Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Η μορφωτική δραστηριότητα στην Ακροναυπλία

της Κυριακής Καμαρινού
Μια σειρά Αναγκαστικών Νόμων και Διατάξεων κατόρθωσαν να «νομιμοποιήσουν» τις εξορίες, από μέτρο σχετικού περιορισμού της ελευθερίας στα νησιά ή στα απομονωμένα χωριά σε μέτρο καθολικής στέρησης της ελευθερίας, σε μέρη «πειθαρχημένης διαβιώσεως» ή, καλύτερα, σε «στρατόπεδα συγκεντρώσεως», με ή χωρίς υποχρεωτική εργασία.1Τέτοια περίπτωση καθολικής στέρησης της ελευθερίας ήταν η συγκέντρωση των εκτοπιζομένων στα κτίρια των πρώην φυλακών Ακροναυπλίας.
Τις περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση των κρατούμενων της Ακροναυπλίας, ιδιαίτερα στα θέματα που αφορούν την εργασία αυτή, μας τις δίνουν με τα βιβλία τους οι: Β. Μπαρτζιώτας2, Αντ. Φλούντζης και Γ. Μανούσακας.
Το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Ακροναυπλίας «άνοιξε τις πύλες» του το Φλεβάρη του 1937. Για την ιστορία αναφέρουμε ότι ήταν παλιό ενετικό φρούριο, το Ιτς Καλέ, που ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας I. Καποδίστριας το μετέτρεψε σε στρατώνα.3 Οταν έφτασαν οι πρώτοι εξόριστοι, η ταμπέλα του έγραφε «Φυλακές Ακροναυπλίας». Οι εξόριστοι έκαναν την προσφυγή τους στο Συμβούλιο της Επικρατείας ότι ήταν εκτοπιζόμενοι και όχι έγκλειστοι, επομένως θα έπρεπε να έχουν δυνατότητες εργασίας. Λίγες μέρες πριν βγει η απόφαση, η ταμπέλα άλλαξε και μπήκε η επιγραφή «Στρατόπεδον Ακροναυπλίας». Η αλλαγή του ονόματος δε σήμαινε ουσιαστικά τίποτα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα ζούσαν τα επόμενα έξι χρόνια, μέχρι το 1943, οι έγκλειστοι.4
Οι πληροφορίες για την οργάνωση της ζωής των κρατουμένων είναι πολλές και αφορούν όλες εκείνες τις συνιστώσες που ολοκληρώνουν κάποια στιγμή το περίπλοκο πλέγμα των ανθρώπινων σχέσεων. Οι τελευταίες καλλιεργήθηκαν και αναπτύχθηκαν στο μέγιστο βαθμό και σε άλλα στρατόπεδα και φυλακές. Η μοναδικότητα της Ακροναυπλίας έγκειται στο ότι προηγήθηκε, στο ότι δεν υπήρξε παρόμοια πείρα έγκλειστης οργανωμένης κοινότητας, όπου κάτω από δυσχερέστατες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες να συμβιώσουν αρμονικά και δημιουργικά περί τα 1.000 άτομα.5
Αξιολογώντας τις πληροφορίες του Α. Φλούντζη για την κοινωνική καταγωγή των κρατουμένων, βάσει των στοιχείων που μπόρεσε να συλλέξει, όσο και αν αυτά είναι ελλιπή, βλέπουμε πως και πάλι, όπως και στην «προμεταξική» περίοδο, την «πρωτοκαθεδρία» στους συλλαμβανόμενους την είχαν οι εργάτες και οι αγρότες, σε ποσοστό περίπου 67%.6 Σημαντικό αυτή τη φορά, όμως, είναι το ποσοστό των μεσαίων στρωμάτων και της διανόησης, που άγγιζε περίπου το 1/3 του συνόλου.7
Από τις πρώτες κιόλας μέρες συστάθηκε παράνομα η Ομάδα Συμβίωσης των Κρατούμενων Ακροναυπλίας (ΟΣΚΑ), επικεφαλής της οποίας ήταν άλλοτε 7μελές και άλλοτε 9μελές Γραφείο, που ήταν όργανο καθοδηγητικό και επωμιζόταν όλο το βάρος της οικονομικής, μορφωτικής και πολιτιστικής ζωής των κρατουμένων. Η διοίκηση του στρατοπέδου αναγνώριζε αρχικά και δεχόταν ως εκπροσώπους των κρατουμένων μόνο τους επικεφαλής των θαλάμων. Οι θάλαμοι ήταν τέσσερις και οι θαλαμάρχες εκλέγονταν κάθε χρόνο. Για το ρόλο τους είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Γ. Μανούσακα:8
«...Στον καθένα από τους τέσσερις μεγάλους θαλάμους και στην απομόνωση, που εκεί είχανε καμιά τριανταριά γραμματιζούμενους, είχε οριστεί ένα θαλαμικό γραφείο, με υπεύθυνο για τη μόρφωση, υπεύθυνο της ψυχαγωγίας και θαλαμάρχη. Ο θαλαμάρχης ήταν η ψυχή του θαλάμου: Φρόντιζε για την τάξη και την ησυχία του θαλάμου τις ώρες του μαθήματος και της μελέτης κι εκανόνιζε πλήθος από μικροζητήματα στις σχέσεις των ανθρώπων εκεί μέσα..., φρόντιζε να μη γίνεται κάτι που θα μας έφερνε σε σύγκρουση με τη διεύθυνση...».
Αρχικά, όλη η διαχείριση του επιδόματος των 10 δραχμών την ημέρα, που έπαιρναν μόνο οι «άποροι» έγκλειστοι, και του συσσιτίου γινόταν από τη διοίκηση. Αργότερα, μετά από δυναμικούς αγώνες, διαμαρτυρίες και καταγγελίες για υποσιτισμό, κατασπατάληση και αισχροκέρδεια, οι κρατούμενοι πέτυχαν τον άμεσο έλεγχο της παρεχόμενης διατροφής, οργάνωσαν δικά τους μαγειρεία και διαχειρίζονταν όλα τα κονδύλια που τους αφορούσαν. Αγραφος νόμος της ΟΣΚΑ ήταν η προσφορά του 50% των εμβασμάτων και τροφίμων από τα δέματα που στέλνονταν από συγγενείς των κρατούμενων στο κοινό ταμείο. Κάθε μήνα γινόταν οικονομικός απολογισμός από τους υπεύθυνους λογιστές και ταμίες ενώπιον όλων. Εκτός από τα μαγειρεία οργανώθηκαν και άλλα συνεργεία, όπως των τσαγκαράδων, κουρέων, ραφτάδων, ξυλουργών, υδραυλικών κ.ά. Για τους Ακροναυπλιώτες, η καθαριότητα και η καλή φυσική κατάσταση ήταν ένας απαράβατος κανόνας, «ήταν ζήτημα τιμής να μη δίνεις στον αντίπαλο το δικαίωμα της αίσθησης υπεροχής, ήταν ζήτημα αντοχής και αισιοδοξίας για το αποτέλεσμα του αγώνα».9
Το μυστικό καθοδηγητικό όργανο των κρατουμένων το αποτελούσαν έμπειρα κομματικά στελέχη, που είχαν αγωνιστική και κομματική πείρα κατά μέσο όρο τουλάχιστον 15-20 χρόνια.10 Η οργάνωση επομένως των επιμορφωτικών μαθημάτων ήταν «στην ημερήσια διάταξη» κάθε οργανωτικής παρέμβασης στη ζωή των εγκλείστων - ήταν αυτονόητη διαδικασία. Οι δυο άλλες εξίσου σημαντικές προτεραιότητες ήταν η εξασφάλιση του συσσιτίου και η ψυχαγωγία.11
Η συγκυρία να μεταφερθεί, στις 7 του Μάη του '36, από την Ανάφη, ο Δημήτρης Γληνός είναι ιστορικής σημασίας. Η άφιξη ενός μαχόμενου διανοητή και παιδαγωγού, σε συνδυασμό με την ήδη αποκτηθείσα πείρα και το υψηλότερο ποσοτικά και ποιοτικά υπόβαθρο των κρατουμένων, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο να διευρυνθούν και να εμπλουτιστούν τα μαθήματα, και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τη μεθοδολογία. Η Ακροναυπλία θα αποτελέσει σημείο αναφοράς και πρότυπο από δω και στο εξής και για την οργάνωση της φυσικής και πνευματικής ζωής των κρατουμένων και για την καθαρότητα, επικαιρότητα και εγκυρότητα των επιστημονικών, κοινωνικών, πολιτικών και ιδεολογικών αναλύσεων.12
Στην ειδική έκδοση του περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης» «Αφιέρωμα στον Δ. Γληνό» διαβάζουμε:13
«Από τις πρώτες μέρες, ο δάσκαλος βγήκε μέλος του γραφείου της Ομάδας Συμβίωσης και ανέλαβε τον μορφωτικό - εκπολιτιστικό τομέα. Αρχισε ενέργειες και παραστάσεις στο διοικητή του στρατοπέδου ταγματάρχη Βρεττέα, ζητώντας να μας αποδοθούν τα βιβλία μας, που είχαν κρατήσει, τετράδια, σκάκια κλπ., να παραχωρηθεί ένα μικρό προαύλιο, δίπλα στο μεγάλο, για να χρησιμοποιείται για μελέτη, και να δοθεί άδεια για μορφωτικά μαθήματα και διαλέξεις. Πραγματικά, μας απόδωσαν τα βιβλία, μας παραχώρησαν το προαύλιο - που από τότε ονομάστηκε "προαύλιο Γληνού" - και δόθηκε άδεια για μαθήματα και διαλέξεις - αδιάφορο αν αργότερα ο Μανιαδάκης ξαναπήρε τα βιβλία, απαγόρεψε τις διαλέξεις και έκλεισε το προαύλιο μελέτης. Μόλις δόθηκε η άδεια, ο Γληνός οργάνωσε κανονικές τάξεις από το Δημοτικό ως το Γυμνάσιο, όπου δίδασκαν κρατούμενοι εκπαιδευτικοί της δημοτικής και μέσης παιδείας και φοιτητές. Τις πρώτες διαλέξεις τις έκανε ο ίδιος ο Γληνός: "Πώς πρέπει να μιλάμε, πώς πρέπει να γράφουμε, πώς πρέπει να διαβάζουμε".14 Αυτές τις διαλέξεις τις παρακολούθησε και ο ίδιος ο Βρεττέας με τη γυναίκα του και έδωσαν τα συγχαρητήριά τους στον Γληνό. Στο τέλος κάθε διάλεξης υποβάλλανε διάφορες ερωτήσεις...
Στην Ακροναυπλία, ο δάσκαλος συγκρότησε καλλιτεχνικές επιτροπές κατά θαλάμους, που οργάνωναν την ψυχαγωγία των κρατούμενων στις ατέλειωτες βραδινές ώρες, όταν οι θάλαμοι ήταν κλειστοί. Οργάνωσε επίσης και την πρωινή γυμναστική, που την προπαγάνδιζε με φανατισμό. Αμέσως μόλις άνοιγαν το πρωί οι θάλαμοι, ο Γληνός χτυπούσε παλαμάκια και φώναζε στερεότυπα:
- Ολα τα παλικάρια στη γυμναστική!...
Οταν αργότερα απαγορεύτηκαν οι διαλέξεις, ο δάσκαλος έκανε παράνομα διάφορες μορφωτικές ομιλίες. Τα βράδια, όταν έκλεινε ο θάλαμος και δεν είχε καλλιτεχνική βραδιά, οι κρατούμενοι μαζεύονταν γύρω στο κρεβάτι του και αυτός τους έλεγε διάφορες ιστορίες από τους παλιούς αγώνες για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση... Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Γληνός έπαιρνε με ενθουσιασμό μέρος στις καλλιτεχνικές και ψυχαγωγικές εκδηλώσεις! Χόρευε... πόλκα και βαλς υπό τους ήχους αυτοσχέδιας ορχήστρας, τραγουδούσε και γενικά ήταν πρώτος σε όλα... Ενας τρόπος ψυχαγωγίας ήταν και τα έμμετρα "πορτρέτα" που έκαναν πολλοί κρατούμενοι, σατιρίζοντας τους συντρόφους τους. Αυτά τα πορτρέτα δεν ήταν επώνυμα: Τα απάγγελνε ο κονφερανσιέ και οι κρατούμενοι ανταποκρίνονταν. Μια βραδιά, ο κονφερανσιέ απάγγειλε ένα πορτρέτο που είχε κάνει ο αθυρόστομος Χριστοδουλάκης:
"Ευθυτενής και αλύγιστος
ακούραστος μελετητής,
ευρύστερνος σαν αθλητής.
Παλαμοκρούστης πρωινός
και πάτρων της Γυμναστικής..."
- Ποιος είναι; ρώτησε ο Ν. Σουκατζίδης.
- Ο Γληνός! Ο Γληνός! απάντησε με χειροκροτήματα ο θάλαμος...».
Ο διαγωνισμός «πορτρέτων» περιλάμβανε και μιμητικές αναπαραστάσεις. Τα πρώτα του βήματα ως μίμος τα έκανε στην Ακροναυπλία ο μετέπειτα λαϊκός καλλιτέχνης Γιώργος Κουτούγκος.15 Ο ίδιος ο Γληνός ενθάρρυνε και συνέβαλε στο να αξιοποιηθεί το πηγαίο μεν, άναρχο δε, χιούμορ του και να βρει διόδους γνήσιας καλλιτεχνικής έκφρασης μέσα από τα κοπιαστικά «μαθήματα πολιτιστικής δραστηριοποίησης». Οπως σημειώνει ο Γ. Κουτούγκος στη συνέντευξή του, αν και επιθυμούσε πολύ να παρακολουθήσει σχεδόν τους περισσότερους κύκλους ιστορικής και φιλολογικής κατεύθυνσης, ήταν τόσο δεσμευμένος και επιφορτισμένος με την ψυχαγωγική, σχεδόν καθημερινή, δραστηριότητα, που δεν προλάβαινε. Ο σαρκασμός δεν ήταν εύκολη υπόθεση, αφού θα έπρεπε να περιλαμβάνει στοιχεία κριτικής, αυτοκριτικής και επικαιρότητας μηνυμάτων πολιτικού και ιδεολογικού χαρακτήρα. Τα νούμερα «Πώς τρώμε», «Πώς καπνίζουμε», «Πώς κάνουμε γυμναστική» κ.ά., σατιρικές παραλλαγές των περίφημων μαθημάτων του Γληνού, ήταν μια καυστική κριτική για τις συνθήκες ζωής των κρατουμένων και ταυτόχρονα πολιτική απάντηση και θέση απέναντι στις κακουχίες και στερήσεις. Τα λιγόλεπτα σκετς παντομίμας βρήκαν τη συνέχειά τους σε θεατρικά αυτοσχέδια μονόπρακτα, όπως του «Ντούτσε»16 και του «Φερούτζιο» και αργότερα σε πλήρως οργανωμένες παραστάσεις με θέματα από την επανάσταση του '21, όπως οι διασκευές πάνω στο «Θούριο» του Ρήγα Φεραίου. Γέλια «μέχρι δακρύων» προκάλεσε και στον ίδιο τον Γληνό η αναπαράσταση μιας ...«ταυρομαχίας» και ενός αγώνα πάλης.17Κάποια στιγμή συγκρότησαν και μια μόνιμη ομάδα παλαιστών και μποξέρ. Την τόσο απαραίτητη και αναγκαία ψυχαγωγική δραστηριότητα συμπλήρωναν τα αυτοσχέδια τελετουργικά νούμερα της οργάνωσης «Το ιερό Μπαϊράκι», με σήμα την τσοπάνικη κάπα, και τα πρωταθλήματα στο τάβλι, το σκάκι και το ντόμινο.
Την ιδιαίτερη αξία και προτεραιότητα που είχαν τα θέματα του πολιτισμού, με προφανή αρχικό στόχο την ηθική και συναισθηματική τόνωση των εγκλείστων, μπορεί να την αντιληφθεί κανείς καλύτερα μελετώντας το σχεδιάγραμμα της διάλεξης του Γληνού για το Θέατρο, που έγινε στις 28.5.37.18 Το θέατρο εξεταζόταν μέσα από την ιστορική αναδρομή ως ένα σύνθετο καλλιτεχνικό φαινόμενο και κοινωνικός θεσμός με απώτερους, όχι μόνο ψυχαγωγικούς, αλλά μορφωτικούς κυρίως στόχους. Οι μαθητές είχαν τη δυνατότητα να προσεγγίσουν και να παρακολουθήσουν μαθήματα ανάλυσης των αριστοτελικών ορισμών της αρχαίας δραματικής τέχνης, της τραγωδίας και της κωμωδίας.
Η γνωριμία με τα σύγχρονα είδη θεάτρου παρακίνησε τους εξόριστους στη δημιουργία καλλιτεχνικών ψυχαγωγικών κύκλων, επικεφαλής των οποίων ήταν κάθε φορά έμπειροι καλλιτέχνες. Ετσι δημιουργήθηκε ο θίασος υπό την εποπτεία του ηθοποιού Κώστα Καλλίδη, η μαντολινάτα με μαέστρο τον καπνεργάτη από την Ξάνθη Γιάννη Ζαχαρόπουλο και η χορωδία. Οι παραστάσεις του θεάτρου άλλοτε ήταν «νόμιμες» και είχαν όλα τα μέσα (σκηνικά, κοστούμια κλπ.) και άλλοτε όχι. Τα έργα που αναφέρει ο Α. Φλούντζης ήταν αριστουργήματα του κλασικού ρεπερτορίου και έργα νεότερων Ελλήνων συγγραφέων: «Ο κατά φαντασίαν ασθενής», «Ο γιατρός Κνοκ», «Υπηρέτης δυο αφεντάδων», «Ο Ρήγας Φεραίος», «Οι φοιτητές», «Στάλινγκραντ» κ.ά. Τα δυο τελευταία τα είχε γράψει και διασκευάσει ο κρατούμενος Νίκος Ακριτίδης.19
Από τη συνέντευξη του Γ. Κουτούγκου και τα λόγια του ίδιου στο βιβλίο του Αντ. Φλούντζη20 προκύπτει ότι η προεργασία και η προετοιμασία της μικρής ορχήστρας ήταν μια πολύ κουραστική δουλειά. Τα κλασικά κομμάτια διασκευάζονταν χωριστά για κάθε όργανο, γίνονταν και νέες συνθέσεις, όπως το «Μαρς της Ακροναυπλίας» από τον Ακη Σμυρναίο και τα δυο ταγκό του Φ. Σαντομοίρη:
«Τελειοποίησα τις γνώσεις μου στην κιθάρα, σημειώνει στη συνέντευξη ο Γ. Κουτούγκος. Κατάφερα και έφτιαξα μια πτυσσόμενη και γι' αυτό τη διέσωσα μέχρι τα σήμερα. Ο Σαντομοίρης21, που ήταν από τους καλύτερους βιολιστές, μπόρεσε και προμηθεύτηκε από τον Γαϊτάνο έργα για κιθάρα. Ο ίδιος έγραψε δυο ωραιότατα ταγκό. Εχω διασώσει μόνο το ένα. Κάποια στιγμή κατορθώσαμε και φτιάξαμε τη μαντολινάτα μας. Από τα αγαπημένα θέματα των συνεξόριστων ήταν το "Παράπονο της αγάπης" (Ρεπρόζ ντ' αμούρ) και η "Ισπανική υποχώρηση", που ήταν και ο ύμνος μας. Ο Βαγ. Πάσσαρης ήταν ο υπεύθυνος της Καλλιτεχνικής επιτροπής. Μέλη της ομάδας μας ήταν ο Πορφυρής Κονίδης, που ήταν το δεύτερο βιολί μας, ο Γαληνός Κέσογλου, ο Ακης Σμυρναίος και ο Γιώργος Βρεττάκος (δημοσιογράφος του "Ριζοσπάστη"). Κοντά τους έμαθα για τους κλασικούς συνθέτες και τα έργα τους. Εκεί πρωτάκουσα για τον Μπερλιόζ, τον Βέρντι. Εχω φυλάξει τις χειρόγραφες παρτιτούρες του Σαντομοίρη πάνω στα έργα των μεγάλων κλασικών. Οι διασκευές των έργων "Ο Κουρέας της Σεβίλλης" του Ροσίνι - 6 σελίδων, "Νόρμα" του Μπελίνι - 8 σελίδων, "Κάρμεν" του Μπιζέ, "Καβαλιερία Λετζέρα" και "Ποιητής και χωρικός" του Σοπέν, "Μάρθα", "Ο Χαλίφης της Βαγδάτης", "Χορ-χορ Αγάς", "Ουγγρική Ραψωδία" κ.ά. είναι ανεπανάληπτα μουσικά κομμάτια, που δυστυχώς φυλάγονται στα συρτάρια μου. Από τότε αγάπησα την όπερα και αργότερα, στην εποχή μας δηλαδή, όποτε μπορούσα πήγαινα στη Λυρική. Μόνο εκεί μπορώ και ευχαριστιέμαι τη μουσική. Ο Ακης Σμυρναίος, ένα πολύ φτωχό παιδί, που τον μύησα εγώ στον αγώνα, συνέθεσε το περίφημο "Μαρς της Ακροναυπλίας"...».
Η μαντολινάτα έπαιζε επίσης και πολλά δημοτικά και λαϊκά τραγούδια, καθώς και κομμάτια για χορούς, ταγκό, βαλς, καλαματιανό, συρτό κ.ά. Ενα «τυπικό» καλλιτεχνικό πρόγραμμα, που οργανωνόταν τις Κυριακές και στις γιορτές στο προαύλιο ή στους θαλάμους, περιλάμβανε: Σκετς, απαγγελίες, μουσικά κομμάτια κλασικής και νεότερης μουσικής, καντάδες, λαϊκά και δημοτικά τραγούδια, ανάμεσά τους πολλά κλέφτικα, που τα δίδασκαν οι ίδιοι οι κρατούμενοι, ενθυμούμενοι τις ιδιαίτερες πατρίδες τους.
Με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια γιορτάζονταν οι εθνικές επέτειοι. Ιστορικός έμεινε ο πανηγυρικός της 25 Μαρτίου 1942 που εκφωνήθηκε από το δάσκαλο - διανοητή Γιάννη Ζεύγο (Ταλαγάνη).22 Το κείμενο σύντομα διαδόθηκε έξω από τα τείχη της Ακροναυπλίας, αναπαραγόταν χέρι με χέρι και κυκλοφορούσε σε παράνομες μπροσούρες στην κατακτημένη χώρα.23 Με την Ακροναυπλία συνδέονται και άλλα έργα του ιδεολόγου δασκάλου όπως τα φιλοσοφικά μαθήματα και το πρώτο μέρος της ανολοκλήρωτης τελικά μελέτης «Σύντομη μελέτη της Νεοελληνικής Ιστορίας».24
Οι λογοτεχνικές βραδιές γίνονταν σχεδόν καθημερινά, με πρωτοβουλία των ανθρώπων των Γραμμάτων και όσων αναδείχτηκαν και αξιοποίησαν το συγγραφικό ταλέντο τους. Τέτοιοι ήταν οι ποιητές και συγγραφείς Νίκος Παπαπερικλής,25 Νίκος Ακριτίδης και Χριστόδουλος Χριστοδουλάκης (Εμβούζιος).
Τα μαθήματα που οργανώθηκαν ήταν πολιτικά - ιδεολογικά, που γίνονταν παράνομα τα βράδια, με πολλές προφυλάξεις, και στοιχειώδους, γενικής και ευρύτερης μόρφωσης, που μέχρι το '39 ήταν κάτω από το καθεστώς της ανοχής του στρατοπεδάρχη. Ηταν οργανωμένα σε επάλληλους κύκλους και σε ομοιογενείς ομάδες των 10-12 ατόμων. Τα πρώτα γίνονταν βάσει της γνωστής διαβάθμισης της σχολής μαρξιστικής κατάρτισης, ενώ τα δεύτερα ακολουθούσαν τη διαβάθμιση του τυπικού σχολικού συστήματος. Καθορίστηκαν οι ώρες και οι μέρες του κάθε κύκλου και καταρτίστηκε το ειδικό πρόγραμμα των ομάδων. Τα μέσα ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Τα περισσότερα κείμενα αντιγράφονταν με το χέρι. Η πιο συνηθισμένη μέθοδος διδασκαλίας ήταν η διάλεξη. Οι μαθητές κρατούσαν σημειώσεις, έθεταν ερωτήσεις και έπαιρναν τις απαντήσεις, από την ομάδα ή από το δάσκαλο, την επομένη. Δάσκαλοι των μαθημάτων φιλοσοφίας και της μαρξιστικής διαλεκτικής ήταν οι Γ. Ζεύγος και Π. Μαυρομμάτης. Οι διαλέξεις ήταν γενικότερου περιεχομένου πάνω σε επίκαιρα θέματα. Εκτός από τον Δ. Γληνό, διαλέξεις έκαναν γιατροί,26δικηγόροι και γεωπόνοι.
Υπό μορφή διαλέξεων έκανε μια σειρά μαθημάτων για την εξέλιξη των πολιτευμάτων ο δικηγόρος Πορφυρής Κονίδης, ενώ ο εργάτης Νίκος Μπονιάκος παρέδιδε μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Γ. Μανούσακας, που χαρακτηριστικά σημειώνει:
«Ολοι οι κρατούμενοι έκαναν μαθητές και όλοι όσοι είχαν βγάλει λίγες τάξεις γυμνασίου ή και διαβασμένοι στη φυλακή εργάτες, μπορούσαν να διδάξουν, γιατί υπήρχε αυτός ο ζήλος και η ακούραστη δουλειά...».
Ο Χ. Φραγκουδάκης παρακολούθησε μια διάλεξη του Θ. Κορνάρου, που έγινε το 1939 και ήταν ίσως από τις τελευταίες που έγιναν φανερά. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, πληροφορούμαστε ότι οι κρατούμενοι διδάσκονταν την ελληνική γλώσσα συστηματοποιημένα, μέσα από τα ειδικά μαθήματα γραμματικής της δημοτικής και έκφρασης - έκθεσης.27
«Ο Κορνάρος οργάνωσε μια πρώτη διάλεξη που αποσκοπούσε στην εκμάθηση ανώτερων εκθέσεων. Στη διάλεξη πήραν μέρος περί τα σαράντα άτομα. Μα δυστυχώς, παρενέβηκε η διεύθυνση και απαγόρευσε γενικώς τα μαθήματα, που είχαν οργανωθεί και λειτουργούσαν κατά σχολές, Γραμματική της Δημοτικής Γλώσσας, Πραχτική αριθμητική κλπ. Μας ξεσήκωσε τη βιβλιοθήκη η διεύθυνση και μας άφησε μονάχα τα γαλλικά λεξικά και ένα όλο-όλο Ατλαντα γεωγραφίας».
Παρά τις απαγορεύσεις, το μάθημα της Εκθεσης συνεχίστηκε. Ο Β. Γιαννόγκωνας αναφέρει σχετικά:28
«Μια φορά την εβδομάδα κάναμε εκθέσεις, με θέματα, τις περισσότερες φορές, κατ' αρέσκειαν. Σε μια έκθεσή μου έγραψα μια περιπέτεια που είχα στο στρατό, στη Μικρασία το 1922. Οταν διάβαζα την έκθεσή μου, πίσω από ένα κρεβάτι ήταν κρυμμένος κι άκουγε ο Θέμος Κορνάρος. Οταν τελειώσαμε το διάβασμα των εκθέσεων και κατεβήκαμε στο προαύλιο... μου λέει: "Φίλε Γιαννόγκωνα, να φέρεις την έκθεσή σου να σε βοηθήσω να την κάνεις λογοτέχνημα". Αυτό και έγινε. Και συνεχίσαμε τη συνεργασία...».
Η απαγόρευση του '39 αφορούσε την αγορά και ανάγνωση οποιασδήποτε πολιτικής (ακόμα και φιλοκυβερνητικής) εφημερίδας και οιουδήποτε βιβλίου, ούτε καν λογοτεχνικού ή εγκυκλοπαιδικού. Λίγους μήνες πριν, στις 28.12.1938, μεταφέρανε τον Γληνό στον Πύργο της Σαντορίνης, όπως επίσης από τις 8.3.1938 έκλεισαν στην απομόνωση 34 κρατούμενους, που θεωρούσαν ότι είναι πιο «επικίνδυνα στοιχεία», για την καθοδηγητική δράση και επιρροή τους. Τα μέτρα δεν μπόρεσαν να σταματήσουν τους ρυθμούς της ζωής των κρατουμένων. Τα «εντελώς απαραίτητα βιβλία» έγιναν φύλλο και φτερό και κρύφτηκαν στα πιο απίθανα μέρη. Οσο για τις εφημερίδες και τα περιοδικά, απλώς στοίχιζαν στους κρατούμενους κάπως περισσότερο, διότι δεν ήταν όλοι οι δεσμοφύλακες φανατισμένοι, άλλωστε υπήρχε γι' αυτούς και το οικονομικό όφελος. Ετσι, οι κρατούμενοι κατάφερναν και προμηθεύονταν τακτικότατα τον παράνομο και το νόμιμο Τύπο. Από την αποδελτίωση των ειδήσεων συντασσόταν και κυκλοφορούσε το εσωτερικό δελτίο Τύπου για την ντόπια και διεθνή κατάσταση.29
Την άτυπη βαθμίδα των αναλφάβητων την είχαν αναλάβει κυρίως οι δάσκαλοι. Ενας από τους πιο αγαπητούς των «αγράμματων» ήταν ο 22χρονος Παύλος Σταυρίδης,30 από τη Λάγενη της Φλώρινας, που στις 30.8.1937 δολοφονήθηκε εν ψυχρώ, κατά την επίθεση που έκαναν οι χωροφύλακες. Είναι χαρακτηριστικοί οι αποχαιρετιστήριοι στίχοι του συνεξόριστου Νίκου Παπαπερικλή:
«Τέλειωσε η μάχη. Στη γωνιά σου
απόμειναν λίγα βιβλία.
Δυο στίχοι, μια γραμματική
- πέρα μια αιμάτινη γραμμή
κι άστραψε φως η Ακροναυπλία».
Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Γ. Κουτούγκου, υπήρχε πολύ μεγάλο ποσοστό αναλφάβητων ή στοιχειωδώς εγγράμματων κρατούμενων, ιδιαίτερα από τα αγροτικά στρώματα. Χωρίς να υπάρχουν κάπου λεπτομερέστερες αναφορές, η βαθμίδα αυτή θα έπρεπε να τύγχανε προτεραιότητας, λόγω της αντικειμενικής της αξίας, ως προϋπόθεση κατανόησης και περαιτέρω εμβάθυνσης στα ζητήματα της ζωής και του αγώνα και λόγω της μεγαλύτερης δυνατότητας και προσφοράς διδασκόντων που θα υπήρχε για το επίπεδο γνώσεων που απαιτούνταν. Ο Α. Φλούντζης αναφέρει ένα συγκινητικό γράμμα που έγραψε ο αγρότης Σπύρος Σαντοριναίος, όταν έμαθε να γράφει και ανακοίνωσε το γεγονός στην ανιψούλα του:
«Να μάθεις γραμματάκια να μου γράφεις με τα χεράκια σου, όπως σου γράφω εγώ τώρα με τα δικά μου».
Η μέση βαθμίδα περιλάμβανε κύκλους ειδικών μαθημάτων και γενικότερα εγκυκλοπαιδικές γνώσεις. Τα μαθήματα ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας, Φυσικής, Γεωγραφίας και Αριθμητικής γίνονταν από καθηγητές και φοιτητές. Στο ποίημα του Β. Ρώτα «Οι δάσκαλοι», βρίσκουμε ορισμένα ονόματα δασκάλων της Ακροναυπλίας, όπως τον καθηγητή των ελληνικών Τάσο Τσαλίκη, το φυσικό Βαγγέλη Πόλκο και το δάσκαλο Μπάμπη Κοσκινά:
«Απ' τη Ραχούλα δάσκαλος ο Πόλκος ο Βαγγέλης:
καλόβολος, τριαντάφυλλο με τη μοσκοβολιά του
κι απ' την Αθήνα δάσκαλος κι ο Κοσκινάς ο Μπάμπης:
τραγουδιστής, χωρατατζής και πάντα πεινασμένος,
κι από το Βόλο δάσκαλος κι ο Τάσος ο Τσαλίκης
πάντα γλυκός και πρόσχαρος με λόγια και με γέλια,
δάσκαλοι και δίδαξαν και κράτησαν το νόμο,
γιατί καθώς μαθήματα δώσαν και τις ζωές τους.
Ας χαραχθούν οι μνήμες τους μες στο κατάστιχό μας
που 'χει για πάρε-δώσε του τη δόξα και το χρέος:
στης δόξας τη μερίδα αυτοί, στου χρέους εμείς που ζούμε».
Στους ίδιους δασκάλους αναφέρθηκε και ο μαθητής τους Β. Γιαννόγκωνας:31
«Εγώ παρακολουθούσα την ελληνική και την παγκόσμια Γεωγραφία, Μαθηματικά τις τέσσερις πράξεις (πρόσθεση, αφαίρεση, πολλαπλασιασμό, διαίρεση), κλάσματα, δεκαδικούς, συμμιγείς, προβλήματα τόκου και λίγη Αλγεβρα. Μαθηματικά μας έκανε ο Μύρων Παπαδόπουλος. Γεωγραφία και Γεωμετρία ο Γιώργης Φουρκιώτης από τη Μακεδονία. Φυσική Πειραματική ο Βαγγέλης ο Πόλκος από τη Ραχούλα Καρδίτσης. Ελληνικά μας έκανε ο δάσκαλος Τάσος Τσαλίκης από το Βόλο. Ολοι αυτοί έχουν εκτελεστεί.»
Ο Γ. Μανούσακας γράφει για τον Βασίλη Γιωργούλη, που από τα Μαθηματικά του Δημοτικού μπόρεσε, όχι μόνο να παρακολουθήσει τον ανώτερο κύκλο, μα και να ξεπεράσει και τους δασκάλους του ακόμα!32 Για τα εγκύκλια μαθήματα τον πρώτο καιρό είχαν επιτραπεί ορισμένα σχολικά βιβλία. Ο Μπαρτζιώτας αναφέρει το έργο του Κ. Παπαρρηγόπουλου «Ιστορία του Νεοελληνικού Εθνους», ως το βασικό εγχειρίδιο που διαβαζόταν με μεγάλη προσοχή και που συμπληρώθηκε αργότερα με το βιβλίο του Λαμπρινού «Μορφές του Εικοσιένα». Γενικά, τα θέματα που είχαν να κάνουν με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του '21 συγκινούσαν ιδιαίτερα τους κρατούμενους.
Την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία οι κρατούμενοι τη γνώριζαν μέσα από τις αναλύσεις των μεταφρασμένων κειμένων στη νεοελληνική, όπως τα ομηρικά έπη, σε μετάφραση Πάλλη και Εφταλιώτη. Ζητήματα όπως: ποιος είναι ο αντιπροσωπευτικότερος τύπος του Ελληνα - ο Οδυσσέας ή ο Αχιλλέας; Ποιος χαρακτηριστικός τύπος Ελληνίδας βρίσκει έκφραση στον τύπο της Πηνελόπης; Πού φαίνεται πως το «λιτοδίαιτο του Ελληνα» είναι ένα παραπλανητικό ιδεολόγημα; κ.ά., προκαλούσαν ζωηρά σχόλια και συζητήσεις. Πολλές φορές, η συλλογική απόφαση αμφισβητούσε ακόμα και τις απόψεις των «αυθεντιών», όπως στην περίπτωση της παρομοίωσης της πορείας της Ελλάδας με το μαρτύριο του Σίσυφου από τον Γ. Ζεύγο, και τη διαφωνία του ακροατηρίου.33
Στη λογοτεχνία και την ποίηση, οι Ακροναυπλιώτες, συνεχίζοντας την παράδοση, έτρεφαν ιδιαίτερη εκτίμηση στον ποιητή Κωστή Παλαμά. Τα πιο δημοφιλή έργα του ήταν «Ο δωδεκάλογος του Γύφτου» και «Οι πατέρες», κομμάτια των οποίων έμαθαν απέξω οι περισσότεροι. Μελετούσαν και τους νεότερους ποιητές, όπως τον Α. Σικελιανό, τον Κ. Βάρναλη και τον πρωτοεμφανιζόμενο Γ. Ρίτσο. Κριτήριο επιλογής για τους κρατούμενους, εκτός από το ιδεολογικό και πολιτικό περιεχόμενο του έργου του συγγραφέα ή ποιητή, ήταν και η δημοτική γλώσσα. Ο Δ. Μουρατίδης34, σε συνέντευξή του ανέφερε τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιούσαν οι κρατούμενοι τα αφιερώματα του Τύπου και των λογοτεχνικών περιοδικών. Ο ίδιος διηγείται:
«Οσοι πήγαιναν για ψώνια, τύλιγαν τα τρόφιμα σε παλιές εφημερίδες, που πουλιόνταν με την οκά. Ανάμεσα σ' άλλες προμηθευόμασταν την εφημερίδα "Χρόνος", "Το Βήμα", το περιοδικό του Δ. Φωτιάδη "Νεοελληνικά Γράμματα", με πλούσια λογοτεχνική ύλη, χρονογραφήματα και ιστορικά θέματα. Μου είχαν αναθέσει να αποδελτιώνω τα θέματα, να κόβω τις επιφυλλίδες και να τα κολλάω σε ειδικά τετράδια με ζυμαρόκολλα, κατά ενότητες. Θυμάμαι είχαμε συγκεντρώσει αφιερώματα για τον Οθωνα και την εκθρόνισή του, για τους Ρώσους λογοτέχνες Τσέχοφ, Τολστόι κλπ. Πολλές φορές επεξεργαζόμαστε σε κύκλους τα θέματα και τα παρουσιάζαμε με ομιλίες και διαλέξεις».
Η γεωγραφία και η ιστορία διδάσκονταν με έναν πρωτότυπο, βιωματικό και αποτελεσματικό τρόπο. Ο Γ. Μανούσακας περιγράφει σχετικά:35
«Η Ιστορία λογαριάζονταν το πιο σπουδαίο απ' όλα τα μαθήματά μας. Την αγαπούσαν όλοι οι μαθητές, αν και μας κούραζε, γιατί έπρεπε να αντιγράφουμε από τριάντα ως σαράντα σελίδες μεγάλου τετραδίου για το καθένα από τα μαθήματά της. Αλλά και το γράψιμο ήταν ένα πολύ χρήσιμο μάθημα... Υστερα, η Γεωγραφία ήταν από τα πιο σπουδαία μαθήματα... και την παρακολουθούσαν όλα τα μέλη της ομάδας. Ο χάρτης του κάθε νομού (όταν επρόκειτο για τη γεωγραφία της πατρίδας μας) ή του κάθε κράτους (όταν επρόκειτο για την παγκόσμια γεωγραφία) ζωγραφιζόταν με ακουαρέλες, δίνοντας τη μορφολογία του εδάφους και την υδατογραφία, όπως και τις τοποθεσίες με τις αρχαιότητες. Το μάθημα άρχιζε με την ιστορία της περιοχής που διδασκόμαστε. Από ποιους κατακτήθηκε στην αρχαιότητα, κι από ποιους στη μέση και σύγχρονη εποχή. Στεκόμαστε πάρα πολύ στην οικονομία της περιοχής. Οχι μόνο για το τι παράγει μα και στις δυνατότητες που υπάρχουν για την άνοδο της παραγωγής, ύστερα στις υδατοπτώσεις και στον υπόγειο πλούτο... Το μάθημα αυτό ήταν σαν εισαγωγή στο μάθημα για την οικονομία του τόπου μας και την αγροτική οικονομία...».
Πάνω στα προηγούμενα, ο Β. Μπαρτζιώτας αναφέρει πως με αφορμή τα θέματα που αφορούσαν τον ισπανικό Εμφύλιο και που συγκινούσαν ιδιαίτερα τους κρατούμενους, οι τελευταίοι παρακολουθούσαν με αγωνία τις μάχες που διεξάγονταν στα διάφορα μέτωπά του, μελετώντας με αγωνία και πάθος, βήμα προς βήμα, την πορεία του, πάνω στους χάρτες που αντέγραφαν από τις δημοσιεύσεις των εφημερίδων.
Το ίδιο βιωματικά γινόταν η γνωριμία με τα διάφορα μέρη της Ελλάδας, μέσω των «παροικιών», τοπικών δηλαδή ομάδων, που πλούτισαν τη ζωή των κρατούμενων, αφού τους έφεραν σε επαφή με τα ζωντανά στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού. Οι «παροικίες» μαζεύονταν τακτικά, αντάλλασσαν νέα από την περιφέρειά τους και σκέψεις, έκαναν μνημόσυνα ή μικρά γλέντια με τα τοπικά έθιμα, προσκαλούσαν σε άμιλλα άλλες «παροικίες», αναλάμβαναν μαζικά κάποια χρέωση κλπ. Ο Β. Μπαρτζιώτας36 ως πιο «ζωντανή» από τις «παροικίες» αναφέρει τη «Θεσσαλική παροικία» με το τραγούδι-έμβλημα - την «Καραγκούνα» και τον ομώνυμο χορό. Η μεγαλύτερη ήταν η «Πελοποννησιακή παροικία», με τραγούδι-έμβλημα τον «Αϊτό» και τον περήφανο τσάμικο χορό.
Υπήρχε και η Τρίτη βαθμίδα, της παραπέρα εμβάθυνσης και των στοχασμών, καθώς και της μελέτης πάνω στα προβλήματα της νεοελληνικής κοινωνίας και της συγγραφής μαθημάτων. Αυτήν την παρακολουθούσαν οι φοιτητές και οι απόφοιτοι του Γυμνασίου. Από τη θεματολογία μπορεί εύκολα να συμπεράνει κανείς το υψηλό επίπεδο γνώσεων που απαιτούσαν θέματα όπως: η εξάρτηση της χώρας από το ξένο κεφάλαιο37, η πορεία και η εξέλιξη της ελληνικής βιομηχανίας, το αγροτικό πρόβλημα, το εθνικό ζήτημα, το γλωσσικό κ.ά.
Στις μεγαλύτερες βαθμίδες δίδασκαν και επαγγελματίες, όπως π.χ. οι δικηγόροι και οι γιατροί. Γίνονταν και μαθήματα με επαγγελματική κατεύθυνση, όπως τα λογιστικά που παρέδιδαν ο Ν. Σουκατζίδης38 και ο Αντ. Μακρυποδάρας. Τα μαθήματα φωνητικής τα παρέδιδε ο μαέστρος Γ. Ζαχαρόπουλος. Πολλοί μάθαιναν διάφορα όργανα, ιδίως βιολί, κιθάρα και μαντολίνο. Τα μουσικά όργανα τα έφτιαχναν οι ίδιοι οι κρατούμενοι. Ο Γ. Κουτούγκος φυλάει μέχρι σήμερα την «πτυσσόμενη κιθάρα του», που κατασκευάστηκε στην Ακροναυπλία.39 Εμπνευστής και αρχιτεχνίτης των οργάνων ήταν, κατά τον Β. Γιαννόγκωνα,40 ο Κώστας Σταθόπουλος. Από την ίδια πηγή πληροφορούμαστε και για άλλα μαθήματα επαγγελματικής φύσης, όπως ήταν των κουρέων, ραφτάδων, μαραγκών-ξυλουργών, βιβλιοδετών κλπ. Ο Χ. Φραγκουδάκης αναφέρει στο βιβλίο του,41 πως στήθηκε σε ειδικό χώρο η «"Επαγγελματική Σχολή Κουρέων" αφού οι κουρείς ήταν λιγοστοί και δεν επαρκούσαν. Ετσι έμαθαν την τέχνη ένα - δυο φουρνιές, και είχαμε και περίσσευμα από κουρείς...». Σύμφωνα με τον ίδιο, άμεση ανταπόκριση και ευνοϊκά σχόλια από τον Γληνό βρήκε η πρόταση του Κρητικόπουλου Ρουκουνάκη για μαθήματα χορού και «...σε λίγες μέρες, ένας σαραντάχρονος εργάτης από τον Πειραιά, ο Χαρίτος, έστησε το χοροδιδασκαλείο του».
Οι γιατροί εκπαίδευαν νοσοκόμους για τις ανάγκες του αναρρωτηρίου του στρατοπέδου, όπου υπήρχε οδοντιατρικό τμήμα και φαρμακείο.42 Τα μαθήματα είχαν και εργαστηριακή μορφή, παρά τις δυσκολίες και τις ελλείψεις. Ο Β. Γιαννόγκωνας αναφέρει δυο μαθητές της Σχολής:43
«...Εκαμαν Σχολή Νοσοκόμων, που τους έμαθαν να ρίχνουν ενδοφλέβιες ενέσεις. Από το θάλαμό μου είχαν παρακολουθήσει ο Γιάννης Πλακούδας... κι ο Νίκος Ανδρικίτης. Είχαν γίνει άσοι. Στους μαθητές έμπαινε και βαθμολογία...».
Ανεξάρτητα από τις βαθμίδες, διδάσκονταν οι ξένες γλώσσες. Από μεθοδολογικής πλευράς αξίζει να αναφερθεί ο τρόπος εκμάθησης των ρωσικών, που αναφέρει ο Β. Μπαρτζιώτας. Τα ρωσικά ήταν πολύ δημοφιλή στους Ακροναυπλιώτες, για ευνόητους λόγους. Εκτός από τη συναισθηματική πλευρά, υπήρχε και μια άλλη - αντικειμενική. Πολλοί (γύρω στους 50-60) κρατούμενοι είχαν έστω και κάποια επαφή με τα ρωσικά, επειδή είτε ήταν ποντιακής καταγωγής είτε υπήρξαν ναυτικοί είτε σπούδασαν σε κομματικές σχολές της Σοβιετικής Ενωσης - την Κουτβ κ.ά. Τα μαθήματα γίνονταν με μοναδικό εφόδιο μια ρωσική γραμματική, μια γεωγραφία, διηγήματα του Λ. Τολστόι, έναν τόμο ποιημάτων του Πούσκιν και μια μελέτη του Ε. Ταρλέ για τον Ναπολέοντα. Κάθε κρατούμενος που ενδιαφερόταν για μια γλώσσα συγκέντρωνε τις απαραίτητες λέξεις σε δικό του αυτοσχέδιο λεξικό, ακολουθούσε η πρακτική εξάσκηση - μια προσπάθεια απόδοσης των ειδήσεων ή πληροφοριών στην ξένη γλώσσα. Οσοι κρατούμενοι ενδιαφέρονταν για τα αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά αποκαλούνταν στα αστεία ως «φίλοι της Δύσης». Στην Ακροναυπλία έγιναν μεταφράσεις για πρώτη φορά πολλών θεωρητικών κειμένων από τα ρωσικά, αγγλικά κ.ά., που αντιγράφονταν και κυκλοφορούσαν χέρι - χέρι.
Με τους φοιτητές ασχολιόταν ιδιαιτέρως ο Γληνός. Ο Γ. Κουτούγκος, στη συνέντευξή του, ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια των μαθημάτων αυτών φρόντιζαν όλοι να περιφρουρούν το χώρο, έτσι ώστε κανείς να μη διακόψει τον ειρμό των σοβαρών συζητήσεων.44
Με την κήρυξη του πολέμου, στην Ακροναυπλία γίνονται έντονες ζυμώσεις για το χαρακτήρα του πολέμου και τη στάση που πρέπει να κρατήσουν οι κομμουνιστές. Το μεταξικό καθεστώς, διά στόματος του Μανιαδάκη, αρνήθηκε στους κρατούμενους την εκπλήρωση του πατριωτικού τους καθήκοντος για την υπεράσπιση της πατρίδας και τους παρέδωσε ως όμηρους στους κατακτητές, προδικάζοντας ουσιαστικά το τέλος τους. Για τους κρατούμενους, η οργανωμένη ζωή συνεχίστηκε πεισματικά, με τη διαφορά πως σχεδόν όλη η επιμορφωτική προσπάθεια στράφηκε γύρω από τα εθνικά και διεθνή γεγονότα. Ο Γ. Μανούσακας σημειώνει:
«Οσο περνούσε ο καιρός, οι σύντροφοι, με την παρακολούθηση της κατάστασης στον κόσμο και του πολέμου μας στην Αλβανία, κουράζονταν. Σιγά - σιγά τα μαθήματα σταμάτησαν ολότελα. Καμιά διάλεξη, κανένα διάβασμα ομαδικό εφημερίδας, μόνο κάνα άρθρο παράνομο, που η καθοδήγηση κατάφερνε να μπάσει από τη φοβερή εκείνη παρακολούθηση της Ασφάλειας. Το στρατόπεδο, που δεν έμοιαζε με τον εαυτό του, μα με ανώτερη σχολή, ξαναβρήκε τη μουντή όψη της φυλακής. Πάει και το δικό μου πρόγραμμα μόρφωσης που ήταν: να κατακτήσω σε δυο χρόνια τις γνώσεις του Γυμνασίου και ν' αρχίσω μια ξένη γλώσσα, τη γαλλική... Χαμήλωνε και αδυνάτιζε το καζάνι. Πεινούσαμε, κι η ομάδα δε θεωρούσε πρέπον να πιέσουμε την κατάσταση πολύ για αύξηση του επιδόματος σε καιρό πολέμου...».
Από την ίδια πηγή μαθαίνουμε πως το δύσκολο χειμώνα του '42-'43, με πρωτοβουλία του Γιάννη Ζεύγου (Ταλαγάνη) και του Παναγιώτη Μαυρομμάτη, μπόρεσαν και έγιναν μια σειρά διαλέξεων πάνω στη Φιλοσοφία, που μέχρι τότε ελάχιστα είχε διδαχτεί. Παρά τη φιλόδοξη προσπάθεια, η αναμέτρηση με την πείνα ήταν άνιση, πολύ λίγοι μπόρεσαν να συνεχίσουν να διαβάζουν αυτομορφωνόμενοι. Οι περισσότεροι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν σε άλλες φυλακές, όπως της Πύλου, του Χαϊδαρίου, της Κατούνας, του Λαζαρέτου κλπ. Η μεγάλη πλειοψηφία των Ακροναυπλιωτών πολιτικών κρατούμενων οδηγήθηκε στα εκτελεστικά αποσπάσματα των κατακτητών (Κούρναβο, Καισαριανή κλπ.).
  • Το κείμενο είναι από το βιβλίο της Κυριακής Καμαρινού «Τα πέτρινα πανεπιστήμια», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»
-------------------------------------------------------------------------
Σημειώσεις:
1. Αναγκαστικοί Νόμοι: 117/36, 1075/38, 1841/39, από το βιβλίο του Ρ. Κούνδουρου, σελ. 122.
2. «Κι άστραψε φως η Ακροναυπλία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1976. «Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες 1937-1943», εκδ. «Θεμέλιο», 1986. Και «Ακροναυπλία - θρύλος και πραγματικότητα», εκδ. «Δωρικός», 1978, αντίστοιχα.
3. Ο Βασίλης Γιαννόγκωνας, στο βιβλίο του «Ακροναυπλία», εκδ. «Δίφρος», αναφέρει πως εκεί στρατοπέδευε το 8ο Σύνταγμα Πεζικού της 4ης Μεραρχίας.
4. Β. Μπαρτζιώτας.
5. Για την ακρίβεια, ο Α. Φλούντζης αναφέρει 989, απ' όσα ονόματα μπόρεσε να συγκεντρώσει. Ο Β. Μπαρτζιώτας αναφέρει 650, με πολλές επιφυλάξεις για ό,τι μπόρεσε να συγκεντρώσει. (Καταθέτοντας την προσωπική μου εμπειρία, θα ήθελα να σημειώσω ότι δυο πρώην Ακροναυπλιώτες που μου έδωσαν συνέντευξη, δεν υπήρχαν στους καταλόγους του Β. Μπαρτζιώτα.)
6. Ο Γ. Μανούσακας, ό.π., στη σελ. 119 παρατηρεί πως πάνω από το 60% των κρατούμενων του στρατοπέδου ήταν εργάτες που κατάγονταν από τη φτωχή αγροτιά, αλλά και το ποσοστό των αγροτών ήταν από τα φτωχότερα αγροτικά στρώματα - μικροϊδιοκτήτες και μεροκαματιάρηδες.
7. Υπάρχει και ένα ποσοστό εγκλείστων, γύρω στα 22%, για τους οποίους δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με το επάγγελμά τους. Το ποσοστό αυτό θα πρέπει να αφορά περισσότερο τα εργατικά και αγροτικά στρώματα και λιγότερο τους επιστήμονες ή υπαλλήλους, από την άποψη ότι τα επαγγέλματα των τελευταίων ήταν (και είναι) δημοφιλή για τη νεοελληνική κοινωνία και επομένως δύσκολα δε θα ήταν γνωστά στους περισσότερους (π.χ., αξιωματικοί του στρατού, δημόσιοι υπάλληλοι, γιατροί, δημοσιογράφοι...). Αλλωστε, όπως θα δούμε πιο κάτω, οι επιστήμονες ήταν απαραίτητοι για την οργάνωση των επιμορφωτικών δραστηριοτήτων, γι' αυτό θα ήταν γνωστοί ένας προς έναν.
8. Γ. Μανούσακας, ό.π., σελ. 115.
9. Β. Μπαρτζιώτας, ό.π.
10. Β. Μπαρτζιώτας, ό.π., σελ. 27.
11. Χριστόδ. Φραγκουδάκης, «Ακροναυπλία - Ακροναυπλιώτες, η ζωή και το έργο τους», Αθήνα, 1998.
12. «Το είπε η Ακροναυπλία! - Τι λέει επ' αυτού η Ακροναυπλία;», Μπαρτζιώτας, ό.π.
13. Περ. «Επιθεώρηση Τέχνης», τεύχ. 119-120, 1964, σελ. 544-547, άρθρο του Μ. Ε.
14. Η πραγματική σειρά των διαλέξεων ήταν η εξής: α) στις 21.5.1937 - Πώς πρέπει να διαβάζουμε. β) στις 4.6.1937 - Πώς πρέπει να μιλάμε και γ) στις 11.6.1937 - Πώς πρέπει να γράφουμε. Τα διαγράμματα των διαλέξεων βρέθηκαν στις σημειώσεις του με το γενικό τίτλο «Οδηγός στη μόρφωση» και κυκλοφόρησαν ακόμα και σε μπροσούρες από το 1944.
15. Γ. Κουτούγκου, «Το λαϊκό θέατρο του βουνού», Αθήνα, 1987. Από τις αναφορές καταξιωμένων προσωπικοτήτων και συγγραφέων του προλόγου του βιβλίου, φαίνεται η «άτυπη» καλλιτεχνική σταδιοδρομία του, που παρακολούθησε τα ιστορικά γεγονότα του τόπου μας για μισό αιώνα μέσα από τις φυλακές και εξορίες - Συγγρού, Ακροναυπλία, Πύλος, Αΐ-Στράτης, Γιούρα. Την περίοδο της Αντίστασης δίνει το «παρών» στην ψυχαγωγία και πολιτιστική δραστηριότητα στο βουνό, ενσαρκώνοντας το σύνθημα: «Πολεμάμε και τραγουδάμε».
16. «...Βίβα Ντούτσε αεροκοπανάτο, που τα 'κανες άνω κάτω και σου μαύρισαν τον πάτο...», Γ. Κουτούγκου, ό.π., πρόλ. Χ. Σακελλαρίου, σελ. 7.
17. Γ. Κουτούγκου, ό.π., πρόλ. Χ. Σακελλαρίου, σελ. 13.
18. Συλλογικό έργο, Στη μνήμη του Δ. Α. Γληνού, εκδ. «Τα Νέα Βιβλία», 1946, σελ. 165.
19. Ο Β. Μπαρτζιώτας αναφέρει μια τραγική ειρωνεία σχετικά με το έργο «Οι φοιτητές». Ο κρατούμενος φοιτητής Βαγγέλης Καββαδίας, που ενσάρκωνε τον κύριο ρόλο, τον έπαιξε δέκα χρόνια αργότερα (1948) και στη ζωή, όταν αρνούμενος να υπογράψει «δήλωση μετανοίας», παρά τις εκκλήσεις του πατέρα του, εκτελέστηκε (ό.π., σελ. 62).
20. Α. Φλούντζης, ό.π. σελ. 119.
21. Αν και υπήρξε προσωπικός φίλος του Μανιαδάκη, δεν του έγραψε ποτέ να μεσολαβήσει για λογαριασμό του. Τον εκτέλεσαν αργότερα με τους 200 της Καισαριανής (σημ. Γ. Κουτούγκος).
22. Α. Φλούντζης, ό.π., σελ. 119.
23. Τα χειρόγραφα αντίτυπα υπάρχουν στο Τμήμα Ιστορίας του ΚΚΕ. Το 1945 κυκλοφόρησε μπροσούρα με τίτλο «Ακροναυπλία - Διαλέξεις», όπου υπάρχει αυτή η διάλεξη.
24. Μια σύντομη ματιά στη βιογραφία του Γιάννη Ζεύγου αποτελεί μια πρώτης τάξης απόδειξη της ύπαρξης και της επίδρασης της μορφωτικής δουλειάς στις φυλακές και εξορίες. Ο γιος φτωχού αγρότη και απόφοιτος του Διδασκαλείου Τρίπολης το 1917, εξορίζεται στη Φολέγανδρο το 1925. Το 1926 αναλαμβάνει τη Διεύθυνση του Λαϊκού Βιβλιοπωλείου του ΚΚΕ και από το 1933 αρθρογραφεί και γίνεται αρχισυντάκτης των κομματικών εντύπων «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» και «Ριζοσπάστης». Η ιδεολογική του εξέλιξη βρίσκεται σε αντιστοιχία με την κομματική. Μετά το '38 κρατείται στις φυλακές της Αίγινας και της Κέρκυρας. Χειρίζεται με άνεση και επιστημονική εγκυρότητα δύσκολα θέματα οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής υφής. Το '41 μεταφέρεται στην Ακροναυπλία. Δολοφονήθηκε στις 20.3.47, δυο ώρες μετά από τη στιγμή που, ως αρχηγός της αντιπροσωπίας του ΕΑΜ, επέδωσε στην Επιτροπή Ερεύνης του ΟΗΕ μια βαρυσήμαντη επιστολή.
25. Εγινε αργότερα πολύ γνωστός χρονογράφος λαϊκών εφημερίδων. Εγραψε το έπος «Η μπαλάντα της Ακροναυπλίας».
26. Ο Μ. Σιγανός για τη «Φυματίωση», ο Α. Φλούντζης για τα «Αφροδίσια νοσήματα» και ο Β. Μπαρτζιώτας για τα «Λοιμώδη νοσήματα» και το «Ρόλο του ενστίκτου στη διαιώνιση του είδους, βάσει απόψεων του Σ. Φρόιντ». Γ. Μανούσακας, ό.π., σελ. 126-127.
27. Χ. Φραγκουδάκης, ό.π., σελ. 32-33. Θα άξιζε ιδιαίτερης αναφοράς ή ακόμα και μελέτης το θέμα της προσφοράς των μορφωτικών δραστηριοτήτων στις φυλακές και εξορίες στην υπόθεση της καλλιέργειας και του αγώνα για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας. Στο επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα δεν είχε μείνει ίχνος από τις μεταρρυθμίσεις του Βενιζέλου του '20 και '29 και μια σειρά νομοσχέδια συμπλήρωσαν την εικόνα της εκπαιδευτικής άπνοιας και παλινδρόμησης. Ο Γ. Μανούσακας (ό.π., σελ. 127) αναφέρει πως το μάθημα της ορθογραφίας το θεωρούσαν όλοι τους «αναγκαίο κακό», που θα έπρεπε να ανεχθούν. Στο θέμα της δημοτικής, όμως, ήταν αδιάλλακτοι. Μεταφράζανε για εξάσκηση κείμενα της καθαρεύουσας στη δημοτική.
28. Β. Γιαννόγκωνας, ό.π., σελ. 36.
29. Ο Δημήτρης Μουρατίδης, σε προφορική - διευκρινιστική συνέντευξή του (βλ. υποσημ. παρακάτω), περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο η Ομάδα συνέχισε να προμηθεύεται και να αποδελτιώνει τον Τύπο, σχεδόν καθημερινά.
30. Β. Μπαρτζιώτας, ό.π., σελ. 33.
31. Β. Γιαννόγκωνας, ό.π., σελ. 36.
32. Γ. Μανούσακας, ό.π., σελ. 128.
33. Β. Μπαρτζιώτας, ό.π., σελ. 54.
34. Η συνέντευξη έγινε πάνω σε διευκρινιστικές ερωτήσεις και γι' αυτό δεν αποτελεί ενιαίο κείμενο, ώστε να αναφερθεί στο Παράρτημα.
35. Β. Μπαρτζιώτας, ό.π., σελ. 127.
36. Β. Μπαρτζιώτας, ό.π., σελ. 40.
37. Τη μελέτη για το ρόλο του ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα την επεξεργάστηκε και ο Νίκος Μπελογιάννης, που ήταν στην Ακροναυπλία από το 1940.
38. Για τα μαθήματα που παρέδιδε, αλλά και παρακολουθούσε ο Ναπολέοντας Σουκατζίδης στην Ακροναυπλία, έγραψε το 1945, στο περιοδικό «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», τεύχ. Απριλίου - Μαΐου, ο Ζήσης Ζωγράφος, που ήταν στο ίδιο κελί φυλακισμένος στο Χαϊδάρι, τα χρόνια της Κατοχής. Η ηρωική πράξη που συνδέεται με το όνομα του Ν. Σουκατζίδη αφορά το γεγονός πως, όντας διερμηνέας, αρχικά των Ιταλών και αργότερα των Γερμανών, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του να απαλύνει τον πόνο των συμπατριωτών του και να τους γεμίζει με αισιοδοξία στις δύσκολες στιγμές. Οταν ο Γερμανός διοικητής τού πρότεινε να τουφεκιστεί άλλος στη θέση του, το αρνήθηκε πεισματικά. Εκτελέστηκε την Πρωτομαγιά του 1944, μαζί με τους 200 της Καισαριανής: «Ο Ναπολέων έζησε εντατικά την πνευματική ζωή της Ακροναυπλίας. Οσο υπήρχαν βιβλία, μελετούσε ιστορία, λογοτεχνία, λαογραφία, ξένες γλώσσες. Εμαθε τέλεια τα γερμανικά, τα γαλλικά, τα αγγλικά, τα ρωσικά, τα τουρκικά. Δίδασκε την ημέρα στους συντρόφους του -εργάτες και αγρότες- ελληνικά, ιστορία, ξένες γλώσσες και το βράδυ στο μισοσκόταδο, σε μια γωνιά του μεγάλου θαλάμου, τσίτωνε το αυτί του να μη χάσει λέξη από το μάθημα του μεγάλου δασκάλου του, του Δημήτρη Γληνού. Ο Ν. ούτε στις πιο δύσκολες ώρες του Χαϊδαρίου δεν αδιαφόρησε για τη μόρφωση... Μια βραδιά γύρισε πετώντας από τη χαρά του στο δωμάτιο με το βιβλίο του Ν. Ζαχαριάδη "Ο αληθινός Παλαμάς" (που είχε σώσει από τις φλόγες). Επέμενε. Ξενυχτήσαμε. Διαβάσαμε με το καρδιοχτύπι ν' ανοίξει ξάφνου ο σκοπός την πόρτα και να μας πιάσει με το βιβλίο στα χέρια!»
39. Βλ. συνέντευξη με τον Γ. Κουτούγκο.
40. Β. Γιαννόγκωνας, ό.π., σελ. 38-39. Για τα μαθήματα μουσικής γράφει: «Είχα δικό μου μαντολίνο, διάβαζα νότες και έπαιζα κομμάτια, είχα πέσει με τη μούρη και είχα γίνει στο θάλαμό μου βάσανο... τέτοια μανία είχα να μάθω, που μια φορά μια χορδή του σολ μου έλειπε και επειδή ήτανε δύσκολο να βρούμε, την έκλεψα από το μπουζούκι ενός χωροφύλακα, που το είχε φέρει στο συνεργείο του ξυλουργείου μας για επισκευή...» Σχετικά με το ξυλουργείο σημειώνει: «...κάναμε βαλίτσες, κασετίνες, σκάκια, ημερολόγια, χαρτοφύλακες. Οι χωροφύλακες αγοράζανε (στο κόστος) πολλά τέτοια. Φτιάχναμε και αναλόγια. Εβαζες μπροστά το βιβλίο σου και μπορούσες να γράψεις πολύ αναπαυτικά...».
41. Χ. Φραγκουδάκης, ό.π., σελ. 35.
42. Α. Φλούντζης, ό.π., σελ. 107.
43. Β. Γιαννόγκωνας, ό.π., σελ. 36.
44. Η σχέση του Γληνού με τους φοιτητές και η αγάπη του για τη σπουδάζουσα γενιά αποτελούν ένα γνώριμο, συνεπές και συνεχές γνώρισμα της ιστορίας του. Η προτροπή για δημιουργική μελέτη είναι μια μόνιμη επωδός που αναδεικνύει την αγωνία και το ιδανικό που προσπαθεί να εμφυσήσει στους μελλοντικούς επιστήμονες για την αναγέννηση των πανεπιστημιακών και ιδιαίτερα των ανθρωπιστικών σπουδών. Η αλληλογραφία με τους μαθητές του είναι αποκαλυπτική. Σ' ένα από τα γράμματα με ημερομηνία 19.9.1937 διαβάζουμε: «εκείνο που με χαροποιεί ιδιαίτερα είναι ο πόθος σου για πνευματική μόρφωση, για αληθινή πνευματική καλλιέργεια... Αυτό είναι μια δουλειά σοβαρή, πολύ σημαντική, μακριάς πνοής. Θέλει υπομονή, καρτερία, πίστη. Είναι η μεγαλύτερη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει ο άνθρωπος στον εαυτό του...».

Η ζωή στις φυλακές και την εξορία στα χρόνια του Μεταξά

του Πολυμέρη Βόγλη 

Ο Αυστραλός δημοσιογράφος Μπερτ Μπερτλς έφτασε μαζί με τη γυναίκα του στην Ελλάδα το Σεπτέμβριο του 1935. Αν και ενθουσιώδης αρχαιολάτρης, αποφάσισε να κάνει ένα διαφορετικό οδοιπορικό στην Ελλάδα και στις αρχές του 1936 επισκέφτηκε τους πολιτικούς εξόριστους στην Ανάφη και τη Γαύδο. Το βιβλίο με τις εντυπώσεις του από τη ζωή των πολιτικών εξορίστων, που κυκλοφόρησε το 1938 στα αγγλικά (και πριν λίγα μόλις χρόνια στα ελληνικά, με τίτλο Εξόριστοι στο Αιγαίο, από τις εκδόσεις «Φιλίστωρ») είναι από τις πρώτες, και πιο διεισδυτικές, μαρτυρίες που διαθέτουμε για την καθημερινή ζωή στην εξορία στη δεκαετία του 1930.
                             
Αναχωρώντας από τη Γαύδο για τον Πειραιά, στο τέλος αυτού του ιδιότυπου ταξιδιού, γράφει: «Μόνο όταν το καΐκι άρχισε να απομακρύνεται και η μικρή ομάδα στην ακτή να μικραίνει πάνω στο περίγραμμα του κόλπου και του λόφου του νησιού πίσω τους, συνειδητοποίησα τι βασάνιζε περισσότερο αυτούς τους εξόριστους. Δεν ήταν οι στερήσεις, η ανεπάρκεια τροφής, η έλλειψη σχέσεων -μολονότι όλα αυτά μερικές φορές έπρεπε να μοιάζουν αβάσταχτα- αλλά η απομόνωση πάνω σ' ένα νησί όπου τίποτε δεν φύτρωνε, όπου δεν υπήρχε έστω μια μικρή κοινότητα για να συναναστραφούν, όπου έπρεπε να ισιώσουν ένα κομμάτι γης και να υποκριθούν ότι ήταν πλατεία -ένα μέρος για να συγκεντρώνονται το απόγευμα- όπου δεν υπήρχε κανείς άλλος για να κουβεντιάσουν πέρα από τους δεκατρείς τους, όλη μέρα, όλο το χρόνο».

Αυτή είναι η καταστατική συνθήκη ύπαρξης στην εξορία, του εγκλεισμού γενικότερα. Δεν θα αλλάξει ούτε μερικούς μήνες αργότερα, κάτω από το δικτατορικό καθεστώς του Ι. Μεταξά, ούτε μια δεκαετία αργότερα, στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Αυτά που αλλάζουν είναι ότι προστίθενται και άλλα νησιά ως τόποι εξορίας και πολλαπλασιάζεται ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων και εξορίστων.

Στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά τόποι εξορίας, πέρα από την Ανάφη και τη Γαύδο, είναι η Φολέγανδρος, τα Κύθηρα, η Σέριφος, η Σίφνος, η Κίμωλος, η Αμοργός, η Ικαρία, ο Αη Στράτης. Πέρα από τους εξόριστους υπήρχαν και οι πολιτικοί κρατούμενοι, οι οποίοι ήταν φυλακισμένοι στις φυλακές της Ακροναυπλίας, της Κέρκυρας, της Πύλου, της Αίγινας, Αβέρωφ, Συγγρού, Επταπυργίου. Εκτιμάται ότι μεταξύ 1929 και 1937 εκτοπίστηκαν 3.000 άτομα με βάση το Ιδιώνυμο και άλλα 1.000-5.000 με βάση διάφορους άλλους νόμους του μεταξικού καθεστώτος. Οταν ξεσπά ο πόλεμος, το 1940, υπήρχαν στην Ελλάδα 2.000 πολιτικοί κρατούμενοι και εξόριστοι.

Οι μαρτυρίες πολιτικών εξορίστων δεν είναι πάρα πολλές, και αφορούν κυρίως τη ζωή στην Ανάφη, επειδή εκεί ήταν συγκεντρωμένος ένας αρκετά μεγάλος αριθμός εξορίστων. Στο επίκεντρο αυτών των μαρτυριών βρίσκονται οι ποικίλες στερήσεις και κακουχίες της ζωής στα ξερονήσια, όπως οι ελλείψεις τροφίμων που προκαλούσε η κακοκαιρία (καθώς τα τρόφιμα στέλνονταν με πλοία), η έλλειψη νερού, η αίσθηση απομόνωσης. Παράλληλα, ένα μεγάλο μέρος των μαρτυριών αφιερώνεται στην οργάνωση της συλλογικής ζωής μέσα από τις «ομάδες συμβίωσης», ή αλλιώς «κολεκτίβες», που κάλυπταν όλες τις πτυχές της καθημερινότητας, από το μαγείρεμα και την καθαριότητα μέχρι τις αγροτικές εργασίες και τις πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει Το ημερολόγιο της Ανάφης στη δικτατορία του Μεταξά (1997) από τον Κώστα Γαβριηλίδη ενώ στις λίγες μαρτυρίες για την εξορία στα χρόνια του Μεταξά θα πρέπει κανείς να συμπεριλάβει τού Γιώργου Ζάρκου, Ομάδες Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων Ανάφης - ΟΣΠΕΑ, του Νίκου Τζαμαλούκα, Ανάφη. Ο Γολγοθάς της λευτεριάς (1975), ενώ αναφορές στην εξορία υπάρχουν στα βιβλία του Βασίλη Μπαρτζιώτα Στις φυλακές και τις εξορίες (1978) και του Κώστα Μπίρκα Σελίδες του αγώνα. Ηρωικό χρονικό της δεκαπενταετίας 1935-1950 (1966).

Πέρα από τις μαρτυρίες, ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στη μελέτη της Μάργκαρετ Κένα Η κοινωνική οργάνωση της εξορίας. Πολιτικοί κρατούμενοι στον Μεσοπόλεμο («Αλεξάνδρεια» 2004). Το βιβλίο τής Κένα, συνδυάζοντας την ανθρωπολογική με την ιστορική προσέγγιση, αποτελεί μια σε βάθος ανάλυση της καθημερινότητας των εξορίστων, η οποία αναδεικνύει την ποικιλομορφία των σχέσεων συμβίωσης και εξουσίας μεταξύ των πολιτικών εξορίστων.

Η κυριαρχία της συλλογικότητας, ή καλύτερα η πρόταξη της ομάδας απέναντι στην υποκειμενικότητα, αντικατοπτρίζεται και στο πλούσιο, ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό που συνοδεύει την έκδοση. Οι ομαδικές φωτογραφίες με σκηνές από την καθημερινότητα, όπου οι εξόριστοι εργάζονται, διαβάζουν ή κάνουν μπάνιο στη θάλασσα, υπογραμμίζουν την αίσθηση ότι το άτομο μπορούσε να γίνει αντιληπτό μόνο ως μέρος της «ομάδας συμβίωσης» ή, πιο απλά, το γεγονός ότι η ατομική επιβίωση ήταν συλλογική υπόθεση στην εξορία.

Πολύ περισσότερα ήταν τα βιβλία που εκδόθηκαν με μαρτυρίες για τη ζωή των πολιτικών κρατουμένων, ιδιαίτερα στην Ακροναυπλία. Οι μαρτυρίες των πολιτικών κρατουμένων έχουν αρκετές ομοιότητες με αυτές των εξορίστων. Το μεγαλύτερο μέρος των μαρτυριών αφιερώνεται στη συλλογική ζωή μέσα στη φυλακή. Οι κρατούμενοι ήταν οργανωμένοι σε ομάδες συμβίωσης και κάθε ομάδα εξέλεγε ένα γραφείο, το οποίο ανέθετε καθήκοντα στους φυλακισμένους (μαγειρεία, ράφτες, τσαγκάρηδες, κ.λπ.), ήταν υπεύθυνο για τα οικονομικά της ομάδας και οργάνωνε τις μορφωτικές και πολιτιστικές δραστηριότητες (μαθήματα, θεατρικές παραστάσεις, κ.λπ.)

Τα πρώτα βιβλία εκδίδονται ήδη στη δεκαετία του 1960, όπως του Βασίλη Γιαννόγκωνα «Ακροναυπλία» (1963) και του Γεράσιμου Αντωνάτου «Στην Ακροναυπλία» (1965). Στη μεταπολίτευση θα εκδοθούν αρκετές ακόμα, όπως μεταξύ άλλων του Βασίλη Μπαρτζιώτα «Κι άστραψε φως η Ακροναυπλία» (1977), του Γιάννη Μανούσακα «Ακροναυπλία (Θρύλος και Πραγματικότητα)» (1975) και «Το χρονικό ενός αγώνα. Ακροναυπλία, 1939-1943» (1986), του Αντώνη Φλουντζή, «Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες», 1937-1943 (1979). Οπως προανέφερα, έχουμε πολύ περισσότερες μαρτυρίες για την Ακροναυπλία απ' ό,τι για άλλες φυλακές ή για την εξορία. Γενικότερα, θα έλεγε κανείς ότι η Ακροναυπλία έγινε ο κατ' εξοχήν μνημονικός τόπος τής Αριστεράς για τις διώξεις στη μεταξική δικτατορία, όπως αντίστοιχα έγινε αργότερα η Μακρόνησος για τον εμφύλιο πόλεμο. Γιατί, όμως;

Ο πρώτος λόγος συνδέεται με τον υψηλό βαθμό κομματικής πειθαρχίας που επέδειξαν οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας, ιδιαίτερα στο θέμα των δηλώσεων μετανοίας. Εχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε την περίπτωση της Ακροναυπλίας σε σχέση με τις φυλακές της Κέρκυρας, για τις οποίες έχουμε την εξαιρετική μαρτυρία του Βασίλη Νεφελούδη Ακτίνα Θ' (1974). Παρά το γεγονός ότι στις φυλακές Κέρκυρας φυλακίστηκαν κορυφαία στελέχη του ΚΚΕ, μεταξύ άλλων και ο Νίκος Ζαχαριάδης, και οι συνθήκες διαβίωσης ήταν πολύ πιο σκληρές, καθώς οι κρατούμενοι έζησαν δύο ή και τρία χρόνια σε πλήρη απομόνωση, η περίπτωση των φυλακών Κέρκυρας δεν έγινε εξίσου αξιομνημόνευτη.

Αυτό μάλλον συνέβη επειδή ένας μεγάλος αριθμός πολιτικών κρατουμένων υπέγραψε δήλωση μετανοίας (όπως ο Θανάσης Κλάρας, ο Κώστας Γαβριηλίδης, ο Στέλιος Σκλάβαινας), ενώ κάποιοι άλλοι προχώρησαν και στη συνεργασία με το μεταξικό καθεστώς. Στην Ακροναυπλία, αντίθετα, ο κομματικός μηχανισμός οργανώθηκε καλύτερα, η κομματική πειθαρχία αποκαταστάθηκε γρήγορα, με αποτέλεσμα πολύ λίγοι κρατούμενοι να υπογράψουν δήλωση. Η επαγρύπνηση απέναντι στον «εχθρό», η αυστηρή πειθαρχία, η υποταγή στην ηγεσία, η προάσπιση της μονολιθικότητας του κόμματος έγιναν οι αρετές των πολιτικών κρατουμένων της Ακροναυπλίας και ο «Ακροναυπλιώτης» έγινε συνώνυμο ενός συγκεκριμένου τύπου κομμουνιστή. Συναφές με τα προηγούμενα, αλλά και με τη διαδικασία ανάδειξης της Ακροναυπλίας σε μνημονικό τόπο, είναι το γεγονός ότι πάνω από τριάντα πρώην κρατούμενοι της Ακροναυπλίας τοποθετήθηκαν σε κεντρικά καθοδηγητικά όργανα του ΚΚΕ μεταπολεμικά.

Η Ακροναυπλία κατείχε εξέχουσα θέση στη συλλογική μνήμη της Αριστεράς και για έναν άλλο λόγο: τη μοίρα των πολιτικών κρατουμένων της συγκεκριμένης φυλακής κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Μετά τη γερμανική εισβολή και την κατοχή της χώρας, την άνοιξη του 1941, οι πολιτικοί κρατούμενοι δεν απελευθερώθηκαν από την κυβέρνηση αλλά, απεναντίας, παραδόθηκαν στις ιταλικές δυνάμεις κατοχής. Οι πολιτικοί κρατούμενοι αρχικά υπέφεραν από την πείνα, πάλι όμως όχι όσο οι πολιτικοί εξόριστοι.

Οι πολιτικοί εξόριστοι το χειμώνα του 1941 έμειναν χωρίς τρόφιμα, με συνέπεια να πεθάνουν από την πείνα 18 πολιτικοί εξόριστοι στην Ανάφη και 33 στον Αη Στράτη -εμπειρία που έχει αποτυπωθεί στη συγκλονιστική μαρτυρία του Κώστα Μπόση «Αη Στράτης. Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941» (1947).

Οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας μετά το 1942 διαμοιράστηκαν σε διαφορετικές φυλακές και στρατόπεδα. Πάρα πολλοί χρησιμοποιήθηκαν από τις δυνάμεις κατοχής ως όμηροι και εκτελέστηκαν σε αντίποινα για ενέργειες των ανταρτών. Η πιο γνωστή τέτοια περίπτωση είναι η εκτέλεση 200 κρατουμένων (από τους οποίους 160 ήταν Ακροναυπλιώτες) την Πρωτομαγιά του 1944 από τους Γερμανούς. Συνολικά 399 πρώην Ακροναυπλιώτες εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς στη διάρκεια της Κατοχής. Ο «Ακροναυπλιώτης», έτσι, έγινε και συνώνυμο της ηρωικής θυσίας και του μάρτυρα της Αντίστασης.

Οι μαρτυρίες για τη ζωή στις φυλακές και την εξορία στα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας επιδέχονται πολλαπλές αναγνώσεις. Μας επιτρέπουν να τις διαβάσουμε μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες: ως σταθμούς στη βιογραφία τής Αριστεράς ως ενός συλλογικού πολιτικού και κοινωνικού υποκειμένου, ως τεκμήρια για τις συνθήκες και την εμπειρία του εγκλεισμού, ως υλικό για τη μελέτη της διαμόρφωσης της συλλογικής μνήμης, ως αφηγηματικά παραδείγματα για τις επόμενες γενιές πολιτικών κρατουμένων και εξορίστων που έγραψαν τις δικές τους μαρτυρίες. Κοντολογίς, μας επιτρέπουν να ξαναδούμε μια επώδυνη όσο και συναρπαστική περίοδο της σύγχρονης κοινωνικής ιστορίας της Ελλάδας.

Ελευθεροτυπία, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 04/08/2006
Via

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

Ο δημοτικισμός του Μεταξά

της Δ. Ρηγοπούλου,

[Το κείμενο αυτό είναι επεξεργασμένη μορφή της προφορικής υποστήριξης της διατριβής μου (2002), με αντικείμενο Η εκπαιδευτική και γλωσσική πολιτική της μεταξικής περιόδου (1936-1941).]

Το γλωσσικό ζήτημα στην Ελλάδα εμφανίστηκε ήδη από το 19ο αιώνα και πήρε τη μορφή κινήματος υπέρ της δημοτικής προς το τέλος αυτού του αιώνα με το Ταξίδι του Ψυχάρη και την υποστήριξη μιας μερίδας λογοτεχνών, της λεγόμενης ‘γενιάς του ‘80’. Έως το 1976, που καθιερώθηκε επίσημα η δημοτική γλώσσα στο σχολείο και στη δημόσια διοίκηση διέρρευσε ένας αιώνας. Στη διάρκεια ενός ολόκληρου αιώνα ένα κοινωνικό ζήτημα, όπως η διαμάχη για τη γλώσσα, δεν ήταν δυνατό να διεξάγεται με τους ίδιους όρους, δεν ήταν δυνατό να παραμείνει αναλλοίωτο. Η σφοδρότητα και το πολιτικό ενδιαφέρον της διαμάχης δημιούργησαν ωστόσο μια μυθολογία για το δημοτικισμό και τους πρωταγωνιστές του, η οποία ακόμη και σήμερα δημιουργεί προβλήματα στην ιστορική έρευνα. Γιατί η μυθολογία σχηματοποιεί, καθολικεύει και εξιδανικεύει πρόσωπα και καταστάσεις. Έτσι ο δημοτικισμός ταυτίστηκε με το αίτημα του εκδημοκρατισμού και οι δημοτικιστές προβλήθηκαν ως αγωνιστές της δημοκρατίας. Ούτε το ένα ούτε το άλλο επιβεβαιώνεται από την ιστορική έρευνα για όλη τη διάρκεια του δημοτικισμού, όπως φαίνεται από τη δημοτικιστική πολιτική, που άσκησε ένας εξ ορισμού εχθρός της δημοκρατίας, ο δικτάτορας Μεταξάς, με την ιδεολογική στήριξη και τη συνεργασία ορισμένων από τους πιο επιφανείς δημοτικιστές.

Έως την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929, που θεωρήθηκε σταθμός για τα εκπαιδευτικά μας πράγματα, ο δημοτικισμός πέρασε από διάφορες φάσεις: Με την ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1910, διατυπώθηκαν για πρώτη φορά επίσημα τα αιτήματα του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, που συνέδεαν την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στο σχολείο με τον εκδημοκρατισμό και τον εκσυγχρονισμό, τον “αστικό συγχρονισμό”, κατά την ορολογία που χρησιμοποιούσαν οι δημοτικιστές της εποχής, μεταξύ των οποίων ο Σκληρός, ο Γληνός κ.ά.

Ήδη από την εμφάνιση του δημοτικιστικού κινήματος και ακόμη περισσότερο με την ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, η πολεμική κατά του δημοτικισμού επικεντρώθηκε κυρίως στην ταύτισή του με τον κομμουνισμό η οποία, ενισχύθηκε κατά την εκτίμηση του Δελμούζου, με την “αριστερή στροφή του Γληνού”. Το γεγονός αυτό, οι αποτυχημένες απόπειρες των φιλελεύθερων κυβερνήσεων για τη μεταρρύθμιση του σχολείου μέσα στο πνεύμα του δημοτικισμού και η αυξανόμενη πίεση των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων της εποχής, οδήγησαν στη διάσπαση του Ομίλου το 1927. Ο Δελμούζος, απογοητευμένος από τις αλλεπάλληλες ήττες και μην μπορώντας να εξηγήσει την αποτυχία, θα καταλήξει μετά από τη διάσπαση στο συμπέρασμα ότι για όλα φταίει η πολιτική, το γεγονός δηλαδή, ότι η μεταρρύθμιση, που ήταν έργο κατεξοχήν εθνικό, ταυτίστηκε με κομματικά συμφέροντα και πολιτικοποιήθηκε. Tο πιο ενδιαφέρον σημείο στην ανάλυση του Δελμούζου είναι ότι εντοπίζει την πολιτικοποίηση της μεταρρύθμισης στην προσχώρηση του Γληνού στην κομμουνιστική ιδεολογία, γεγονός που ενίσχυσε, κατά την άποψή του, την αντίδραση στην κακόπιστη ταύτιση του κομμουνισμού με τον εκπαιδευτικό δημοτικισμό, ταύτιση, που τελικά λειτούργησε υπέρ της κομμουνιστικής προπαγάνδας, καθώς η αντίδραση χτυπώντας το δημοτικισμό, πολέμησε και το εθνικό συμφέρον, δίνοντας έτσι επιχειρήματα στον κομμουνισμό και εμποδίζοντας να ριζώσει “η υπερταξική έννοια της σωστής πολιτείας” (A. Δελμούζος, 1958Β΄: 339-340).

Ο Τριανταφυλλίδης συμμερίζεται τις θέσεις του Δελμούζου για τον υπερταξικό χαρακτήρα του εκπαιδευτικού δημοτικισμού και συμφωνεί ότι “η σύγχυση του Δημοτικισμού με τον κομμουνισμό μεγαλώνει με τη στροφή του Γληνού προς αυτόν” (1988: 156), καθώς ο Γληνός πρόσφερε μ’ αυτή την προσωπική του επιλογή ένα επιπλέον επιχείρημα στους εχθρούς της σχολικής δημοτικής. Δεν καταλήγει όμως στα ίδια γενικά συμπεράσματα με το Δελμούζο. Δεν καταλογίζει δηλαδή ευθύνες για την πορεία του εκπαιδευτικού δημοτικισμού στην εμπλοκή της πολιτικής γενικά ούτε θα πάψει ποτέ να υποστηρίζει ότι μόνο με την παρέμβαση της πολιτικής και του κράτους θα επιτευχθεί η αλλαγή της καθιερωμένης σχολικής γλώσσας. Ακόμη και όταν με τις πολιτικές αλλαγές ανακόπτονται κάθε φορά οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες των φιλελεύθερων κυβερνήσεων και η δημοτικιστική υπόθεση υφίσταται ήττες, ο Τριανταφυλλίδης αιτιολογεί την αποτυχία με άλλους όρους: “Ό,τι όμως έφταιξε και φταίει είναι ο κομματισμός μας, που μας κάνει να κρίνωμε και τις εθνικότερες κυβερνητικές πράξεις σύμφωνα με τις κομματικές μας προκαταλήψεις και τις προσωπικές μας βλέψεις. Έτσι τίποτε δεν μπορεί να πάει εμπρός στον τόπο μας και είναι περιττό και να μιλούμε για το πώς θ’ αποχτήσωμε παιδεία καλύτερη, όσο είμαστε ανίκανοι να αισθανθούμε άξιοι πολίτες” (M. Tριανταφυλλίδης, 1963α: 183). Υιοθετώντας τη διάκριση πολιτικής και κομματισμού αποφεύγει το αδιέξοδο στο οποίο φτάνει ο Δελμούζος και απαλλαγμένος πλέον από τα όποια διλήμματα δηλώνει υπέρμαχος της ‘εθνικής’ πολιτικής από οποιοδήποτε πολιτικό χώρο και αν προέρχεται. Η υιοθέτηση αυτού του ‘πολιτικού ρεαλισμού’ τον οδήγησε στη στενή συνεργασία του με το δικτάτορα Μεταξά, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η υπόθεση του δημοτικισμού. Πουθενά στα γραπτά του δε φαίνεται να προβληματίζεται ηθικά ή πολιτικά γι’ αυτή τη συνεργασία, αντίθετα μάλιστα οι θριαμβολογίες του για τη ‘νίκη της δημοτικής’ χάρη στο Μεταξά, εκφράζουν την ικανοποίησή του γι’ αυτή την επιλογή. Γράφει στο "Δημοτικισμός και αντίδραση": “Ενώ τριάντα χρόνια νωρίτερα υπουργός της Παιδείας ονόμαζε εγκληματίες όσους ζητούσαν να γινόταν σχολική γλώσσα η δημοτική, τώρα υπουργός πάλι της Παιδείας και πρωθυπουργός [ο Μεταξάς] διόριζε την Eπιτροπή της Γραμματικής που θα γινόταν πρότυπο και οδηγός για τη σχολική και κρατική δημοτική. Πρώτη φορά ύστερ’ απ’ τα 1917 τιμούσε έτσι το Kράτος τη λαϊκή γλώσσα και την επισημοποιούσε” (M. Tριανταφυλλίδης, 1988: 61).

Η άλλη όψη της ταύτισης δημοτικισμού κομμουνισμού δίνεται από το Γληνό. Θα συμφωνήσει κι αυτός ότι η άρχουσα τάξη ταυτίζει το δημοτικισμό με τον κομμουνισμό, μόνο που –κατά τη δική του γνώμη- ο στόχος είναι ο κομμουνισμός. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του Δελμούζου και του Τριανταφυλλίδη ότι είναι δυνατή η ύπαρξη υπερταξικής παιδείας ανεξάρτητα από την ύπαρξη κοινωνικών τάξεων, ο Γληνός αντιτάσσει την άποψη ότι σε μία ταξική κοινωνία θεωρίες, όπως “το κράτος υπεράνω των τάξεων” ή “η παιδεία υπεράνω των τάξεων”, συγκαλύπτουν σκόπιμα την πραγματικότητα που είναι “το κράτος υπέρ της άρχουσας τάξης” και “η παιδεία όργανο της άρχουσας τάξης”. Η δική του εκτίμηση για την αποτυχία της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης είναι ότι οφείλεται στην αντιδραστική μεταστροφή της αστικής τάξης, η οποία συντηρητικοποιείται παράλληλα με την ανάπτυξη και την οργάνωση του εργατικού κινήματος.

Πράγματι, οι αλλαγές που συντελούνται στην ελληνική κοινωνία στη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι πολιτικές και οι οικονομικές ανακατατάξεις που δημιουργούνται κυρίως μετά από τη μικρασιατική καταστροφή και οδηγούν στη βαθμιαία συντηρητικοποίηση της αστικής τάξης συνεπιφέρουν, εκτός από τη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, και τη συρρίκνωση του οράματος του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Με την αντιμετώπιση του γλωσσικού ως υπερταξικού, εθνικού αιτήματος συντελείται μια βαθιά αλλαγή. Ο εκσυγχρονισμός όχι μόνο διαχωρίζεται πλέον σαφώς από τον εκδημοκρατισμό, αλλά λειτουργεί επίσης σε βάρος του.

Η βενιζελική μεταρρύθμιση του 1929 είναι αποτέλεσμα των συγκρούσεων που προκάλεσε αυτή η διχοτόμηση στο εσωτερικό της φιλελεύθερης παράταξης. Γι’ αυτό το λόγο, κατά τις δικαιολογημένες αιτιάσεις του Γληνού, είναι ατελής και άτολμη, δεν προωθεί ικανοποιητικά τον εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης, ούτε όμως ανταποκρίνεται πλήρως στις εκσυγχρονιστικές της εξαγγελίες. Αντίθετα η μεταξική μεταρρύθμιση του 1939, απαλλαγμένη από παρόμοιες συγκρούσεις και αμφιταλαντεύσεις θα εκφράσει πληρέστερα το εκσυγχρονιστικό πνεύμα.

Πριν προχωρήσουμε σε μια πιο αναλυτική σύγκριση των δύο μεταρρυθμίσεων, να σημειώσουμε εδώ ότι οι εξελίξεις, που σκιαγραφήθηκαν παραπάνω, ευνόησαν και την υιοθέτηση του δημοτικισμού από το Μεταξά και τη συνεργασία του Τριανταφυλλίδη μαζί του και την επιδοκιμασία της πολιτικής του από επιφανείς διανοούμενους της εποχής, όπως ο Παλαμάς, ο Ξενόπουλος, ο Καραγάτσης, ο Δελμούζος, κ.ά. Ο τρόπος με τον οποίο ο Μεταξάς αιτιολογεί τις γλωσσικές επιλογές του θυμίζει έντονα τη συλλογιστική του Δελμούζου: “Oυδέποτε εσκέφθην να θέσω περιορισμούς εις την γλώσσαν. Oύτε είναι δυνατόν εθνική ημείς Kυβέρνησις να είμεθα εχθροί της γλώσσης εκείνης, εις την οποίαν ο μέγας ποιητής Σολωμός έγραψε τον εθνικόν μας ύμνον [...] Tο ατύχημα είναι ότι η άρχουσα τάξις μέχρι σήμερον ηθέλησε να συγχέη τον δημοτικισμόν που είναι κίνημα καθαρώς εθνικόν με τον κομμουνισμόν. Aυτή η σύγχυσις δεν επιτρέπεται πλέον, διότι δεν ωφελεί παρά μόνον τους κομμουνιστάς” (I. Mεταξάς, 15/9/1936: συνέντευξη).

Δεν υπάρχει, λοιπόν, κανένα ιστορικό παράδοξο στο γεγονός ότι μέσα στο κράτος γενικευμένης βίας, που εγκατέστησε η 4η Αυγούστου, ο δικτάτορας Μεταξάς εξέφρασε με την εκπαιδευτική του μεταρρύθμιση το νέο πνεύμα του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Πέρα από την αυτοπροβολή του και την αναγνώρισή του από την αρθρογραφία της εποχής ως δημοτικιστή, τα συγκεκριμένα εκπαιδευτικά μέτρα της περιόδου, όπως αυτά αναδεικνύονται κυρίως μέσα από τη νομοθεσία της εποχής, προώθησαν τη διδασκαλία της δημοτικής και την ενίσχυση της τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης προς μία σαφή εκσυγχρονιστική κατεύθυνση.

Πιο συγκεκριμένα, κατά τη μεταξική περίοδο θεσμοθετήθηκαν δύο εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, η μία το 1937 με υπουργό της παιδείας το Γεωργακόπουλο και η άλλη το 1939 με υπουργό της παιδείας τον ίδιο το Μεταξά. Και οι δυο μεταρρυθμίσεις, σε διαφορετικό βαθμό η καθεμία, ενίσχυσαν την τεχνική εκπαίδευση. Όσον αφορά τη γλώσσα, ο Γεωργακόπουλος διατήρησε το ισχύον μετά την πτώση της βενιζελικής κυβέρνησης γλωσσικό καθεστώς, δηλαδή τη διδασκαλία της δημοτικής γλώσσας στις τέσσερις μόνο τάξεις του δημοτικού, ενώ ο Μεταξάς επεξέτεινε τη διδασκαλία της δημοτικής γλώσσας σε όλες τις τάξεις του δημοτικού και του γυμνασίου, δηλαδή συνολικά και στις δώδεκα τάξεις της βασικής εκπαίδευσης.

Επειδή παρόλ’ αυτά η κοινή εκτίμηση των ιστορικών της εκπαίδευσης είναι ότι η δικτατορία του Μεταξά ανέτρεψε με τις μεταρρυθμίσεις της το σύνολο των εκπαιδευτικών μέτρων του Βενιζέλου, είναι ενδιαφέρον και από ιστορική και από μεθοδολογική άποψη να δούμε συνοπτικά τις συγκλίσεις της μεταξικής μεταρρύθμισης με και τις αποκλίσεις της από τα εκπαιδευτικά μέτρα της βενιζελικής μεταρρύθμισης του ’29. Από τη συστηματική μελέτη των πηγών συνάγονται τα εξής:
1. Όπως ανέφερα παραπάνω με τη βενιζελική μεταρρύθμιση η διδασκαλία της δημοτικής γλώσσας είχε επεκταθεί σε όλο το δημοτικό και, για πρώτη φορά στην εκπαιδευτική μας ιστορία, και στις τρεις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, αλλά ήδη με την πτώση της τελευταίας βενιζελικής κυβέρνησης το 1932, η δημοτική περιορίστηκε στις τέσσερις μόνο τάξεις του δημοτικού, καθεστώς που διατηρήθηκε και στη μεταρρύθμιση Γεωργακόπουλου. Με τη μεταρρύθμιση όμως που έκανε ο ίδιος ο Μεταξάς ως Υπουργός Παιδείας το 1939, η διδασκαλία της δημοτικής όχι μόνο ανακτά το χαμένο της έδαφος, αλλά επεκτείνεται και στις υπόλοιπες τάξεις του δημοτικού και σε όλες του γυμνασίου, ξεπερνώντας και την αστική μεταρρύθμιση του ’29.
2. Όσον αφορά την επαγγελματική εκπαίδευση, ο μεν Βενιζέλος περιορίστηκε το ‘29 στην ίδρυση των κατώτερων επαγγελματικών σχολείων, που οδηγούσαν αποκλειστικά στην αγορά εργασίας, ενώ και οι δυο μεταρρυθμίσεις της δικτατορίας την εμπλούτισαν με περισσότερους τύπους σχολείων και την προώθησαν για πρώτη φορά στη μέση βαθμίδα.

Αυτές οι διαπιστώσεις είναι επομένως διαμετρικά αντίθετες με την κυρίαρχη στην ιστοριογραφία άποψη, ότι η εκπαιδευτική πολιτική που ασκήθηκε κατά τη μεταξική περίοδο ακύρωσε τα εκσυγχρονιστικά μέτρα της βενιζελικής πολιτικής. Και οι δύο μεταρρυθμίσεις της 4ης Αυγούστου, αλλά ιδίως η μεταρρύθμιση του Μεταξά, όχι μόνο δεν ανέτρεψαν τη βενιζελική μεταρρύθμιση, αλλά προώθησαν περισσότερο από εκείνη τα αιτήματα του αστικού εκσυγχρονισμού στην εκπαίδευση.

Τα αίτια που οδήγησαν το Μεταξά στη συγκεκριμένη εκπαιδευτική πολιτική εντοπίζονται κατ’ αρχήν στην εξέλιξη του γλωσσικού, στην οποία αναφέρθηκα στην αρχή αυτού του κειμένου. Ο Μεταξάς φαίνεται στα γραπτά και στις συνεντεύξεις του ότι είχε κατανοήσει πολύ καλά αυτή την ιστορική εξέλιξη και τις προοπτικές που δημιουργούσε στην άσκηση μιας ηγεμονικής πολιτικής. Μια ηγεμονική πολιτική που στόχευε κυρίως να διασφαλίσει την κυριαρχία του μεταξικού κράτους στην αστική τάξη και την αποδοχή του από τους διανοουμένους της. Ακόμη και η πλέον φιλελεύθερη μερίδα της αστικής τάξης, κάτω από το βάρος των οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων της εποχής, δηλαδή την αθρόα εισροή προσφύγων σε συνδυασμό με την άνοδο του εργατικού κινήματος, είχε αρχίσει να φοβάται τα δικά της εκσυγχρονιστικά αιτήματα, εξαιτίας ακριβώς της σύνδεσής τους με το ευρύτερο αίτημα του εκδημοκρατισμού. Η βενιζελική κυβέρνηση δε στάθηκε ικανή να λύσει τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα και αυτό ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη βαθμιαία συντηρητικοποίηση της αστικής τάξης, ενώ οι επόμενες κυβερνήσεις εξέφρασαν το πνεύμα της εποχής υπερθεματίζοντας σε συντηρητισμό. Από το 1932 έως το 1936 έχουμε μια πλήρη ανατροπή του εκσυγχρονιστικού πνεύματος, το οποίο χαρακτήριζε ως ένα βαθμό τη μεταρρύθμιση του 1929.

Ο Μεταξάς εκμεταλλεύτηκε πολιτικά τους όρους του παιχνιδιού, όπως είχαν διαμορφωθεί στη δεδομένη κοινωνική και οικονομική συγκυρία. Απομάκρυνε με τη βία τον “κομμουνιστικό κίνδυνο” και δημιούργησε έτσι ασφαλέστερες συνθήκες για την προώθηση του εκσυγχρονισμού που επεδίωξε αλλά δεν κατάφερε να στηρίξει η κυβέρνηση των φιλελευθέρων. Η μεταξική εκπαιδευτική πολιτική ανταποκρίθηκε σαφώς στα εκσυγχρονιστικά αιτήματα της αστικής τάξης. Ειδικότερα η δημοτική γλώσσα ενσωματώθηκε στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, επειδή η καθιέρωσή της στο σχολείο αποτελούσε προϋπόθεση για την πρακτικοποίηση του χαρακτήρα των σπουδών και την ανάπτυξη της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Ο Μεταξάς ενδιαφερόταν συνεπώς να ηγεμονεύσει στην αστική τάξη, πράγμα που δεν κατάφερε τελικά ο Βενιζέλος. Και σ’ αυτή την περίπτωση η ιστορία μας δείχνει ότι η σχέση ταξικής και κρατικής εξουσίας στηρίζεται στην αμοιβαιότητα συμφερόντων. Αυτό όμως δε συνεπάγεται την υποταγή της κρατικής στην ταξική εξουσία, αλλά οδηγεί σε ένα διαρκές διαπραγματευτικό παιχνίδι για τη νομή της εξουσίας.

Μια διευκρίνιση σε σχέση μ’ αυτή την ερμηνεία μου φαίνεται απαραίτητη. Η καθιέρωση της δημοτικής δεν ήταν λαϊκό αίτημα, δεν ήταν καν αίτημα της πλατιάς μάζας των εκπαιδευτικών. Οι εκπαιδευτικοί εξαιτίας της παιδείας τους, αλλά και λόγω συνήθειας, εκδήλωναν ακόμη τότε εμφανώς την προσκόλλησή τους στην καθαρεύουσα. Ο πολύς κόσμος, αμόρφωτοι άνθρωποι στην πλειοψηφία τους, δεν είχαν πειστεί ότι η γλώσσα την οποία αναγνώριζαν και καταλάβαιναν περισσότερο, αποτελούσε πραγματικά μορφωτικό εφόδιο για τα παιδιά τους. Επομένως η υιοθέτηση της δημοτικής γλώσσας από το Μεταξά μπορεί να εκτιμηθεί ως λαϊκισμός, όχι επειδή ικανοποιούσε λαϊκά αιτήματα ούτε επειδή ο Μεταξάς αναγνώριζε την ταξική διάσταση της γλώσσας, αλλά επειδή, στα πλαίσια της εθνικιστικής ιδεολογίας του Νέου Κράτους, πρόβαλλε τη δημοτική ως μέσο για τη σύνδεση των φυλετικών αρετών με την οικονομική πρόοδο, ώστε, όπως χαρακτηριστικά έλεγε το 1938, “η φυλετική μας ζωτικότητα” να συναντήσει επιτέλους “το βιομηχανικό και θετικό πολιτισμό του αιώνα μας”.

Από μεθοδολογική άποψη το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην ιδεολογική χρήση της ιστορίας και στις μεθοδολογικές προφυλάξεις που πρέπει να παίρνει ο ιστορικός, ώστε να την αποφεύγει. Ένα καίριο πρόβλημα της ιστοριογραφίας είναι ο συγκερασμός ιστορίας και κοινωνιολογίας. Κατά πόσο δηλαδή μένοντας πιστή στην ιστορική μαρτυρία, το κατεξοχήν αίτημα της ιστορίας, μπορεί να συλλαμβάνει ευρύτερα ερμηνευτικά σχήματα, το αίτημα της κοινωνιολογίας. Ένα πρόβλημα που συνδέεται με το χαρακτήρα των ερμηνευτικών σχημάτων και με τον ιστορικό χρόνο.

– Κατά την άποψή μου, τα θεωρητικά σχήματα θα πρέπει να είναι ελαστικά, ώστε να επιτρέπουν το διαρκή διάλογο με και το διαρκή έλεγχό τους από το άμεσο αντικείμενο της ιστορικής γνώσης, δηλαδή από τα γεγονότα και τις μαρτυρίες. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε πολύ επιφυλακτικοί απέναντι σε ερμηνείες γραμμικής αιτιότητας, απέναντι δηλαδή σε μηχανιστικά σχήματα, με τα οποία κάθε αλληλουχία και κάθε συσχετισμός ερμηνεύεται ως σχέση αιτίου – αιτιατού.

– Με ένα τέτοιο σχήμα κάθε κρατική πολιτική θεωρείται ως άμεση απόρροια των επιταγών της άρχουσας, δηλαδή της αστικής τάξης. Η εφαρμογή του σε συγκεκριμένες ιστορικές καταστάσεις δεν είναι ποτέ αρκετά ικανοποιητική, αλλά ιδίως στις περιπτώσεις των δικτατορικών καθεστώτων το σχήμα αποδεικνύεται εντελώς ανεπαρκές. Αντίθετα η ιστορική ερμηνεία διευκολύνεται, διατηρώντας συγχρόνως την επαφή της με το ιστορικό υλικό, με διαλεκτικά σχήματα όπως αυτό, στο οποίο αναφέρθηκα παραπάνω, για τη διαπραγματευτική σχέση κρατικής – ταξικής εξουσίας στα πλαίσια κοινών συμφερόντων, που διατύπωσε στις Κοινωνιολογικές της Μελέτες η Θ. Ανθογαλίδου.

– Στην ιστορία εξάλλου το ίδιο αίτιο δεν οδηγεί αναγκαστικά πάντα στο ίδιο αποτέλεσμα, και αντίστροφα ένα αποτέλεσμα δεν απορρέει πάντα από τα ίδια αίτια. Η δυσκολία των ιστορικών να συνδέσουν τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης με ένα αυταρχικό καθεστώς οφείλεται στην κανονιστική ταύτιση του εκσυγχρονισμού με τον εκδημοκρατισμό και το φιλελευθερισμό. Στα πλαίσια, λοιπόν, μιας περισσότερο ηθικής παρά πολιτικής και κοινωνικής αντίληψης της ιστορίας, ο εκσυγχρονισμός καταγράφηκε ως η πολιτική που προσιδιάζει αποκλειστικά στις φιλελεύθερες κυβερνήσεις.

– Τα κανονιστικά σχήματα έχουν επίσης αυτό το χαρακτηριστικό, ότι προβάλλονται σε μια υπερβολικά μακρά διάρκεια, ως υπερχρονικά δηλαδή ανιστορικά σχήματα. Το σχήμα, για παράδειγμα, ‘μεταρρύθμιση – αντιμεταρρύθμιση’ πήρε στην ιστοριογραφία της ελληνικής εκπαίδευσης έναν τέτοιο ανιστορικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να κυριαρχεί στην ιστορική ερμηνεία και να αποβαίνει σε βάρος της. Όταν, αντίθετα, τα ερμηνευτικά σχήματα προκύπτουν από μια ‘διαλεκτική της διάρκειας’, κατά την έκφραση του Φερνάν Μπρωντέλ (1986: 91), συγκεκριμενοποιούνται μέσα από το διαρκή διάλογο με τις ιστορικές μαρτυρίες των διαφόρων ιστορικών χρόνων και παίρνουν τις πραγματικές χρονικές τους διαστάσεις.

– Εκτός από την ενδελεχή μελέτη των πηγών, την ελαστικότητα και το διαλεκτικό χαρακτήρα της ιστορικής ερμηνείας, εξίσου σημαντική είναι η προσοχή που πρέπει να αποδίδεται στην κριτική ανάλυση του ιστορικού λόγου, ώστε να ελέγχεται και να αποφεύγεται η μεγιστοποίηση, η καταχρηστική γενίκευση και η επιλεκτική χρήση των ιστορικών εννοιών.

Η μυθολογία του εθνικού παρελθόντος δεν ανέχεται ούτε τις αντιφάσεις ούτε τις ασυνέχειες, αλλά όπως φαίνεται και στην περίπτωση του εκπαιδευτικού δημοτικισμού και της μεταξικής μεταρρύθμισης, στην ιστορία δεν υπάρχουν παράδοξα.

Βιβλιογραφία

Ανθογαλίδου Θ. 2001, Κοινωνιολογικές Μελέτες. Ηλεκτρονική έκδοση του “Εικονικού σχολείου”,
Γληνός Δ., 1929, “Τα Εκπαιδευτικά Νομοσχέδια”, σειρά άρθρων στην εφ. Ακρόπολι.
Δελμούζος Α., 1958, Mελέτες και πάρεργα, 2 τόμοι.
“Διακήρυξη της Διοικητικής Επιτροπής του Εκπαιδευτικού Ομίλου”, 1927, περ. Αναγέννηση. Αναδημοσίευση στο Γληνός Δ., 1972γ, Εκλεκτές σελίδες, τόμ. Γ΄, Στοχαστής, σσ. 24-59.
Mεταξάς I. “Το Νέον Κράτος που δημιουργείται”. Συνέντευξη στον Κ. Μπαστιά, εφημερίδα Η Bραδυνή, 15 Σεπτεμβρίου 1936.
Ρηγοπούλου Δ. 2002, Η εκπαιδευτική και γλωσσική πολιτική της μεταξικής περιόδου (1936-1941). Διδακτορική διατριβή. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Tριανταφυλλίδης Μ., 1963, Δημοτικισμός. Ένα γράμμα στους δασκάλους μας, Άπαντα, τόμ. 5, σσ. 168-239, Ίδρυμα Μαν. Τριανταφυλλίδη. Πρώτη δημοσίευση: 1926.
Τριανταφυλλίδης Μ., 1988, Δημοτικισμός και αντίδραση, Άπαντα, τόμ. 6, (ανατύπωση), Ίδρυμα Μαν. Τριανταφυλλίδη. Πρώτη έκδοση: 1960.
Virtual School, The sciences of Education Online, τόμος 3, τεύχος1
http://www.auth.gr/virtualschool/3.1/TheoryResearch/RigopoulouMetaxas.html

Οι παραπομπές στα άρθρα που δημοσιεύει το Virtual School, The Sciences of Education Online, πρέπει να συμπεριλαμβάνουν τις παραπάνω πληροφορίες

Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

Η στρατευμένη τέχνη στην Αντίσταση: Οι εικαστικοί του ΕΑΜ

«Χρώματα» Αντίστασης και ελπίδας
«Απελευθέρωση», του Α. Τάσσου
 


Η. Μόρτογλου
 
Με τα δικά τους, ιδιαίτερα «όπλα», οι εικαστικοί δημιουργοί της χώρας μας έδωσαν χρώμα στην ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. «Σμίλεψαν» τον αγώνα για λευτεριά, «χάραξαν» τα όνειρά μας για μια Ελλάδα σοσιαλιστική. Μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, αγωνίστηκαν μαζί με το λαό, γράφοντας λαμπρές σελίδες μνήμης και ιστορίας. Στο πλάι του Κόμματος, εμπνεύστηκαν από τους αγώνες του και τα ιδανικά του.

Η άνοδος του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης, η δημιουργία του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την προβολή και ανάπτυξη του πολιτικού ρόλου της τέχνης. Την περίοδο αυτή για πρώτη φορά η χαρακτική απέκτησε τόσο έντονα κοινωνική σημασία. Η προοδευτική, αγωνιστική χαρακτική, η οποία ξεκίνησε με δημοσιεύσεις στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» και σε άλλα προοδευτικά έντυπα, αυτή την περίοδο έγινε η κύρια κατεύθυνση.

Γύρω της συγκεντρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των καλλιτεχνών και δημιουργήθηκαν πολλά έργα, που έμμεσα ή άμεσα συνδέθηκαν με τον πολιτικό αγώνα. Παλιότεροι και νεότεροι δημιουργοί, ανώνυμοι και επώνυμοι, εξέφρασαν, με τα «όπλα» που διέθεταν, τη δυστυχία και τον πόνο, τον αγώνα, αλλά και την πίστη τους για ένα καλύτερο αύριο.

Οι Γιώργος Φαρσακίδης, Δημήτρης Γιολδάσης, Κατερίνα Χαριάτη – Σισμάνη, Μέμος Μακρής, Λουκία Μαγγιώρου, Βάσω Κατράκη, Χρήστος Δαγκλής, Βάλιας Σεμερτζίδης, Α. Τάσσος, Κώστας Γραμματόπουλος, Αννα Κινδύνη, Γιάννης Στεφανίδης, Ασαντούρ Μπαχαριάν, Γιώργος Σικελιώτης, Γ. Βελισσαρίσης και πολλοί άλλοι ακόμα συνέθεσαν έναν ενιαίο τύπο προπαγανδιστικής τέχνης, σαφή, πειστικό και άμεσο ως προς το περιεχόμενό του. Ξεχωριστή θέση κατέχει η δημιουργία του Αντώνη Πρωτοπάτση. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σκιτσάρει για το «Ριζοσπάστη» τη «Μάχη» και την «Ελεύθερη Ελλάδα». Τα σχέδιά του αυτά αποτύπωσαν φιγούρες και γεγονότα σημαντικά όχι μόνο για την Αριστερά, αλλά για τη δραματική περίοδο αυτού του τόπου, που συνοδεύτηκε με τις εκτοπίσεις και την εξόντωση των αγωνιστών της Αντίστασης από το μετεμφυλιακό κράτος (και παρακράτος) της Δεξιάς.

Το «σχολειό» του Κεφαλληνού
 

Λεπτομέρεια από το έργο «Διαδήλωση Κατοχής», του Β. Σεμερτζίδη

Πιστός στις αρχές του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, ο Τάσσος Αλεβίζος μπήκε στην αντιστασιακή χαρακτική, πορευόμενος από πριν το δρόμο της επαναστατικής τέχνης. Σε ηλικία 18 ετών παρουσιάζει έργα του στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι» και λίγο αργότερα στο «Ριζοσπάστη». Η εκφραστικότητα, η δραματικότητα, οι τρόποι καλλιτεχνικής απόδοσης εναρμονίζονται με τη διεθνή επαναστατική τέχνη. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και μια δεύτερη αρχή, που συνδέεται με τις εθνικές – λυρικές παραδόσεις του δασκάλου του, του Κεφαλληνού.

Μέσα σ’ αυτές τις ήδη διαμορφωμένες θέσεις από τη δεκαετία του ’30, ο καλλιτέχνης μπαίνει ενεργά στον αγώνα ενάντια στους Γερμανούς κατακτητές. Το χάραγμα στο ξύλο συνεχίζει να επικεντρώνει το ενδιαφέρον του, αφού την ξυλογραφία τη θεωρεί ο Τάσσος ως «την τέχνη του λαού».

Σε διαφορετικό ύφος κινείται η δημιουργία της Βάσως Κατράκη. Μαθήτρια και εκείνη του Γ. Κεφαλληνού, δημιουργεί τα πρώτα της έργα κάτω από την επίδραση του δασκάλου της. Είναι ειδυλλιακά – λυρικά τοπία, απλοί καθημερινοί άνθρωποι των παιδικών της χρόνων. Γενικά, στο εργαστήρι του Κεφαλληνού έπνεε αέρας δημοκρατικής ελευθερίας και η συμβολή του εργαστηρίου του στάθηκε πατριωτική στα χρόνια της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης. Εκεί, με την καθοδήγηση του Κεφαλληνού, τυπώθηκαν πολλά αντιστασιακά έργα του αγώνα.

«Τσαγκαρίνες», της Κατερίνας Χαριάτη – Σισμάνη
 

Οραματιστής κι αγωνιστής ο Γ. Κεφαλληνός, φιλοτέχνησε και εκείνος δεκάδες έργα, πλημμυρισμένα από το βαθύ ανθρώπινο πόνο, από τον πύρινο ποταμό της Κατοχής. Μερικά, μάλιστα, από το μαρτυρολόγιο που τ’ ονομάζει «Λιμό της Κατοχής» (1942), καταστράφηκαν από τους Γερμανούς.

Τα χρόνια της Αντίστασης έδωσαν νέα πνοή στη δημιουργία της Β. Κατράκη. Η εμφάνιση των Γερμανών, τα βασανιστήρια, οι πένθιμες νεκρικές πομπές, το λαϊκό δικαστήριο, γυναίκες και παιδιά, είναι μερικές από τις συνθέσεις αυτής της περιόδου. Με τραγικότητα και εκφραστικότητα η Β. Κατράκη δεν προσπαθεί να πετύχει την ακριβή απεικόνιση των μορφών, στους τόπους εξορίας όπου κρατείται. Γι’ αυτήν ο άνθρωπος, η μητέρα, το παιδί, μετατρέπεται σε μια οικουμενική μορφή, που ενσαρκώνει όλο το βάθος της ανθρώπινης τραγικότητας και συμπόνιας.

Ο ζωγράφος των αγώνων
 
Τα χρόνια του πολέμου και το κίνημα της Αντίστασης έβαλαν τη σφραγίδα τους και στο έργο του Β. Σεμερτζίδη. Ο εθνικός ρομαντισμός και η διακοσμητικότητα, που χαρακτηρίζουν τη δουλιά του καλλιτέχνη στη δεκαετία του ’30, δίνουν τη θέση τους στην άμεση αίσθηση της πραγματικότητας. «Τα παιδιά της πείνας» (ολόκληρη σειρά 1941 – 1943), «1941», «Χειμώνας 1941», είναι μερικά από τα έργα αυτής της περιόδου. Τα περισσότερα είναι σειρές σχεδίων εκ του φυσικού. Βασικό για τον Β. Σεμερτζίδη είναι ένα έργο – ντοκουμέντο, ένα ευρύ πανόραμα της ίδιας της ζωής, μια κραυγή ενάντια στον πόλεμο και στα δεινά του, ενάντια στο θάνατο και στην καταστροφή. Μπορούμε να πούμε ότι ο Β. Σεμερτζίδης εγκαινίασε μια νέα ιδεολογική -καλλιτεχνική κίνηση. Μια κίνηση που στηρίχτηκε στην πείρα της Αντίστασης και αποτέλεσε την επαναστατική δημοκρατική κατεύθυνση στην ελληνική τέχνη των μεταπολεμικών χρόνων.

Οι εικαστικοί του ΕΑΜ
 

Αποψη στρατοπέδου της Γυάρου», έργο του Γ. Φαρσακίδη

Η δικτατορία του Μεταξά βρίσκει τον Χρ. Δαγκλή σπουδαστή, να συμμετέχει στην παράνομη δουλιά για την ανατροπή της. Ο δάσκαλός του, Γ. Κεφαλληνός, οργανώνει το εργαστήρι για τις παράνομες αφίσες. Μαζί του και ο Χρήστος Δαγκλής. Με την κήρυξη του πολέμου βρίσκεται στρατιώτης στην Κέρκυρα και φεύγει για τα Γιάννενα, όπου συμμετείχε στην τοπική οργάνωση του ΕΑΜ και στην έκδοση της εφημερίδας «Ο Αγωνιστής». Το 1942, ο Χρ. Δαγκλής φεύγει για την Αθήνα. Ολο αυτό το διάστημα, αποσπασμένος στην ΕΠΟΝ, εργάζεται παράνομα στα οργανωτικά και παράλληλα χαράσσει ένσημα και άλλο παράνομο υλικό. Το Μάη του 1944 συλλαμβάνεται και μεταφέρεται στο «κελί των μελλοθανάτων» στο Γουδί.

Ακολουθούν τέσσερις μήνες βαρβαρότητας και κτηνωδίας. Ο Δεκέμβρης του ’44 τον βρίσκει στη διαφώτιση της ΚΕ του ΕΑΜ. Το Μάη του 1946 και πάλι συλλαμβάνεται για «αντεθνική δράση» και ακολουθούν (έως τα τέλη του ’56), τα χρόνια της εξορίας. Στα σχέδιά του και στα χαρακτικά του μένει περισσότερο πιστός στην ανθρώπινη μορφή και στις σκηνές από τα βιώματα και τη ζωή των εξορίστων.

Στη Μακρόνησο και τον Αϊ – Στράτη ο ΕΠΟΝίτης Γ. Φαρσακίδης διδάχθηκε από τον Χρήστο Δαγκλή τα «μυστικά» της χαρακτικής τέχνης. Η χαρακτική του Γ. Φαρσακίδη απεικονίζει με λιτό και ωμό ρεαλιστικό ιδίωμα τα βιώματά του από τον αγώνα των Ελλήνων εναντίον του κατακτητή, αλλά και τις σκληρές συνθήκες της εξορίας. Τα θέματα των έργων του αντλούνται από τη ζωή και την αντίστασή του στο βουνό, στην πόλη και στην εξορία.

Στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης βγήκε ο Δημήτρης Γιολδάσης στο βουνό και δούλευε στη διαφώτιση και στις πολιτιστικές εκδηλώσεις του ΕΛΑΣ. Παράλληλα ζωγράφιζε και εικονογραφούσε μια αντιστασιακή σατιρική εφημερίδα. Μαζί με άλλους ζωγράφους, έκανε τοιχογραφίες με τους ήρωες του ’21 (δε σώθηκαν), στο κτίριο του Εθνοσυμβουλίου στις Κορυσχάδες. Μετά τα Δεκεμβριανά συνελήφθη, αλλά γρήγορα αποφυλακίστηκε. Από το 1966 ο Δ. Γιολδάσης εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Καρδίτσα και ασχολήθηκε αποκλειστικά με το τοπίο του Θεσσαλικού κάμπου και τις δραστηριότητες του ανθρώπου.

Αταλάντευτα «στρατευμένοι»
 
Τέκνο μιας γενιάς σημαδεμένης, ο Μέμος Μακρής χαρακτηρίστηκε σαν ο σημαντικότερος από τους παραστατικούς Ελληνες γλύπτες. Ποιητής της ύλης, διεθνιστής καλλιτέχνης, μεγάλος δημιουργός, ακούραστος αγωνιστής της ειρήνης. Τα γλυπτά του κλείνουν μέσα τους την καρδιά και τις ελπίδες μας. Τα έργα του Μ. Μακρή, παραμένουν σύμβολα, όχι ενός ανθρώπου, αλλά μιας κοινωνικής δύναμης, του ήρωα λαού, που έχει μνήμη και ιδανικά, που μένει πιστός στο νόημα της αντίστασης στη φασιστική βαρβαρότητα και την καταπίεση κάθε παλιάς και νέας μορφής. Μέλος του Κόμματος, έλεγε χαρακτηριστικά «Δε μετανιώνω και δε λυπάμαι για τίποτα, απ’ όσα έκανα και πέρασα».

Ζωγράφος και χαράκτης, ο Δ. Μεγαλίδης, ύμνησε στα έργα του τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο αγωνιστή της λευτεριάς, τον άνθρωπο της βιοπάλης, που μοχθεί για την καθημερινή του επιβίωση στις σκληρές συνθήκες της σύγχρονης πραγματικότητας. Από πολύ νωρίς στρατεύτηκε στα ιδανικά της Αντίστασης και του αγώνα. Μαζί με τους δεκάδες καλλιτέχνες, που πάλεψαν με τα δικά τους όπλα τον κατακτητή και έγραψαν λαμπρές και ηρωικές σελίδες, ο Δ. Μεγαλίδης συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση. Καρπός αυτής της προσφοράς το μνημειώδες για τη νεότερη ελληνική ιστορία «Λεύκωμα του Αγώνα ΕΑΜ – ΕΛΑΣ 1941 – 1945» με προσωπογραφίες αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και συνθέσεις από την καθημερινή ζωή τους.

Αγέρωχη, γελαστή, ευαίσθητη και αδάμαστη. Η Κατερίνα Χαριάτη – Σισμάνη, ήταν η αγωνίστρια, που σ’ όλη της τη ζωή, ακούραστα, πάλεψε πλάι στο λαό μας, μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, για ένα καλύτερο αύριο. Η γυναίκα, που ένωσε τη φωνή της με τις εκατοντάδες συνεξόριστές της στα κολαστήρια της Χίου, του Τρίκερι, της Μακρονήσου. Η ζωγράφος, που φώτισε με το χρωστήρα της μορφές του αγώνα, μορφές του έπους της Εθνικής Αντίστασης. Ο άνθρωπος, που το ήθος και η σεμνότητά της θα μείνει πολύτιμη κληρονομιά στους νεότερους.

Πρωτομάστορας και ποιητής της τέχνης της φωτογραφίας, ο Σπ. Μελετζής χαρακτηρίστηκε ως «φωτογράφος της Εθνικής Αντίστασης». Το έργο του τεράστιο, «μουσείο της εργατιάς, της αγροτιάς, των αγώνων του λαού, όλης της Ελλάδας». Κατέγραψε με το φακό του τα όνειρα, τις ελπίδες, τους αγώνες, τους καημούς και τις προσδοκίες των Ρωμιών, διασώζοντας μέχρι τις μέρες μας, σε άσπρο και μαύρο, μια Ελλάδα με πολλά χρώματα.