον αυτό της δημιουργίας μιας επαναστατικής δύναμης μέσα στην Ι­σπανία. Το ίδιο και στην Καταλωνία, όπου η επαναστατική κατάσταση είτανε πιο προχωρημένη, η είσοδος πέρσι το φθινόπωρο όλων των εργατι­κών οργανώσεων στην αστική κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου στάθηκε φραγμός στην επαναστατική πρόοδο των εργατών κ’ έκανε αδύνατη μια επιτυχή άμυνα κατά της αντεπανάστασης. Ακόμη καί αυτό το ΠΟΥΜ[1], μόλο που σωστά με τις διακηρύξεις του αντέτασσε στο σύν­θημα του Καμπαλλέρο «Δημοκρατία ή Φασισμός» το σωστό σύνθημα «Καπιταλισμός ή Σοσιαλισμός», ωστόσο στην πράξη αρνήθηκε τα συν­θήματα του πέρσι καί μπήκε κι αυτό στην κυβέρνηση του Κομπάνυς εμποδίζοντας έτσι την πρόοδο της καταλωνικής επανάστασης. 

Η κυριότερη ευθύνη για την ολέθρια πολιτική του Λαϊκού Μετώ­που στην Ισπανία πέφτει στη γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ. Πρώτο, γιατί αυτή ελέγχει και διευθύνει τον πρωτεργάτη αυτής της πολιτικής, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας. Δεύτερο, γιατί υπέρ της πολιτι­κής αυτής έριξε όλο το βάρος της η σοβιετική κυβέρνηση. Για να βάλει ένα φραγμό στην ανάπτυξη της προλεταριακής επανάστασης έφτασε στο σημείο να απαιτήσει να διώξουν από την καταλωνική κυβέρνηση πέρσι το ΠΟΥΜ και να το πνίξουνε στο αίμα, δίνοντας γι’ αντάλλαγμα την υλική βοήθεια της ΕΣΣΔ.

14. Η κρίση εντείνεται

Η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου μπαίνει σήμερα σε μια εξαιρε­τικά κρίσιμη φάση τόσο στην Ισπανία όσο και στη Γαλλία. Αρχίζει να λογαριάζεται σοβαρά με το κίνημα των εργατικών μαζών πού αυτόματα ξεσηκώνεται και απειλεί να περάσει πάνω από τα κεφάλια των αντεπαναστατών ηγετών και των αστών συμμάχων τους. Γι’ αυτό παίρ­νει μέτρα αιματηρά εναντίον του κινήματος αυτού, ενώ εσωτερικά το Λαϊκό Μέτωπο περνάει μια κρίση αποσυνθετική παραχωρώντας τις αποφασιστικές θέσεις της κυβέρνησης σε όλο και πιο δεξιά και πιο αντι­δραστικά στοιχεία του συνασπισμού

Κάτω από την πίεση των κυβερνήσεων Παρισιού και Λονδίνου και της σοβιετικής διπλωματίας, ο Καμπαλλέρο, που εκπροσωπούσε εργατι­κά σωματεία μέσα στην κυβέρνηση, πέφτει γιατί δε μπόρεσε με αρκετή αποφασιστικότητα να δαμάσει το κίνημα των ένοπλων εργατών και να τους αφοπλίσει υποτάσσοντας τους στη διχτατορική εξουσία του αστικού συνασπισμού και των αξιωματικών. Τη νέα λαϊκομετωπική κυβέρνηση, δίχως τον Καμπαλλέρο, την υποδέχονται διαδηλώσεις διαμαρτυρίας των εργατών. Η απόπειρα για τον αφοπλισμό των Καταλανών εργατών σκοντάφτει στην αποφασιστική τους αντίσταση. Η κυβέρνηση της Βα­λένθιας εξαπολύει τη στρατιωτική τρομοκρατία με δικούς της στρατηγούς καί στρατό στην Καταλωνία, διαλύει το ΠΟΥΜ και συλλαμβάνει ως «προδότες» τα στελέχη του. Στο τέλος, μπροστά στην αντίσταση των συνδικαλισμένων εργατών, που πειραματίστηκαν από πέρσι και δε δέ­χονται πια να ξαναπαίξουνε το παιχνίδι της κυβέρνησης συνασπισμού, ο Κομπάνυς με τη βοήθεια των σταλινικών και της Βαλένθιας κηρύττει ουσιαστική διχτατορία. Αλλά τα μέτωπα φρουρούνται από τους ένοπλους εργάτες που δε θα δεχτούν να πνιγεί εύκολα το επαναστατικό τους κίνημα. 

Τα ίδιο και στη Γαλλία. Νέο κύμα απεργιακών κινητοποιήσεων και καταλήψεων πρέπει να περιμένουμε ενάντια στα μέτρα που αναπόφευχτα θα πάρει ο Σωτάν για να ρίξει στους ώμους των εργατών τα βά­ρη της δημοσιονομικής κρίσης. Προβλέποντας ακριβώς την απειλή αυτή η γαλλική μπουρζουαζία με τους ριζοσπάστες λακέδες της στη Γερου­σία προετοιμάσανε με την ανατροπή του Μπλούμ το έδαφος για μια «ισχυρή» κυβέρνηση που θα πατάξει την «αναρχία». Οι εργάτες δε θα μπορούνε να ικανοποιηθούνε πια με τις υποσχέσεις των ηγετών του Λαϊκού Μετώπου που θα έχουνε τόσο κατάφωρα διαψευστεί. Το αναπτυσσό­μενο τόσο γοργά ενιαίο επαναστατικό μέτωπο ανάμεσα στο Εργατικό Διεθνιστικό Κόμμα της Γαλλίας και την επαναστατική αριστερά των Σοσιαλιστικών Νεολαιών και αναρχοσυνδικαλιστικών οργανώσεων έχει σήμερα όλες τις ευνοϊκές προϋποθέσεις για να κερδίσει με το μέρος του τις απογοητευμένες από το Λαϊκό Μέτωπο μάζες προτού αυτές πέσουνε λεία της φασιστικής δημαγωγίας. Μέσα στα επικείμενα αποφασιστικά γεγονότα της Γαλλίας και της Ισπανίας θα στερεωθούνε στη συνείδηση πλατιών εργατικών μαζών τα πρώτα μεγάλα κόμματα της Νέας Επα­ναστατικής Διεθνούς.

15. Το Λαϊκό Μέτωπο στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου, προετοιμασμένη ιδεολογικά με τις αποφάσεις της Ολομέλειας της Κ.Ε. του ΚΚΕ του Γενάρη του 1934, είχε για πρώτο κύριο αποτέλεσμα την οριστική διάλυση του παλιού ΚΚΕ σε μια άμορφη μάζα από συγχυσμένους φίλους της ΕΣΣΔ και προλετάριους κάτω από τη διεύθυνση μιας υπαλληλικής γραφειοκρατίας και ανεύθυνων μικροαστών δημοκρατών, εντελώς ξένων προς τους ιστορικούς σκοπούς του εργατικού κινήματος. 

Επειδή στη χώρα δεν υπήρχαν άξια λόγου μικροαστικά δημοκρα­τικά κόμματα, τα δημιουργήσανε με τη φαντασία τους, βάζοντας επικε­φαλής ενός άνύπαρχτου ουσιαστικά «Λαϊκού Μετώπου» κοινούς πολιτι­κούς αγύρτες τύπου Ι. Σοφιανόπουλου. Έτσι το ΚΚΕ, παρουσιαζόμενο το ίδιο τεχνητά με τη μορφή του Λαϊκού Μετώπου, έδωσε την εμπιστο­σύνη του μέσα στη Βουλή στο μεγάλο αντιδραστικό κόμμα της φιλελεύ­θερης κεφαλαιοκρατίας που κάτω από την κυβέρνηση του η εργατική τάξη και οι χωρικοί γνωρίσανε τη μεγαλύτερη καταπίεση και εκμετάλ­λευση. Μέσον αυτού στήριξε στην κυβέρνηση το στρατηγό Μεταξά, επι­τρέποντας έτσι σ’ αυτόν να προετοιμάσει άνετα τη σημερινή διχτατορία. Συμμαχώντας με το Φιλελεύθερο κόμμα στα 1935 και αποκρούοντας το Ενιαίο Εργατοαγροτικό Μέτωπο κατά της Παλινόρθωσης, το ΚΚΕ βοήθησε τους βενιζελικούς να εξαπατήσουνε τις αντιμοναρχικές μάζες και να ετοιμάσουν έτσι άνετα από το 1935 (Μάης) κιόλας το συμβιβασμό τους με τον έκπτωτο βασιλιά και να τον παλινορθώσουν. Όταν αυτός παλινορθώθηκε, το Λαϊκό Μέτωπο (ΚΚΕ), σκορπίζοντας στις μάζες την καταστροφική αυταπάτη ότι ανοίγεται νέα περίοδος φιλελεύθερων ειδυλ­λίων, πήγε και προσκύνησε επίσημα το Παλάτι. Όταν τέλος η μεγάλη κινητοποίηση της Θεσσαλονίκης και το κύμα του πανελλαδικού απερ­γιακού κινήματος, που το βοηθούσαν ομόθυμα οι μικροαστοί και φτωχοί χωρικοί, έδειξε το Μάη του 1936 ότι οι εργαζόμενες μάζες της χώρας είταν έτοιμες με τη δική τους δύναμη να ματαιώσουνε τα σχέδια της βα­σιλικής διχτατορίας του Μεταξά, το Λαϊκό Μέτωπο συμμαχικά με τους βουλευτές του βενιζελικού κόμματος αναχαίτισαν το κίνημα των εργα­τών κ’ έτσι έδωσαν στον υποψήφιο διχτάτορα μια εύκολη νίκη την ίδια στιγμή που η θέση του είχε αδυνατίσει στον πιο μεγάλο βαθμό και εί­χε κλονιστεί από τα χτυπήματα των μαζών. Ή νίκη εκείνη στάθηκε αποφασιστική για την εγκαθίδρυση της σημερινής βασιλικής διχτατορίας του κεφαλαίου

Σήμερα το ΚΚΕ - Λαϊκό Μέτωπο αποκρούει, με λύσσα μάλιστα, τις προτάσεις της Ενιαίας Οργάνωσης Κομμουνιστών - Διεθνιστών της Ελλάδας για τη συγκρότηση ενός Ενιαίου Μετώπου κατά της Διχτατορίας και προσανατολίζει όλη την πολιτική του σε μια συμμαχία με απόταχτους πλαστηρικούς αξιωματικούς («αντιφασίστες») και με τα αστικά κόμματα. Είναι γνωστό ότι οι μεν πρώτοι στο όνομα της Δημο­κρατίας έκαναν το διχτατορικό πραξικόπημα του Μάρτη του 1935, τα δε δεύτερα, αφού έστρωσαν το δρόμο στην Παλινόρθωση και στη διχτατορία, τώρα απευθύνονται όλα μαζί στο Παλάτι και ζητούνε την αποκατά­σταση τους στην εξουσία, δίνοντας γι’ αντάλλαγμα την υποχρέωση τους να συνεχίσουν ακόμα πιο σκληρά την καταστολή του εργατικού κινήματος και να μονιμοποιήσουν ακόμα και με συνταγματική διάταξη μέγα μέρος από την τωρινή διχτατορική εξουσία του θρόνου

Την πολιτική αυτή του ελληνικού Λαϊκοϋ Μετώπου (ΚΚΕ) συμ­πληρώνει ο αδιάντροπος εθνικισμός με τον οποίο το κόμμα αυτό ζητεί να μπολιάσει τους εργάτες. Αυτός είναι συνέπεια της γενικής πολιτικής της σοβιετικής διπλωματίας: μια Ελλάδα «ισχυρή» στο πλευρό του Γαλλοσοβιετικοϋ Συμφώνου για το νέο πόλεμο. Από ‘δω και οι εξωφρε­νικές πατριωτικές εξάρσεις που πολλές φορές παίρνουν ολότελα κωμικό χαραχτήρα και προχτές ακόμα οδήγησαν το ΚΚΕ στο αίσχος να συμ­μετάσχει μέσω των φοιτητικών του οργανώσεων στις εθνικές γιορτές καί πανεπιστημιακές επιδείξεις καί λαμπαδηφορίες πού διοργάνωσε ό Με­ταξάς

Μια καθαρή υποχώρηση στην ιδεολογία και στη μέθοδο του Λαϊ­κού Μετώπου παρουσιάζει σήμερα στην Ελλάδα και το Αρχειομαρξιστικό Κόμμα. Μόλο που στις διακηρύξεις του ως τώρα φαινότανε πως είναι για μια ανεξάρτητη ταξική πολιτική του προλεταριάτου, για το Ενιαίο Μέτωπο και κατά της ταξικής συνεργασίας, ωστόσο στην πράξη απέκρουσε το ενιαίο μέτωπο που του πρότεινε η Ε.Ο.Κ.Δ.Ε. και τώρα, από το όργανό του αρχίζει καθαρά να μιλάει για μια συμμαχία με όλα, και τα αστικά κόμματα ενάντια στη Διχτατορία. Έτσι αποδεικνύεται και ‘δω ο βαθύς καιροσκοπικός χαραχτήρας του κόμματος αυτού όπως τον διαπίστωσε εξαρχής η Ενωτική Συνδιάσκεψη της Ε.Ο.Κ.Δ.Ε.

16. Για τί αγωνιζόμαστε

Μπροστά στην παγκόσμια κρίση, στη νέα αυτή περίοδο πολέμων καί επαναστάσεων, όπου κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται να κριθεί για καιρό η τύχη της ανθρωπότητας, οι κομμουνιστές - διεθνιστές του κό­σμου και μαζί τους οι κομμουνιστές - διεθνιστές της Ελλάδας, κάτω από τη σημαία της 4ης Διεθνούς, διακηρύττουνε την ασυμφιλίωτη αντί­θεση τους προς όλες τις μορφές συνεργασίας των τάξεων και κυβέρνη­σης συνασπισμού, και άρα την ασυμφιλίωτη τους αντίθεση στην πολιτική και στις μέθοδες του Λαΐκοϋ Μετώπου. Αντιτάσσουνε την πολιτική του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου, που είναι η καλύτερη σήμερα ταχτι­κή για να δημιουργηθεί η επαναστατική ενότητα όλων των εργατών, καθώς και για να τραβηχτούν οι μη προλεταριακές μάζες στο πλευρό του εργατικού αγώνα (Εργατική και Έργατοαγροτική Συμμαχία). Δια­κηρύττουν ότι ο κόσμος σήμερα ένα μόνο δίλημμα αντιμετωπίζει: Κα­πιταλισμός ή Σοσιαλιαμός, και όχι το δίλημμα που θέλει να πα­ραστήσει πως τάχα το ιστορικό κίνημα σήμερα πρόκειται να κρίνει ανάμεσα στη Δημοκρατία και το Φασισμό, όπως είναι η θεωρία του Λαϊκού Μετώπου. 

Ανεξάρτητη επαναστατική πάλη για την εγκαθίδρυση της σοσια­λιστικής Κυβέρνησης των εργατών και χωρικών-αυτή είναι η κα­τεύθυνση του αγώνα στην περίοδο που περνούμε, έτσι μόνο θα σωθούν οι εργαζόμενοι από την καταστροφή και τη φρίκη του πολέμου. Ενιαίο Μέτωπο Πάλης για την ανατροπή της βασιλικής διχτατορίας στην Ελλάδα, για την επιβολή των αμέσων πολιτικών και οικονομικών διεκδικήσεων των εργαζομένων και για τη γοργή προετοιμασία της εργατοαγροτικής εξουσίας, να για τί καλούμε το ελληνικό προλεταριάτο να. αγωνιστεί σήμερα. 

Αθήνα, Ιούνης του 1937. 

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Η "Συμφωνία της Καζέρτας"

του Νίκου Παπαγεωργάκη 
 
Επανειλημμένα το κόμμα μας, και βεβαίως όχι μόνο κατά την τελευταία δεκαετία, ασχολήθηκε και συνεχίζει να ασχολείται με τη μελέτη της περιόδου 1940-1944. Μια περίοδος κατά την οποία η εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα της Ελλάδας, με πρωτοστάτες τους κομμουνιστές, δημιούργησαν ένα μεγαλειώδες κοινωνικό, πολιτικό και στρατιωτικό κίνημα, αυτό που στη λαϊκή συνείδηση αλλά και σε συγγράμματα ιστορικών καθιερώθηκε ως «το λαϊκό έπος της Εθνικής Αντίστασης». Η συνεχής ανάδειξη αυτής της περιόδου ως μιας από τις κορυφαίες της ελληνικής ιστορίας αφορά βεβαίως και το ΚΚΕ και το λαϊκό κίνημα, μιας και σε αυτή την περίοδο εμπεριέχονται και πάμπολλα παραδείγματα που βοηθούν στην ανατροπή ηττοπαθών, μοιρολατρικών αντιλήψεων, τις οποίες η αστική τάξη θέλει να επιβάλει συνολικά στα λαϊκά στρώματα της χώρας. 

Χωρίς να τρέφουμε αυταπάτες ότι η αντικειμενική ιστορική έρευνα μπορεί αυτόματα να επιδρά στην κοινωνική συνείδηση (χωρίς αντίστοιχα κοινωνικά, λαϊκά κινήματα) και ιδεολογική πάλη, προσμετρούμε ταυτόχρονα την αξία της ως σημαντικού όπλου στην ιδεολογική διαπάλη.

Η ιστορική έρευνα αποτελούσε και αποτελεί μόνιμο καθήκον για το κόμμα μας. Η διεξαγωγή αντικειμενικών συμπερασμάτων από την ιστορική εμπειρία του ΚΚΕ (θετική και αρνητική) αποτελεί άλλωστε μια βασική παράμετρο, που μαζί με τη μελέτη της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας κρίνουν και εμπλουτίζουν μόνιμα θα λέγαμε την εφαρμοζόμενη τακτική και στρατηγική του κόμματος.

Η περίοδος που προαναφέραμε αποτελεί μεγάλη δεξαμενή τέτοιων εμπειριών. Γι’ αυτό άλλωστε εκτός από το ΚΚΕ και οι αστικές δυνάμεις, από τη δική τους ταξική σκοπιά, αφιέρωσαν και αφιερώνουν σημαντικά οικονομικά ποσά για τη διεξαγωγή ερευνών, συνεδρίων, μελετών, για τη δημοσίευση συγγραμμάτων και άρθρων σε εφημερίδες με σκοπό τη σταθερή επιβολή της δικής τους ταξικής ερμηνείας (και βεβαίως όχι μόνο μέσα από την παραχάραξη ιστορικών γεγονότων) ως κυρίαρχης στην κοινωνική συνείδηση.

Τα παραπάνω συνηγορούν στην αναγκαιότητα συνεχούς βελτίωσης της ικανότητάς μας να εντοπίζουμε και να αναλύουμε τις ταξικές αντιθέσεις που εμπεριέχει κάθε ιστορική περίοδος, κάθε ιστορικό γεγονός.

Από αυτή τη σκοπιά θα προσπαθήσει και το παρόν άρθρο να ερμηνεύσει τη «Συμφωνία της Καζέρτας», τους παράγοντες που οδήγησαν σε αυτή, καθώς και τις επιπτώσεις της.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ

Το διάστημα 24 έως 26 Σεπτεμβρίου 1944, στη νοτιοϊταλική πόλη Καζέρτα (Cazerta, κοντά στη Νάπολι), σε συνέχεια του σχηματισμού της κυβέρνησης «Εθνικής Ενότητας», που είχε δημιουργηθεί στις 2 Σεπτεμβρίου με τη συμμετοχή και του ΕΑΜ, έλαβαν χώρα οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των στρατιωτικών και πολιτικών εκπροσώπων της βρετανικής κυβέρνησης, της ελληνικής κυβέρνησης και των στρατιωτικών αρχηγών του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, Στέφανου Σαράφη και Ναπολέοντα Ζέρβα αντίστοιχα.

Οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν στη «Συμφωνία της Καζέρτας». Η σημασία της Σύσκεψης της Καζέρτας φαίνεται και από το γεγονός ότι αυτή πλαισιώθηκε μόνο από κορυφαίους πολιτικούς και στρατιωτικούς παράγοντες. Συγκεκριμένα, από πλευράς της Μεγάλης Βρετανίας συμμετείχε ο αρχιστράτηγος των Συμμαχικών Δυνάμεων Μέσης Ανατολής (ως πρόεδρος της σύσκεψης) Ουίλσον, ο υπουργός Μέσης Ανατολής Μακ Μίλαν, ο πρεσβευτής στην Ελλάδα Λίπερ και ο στρατηγός Σκόμπι. Η ελληνική κυβέρνηση εκπροσωπήθηκε από τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου και 4 υπουργούς (δύο αστούς - Θεμιστοκλής Τσάτσος και Παναγιώτης Σγουρίτσας - και δύο του ΕΑΜ - Γιάννης Ζεύγος και Αλέξανδρος Σβώλος). Η ίδια η συμφωνία υπογράφτηκε από τους επικεφαλής των συμμετεχόντων πλευρών, δηλαδή τους Ουίλσον, Παπανδρέου, Σαράφη και Ζέρβα.

Με αυτή τη συμφωνία η αστική τάξη της χώρας από κοινού με τους εκπροσώπους του βρετανικού ιμπεριαλισμού κατάφεραν τυπικά να καταργήσουν τη σχετική αυτονομία που διατηρούσε ο ΕΛΑΣ, ακόμα και μετά την υπογραφή του «Συμφώνου του Λιβάνου», απέναντι στο βρετανικό αρχηγείο και τα ελληνικά αστικά κόμματα. Εδινε πλέον, με τη σύμφωνη γνώμη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, την απαιτούμενη νομιμοφάνεια για τη βρετανική στρατιωτική επέμβαση στα εσωτερικά ζητήματα της Ελλάδας, που θα ακολουθούσε μετά από ελάχιστο χρονικό διάστημα.

Συγκεκριμένα η συμφωνία προέβλεπε:
1) Ολες οι αντάρτικες ομάδες που δρούσαν στην Ελλάδα έμπαιναν κάτω από τις διαταγές της ελληνικής κυβέρνησης εθνικής ενότητας.
2) Η ελληνική κυβέρνηση έθετε τις δυνάμεις αυτές κάτω από τις διαταγές του στρατηγού Σκόμπι, ο οποίος ορίστηκε από τον ανώτατο συμμαχικό αρχιστράτηγο, ως στρατηγός που θα διοικούσε τις δυνάμεις στην Ελλάδα.
3) Σύμφωνα με την προκήρυξη που εκδόθηκε από την ελληνική κυβέρνηση, οι αρχηγοί των Ελλήνων ανταρτών θα απαγόρευαν κάθε απόπειρα των μονάδων τους «να αναλάβουν την αρχήν ανά χείρας», πράξη που θα θεωρούνταν ως έγκλημα και θα τιμωρούνταν αναλόγως.
4) Οσον αφορούσε την Αθήνα, καμιά ενέργεια δε θα αναλαμβάνονταν, εκτός από τις υπό τις άμεσες διαταγές του στρατηγού Σκόμπι, στρατηγού που διοικούσε τις «εν Ελλάδι δυνάμεις».
5) Τα «Τάγματα Ασφαλείας» θεωρούνταν ως όργανα του εχθρού, θα χαρακτηρίζονταν ως εχθρικοί σχηματισμοί, εκτός αν παραδίνονταν «συμφώνως προς διαταγάς εκδοθησομένας παρά του στρατηγού διοικούντος τας εν Ελλάδι δυνάμεις».
6) Ολες οι αντάρτικες ελληνικές δυνάμεις, με σκοπό να τεθεί τέρμα στις διαμάχες του παρελθόντος, δήλωναν ότι θα σχημάτιζαν εθνική ένωση για να συντονίσουν τη δράση τους για το καλύτερο συμφέρον του κοινού αγώνα.
7) Ο στρατηγός Σκόμπι, κατόπιν της εξουσίας που του παραχωρήθηκε από τον ανώτατο συμμαχικό αρχιστράτηγο και με συμφωνία της ελληνικής κυβέρνησης, εξέδωσε τις συνημμένες διαταγές επιχειρήσεων.

Οι «σύντομες διαταγές επιχειρήσεων», που ακολουθούσαν, απέβλεπαν στον ουσιαστικό παροπλισμό του ΕΛΑΣ προς όφελος των αστικών δυνάμεων, αφού μεταξύ άλλων προέβλεπαν (με τη σύμφωνη πάντα γνώμη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ) ότι: α) Οι δυνάμεις του Ζέρβα θα συνέχιζαν ανενόχλητες πλέον την κυριαρχία τους στη βορειοδυτική Ελλάδα και τα αλισβερίσια με τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής («παρενόχληση της γερμανικής υποχωρήσεως» τα χαρακτήριζε ο Σκόμπι). β) Ο ΕΛΑΣ έχανε πλέον τον έλεγχο της Αττικής, η οποία παραχωρούνταν χωρίς κανενός είδους δισταγμό στο διοικητή της γερμανοκρατούμενης Χωροφυλακής και μισθωτό του στρατού κατοχής, στρατηγό Σπηλιωτόπουλο, καθώς και τον έλεγχο της Πελοποννήσου, όπου την εξουσία του θα τη μοιραζόταν τόσο με την κυβέρνηση εθνικής ενότητας (τον Γεώργιο Παπανδρέου δηλαδή) όσο και με τους Βρετανούς στρατιωτικούς. Την ίδια μοίρα προέβλεπαν οι διαταγές του Βρετανού στρατηγού και για την περιοχή της Θράκης και της Θεσσαλονίκης, που έμπαιναν κάτω από τη διοίκηση στρατιωτικού εκπροσώπου της κυβερνήσεως[1].

ΜΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΑΞΙΚΑ ΑΣΥΜΦΟΡΗ

Η υπογράμμιση που κάναμε σε συγκεκριμένες φράσεις καθεαυτής της συμφωνίας έχει να κάνει με ζητήματα που κατά τη γνώμη μας αποτελούν σοβαρές παραχωρήσεις που ενίσχυαν την εξουσία και το κύρος του αστικού κόσμου, ο οποίος λόγω της υποχωρητικότητας του ΕΑΜ και του ΚΚΕ ενισχυόταν έτσι και αλλιώς από το «Συμβόλαιο του Λιβάνου».

α) Η φράση «όλες οι αντάρτικες ομάδες» αποτελεί στην ουσία έναν πλεονασμό που απαιτούσε η διπλωματική γλώσσα, αφού έτσι και αλλιώς, όλες οι αστικές ένοπλες ομάδες (αντιστασιακές και συνεργαζόμενες με τον κατακτητή), αμέσως ή ελάχιστο χρόνο μετά την ίδρυσή τους καθοδηγούνταν απευθείας από τους Βρετανούς και την ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου. Το ζητούμενο ήταν η υποταγή του μεγαλύτερου αντιστασιακού κινήματος, αυτού που και ταξικά (άσχετα από το πόσο έντονα εμφανιζόταν αυτό το στοιχείο) αποτελούσε τον άλλο πόλο της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Προπαντός ο ΕΛΑΣ, όπως θα δούμε και παρακάτω, αποτελούσε για τους αστούς τον υπ' αριθμόν ένα κίνδυνο για τη δική τους εξουσία. Η μεγάλη του δύναμη, καθώς και το γεγονός ότι ο παγκόσμιος αντιφασιστικός πόλεμος συνεχιζόταν, δεν επέτρεπαν ούτε στον πιο «τολμηρό» ιμπεριαλιστή σκέψεις ή σχέδια βίαιης διάλυσής του. Ο πλάγιος δρόμος της Καζέρτας ήταν για τους αστούς ο πιο ενδεδειγμένος.

β) Η ανάθεση της διοίκησης των στρατιωτικών μονάδων σε Βρετανό στρατηγό από την κυβέρνηση Παπανδρέου (πάντα με τη σύμφωνη γνώμη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ) άνοιγε, από μόνη της θα λέγαμε, την προοπτική μιας νέας βρετανικής «κατοχής», στο βαθμό μάλιστα που «οι δυνάμεις στην Ελλάδα», που αναλάμβανε ο Σκόμπι, δε διευκρινιζόταν η εθνική τους προέλευση. Η δημιουργία απλά ενός ελληνικού «εθνικού» στρατού, με ή χωρίς τη συμμετοχή δυνάμεων του ΕΛΑΣ, δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες εγγυήσεις για τον ελληνικό αστικό πολιτικό κόσμο, που όπως είναι φυσικό απέβλεπε στην πλήρη καθυπόταξη του λαϊκού κινήματος. Η αστική τάξη, έχοντας μικρά ερείσματα όχι μόνο στα λαϊκά στρώματα της χώρας αλλά ακόμα και στα ελληνικά στρατεύματα που δρούσαν εκτός των ελληνικών συνόρων (Μέση Ανατολή) και θέλοντας να εξασφαλίσει την οικονομική και πολιτική της εξουσία, ήταν υποχρεωμένη να καταφύγει στην ξένη ιμπεριαλιστική βοήθεια, όσες «θυσίες» και αν απαιτούσε αυτό από τη δική της πλευρά. Ταυτόχρονα η νομιμοποίηση της βρετανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ελλάδα μέσα από αυτή τη συμφωνία απέτρεπε και τυχόν αντιρρήσεις και ενστάσεις των άλλων Συμμαχικών Δυνάμεων (ιδιαίτερα της Σοβιετικής Ενωσης), που εκείνη την περίοδο τις ενδιέφερε κυρίως το πώς θα ηττηθεί ο γερμανικός φασισμός μια ώρα αρχύτερα.
γ) Η απαγόρευση σε στρατιωτικές μονάδες «να αναλάβουν την αρχήν ανά χείρας» απευθυνόταν και αυτή προς το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Με τη συνυπογραφή - αυτοδέσμευση της ηγεσίας τους επιβεβαιωνόταν με τον πιο επίσημο τρόπο η θέση που είχε τότε το ΚΚΕ για πάση θυσία «ομαλές δημοκρατικές εξελίξεις».
δ) Ο εξοβελισμός του ΕΛΑΣ από την Αθήνα, σε συνδυασμό με ανάθεση της διοίκησής της στο Σπηλιωτόπουλο μέσω των «σύντομων διαταγών επιχειρήσεων», έδινε στην ουσία και μια πρόγευση για το ποιος θα είχε «την αρχήν ανά χείρας».
ε) Τα Τάγματα Ασφαλείας θεωρούνταν εχθρικά μόνο όσο αυτά δεν παραδίνονταν στο Βρετανό στρατηγό. Οι κατοπινές εξελίξεις φανερώνουν ότι αυτά τα τάγματα αποτελούσαν υποχρεωτικά μέρος της συγκέντρωσης των στρατιωτικών δυνάμεων (Χωροφυλακή, Ιερός Λόχος κλπ.), που αν και υποδεέστερες αυτών του ΕΛΑΣ, μπορούσαν να απασχολήσουν τις δυνάμεις του (τουλάχιστον στην Αθήνα) έως ότου μεταφερθούν ισχυρές βρετανικές δυνάμεις από το πολεμικό μέτωπο στην Ιταλία.

Η συγκεκριμένη συμφωνία μπορεί να ξενίζει ως προς την ταξική «ωμότητα» των όρων της, δε διεκδικεί όμως και πιστοποιητικά μοναδικότητας.

Στην Ιταλία, η συμμαχική ανώτατη διοίκηση υπέγραφε στις 7 Δεκεμβρίου 1944 συμφωνία με την Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης της Βόρειας Ιταλίας, η οποία από τη μια αναγνώριζε επίσημα την πολιτική και στρατιωτική δράση της εθνικοαπελευθερωτικής επιτροπής, από την άλλη όμως την υπέτασσε ακόμα πιο «ωμά» στις αγγλοαμερικανικές δυνάμεις κατοχής. Μέσα από αυτή τη συμφωνία οι εθνικοαπελευθερωτικές δυνάμεις δεσμεύονταν ότι θα εκτελούσαν κάθε διαταγή του ανώτατου διοικητή των συμμαχικών δυνάμεων ή της συμμαχικής στρατιωτικής κυβέρνησης, «συμπεριλαμβανομένων των διαταγών διάλυσης (σ.σ.: των στρατιωτικών σωμάτων) και παράδοσης των όπλων όταν αυτό θα απαιτηθεί»[2].

Πέρα από ζητήματα διατυπώσεων και άσχετα από το ποια διατύπωση είναι πιο επώδυνη, και στις δύο περιπτώσεις (την ελληνική και την ιταλική) οι νέες λαϊκές μορφές εξουσίας υποτάσσονταν πλέον τόσο στην αγγλοαμερικανική διοίκηση όσο και στους παραδοσιακούς («δημοκρατικούς») αστικούς θεσμούς, που όπως είναι φυσικό απέβλεπαν στη διαιώνισή τους[3].

Φραστικά και μόνο η συμφωνία της Καζέρτας έγινε λιγότερο επώδυνη, όταν μετά από παρέμβαση του Κ. Δεσποτόπουλου απαλείφθηκε από το κείμενο των «σύντομων διαταγών επιχειρήσεων» η πρώτη διαταγή που όριζε ότι στις αρμοδιότητες του Σκόμπι ήταν και «να αποκαταστήση τον Νόμον και την Τάξιν εν Ελλάδι…»[4].

ΟΙ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΡΑΜΑΤΙΖΟΜΕΝΗ ΤΑΞΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ

Πρέπει να επισημάνουμε ότι οι ραγδαίες εξελίξεις που ακολούθησαν τη «Συμφωνία της Καζέρτας» (με αποκορύφωμα τις μάχες του Δεκεμβρίου και τη «Συμφωνία της Βάρκιζας») οδήγησαν την ηγεσία του ΚΚΕ να διαπιστώσει και η ίδια την αδυναμία και το λανθασμένο προσανατολισμό της τακτικής της κατά τις διαπραγματεύσεις του Λιβάνου και της Καζέρτας, σε μια περίοδο που το ΚΚΕ απολυτοποιούσε ακόμα την αντιφασιστική πάλη σε βάρος της ταξικής.

Ετσι η έκθεση δράσης του Γ. Σιάντου στην 11η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (5-10 Απριλίου 1945), ενώ θεωρούσε τη «Συμφωνία της Βάρκιζας» ως «συμφωνία ανάγκης», «ένα μίνιμουμ ελευθεριών για τη δράση», που «δίνει ένα νομικό έρεισμα για την αντιφασιστική πάλη»[5], χαρακτήριζε τη «Συμφωνία του Λιβάνου» ως «δεξιό λάθος», με χαρακτηριστικό «την υποτίμηση των δικών μας δυνάμεων και την υπερτίμηση των δυνάμεων του αντιπάλου»[6]. Η εισήγηση παρακάτω συμπλήρωνε: «Παρόμοιο και πιο μεγάλο λάθος ήταν η Συμφωνία της Καζέρτας. Παραδίδαμε τον ΕΛΑΣ στους Αγγλους. Σβήναμε την απαίτησή μας για τον Ελληνα αρχιστράτηγο. (Ηδη από το Λίβανο είχεν ορισθεί ο Οθωναίος). Σπάσαμε τη συνοχή του ΕΛΑΣ. Εκτός από το Ζέρβα παραχώρησε περιοχή στον Τσαούς Αντών και την Αττική στον Σπηλιωτόπουλο, έτσι εμπόδισε τη δράση μας στην Αττική. Παρεμπόδισε το χτύπημα των Ράλληδων κλπ. Είναι κι αυτό επίσης ένα σοβαρό λάθος δεξιού χαρακτήρα. Ας μη ξεχνούμε ότι ο Σκόμπι με τη συμφωνία της Καζέρτας δικαιολόγησε το Δεκέμβρη την επέμβασή του»[7].

Οι σωστές αυτές εκτιμήσεις ακυρώνονται στην πράξη με την αμέσως παρακάτω διατύπωση: «Η αποδοχή μας να μπούμε στην κυβέρνηση του Παπανδρέου. Ποιο νόημα είχε; Το νόημά της φυσικά ήταν να συντελέσουμε να περάσει η Ελλάδα με ομαλό τρόπο στη δημοκρατική εξέλιξη με το ξερίζωμα του φασισμού, με την εκκαθάριση του στρατού, του κρατικού μηχανισμού κλπ. Κάναμε σωστά; Ναι. Αν και η αντίδραση είχε διαφορετικούς σκοπούς, είχαμε ολόκληρο κίνημα αντίστασης, θα κάναμε χρήση της δύναμής μας, για να πετύχουμε και κατοχυρώσουμε τα αιτήματά μας. Είχαμε τις δυνάμεις μας και μπορούσαμε να τις επιβάλουμε».

Και όλα αυτά, όταν και η ίδια η εισήγηση είχε επίγνωση των αντιδραστικών στόχων του βρετανικού ιμπεριαλισμού: «Το πρώτο ζήτημα ήταν ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ, η υποταγή μας. Και μετά την είσοδό μας στην κυβέρνηση ο Παπανδρέου έλεγε ότι η κατάσταση εξελίσσονταν εναντίον του και ζητούσε από τον Τσόρτσιλ να του στείλει στρατό. (Καθημερινά έφερναν φορτία πολεμικού υλικού για να δοθούν στους χίτες και τους ταγματασφαλίτες). Η συγκρότηση της Εθνοφυλακής ήταν στα χέρια των Αγγλων. Αυτοί την εξόπλιζαν, αυτοί τη στελέχωναν. Εφεραν εδώ τη Ρίμινι. Γενικοί Διοικητές, στρατιωτικοί διοικητές, δήμαρχοι, νομάρχες διορίζονταν δικοί τους. Είναι ολοφάνερο ότι η αντίδραση πήγαινε να δημιουργήσει δικό της καθεστώς, ομαλά, αν το κίνημα αντίστασης το δεχόταν, με τη βία, αν δεν το δεχόταν το κίνημα αντίστασης»[8]. (Οι υπογραμμίσεις δικές μας - σ.σ.)[9].

Η ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ «ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΚΗΝΙΚΟΥ»

Η αστική τάξη της Ελλάδας οδηγήθηκε σε αυτές τις συμφωνίες έχοντας καθαρούς τους ταξικούς της στόχους και επιλέγοντας συνειδητά τις τακτικές επιλογές της. Μια πληρέστερη και αποκαλυπτική ανάλυση της περιόδου (από τη σκοπιά των συμφερόντων του καπιταλιστικού συστήματος) δίνει ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου σε επιστολή του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» στις 2 Μαρτίου 1948.

Μια επιστολή στην οποία βεβαίως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι γράφτηκε τρία και παραπάνω χρόνια από τη μάχη του Δεκέμβρη, με σκοπό την αυτοπροβολή του γράφοντα, που αισθανόταν ήδη «παραγκωνισμένος» πολιτικά και ήταν υποχρεωμένος να υπερτιμήσει, ακόμα και να υπερβάλει κάποιες προσωπικές του ικανότητες. Παρόλα αυτά, κατά τη γνώμη μας, η παρακάτω επιστολή έχει αξία να αναδημοσιευτεί συχνά στο σύνολό της, γιατί αποτελεί όχι ένδειξη «κυνισμού», αλλά πλήρους συνειδητοποίησης του ταξικού ρόλου ενός από τους κορυφαίους αστούς πολιτικούς.

Ο ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ

ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

«Φίλε κ. Διευθυντά,
Εις το χθεσινόν άρθρο σας, συνάγοντες «μάθημα» από το πάθημα της Τσεχοσλοβακίας, ενθυμείστε και τον ιδικόν μας Δεκέμβριον. Νομιμοποιείτε τοιουτοτρόπως την παρέμβασίν μου. Αλλά θα επεθύμουν πρώτα να διατυπώσω μερικάς γενικωτέρας απόψεις μου.
Γράφετε: «Το πάθημα της Τσεχοσλοβακίας πρέπει να μας διδάξει ότι ουδεμία λύσις υπάρχει μεταξύ της σταθεράς και ακάμπτου προσηλώσεως προς την εθνικήν μας ελευθερία από το ένα μέρος και της απολύτου υποδουλώσεώς μας από το άλλο. Οτι ουδεμία δήθεν ιδεολογική υποχώρησις ωφελεί. Με τους Σλάβους δυστυχώς συνεννόησις δεν υπάρχει».
Είμεθα σύμφωνοι. Και όπως γνωρίζετε είχον ανέκαθεν αυτήν την γνώμην, ακόμη και προ πέντε ετών, όταν τον Ιούλιον του 1943 απέστειλα από την κατεχόμενη Ελλάδα έκθεσιν προς την Ελληνικήν και την Βρετανικήν κυβέρνησιν και έκαμνα προβλέψεις δια το μέλλον, αι οποίαι σήμερον έχουν επαληθεύσει...
Πράγματι «ουδεμία δήθεν ιδεολογική υποχώρησις ωφελεί». Αλλά χρειάζεται διευκρίνισις: Δεν ωφελεί εάν δι’ αυτής επιδιώκωμεν να «κατευνάσωμεν» τον Κομμουνιστικόν Πανσλαβισμόν και να «συνεννοηθώμεν», όπως μωρώς επηγγέλετο το «Κέντρον».
Ωφελεί όμως δια να τον νικήσωμεν. Διότι όταν εις την μεγάλην ηθικήν δύναμιν της Ελευθερίας του Εθνους, υπέρ της οποίας παλαίομεν, προσθέσωμεν και την ηθικήν δύναμιν της Ατομικής Ελευθερίας και της Κοινωνικής Ευημερίας, τότε το ιδεώδες μας καθίσταται πλήρες και αντιστοίχως συντελείται πλήρως ο ηθικός αφοπλισμός του Κομμουνισμού.
Τότε κατακτώμεν ημείς και τας Μάζας και την Νεότητα, αυξάνομεν και τον αριθμόν και τον φανατισμόν του εθνικού μας Μετώπου και φθάνωμεν ασφαλέστερον εις την Νίκην. Αλλά βεβαίως υπό μίαν προϋπόθεσιν: Οτι αι ηθικαί αυταί δυνάμεις θα πρόκειται να συμπληρώσουν τας ενόπλους δυνάμεις του αγώνος και όχι να τας αναπληρώσουν - όπως φαίνεται να συνέβη εις την Τσεχοσλοβακίαν.
Και ερχόμεθα εις τον ιδικόν μας Δεκέμβριον. Γράφετε: «Ο Υψιστος μας έκαμε δώρον την Επανάστασιν και τα Δεκεμβριανά. Διότι τι θα συνέβαινε αν δεν εγίνοντο; Δια να μη γίνουν ήμεθα τότε εις κάθε υποχώρησιν έτοιμοι. Θα εδίδαμεν εις τους Κομμουνιστάς και ένα και δύο υπουργεία, ακόμα και πέντε. Σιγά - σιγά θα τους παραδίδαμεν - για να μη γίνει Επανάστασις και την Διοίκησιν και τον Στόλον και τον Στρατόν. Θα τους τα εδίδαμεν όλα».
Η διαφωνία μου είναι απόλυτος. Οχι ότι δεν υπήρξε «δώρον του Υψίστου» ο Δεκέμβρης... Αλλά ότι «θα τους τα εδίναμε όλα...». Διότι συνέβαινεν ακριβώς το αντίθετον: «Τους τα επαίρναμεν όλα...» Και διότι επεμείναμεν, απεφάσισαν την Στάσιν...
«Γνωρίζω ότι υπάρχει ακόμη σύγχυσις, η οποία εμποδίζει την ορθήν εκτίμησιν εκείνης της εποχής. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δεν ημπορούν ακόμα να εννοήσουν. Και υπάρχουν άλλοι, οι οποίοι αρνούνται να εννοήσουν. Απαντώ διά τους πρώτους - και επίσης διά την Ιστορίαν - διότι οι άνθρωποι που θα έλθουν θα είναι απροκατάληπτοι και θα θέλουν να εννοήσουν.
Κατέχομαι από την συνείδησιν ότι χάριν εις την πολιτικήν την οποίαν ηκολούθησα κατά τους κρισιμώτατους εκείνους μήνας, κατά τους οποίους η Μοίρα με είχεν επιφορτίσει με την ευθύνην της Ελλάδος, κατέστη δυνατή η συντριβή της Κομμουνιστικής Τυραννίας η οποία τότε ήτο παντοδύναμος και εδυνάστευε την Ελλάδα. Και πιστεύω ότι η πορεία των γεγονότων - και εις την Ελλάδα και εις την Ευρώπην - επαληθεύει την πρόβλεψιν του μεγάλου Βρετανού ηγέτου, ο οποίος μου ετηλεγράφει τον Ιανουάριον του 1945 ότι «η πολιτική μου θα εύρη την οφειλομένην επιβράβευσίν της εις τας ημέρας που έρχονται».
«Θα επικαλεστώ κείμενα:
«Την 26η Απριλίου 1944, όταν ανέλαβα την Κυβέρνησιν εις το Κάιρο, διεκήρυξα το σύνθημα: «Μία Πατρίς, μία Κυβέρνησις, εις Στρατός».
«Εις το Συνέδριον του Λιβάνου την 17ην Μαΐου 1944, ομιλών ενώπιον και των εκπροσώπων του ΚΚΕ, είπα: «Το κύριον επίμαχον θέμα είναι το στρατιωτικόν, το θέμα της υλικής δυνάμεως. Η ώρα είναι ιστορική και οφείλομεν να ομιλήσωμεν ευκρινώς και απεριφράστως. Εάν το ΕΑΜ έχει την πρόθεσιν να χρησιμοποιήσει την υλικήν του δύναμιν ως όργανον εμφυλίου πολέμου και εξοντώσεως των αντιπάλων του, και αύριον, μετά το πέρας του πολέμου, υπό το ψευδώνυμον της Λαϊκής Δημοκρατίας, ως όργανον δυναμικής επικρατήσεως επί της πλειοψηφίας του Ελληνικού λαού, τότε βεβαίως δεν υπάρχει στάδιον συνεννοήσεως. Το καθήκον μας τότε είναι να συνεγείρωμεν το έθνος και να επικαλεσθώμεν την επικουρίαν όλων των Μ. Συμμάχων μας εις τον διπλούν αγώνα και κατά του εξωτερικού εισβολέως και κατά του εσωτερικού εχθρού. Διότι ο Ελληνικός λαός δεν κάμνει επιλογήν τυράννων. Αρνείται την τυραννίαν...»
«Εάν όμως το ΕΑΜ έχει λάβει απόφασιν να εγκαταλείψη τους σκοπούς της δυναμικής επικρατήσεως και να αρκεσθή εις τα πολιτικά μέσα της πειθούς και αν κατά συνέπειαν δέχεται την κατάργησιν του ΕΛΑΣ καθώς και των άλλων ανταρτικών σωμάτων και την δημιουργίαν Εθνικού Στρατού, ο οποίος θα ανήκει μόνον εις την Πατρίδα και θα υπακούη εις τας διαταγάς της Κυβερνήσεως, τότε η συμμετοχή και του ΕΑΜ εις την Εθνικήν μας Ενωσιν θα ημπορή να θεωρήται γεγονός».
«Την 6η Ιουλίου1944 απήντησα από το ραδιόφωνον του Καϊρου προς την Επιτροπήν των Βουνών, η οποία είχε ζητήσει επιπροσθέτως τα υπουργεία των Στρατιωτικών και των Εσωτερικών. Και είπα: «Αποδοχή των νέων όρων σημαίνει κατ’ ουσίαν: Στρατός ΕΑΜ. Ελεγχον της Αστυνομίας, της χωροφυλακής, της Διοικήσεως και της Δικαιοσύνης από το ΕΑΜ. Και έμπνευσιν της Παιδείας μας από το ΕΑΜ. Τώρα, πλέον, ημπορεί να γίνει πλήρης εξήγησις. Γνωρίζομεν τι μας ζητούν. Και απέναντι των αιτημάτων των λαμβάνωμεν επίσημον, υπεύθυνον θέσιν: Αρνούμεθα. Μας ζητούν να παραδώσουμε την Ελλάδα. Αρνούμεθα!
«Την 21ην Αυγούστου 1944 συνηντήθην εις την Ρώμην με τον Βρετανόν Πρωθυπουργόν. Και όταν μου έθεσε το ερώτημα, ποια είναι η πολιτική μου, απήντησα: «Εξοπλισμός του Κράτους. Αφοπλισμός του ΕΑΜ».
«Την 8ην Οκτωβρίου 1944 συνηντήθην πάλιν με τον Βρετανόν ηγέτην και τον υπουργόν των εξωτερικών κ. Ηντεν εις την Νεάπολιν της Ιταλίας. Εις το υπόμνημα το οποίον τους επέδωκα, προβλέπω ότι η επικείμενη Απελευθέρωσις θα είναι αναίμακτος και ότι κατόπιν το ΚΚΕ θα επιχειρήσει Στάσιν. Και οι δυο προβλέψεις επαληθεύθησαν. Εγραφα: «... Ελπίζω ότι το Εθνος θα εξέλθη από την δουλείαν ομαλώς και θα συντελεσθή αναιμάκτως η Απελευθέρωσις. Τούτο είναι ουσιώδες αλλά όχι οριστικόν. Το ΚΚΕ διαθέτει σήμερον δυναμικήν υπεροχήν χάρις εις τας οργανώσεις ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Οπως επανειλημμένως είχον την ευκαιρία να εξηγήσω, η Ελλάς αποτελείται σήμερον από μίαν μεγάλην αφοπλισμένην πλειοψηφίαν και αφετέρου από την ένοπλον μειοψηφίαν του ΚΚΕ. Εξάλλου η προσαρμογή του ΚΚΕ εις την Εθνικήν Ενωσιν έχει συντελεσθή υπό την σιωπηράν προϋπόθεσιν της παρουσίας εν Ελλάδι σημαντικών βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων. Εάν διεπιστούτο ότι ο όρος αυτός δεν υφίσταται, υπάρχει φόβος ότι το ΚΚΕ θα θέση εις ενέργειαν, κατά τρόπον συγκεκαλυμμένον ή απροκάλυπτον, την υλικήν του δύναμιν δια να γίνη κύριον της καταστάσεως. Τα ακόλουθα μέτρα είναι απαραίτητα προς αποτελεσματικήν αντιμετώπισιν της κρισίμου ταύτης καταστάσεως: 1) Η άμεσος αποστολή σημαντικών βρετανικών δυνάμεων. 2) Η άμεσος δημιουργία τακτικού Ελληνικού Στρατού και 3) Ο πλήρης εφοδιασμός της Ελλάδος».
«Και την 18ην Οκτωβρίου 1944, εκφωνών τον λόγον της Απελευθερώσεως εις την πλατείαν Συντάγματος, επαναλάμβανον: «Βάσις του Εθνικού μας Στρατού δια το μέλλον θα είναι η τακτική στρατολογία. Θα γίνη συνείδησις και πράξις ότι ο Στρατός δεν βουλεύεται. Βουλεύεται μόνον ο Κυρίαρχος λαός, του οποίου την θέλησιν εκφράζει η Κυβέρνησις, και τας διαταγάς της κυβερνήσεως εκτελεί ο Στρατός... Θα γίνει συνείδησις και πράξις ότι ο Στρατός δεν ημπορεί να ανήκει ούτε εις κόμματα. Ανήκει μόνον εις την πατρίδα και υπακούει μόνον εις τας διαταγάς της Κυβερνήσεως...».
«Και συνεπής προς την σταθεράν επαγγελίαν επηκολούθησε η εφαρμογή...
Η κυβέρνησις της Εθνικής Ενώσεως ανεσχηματίσθη εν Αθήναις την 23ην Οκτωβρίου. Και μετά δέκα ημέρας, την 3ην Νοεμβρίου 1944, προέβην εις τας ακολούθους ανακοινώσεις:
«Μετά την συντελεσθείσαν πλήρη Απελευθέρωσιν της Ελλάδος λήγει και η Αντίστασις. Είναι επομένως φυσικόν, ότι επακολουθεί η αποστράτευσις των Ανταρτικών Ομάδων ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ, η οποία ωρίσθη δια την 10ην Δεκεμβρίου.
Και όταν έφθασεν η ώρα της πραγματοποιήσεως και το ΚΚΕ διεπίστωσεν ότι αι αποφάσεις μου δεν ήσαν απλαί λέξεις, αλλά πράξεις, και ότι, αφοπλιζόμενον, θα μετεβάλλετο πλέον από παντοδύναμος δυνάστης εις μικρόν πολιτικόν κόμμα μειοψηφίας, απετόλμησεν την Στάσιν.
«Τα κείμενα απήντησαν... Αποδεικνύουν ότι όχι μόνον δεν είμεθα διατεθειμένοι «να τα δώσωμεν όλα» - δια να μη γίνει Επανάστασις, αλλά αντιθέτως «να τα πάρωμεν όλα...», έστω και αν επρόκειτο να επακολουθήσει Επανάστασις την οποίαν είχομεν προπαρασκευασθή - με την παρουσίαν των Βρετανών, την άφιξιν της ταξιαρχίας του Ρίμινι, την συγκρότησιν της Εθνοφυλακής και την συγκέντρωσιν των χωροφυλάκων εις Αθήνας - δια ν’ αντιμετωπίσωμεν. Το Σάββατον 2 Δεκεμβρίου παραμονήν της Στάσεως, ετηλεγράφησα εις τον Βασιλέα: «Υπουργοί Ακρας Αριστεράς αρνηθέντες υπογράψουν αποστράτευσιν παρητήθησαν. Παραίτησις σημαίνει δυστυχώς απαρχήν εμφυλίου πολέμου. Με όσην αποφασιστικότητα εξηντλήσαμεν τας προσπαθείας μας δια την αποτροπήν του εμφυλίου πολέμου, με την ίδιαν αποφασιστικότητα θα υπερασπίσωμεν την Ελλάδα εναντίον των εσωτερικών της εχθρών. Εύχομαι εις τον Θεόν η τραγική περίοδος να είναι σύντομος και πλήρης η επιβολή του Νόμου προς πραγματικήν Απελευθέρωσιν του στενάζοντος Ελληνικού Λαού».
«Ολαι αι άλλαι παραχωρήσεις μου προς το ΚΚΕ - αι οποίαι τόσον επεκρίνοντο τότε από ανθρώπους, οι οποίοι δεν είχον εμβαθύνει εις την υφισταμένην πραγματικήν κατάστασιν - ήσαν εντελώς δευτερεύουσαι και άνευ ουσιαστικής αξίας. Επειδή τότε μία ήτο η επείγουσα και υπέρτατη ανάγκη: Να αφοπλισθή το ΚΚΕ, και να εξοπλισθή το Κράτος. Κατόπιν, όλα τα άλλα, αυτομάτως θα επηκολούθουν...
«Και δια τούτο η ημερομηνία της Αποστρατεύσεως - η 10η Δεκεμβρίου - έμενεν αμετακίνητος.
«Οσοι θέλουν να κρίνουν δικαίως εκείνην την εποχήν, οφείλουν να αναπολήσουν την κατάστασιν του Απριλίου 1944, όταν ανέλαβον την Κυβέρνησιν.
«Εις την Ανατολήν, αι ένοπλοι δυνάμεις μας είχον αποσυντεθεί από την Στάσιν. Και εις την Ελλάδα το ΚΚΕ είχε καταστή παντοδύναμον και είχε συγκροτήσει και την Κυβέρνησιν των Βουνών - την ΠΕΕΑ. Και η αγωνία, από την οποία αδιαλείπτως κατειχόμην ήτο: Πως θα καταλύετο; Δύο ήσαν τα στάδια δια να φθάσωμεν εις την Νίκην: Πρώτον, η έλευσις εις τας Αθήνας! Και δεύτερον, ο αφοπλισμός του ΚΚΕ.
«Δια να έλθωμεν εις τας Αθήνας -ως αντίπαλοι του ΚΚΕ- δεν διεθέταμεν, δυστυχώς, ούτε εις το εσωτερικόν, ούτε εις το εξωτερικόν, ελληνικάς δυνάμεις, αριθμητικώς επαρκείς διά να αντιμετωπίσουν τας μυριάδας του ΕΛΑΣ, τακτικού και εφεδρικού, καθώς και την ευρυτάτην συνωμοτικήν οργάνωσιν του ΕΑΜ. Αλλά δεν υπήρχον επίσης τότε ούτε Βρετανικαί δυνάμεις διαθέσιμοι, διότι είχον απορροφηθή από τα τρία ευρωπαϊκά μέτωπα, τα οποία, κατά τους κρισίμους εκείνους μήνας - Σεπτέμβριον και Οκτώβριον 1944- επιέζοντο σφοδρώς από τον Χίτλερ, αποβλέποντα εις τον εξαναγκασμόν χωριστής ειρήνης... Και είχε μάλιστα φθάσει εις τόσον βαθμόν η έλλειψις διαθεσίμων Βρετανικών δυνάμεων, ώστε να αναγκασθώ μίαν ημέραν, εις τον πρεσβευτήν της Μεγ. Βρετανίας, ο οποίος μου ωμίλει περί αποστολής εις την Ελλάδα «εκατοντάδων» ή και «δεκάδων» ανδρών, να δώσω την απάντησιν, ότι «έχω την εντύπωσιν, ότι ομιλώ με αντιπρόσωπον του Λουξεμβούργου...».
«Αλλά και αν ακόμη καθίστατο, μ’ όλα ταύτα, δυνατόν να εξευρίσκοντο δυνάμεις Βρετανικαί, και πάλι θα ήτο τότε πολιτικώς αδύνατος η απόβασις εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, λόγω της σφοδράς αντιδράσεως και των Αγγλων εργατικών και του Προέδρου Ρούσβελτ και της Σοβιετικής Ενώσεως. Δια να πεισθώμεν, φθάνει να ενθυμηθώμεν την γενικήν εξέγερσιν, την οποίαν είχε προκαλέσει η Βρεταννική επέμβασις κατά τον Δεκέμβριον και η οποία εκλόνισε την θέσιν του Τσώρτσιλ - και η οποία, εν τούτοις, είχεν επιχειρηθή υπό «απείρως ευμενεστέρας συνθήκας», διότι αι Βρετανικαί δυνάμεις υπεστήριζαν τότε την νόμιμον κυβέρνησιν και ευρίσκοντο εδώ πρεσκεκλημένοι και από τον ΕΛΑΣ, διά την διατήρησιν της τάξεως...
«Ιδού, διατί, μόνον η συμμετοχή του ΚΚΕ εις την Κυβέρνησίν μας ήνοιγε τας πύλας της Ελλάδος. Και δια τούτο την επεδίωξα - και ευτυχώς κατωρθώθη... Καθώς επίσης, μόνον το σύμφωνον της Καζέρτας, όπου ο ΕΛΑΣ, διά του Αρχηγού του, υπέγραψε την υποταγήν του εις το Βρεταννικόν Στρατηγείον και προσεκάλεσε τους Βρεταννούς εις την Ελλάδα, καθιστά Συμμαχικώς εύκολον την παρουσίαν των...
«Αλλά υπάρχει και το δεύτερον στάδιον, ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ. Διότι εφ’ όσον το ΚΚΕ παρέμεινε πάνοπλον, η Ελληνική Κυβέρνησις, καθώς ελέγαμεν τότε, ήτο απλώς «η περικεφαλαία του ΕΑΜικού Κράτους...»
«Αλλά πότε θα έπρεπε ν’ αποφασισθή η αποστράτευσις; Θα έπρεπε ν’ αποφασισθή αμέσως, ή να αναβληθή δι’ αργότερον; Το ζήτημα του χρόνου ήτο κρισιμώτατον. Το ΚΚΕ εζήτει αναβολήν. Και αι γενικώτεραι συνθήκαι την ηυνόουν. Εφόσον εξηκολούθει ο πόλεμος εναντίον του Ναζισμού, ηδύνατο να θεωρηθή παράλογος η άμεσος αποστράτευσις δυνάμεων της Εθνικής Αντιστάσεως. Και δι’ αυτό ουδαμού της Ευρώπης συνέβη...
«Αλλά μου ήτο σαφές, ότι ο χρόνος ειργάζετο υπέρ του ΚΚΕ.
«Και εσωτερικώς, διότι θα εξησφάλιζεν εν τω μεταξύ την πλήρη διάβρωσιν - όπως φαίνεται να συνέβη εις την Τσεχοσλοβακίαν. Και εξωτερικώς, διότι τότε η Σοβιετική Ενωσις ευρίσκετο ακόμη εις την θανάσιμον εμπλοκήν με τον Ναζισμόν και επροφυλάσσετο να διαταράξη τας Συμμαχικάς σχέσεις της. Και δια τούτο ακριβώς παρέστησε, καθ’ όλον τον Δεκέμβριον, τον ουδέτερον - και μάλιστα μέχρι του σημείου να μας αναγγείλη την 30ην Δεκεμβρίου, την αποστολήν πρέσβεως, ενώ ακόμα αι μάχαι εμαίνοντο εις τας Αθήνας...
«Και δια τούτο επέμεινα ανενδότως εις την άμεσον αποστράτευσιν. Και η 10η Δεκεμβρίου έμενεν αμετακίνητος...
«Το συμπέρασμα είναι ότι ο Δεκέμβριος ημπορεί να θεωρηθή «δώρον του υψίστου». Αλλά, δια να υπάρξη ο Δεκέμβριος, έπρεπε προηγουμένως να είχωμεν έλθει εις την Ελλάδα. Και τούτο ήτο δυνατόν μόνο με την συμμετοχήν και του ΚΚΕ εις την κυβέρνησιν, δηλαδή με τον Λίβανον. Και δια να ευρεθούν εδώ οι Βρετανοί, οι οποίοι ήσαν απαραίτητοι δια την Νίκην, έπρεπε προηγουμένως να είχεν υπογραφή το Σύμφωνον της Καζέρτας. Και δια να γίνη η Στάσις - «το δώρον του Υψίστου» - έπρεπε προηγουμένως να επιμείνω εις την άμεσον αποστράτευσιν του ΕΛΑΣ και να θέσω το ΚΚΕ ενώπιον του διλήμματος ή να αποδεχθή ειρηνικώς τον αφοπλισμόν του ή να επιχειρήση την Στάσιν, υπό συνθήκας όμως πλέον, αι οποίαι ωδήγουν εις την συντριβήν του. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια».
Μετ’ εξαιρέτου τιμής
Γ. Παπανδρέου 1/3/48»[10].

Η ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ «ΕΘΝΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ»

Ενώ η κατάσταση είχε αλλάξει ριζικά, ο «κοινός εχθρός», κυρίως λόγω των εξελίξεων στο Ανατολικό Μέτωπο, βρισκόταν σε συνεχή υποχώρηση, η απουσία των αστικών δυνάμεων από τον απελευθερωτικό αγώνα συνειδητοποιούταν από ευρύτερα λαϊκά στρώματα και εμφανιζόταν πιο καθαρά η όξυνση των ταξικών αντιθέσεων, το Κόμμα μας, στο όνομα της «εθνικής ενότητας», οριοθετούσε την πολιτική και τη δράση του Κόμματος το 1944 με βάση την κατάσταση του 1941.

Χαρακτηριστική για τα παραπάνω είναι η τοποθέτηση του Γ. Σιάντου, στην 44η Συνεδρίαση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), στις 27 Ιουλίου του 1944, σε συζήτηση σχετική με τις διαπραγματεύσεις στο Λίβανο και το ενδεχόμενο συμμετοχής της ΠΕΕΑ στην Κυβέρνηση Παπανδρέου:
«…η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ καθόρισε το Γενάρη του 1934 τι επιδιώκει το ΚΚΕ και ποιος είναι ο στρατηγικός του σκοπός. Η Ολομέλεια εκείνη έκανε τη διαπίστωση ότι η Ελλάδα είναι χώρα προ παντός γεωργική, καθυστερημένη, χωρίς μεγάλη βιομηχανία, χώρα εξαρτημένη από το εξωτερικό. Αυτή η αντικειμενική κατάσταση δεν σηκώνει σοσιαλισμό. Στην Ελλάδα δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε σοσιαλισμό, κι’ αν ακόμα όλος ο κόσμος μας πει πάρτε την και κάνετε σοσιαλισμό (…). Η ωρίμανση των συνθηκών οδηγεί σε αστικοδημοκρατικές αλλαγές της κατάστασης. (…) Αφού λυθούν όλα αυτά τα αστικοδημοκρατικά προβλήματα, τότε δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να πάμε προς το σοσιαλισμό, ομαλά, μέσα στη δημοκρατική εξέλιξη. (…). Μόνον οι αφελείς, που δεν ξέρουν τι επιδιώκει το ΚΚΕ για σήμερα και για ένα μεγάλο διάστημα, ωσότου ωριμάσουν οι προϋποθέσεις για το σοσιαλισμό μπορούν να δίνουν πίστη στις συκοφαντίες της κυβέρνησης».
Και αφού τόνιζε ότι από αυτήν την πολιτική δεν ωφελείται παρά μόνο το 5% του ελληνικού πληθυσμού («τα μεγάλα κεφαλαιοκρατικά συγκροτήματα») διαπίστωνε ότι «…υπάρχει τώρα ένας καινούργιος παράγοντας. Ο ξένος καταχτητής. Ο αγώνας για το διώξιμό του από τη χώρα μας και η ανάγκη να μην πέσουμε στον εμφύλιο πόλεμο, συμφέρουν και σε μας και σε κείνους. Σ’ αυτά συμπέφτουν τα συμφέροντα των 95% και των 5%. Γι’ αυτό και στη συμφωνία μ’ αυτούς, δύο μόνο εγγυήσεις θέλουμε: α) ότι θα παλαίψουμε όλοι μαζύ κατά του καταχτητή και β) ότι κανένας δεν θα δώσει δυναμικές λύσεις. Αν δέχονται τις δυο αυτές προϋποθέσεις της ενότητας, τότε η ενότητα είνε καμωμένη. (…) Επειδή πιστεύουμε τόσο ειλικρινά στην ανάγκη της ενότητας, γι’ αυτό δηλώνω ότι η συμφωνία του Λιβάνου και η δράση της Αντιπροσωπείας μας (…) είναι μέσα στην πολιτική μας γραμμή»[11]. (Οι υπογραμμίσεις δικές μας - σ.σ.).

Ακόμα και ένας από τους πιο επίμονους εκπροσώπους της «πάση θυσία εθνικής ενότητας», ο Αγγ. Αγγελόπουλος, στην αμέσως επόμενη συνεδρίαση της ΠΕΕΑ, στις 28 Ιουλίου του ’44 εκτιμούσε ότι αυτό το πρόγραμμα του ΚΚΕ ήταν «…σε πολλά σημεία πολύ συντηρητικό», προσθέτοντας επί πλέον την εξής σημαντική διαπίστωση: «Το όλο ζήτημα της ενότητας είναι ζήτημα ταχτικής»[12](!!!). Το γιατί αυτό το «ζήτημα ταχτικής» είχε γίνει ήδη από τότε ύψιστη προτεραιότητα για την ΠΕΕΑ, ώστε να οδηγηθεί και στη «Συμφωνία της Καζέρτας», πρέπει καταρχήν να αναζητηθεί κατά τη γνώμη μας στη στρατηγική του ΚΚΕ. Στον πλήρη εγκλωβισμό σε αυτή τη γραμμή, έπαιξαν ρόλο και οι σύμμαχοί του, υποστηρικτές της «πάση θυσία ενότητας», στους πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς του αστικού κράτους. Κυρίως όμως πρέπει να αναζητηθεί στην αυτοδέσμευση του ΚΚΕ σε αυτήν την πολιτική, ακόμα και πριν από τη συγκρότηση της ΠΕΕΑ. Η εμμονή στην «εθνική ενότητα» είναι άλλωστε και ο βασικός παράγοντας που διευκολύνει τη μεταγενέστερη ένταξη του Σβώλου κλπ. στην ΠΕΕΑ. Ανάγοντας την «εθνική ενότητα» σε ύψιστο καθήκον διευκολύνθηκαν οι σοβαρότατες υποχωρήσεις στο Λίβανο.

Η ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΠΑΛΗ ΩΣ ΜΙΑ ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΩΝ ΤΑΞΙΚΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ

Σε μια περίοδο, όπου τα πιο δυναμικά τμήματα του μονοπωλιακού κεφαλαίου, έχοντας επιβιώσει και ενισχυθεί από την παγκόσμια οικονομική κρίση, είχαν ζωτική ανάγκη την εσωτερική «τάξη και ασφάλεια» για την επιτυχή προπαρασκευή ενός πολέμου που θα ξαναμοίραζε τις αγορές, η πολιτική «αντίδραση» ήταν το προαπαιτούμενο, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά τη λενινιστική θέση ότι ο μονοπωλιακός καπιταλισμός (ιμπεριαλισμός) «…είναι η στροφή από τη δημοκρατία στην πολιτική αντίδραση (...) ο ιμπεριαλισμός αποτελεί «άρνηση» της δημοκρατίας γενικά, όλης της δημοκρατίας (…) ο ιμπεριαλισμός αντιφάσκει, «λογικά» αντιφάσκει, με όλη γενικά την πολιτική δημοκρατία[13]. Μ’ αυτήν την έννοια «πολιτική αντίδραση» σημειωνόταν και στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες (δηλαδή στις δικτατορίες των μονοπωλίων με κοινοβουλευτικό μανδύα), όπως η Μ. Βρετανία και η Γαλλία. Στην τελευταία άλλωστε με «δημοκρατικό» τρόπο αποπέμφθηκε το ΚΚ από την κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου και με τον ίδιο τρόπο κηρύχθηκε λίγο αργότερα εκτός νόμου.

Η ανοικτή άρνηση και αναστολή των κοινοβουλευτικών μορφών άσκησης της εξουσίας (φασιστικές μορφές) εξέφρασαν, κατά τη γνώμη μας, τις ανάγκες διαχείρισης της κρίσης και ανακατάταξης των σφαιρών επιρροής στη δεκαετία του 1930, την όξυνση όλων των αντιθέσεων που απαιτούσαν ενίσχυση του κεντρικού ελέγχου σε όλους τους μηχανισμούς της εξουσίας. Με αυτή την έννοια ο φασισμός είναι γέννημα του ιμπεριαλισμού, είναι δική του μορφή άσκησης της εξουσίας.

Ο γερμανο-ιταλικός φασισμός ήταν η πιο ακραία μορφή άσκησης της αστικής εξουσίας που ανέπτυξε ταυτόχρονα στην πιο ακραία μέχρι τότε μορφή τους τη διεξαγωγή πολέμων και την κατοχική εκμετάλλευση των λαών.

Οι κομμουνιστές διαπίστωσαν τον κίνδυνο του φασισμού πολύ πριν από το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), το 1935. Ηδη τον Ιούνιο του 1923, ελάχιστες μέρες μετά το φασιστικό πραξικόπημα στη Βουλγαρία, λίγους μήνες μετά την άνοδο του φασισμού στην Ιταλία και την περίοδο που ο γερμανικός φασισμός μόλις άρχιζε να σηκώνει κεφάλι και παγιωνόταν ο φασισμός στην Ουγγαρία, η Κλάρα Τσέτκιν διαπίστωνε στην εισήγησή της στην πλατιά ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ:
«Ο φασισμός είναι η πιο δυνατή, η πιο συγκεντρωμένη, είναι η κλασική έκφραση της γενικής επίθεσης της παγκόσμιας αστικής τάξης αυτή την στιγμή. (…) Η αστική τάξη όχι μόνο αποδέχεται με χειροφιλήματα (σ.σ. ευγνωμοσύνη) τις υπηρεσίες του φασισμού, όχι μόνο του εξασφαλίζει πληρέστατη ελευθερία κινήσεων, (…) (αλλά) τον θρέφει και τον διατηρεί και προωθεί την ανάπτυξή του με όλα τα διαθέσιμα μέσα του χρηματοκιβωτίου και της πολιτικής εξουσίας που έχει στη διάθεσή της». Διαπίστωνε ταυτόχρονα την πολύ επικίνδυνη ικανότητα του φασισμού να κινητοποιεί τις λαϊκές μάζες ενάντια στα αντικειμενικά τους συμφέροντα, μέσω ενός «διπλού μηχανισμού» : «ενός μηχανισμού για τη διαφθορά της εργατικής τάξης και ενός μηχανισμού για την υποταγή της με ένοπλη εξουσία (…) Χιλιάδες από τις μάζες προσχώρησαν στο φασισμό. (Ο φασισμός) εξελίχθηκε σε άσυλο για τους πολιτικά άστεγους, για τους κοινωνικά ξεριζωμένους (σ.σ. που αποκόπηκαν από τις κοινωνικές τους ρίζες), γι’ αυτούς που δεν έχουν ύπαρξη και τους απογοητευμένους». Κλείνοντας την εισήγησή της καλούσε «να ξεκινήσουμε τον αγώνα όχι μόνο για τις ψυχές των προλετάριων που κατέπεσαν στον φασισμό, αλλά και για τις ψυχές των μικρών και μεσαίων αστών, των μικρών αγροτών και των διανοούμενων, εν συντομία όλων των στρωμάτων (…) που λόγω της οικονομικής και κοινωνικής τους θέσης έρχονται σε αυξανόμενη αντίθεση με το μεγάλο καπιταλισμό και γι’ αυτό και σε σκληρό αγώνα εναντίον του»[14].
  
Την ίδια εποχή η σοσιαλδημοκρατία, ταγμένη ήδη δύο δεκαετίες στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού και θεωρώντας πλέον ως επικίνδυνες τις ταξικές αναλύσεις (ποιος και ποιανού συμφέροντα εξυπηρετεί), όχι μόνο απέκρυπτε τους υποκινητές και υποστηρικτές του φασισμού, προβάλλοντας τον τελευταίο ως μικροαστικό κόμμα, αλλά και πεισματικά επέμενε να παρεμποδίζει κάθε προσπάθεια ανάληψης δράσης ενάντια στο φασισμό.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΩΠΩΝ

Μέσα σε αυτό το σκηνικό τα κομμουνιστικά κόμματα δημιουργούν ευρύτερα αντιφασιστικά μετωπικά σχήματα, μέσα από τα οποία και πρωτοστατούν στην πάλη ενάντια στο φασισμό που εκφραζόταν κυρίως με τη μορφή της άμεσης ιμπεριαλιστικής επίθεσης και ξένης κατοχής. Η ραγδαία επιδείνωση των όρων ζωής ακόμα και επιβίωσης της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων επιφέρει και μια βεβαίως πιο περίπλοκη, αλλά εξίσου ραγδαία -θα λέγαμε- κινητοποίησή τους. Ιδιαίτερα στις χώρες υπό κατοχή, η αντίθεσή τους κατευθύνεται τόσο ενάντια στον κατακτητή, όσο και ενάντια στους συνεργάτες του, δηλαδή ενάντια σε ένα σοβαρό τμήμα του κεφαλαίου, των πολιτικών του εκφραστών και των κοινωνικών στοιχείων που δρουν στην υπηρεσία τους. Σε αυτές τις χώρες, ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας αποτελεί το πιο πρόσφορο σχήμα συσπείρωσης της εργατικής τάξης και όλων των λαϊκών στρωμάτων σε μια δυνάμει ανατρεπτική - επαναστατική κατεύθυνση. Γι’ αυτό άλλωστε και αρχικά τόσο οι ντόπιες αστικές τάξεις όσο και οι συμμαχικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις εξορκίζουν κάθε ιδέα μαζικής ένοπλης λαϊκής αντίστασης. Το μόνο επιτρεπτό κατά τις αντιλήψεις τους είναι ολιγομελείς ομάδες δολιοφθορών και κατασκοπείας.

Στο βαθμό που τα κομμουνιστικά κόμματα καταφέρνουν να ηγηθούν αυτής της αντίθεσης (όπως και στην περίπτωση της Ελλάδας) δημιουργούνται και ρωμαλέα, καλά οργανωμένα αντιστασιακά κινήματα, που ριζώνουν στο λαό και αξιοποιούν αποτελεσματικά όλες τις μορφές πάλης. Η δράση τους αποδυναμώνει σε γενικότερο επίπεδο τις δυνάμεις του Αξονα και διευκολύνει σε τελική ανάλυση και το σοβιετικό σοσιαλιστικό κράτος, που δίνει σφοδρές μάχες στο Ανατολικό Μέτωπο.

Το 7ο Συνέδριο της ΚΔ φαίνεται ότι αφενός επισημοποιεί και γενικεύει μια πολιτική συμμαχιών που προηγήθηκε στη Γαλλία και την Ισπανία, αυτή των Λαϊκών Μετώπων, αφετέρου διευκολύνει την ΕΣΣΔ σε τακτικές συμμαχίες απέναντι στη χιτλερική επίθεση. Η γραμμή του 7ου Συνεδρίου αν και αντιμετώπιζε την άμεση ανάγκη διαμόρφωσης συμμαχιών, δεν αντιμετώπιζε την προοπτική ωρίμανσης των συμμαχιών και κυρίως των μαζών σε συνειδητούς στόχους των κομμουνιστικών κομμάτων και του εργατικού κινήματος για την κατάκτηση της εξουσίας. Τελικώς η στρατηγική των κομμουνιστών υποτάχθηκε στο «καθήκον» συγκρότησης λαϊκών (η παρεμφερών) μετώπων και στις απαιτήσεις των «σύμμαχων» ρεφορμιστικών και αστικών δυνάμεων.

Η όξυνση της διαπάλης στα Λαϊκά Μέτωπα δεν αντιμετωπίστηκε έγκαιρα, ιδεολογικά - πολιτικά - οργανωτικά από τα κομμουνιστικά κόμματα, ώστε να αξιοποιήσουν τις συνθήκες οικονομικής και πολιτικής κρίσης, για τη μαχητικοποίηση ευρύτατων και εργατικών λαϊκών δυνάμεων, τη συμμετοχή τους στον ένοπλο αγώνα, ώστε να θέσουν στόχους και συνθήματα ικανά να ανεβάσουν την πάλη σε επίπεδο διεκδίκησης της εξουσίας. Το ότι αυτή η πείρα δεν πάρθηκε υπόψη, διευκόλυνε τελικά την αστική τάξη, κυρίως κατά τα έτη 1944 - 1945 στη δυτική Ευρώπη, να επιβάλλει την ηγεμονία της στις εξελίξεις.

ΤΑ «ΕΘΝΙΚΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΑ ΜΕΤΩΠΑ»

Η υιοθέτηση της πολιτικής γραμμής για δημιουργία πανεθνικού μετώπου και αντίστοιχης κυβέρνησης, με την έννοια της αναγκαιότητας κυβερνητικής συμμαχίας με τη «δημοκρατική» πολιτική εκπροσώπηση της αστικής τάξης, είναι ο βασικός παράγοντας που τελικά ανέκοψε τη ριζοσπαστικοποίηση του λαϊκού αγώνα. Αυτό βρήκε την αντανάκλασή του ακόμα και στα απελευθερωτικά προγράμματα των κομμουνιστών, που τα περισσότερα[15], αν όχι όλα, έθεσαν ως τελικό σκοπό της ένοπλης πάλης το πολύ μια δημοκρατία «διαφορετική» από αυτή που προϋπήρχε του φασισμού και του πολέμου. Ετσι εξ αντικειμένου διευκολύνθηκε η αστική τάξη να γεφυρώσει κατά μεγάλο μέρος τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της (όσο αυτό ήταν δυνατόν) και ταυτόχρονα να δημιουργήσει ρήγματα ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα και την εργατική τάξη, ακόμα και εντός της εργατικής τάξης, διατηρώντας έτσι τον ηγεμονικό της ρόλο στην κοινωνία.

Στην Ελλάδα, το ΚΚΕ αναδείχτηκε πρωτοστάτης της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ίδρυση και τη ραγδαία ανάπτυξη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Ομως δε συνειδητοποίησε την ανάγκη αποφασιστικής στροφής στην ταξική πάλη, όταν είχαν ήδη δημιουργηθεί ευνοϊκοί όροι για την εργατική τάξη. Στην ουσία το ΚΚΕ και οι άλλες δυνάμεις στην ΠΕΕΑ, ακολούθησαν μια πολιτική κατευνασμού του αγγλικού ιμπεριαλισμού.

Σε αυτό φαίνεται ότι συνέβαλαν και οι προτροπές της σοβιετικής πρεσβείας στο Κάιρο, για συμμετοχή στην αστική κυβέρνηση, όσο και η επιμονή αστικών συμμαχικών στοιχείων εντός της ΠΕΕΑ. Είναι γνωστό π.χ. ότι ο Σβώλος, αμέσως μετά την επιστροφή του από τις διαπραγματεύσεις του Λιβάνου, για να πετύχει την αποδοχή της συμφωνίας εκβίαζε με την παραίτησή του από το αξίωμα του Προέδρου της ΠΕΕΑ. Ενα αξίωμα που του δόθηκε αμέσως μετά την προσχώρησή του στην ΠΕΕΑ και αφού το ΕΑΜ είχε μόνο του δημιουργήσει την «Ελεύθερη Ελλάδα»!

Η συμφωνία της Καζέρτας ήταν στην ουσία ένας αρνητικός, ενδιάμεσος όμως σταθμός στην πορεία πρόσδεσης του λαϊκού κινήματος στις αστικές επιδιώξεις. Ηταν αποτέλεσμα των συνολικών συνεπειών της πολιτικής «συμφιλίωσης» με την αστική τάξη και τα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Ηταν συνέπεια της ένταξης του ΕΛΑΣ στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής και προπαντός συνέπεια της «Συμφωνίας του Λιβάνου». Ταυτόχρονα δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την κατοπινή «Συμφωνία της Βάρκιζας». Αυτή την αλληλουχία την είχε εντοπίσει άλλωστε και ο Γ. Παπανδρέου.

Ακόμα και στα πλαίσια της αντιφασιστικής πάλης, οι εκπρόσωποι της ΠΕΕΑ μπορούσαν να επιμείνουν στο ότι η Μ. Βρετανία είχε υποχρέωση να ενισχύσει τη δράση της στο μέτωπο της Ιταλίας, όπου η επίθεση είχε «κολλήσει» και ότι η Ελλάδα δε χρειαζόταν και δεν ήθελε ούτε έναν Βρετανό στρατιωτικό. Αυτό όμως προϋπέθετε έναν συνολικά διαφορετικό πολιτικό προσανατολισμό του ΚΚΕ, έναν προσανατολισμό όμως που δεν είχε ωριμάσει ως επιλογή.


Ο Νίκος Παπαγεωργάκης είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.
[1] Βλ.«Πρακτικά σχετικά με τη συμφωνία της Καζέρτας»: «Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, 1940 – 1945», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1981, τόμος 5ος, σελ. 408-410.
[2] F. Catalano: «Storia del C.L.N.A.I.». Bari 1956, σελ. 339. Από τη συλλογή «Leipziger Beitrage zur Revolutionsforschung» - Lehrheft 13. Karl-Marx-Universitat Leipzig 1986, σελ.38.
[3] Ειδικά στην Ιταλία αυτή η διαδικασία δε θα παρουσιάσει σε κανένα χρονικό σημείο τάσεις αναστροφής.
[4] «Ντοκουμέντα της Αντίστασης», εκδ. «Το Ποντίκι» 1994, σελ. 184-185.
[5] «Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, 1940-1945», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 5ος, σ. 425.
[6] «Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, 1940-1945», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 5ος, σ. 421.
[7] «Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, 1940-1945», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 5ος, σ. 421.
[8] «Το ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, 1940-1945», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 5ος, σελ. 421-422.
[9] Στην «παράλληλη» περίπτωση της Ιταλίας, οι αυταπάτες φαίνεται πώς ήταν μεγαλύτερες και διαρκούσαν για περισσότερο χρονικό διάστημα καθώς ακόμα και το 1953, ο Π. Τολλιάτι εκτιμούσε ότι «η πτώση του φασισμού σήμαινε και την πτώση μιας άρχουσας τάξης» (P. Togliati, Una storia della Resistenza italiana. Rinascita No 12/1953, σελ. 678, από το Leipziger, Beitrage, ο.π., σελ. 35.).
[10] Μάρκου Βαφειάδη «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ», τ. 5ος, εκδ. Παπαζήση σελ.39- 47.
[11] Αρχείο της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) - Πρακτικά Συνεδριάσεων, «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1990, σελ. 156-158.
[12] Αρχείο της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) - Πρακτικά Συνεδριάσεων, «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1990, σελ. 164.
[13] Β. Ι. Λένιν, Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον «ιμπεριαλιστικό οικονομισμό», Απαντα, τ. 30, σελ. 93 και 97
[14] Clara Zetkin: «Ausgewählte Reden und Schriften», τ. 2, Βερολίνο 1960, σελ. 689-729.
[15] Οι μόνες χώρες όπου τα ΚΚ οδήγησαν την εθνικοαπελευθερωτική πάλη σε λαϊκές κυβερνήσεις, χωρίς τη συμμετοχή αστών είναι η Αλβανία και η Κίνα (η κάθε μια για διαφορετικούς λόγους). Το ΚΚ Κίνας μάλιστα, παρά την αντίθετη γνώμη του ΚΚΣΕ, επέλεξε την ένοπλη ταξική σύγκρουση με την αστική κυβέρνηση Τσαν Κάι Σεκ .