Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 4η Αυγούστου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 4η Αυγούστου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

29 Iούλη 1938: Το Κίνημα των Χανίων κατά της Μεταξικής δικτατορίας

Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου

Η Δικτατορία του Μεταξά επιβλήθηκε, στις 4 Αυγούστου 1936 με την ανοχή του αστικού πολιτικού κόσμου και την εύνοια του Παλατιού. Το μίσος του δικτάτορα για τη δημοκρατία ήταν γνωστό από νωρίς. «Θεωρώ τον κοινοβουλευτισμόν εκπεσόντα και θα αγωνισθώ προς έξοδον εξ αυτού» δήλωνε το 1934. Παρόλα αυτά, παρότι ήταν δηλωμένος θαυμαστής των φασιστικών καθεστώτων Χίτλερ και Μουσολίνι που κυριαρχούσαν τότε στην Ευρώπη, ο πολιτικός κόσμος δεν έπραξε τίποτα για να του φράξει έγκαιρα το δρόμο.

Έτσι, όταν στις 5 Μάρτη 1936 ο Γεώργιος ο Β΄ έκανε τον Μεταξά υπουργό Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Δεμερτζή, πολλοί επικρότησαν. Ο Βενιζέλος, σε επιστολή του από το Παρίσι στον Λ. Ρούφο, σχολίαζε: «Δεν είναι ανάγκη να σου είπω πόσον ζωηρά είναι η χαρά μου, διότι ο Βασιλεύς απεφάσισε να πατάξη επί τέλους τας διηνεκείς επεμβάσεις των στρατιωτικών παραγόντων, απομακρύνας από την κυβέρνησιν, μετά την τελευταίαν αυθάδειάν των, τον Παπάγον και Πλατήν, και αναθέσας το Υπουργείον των Στρατιωτικών εις τον Μεταξάν…». Στην πραγματικότητα βέβαια το παλάτι υπουργοποιώντας τον Μεταξά δεν απέτρεπε τη δικτατορία, αλλά επέλεγε αυτόν που θα έπρεπε να την κάνει. Δύο μήνες αργότερα, στις 27 Απρίλη, ο Μεταξάς γίνεται πρωθυπουργός στη θέση του αποθανόντα Δεμερτζή και παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης από το σύνολο σχεδόν του αστικού πολιτικού κόσμου. Τρεις μέρες μετά, η Βουλή διακόπτει τις εργασίες της μέχρι την 1η Οκτώβρη, δίνοντας στην κυβέρνηση το δικαίωμα να εκδίδει, έως τότε, διατάγματα. Με δύο τέτοια διατάγματα υπογεγραμμένα από τον Γεώργιο Β’, ένα που ανέστειλε βασικά άρθρα του συντάγματος και ένα που διέλυε τη Βουλή, εγκαθιδρύθηκε στις 4 Αυγούστου η Μεταξική δικτατορία.

«Ότι δεν έκαναν οι πολιτικοί αρχηγοί ενάντια στη δικτατορία το καταπιάστηκε μόνος του ο λαός» αναφέρει στο βιβλίο του «Το αντιδικτατορικό κίνημα της Κρήτης» ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής. «Οι εργαζόμενοι οργανώνονται, παλεύουν. Στήνουν πρόθυμο το αυτί στην πατριωτική φωνή του ΚΚΕ που τους καλεί να συγκροτήσουν ενωμένοι το αντιδικτατορικό μέτωπο πάλης… Στελέχη των δημοκρατικών κομμάτων, δημόσιοι υπάλληλοι και δημοκράτες αξιωματικοί συνεργάζονται με τους κομμουνιστές για τη συγκρότηση αντιδικτατορικού μετώπου». Αν και ο στόχος ήταν κοινός, η πτώση της δικτατορίας, υπήρχαν δύο γραμμές. Εκείνη του ΚΚΕ για κοινή αντιδικτατορική δράση όλων των πολιτικών δυνάμεων και οργανώσεων προκειμένου το καθεστώς της 4ης Αυγούστου να ανατραπεί μέσα από την οργάνωση και δράση του λαού και εκείνη των αστικών αντιδικτατορικών κομμάτων που δεν ήθελαν το λαό στο προσκήνιο αλλά προσέβλεπαν στην πτώση της δικτατορίας με πρωτοβουλία του – συνένοχου της δικτατορίας– βασιλιά ή με κάποιο στρατιωτικό κίνημα.

 Η αντιδικτατορική δράση του Χανιώτικου λαού

Στα Χανιά αντιφασιστική δράση υπήρξε πολύ πριν την 4η Αυγούστου. Ήδη από το 1934 η εφημερίδα «Λευτεριά», με διευθυντή τον κομμουνιστή Βαγγέλη Κτιστάκη, όργανο των αντιφασιστών της Κρήτης προειδοποιεί για τον επερχόμενο φασισμό. Τον Ιούνη το Πρωτοδικείο Χανίων εγκρίνει το καταστατικό της «Αντιφασιστικής Ένωσης Κρήτης» που καλεί το λαό να πυκνώσει τις γραμμές της και να παλέψει ενωμένος ενάντια στο φασισμό και τον πόλεμο. Το δημοψήφισμα για την παλινόρθωση της βασιλείας το Νοέμβρη του 1935 βρίσκει στο δρόμο τους Χανιώτες. «Ο απειλούμενος εξοπλισμός βασιλοφρόνων δια την επιτυχίαν της παλινορθώσεως της τυραννίας, δεν δύναται να φοβήση ημάς από του να διακηρύξωμεν ότι δεν θα αναγνωρίσωμεν τον Γεώργιον εάν αποδεχθή να βασιλεύσει» γράφει ψήφισμα προς την κυβέρνηση που εκδόθηκε για την παλλαϊκή απεργία στις 26 Σεπτέμβρη 1935.
Τρεις μήνες μετά την επιβολή της δικτατορίας, το Νοέμβρη του 1936, ο Ιωάννης Μεταξάς, προβληματισμένος από τα δημοκρατικά αισθήματα του Κρητικού λαού, κατεβαίνει στο νησί για να παραστεί στον γιορτασμό της επετείου στο Αρκάδι. Ελάχιστοι με τη βία συγκεντρωμένοι τον υποδέχονται στη Σούδα, ενώ χιλιάδες προκηρύξεις πετιούνται στους δρόμους της πόλης. Στις 7 Μάρτη 1937, επιχειρεί νέα περιοδεία αυτή τη φορά μαζί με το βασιλιά. Όπως αναφέρει ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής «Στην αποβάθρα τους υποδέχεται ο δημοκράτης δήμαρχος Χανίων Γιάννης Μουντάκης. Χαιρετίζει το βασιλιά και του ζητά να διώξει το δικτάτορα και να αποκαταστήσει το Σύνταγμα. Προκηρύξεις κυκλοφορούν και πάλι. Το βράδυ αντιφασίστες κόβουν το ηλεκτρικό ρεύμα στην ώρα του επίσημου γεύματος στον Δημοτικό Κήπο… Στον Φουρνέ η ασπίδα που είχαν στήσει για την υποδοχή τους μπουρλοτιάζεται από τον ψυχωμένο Λακιώτη αντιφασίστα νεολαίο Διονύση Μάντακα. Το ίδιο και στις Καλύβες του Αποκόρωνα. Ο Γιώργης Τζομπανάκης με τους φίλους του έκαψαν την ασπίδα και την πέταξαν στη θάλασσα. Εβδομήντα ένοπλοι συγκεντρωμένοι στις κορφές του Βαρύπετρου, περιμένουν το σύνθημα να κατέβουν στο δρόμο να πιάσουν το βασιλιά και το Μεταξά και να τους ανεβάσουν στο Θέρισο… Οι δημοκρατικοί πολιτευτές αμφιταλαντεύονται, διστάζουν, τα μετρούν και τα ξαναμετρούν. Κι ενώ είχαν συμφωνήσει για την απαγωγή τους στο Θέρισο που θα σήμαινε το τέλος του φασισμού στην Ελλάδα, την κρίσιμη στιγμή μετάνιωσαν». Λίγες ημέρες αργότερα στο μνημόσυνο του Ελ. Βενιζέλου, πραγματοποιήθηκαν νέες αντιδικτατορικές εκδηλώσεις. Ύστερα από τους επίσημους ομιλητές, βγήκε στο βήμα ο Ευτύχης Παλλήκαρης, εκπρόσωπος του Αντιφασιστικού Μετώπου, «τέτοιος ήταν ο Βενιζέλος. – είπε – αγωνιστής για τη λευτεριά της Κρήτης και την Ένωση με την Ελλάδα. Αν ζούσε, δεν θα δέχονταν τις αλυσίδες της δικτατορίας».
Την ίδια περίοδο, Άνοιξη του 1937 ιδρύεται στα Χανιά και η αντιφασιστική “Φιλική Εταιρία”, στην οποία συμμετέχουν βενιζελικοί, κομμουνιστές, δημοκράτες, εργάτες, αγρότες, επιστήμονες και ανυπότακτοι αξιωματικοί, με πρόεδρος τον Σταύρο Παπαδοκωνσταντάκη.

 Η προετοιμασία του κινήματος

Το Πάσχα του 1938 κατέβηκε στα Χανιά ο Αριστομένης Μητσοτάκης, παλιός πολιτευτής Χανίων και ανιψιός του Ελευθερίου Βενιζέλου. Είχε διατελέσει υπουργός στην κυβέρνηση Παπαναστασίου και από νωρίς είχε έρθει σε διαφωνία με τον Βενιζέλο. Σε συνάντηση που ζήτησε με εκπροσώπους της Φιλικής Εταιρίας, στο ξενοδοχείο «Μινέρβα» στο λιμάνι, μετέφερε μια ωραιοποιημένη εικόνα σύμφωνα με την οποία κόμματα και δημοκρατικές οργανώσεις στην Αθήνα ήταν έτοιμα για δυναμική αναμέτρηση με τη δικτατορία και του είχαν αναθέσει την ευθύνη της Κρήτης. «Τον Απρίλη του 1938 – γράφει στα απομνημονεύματά του ο Μάρκος Βαφειάδης που εκείνο το διάστημα είχε αναλάβει την καθοδήγηση του ΚΚΕ στην Κρήτη – πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στα Χανιά με τη συμμετοχή του Αρ. Μητσοτάκη, αρχηγού της “αριστεράς” των Φιλελευθέρων, Ιωάν. Μουντάκη Δημάρχου Χανίων και του αντιπροσώπου της ΚΟ Κρήτης Μ. Βαφειάδη… Η σύσκεψη διαπιστώνει την ανάγκη συντονισμού του λαϊκού αντιδικτατορικού αγώνα και, με προτεραιότητα τον ένοπλο, αποφασίζει και υπογράφει συμφωνία που θα περιλάβει τους εξής όρους: 1) Ανατροπή της δικτατορίας. 2) Σχηματισμός αντιδικτατορικής κυβέρνησης απ’ όλα τα κόμματα της Βουλής που διέλυσε η δικτατορία και εκλογές με αναλογική. 3) Επαναφορά των απότακτων δημοκρατικών αξιωματικών, κατάργηση του ιδιωνύμου, του θεσμού της εξορίας, των αντιδημοκρατικών νόμων της δικτατορίας».

Η Ασφάλεια που προσπαθεί απεγνωσμένα να εντοπίσει το μηχανισμό της Φιλικής Εταιρίας αναγκάζει το Μητσοτάκη με την απειλή της σύλληψης να φύγει για την Αθήνα, αλλά παρά την τρομοκρατία, τις συλλήψεις και διαρκείς εκτοπίσεις κομμουνιστών και δημοκρατικών πολιτών, η προετοιμασία της εξέγερσης συνεχίζεται. Πυρήνες οργανώνονται στα χωριά του Αποκόρωνα και της Κυδωνίας, ενώ σε επίσκεψή του στον Ομαλό ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής εξασφαλίζει και την υποστήριξη του στρατηγού Μάντακα. Ο Μητσοτάκης επιστρέφει στα Χανιά μέσα του Ιούλη και πραγματοποιεί νέες συναντήσεις την ίδια ώρα που οι βενιζελικοί πολιτευτές διστάζουν και κωλυσιεργούν.

Όλοι βρίσκονται εν αναμονή του «συνθήματος από την Αθήνα». Όμως στην Αθήνα η εικόνα δεν ήταν αυτή που μετέφερε ο Μητσοτάκης στους συνομιλητές του. Όπως γράφει ο Γρ. Δαφνής, την ιδέα της κρητικής εξέγερσης είχε συλλάβει ο στρατηγός Αχ. Πρωτοσύγγελος. «Το σχέδιόν του ήτο απλούν: Ολαι αι φρουραί της Κρήτης, στηριζόμεναι εις τον κρητικόν λαόν, θα προέβαινον εις την δήλωσιν ότι ηρνούντο να υπακούουν πλέον εις την κυβέρνησιν Μεταξά και θα εζήτουν από τον βασιλέα να την αντικαταστήση. Εάν ο βασιλεύς, εν τη επιθυμία του να αποφύγη εκστρατεία κατά της Κρήτης, συγκατάνευε, τότε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα θα είχε επιτευχθή. Εάν, αντιθέτως, ο βασιλεύς εξουσιοδότει τον Μεταξάν να χτυπήση τους Κρήτας, τότε ούτοι θα έπρεπε να κρατήσουν μερικάς ημέρας, ώστε εν τω μεταξύ να δοθή η δυνατότης κινητοποιήσεως των επί της Ηπειρωτικής Ελλάδος αντιδικτατορικών δυνάμεων. Το σχέδιο τούτο – καταλήγει ο Δαφνής – εγνώριζε και είχεν υιοθετήσει ο Α. Μητσοτάκης, εις τον οποίον ανετέθη η ηγεσία της εξεγέρσεως εις την Κρήτην». Στην ουσία δηλαδή, επρόκειτο για ένα σχέδιο προβληματικό καθώς βασιζόταν αποκλειστικά στην Κρήτη. Αν ληφθεί υπόψη ότι η εξέγερση περιορίστηκε στα Χανιά και δεν επεκτάθηκε στην Κρήτη, και ότι για την υπόλοιπη Ελλάδα δε υπήρξαν προετοιμασίες για εξέγερση, τότε γίνεται αντιληπτό πως το κίνημα των Χανίων ήταν θνησιγενές. Τίποτα όμως από αυτά δεν μπορεί να αμαυρώσει το μεγαλείο της αδούλωτης ψυχής του Χανιώτικου λαού. Στις 29 Ιούλη του 1938 τα Χανιά μίλησαν για λογαριασμό ολάκερης της Κρήτης, ολάκερης της Ελλάδας.

Η εξέγερση ξεσπά… και καταρρέει

Το ραντεβού ορίστηκε για τις πρώτες πρωινές ώρες της 29ης Ιουλίου 1938. Το πρωί της παραμονής πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο ιατρείο του δημάρχου Γιάννη Μουντάκη. Γράφει ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής: «Πήγαμε δύο από τη Φιλική Εταιρεία. Περιμέναμε σύσκεψη της Επαναστατικής Επιτροπής και βρήκαμε σύναξη στελεχών. Ο Μητσοτάκης που τις τελευταίες μέρες είχε πάρει τα μέτρα του για ν’ αποφύγει τη σύλληψη, έστειλε τους αντιπροσώπους του. Αντιπροσώπους έστειλαν και οι βενιζελικοί. Ήταν κι ο αντιπρόσωπος της κομμουνιστικής οργάνωσης Χανίων. Όλοι – όλοι καμιά δεκαπενταριά… Κανένα μέτρο προφύλαξης. Πειράγματα, αστεία, φωνές. Μερικοί περίεργοι από τα γειτονικά μαγαζιά – το ιατρείο βρισκόταν στο κέντρο της παλιάς πόλης κοντά στην πλατεία της Σπλάντζιας – ήρθαν να ρωτήσουν τι συμβαίνει. Η κίνηση ασυνήθιστη, η πόρτα ανοιχτή, ένας τοίχος μας χώριζε από το δρόμο. “Ο δήμαρχος βαφτίζει” ήταν η απάντηση. Οι περίεργοι δεν έμειναν ικανοποιημένοι, έλεγαν κανένα χωρατό, χαμογελούσαν πονηρά, έφευγαν. Ένας είπε: “Καλά κρασιά”. Αλλος: “Η ώρα η καλή”». Μέσα σε τέτοιες συνθήκες «συνομωτικότητας» με μία σύσκεψη που κράτησε όλο κι όλο μισή ώρα, η εξέγερση ορίστηκε περί τις 2 το πρωί της 29ης Ιουλίου. Από στόμα σε στόμα κ η είδηση έφτασε αστραπιαία παντού.

Από τις 12 τα μεσάνυχτα ομάδες αρχίζουν να συγκεντρώνονται στο Ορφανοτροφείο, άλλοι άοπλοι, άλλοι οπλισμένοι με κάθε λογής όπλα, μάλλιγχερ μακριά και κοντά, γκράδες και γκραδάκια, μάουζερ, τιλεμπέλ, τσιφτέδες, μερικά τόσο σκουριασμένα που αμφίβολο αν θα έπαιρναν φωτιά. Σφαίρες ελάχιστες, αλλά ηθικό υψηλό. Η ώρα περνά, αλλά από τους ηγέτες κανείς ακόμα. Όπως αναφέρει ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής, «ύστερα από είκοσι χρόνια μαθεύτηκε πως και την τελευταία στιγμή αμφιταλαντεύονταν». Τελικά φτάνουν στη συγκέντρωση περασμένες 4.

Το πλήθος κινείται. Καταλαμβάνεται αναίμακτα η Στρατώνα στη Σούδα, το Τηλεγραφείο, η Γενική Διοίκηση, τα γραφεία της Διοίκησης Χωροφυλακής, της Μεραρχίας, της Ασφάλειας και τα Αστυνομικά τμήματα. Στα γραφεία του 14ου Συντάγματος συνεδριάζουν οι πολιτικοί και στρατιωτικοί παράγοντες. Ο Γενικός Διοικητής Κρήτης Σφακιανάκης, ο Γενικός Γραμματέας Ιππόλυτος, ο διοικητής της Μεραρχίας, ανώτεροι υπάλληλοι τα έχουν χαμένα και παραδίνονται.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, οι συλλήψεις και τα μέτρα που λήφθηκαν για την προφύλαξη της εξέγερσης από τους εχθρούς της εν πολλοίς ήταν αστεία. Γράφει ο Χατζηαγγελής: «Δεν πήραμε στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης και ασφάλειας. Ύστερα από την κατάληψη των αρχών και τη σύλληψη των πολιτικών και στρατιωτικών εκπροσώπων της δικτατορίας, δεν αφοπλίσαμε τη χωροφυλακή. Παντού μπήκαν ένοπλοι επαναστάτες, παντού κάποιος χωροφύλακας χαμογελούσε “κι εμείς μαζί σας – προσχωρούμε”, παντού κάποιος βενιζελικός παράγοντας βρισκόταν από μηχανής θεός ν’ αποτρέψει τον αφοπλισμό, την απομάκρυνση, την αντικατάσταση από τον επαναστατημένο λαό, που είχε την ευθύνη για την τάξη. Δεν αφοπλίστηκε ολοκληρωτικά ο στρατός, δεν εγκαταστάθηκε από την πρώτη στιγμή στους στρατώνες λαός, να γίνει λόχος, τάγμα, να στήσει καζάνι, να πάρει παλάσκες και γυλιό. Δεν απομονώθηκε η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Ο υπουργός Σφακιανάκης οδηγήθηκε από ενόπλους στο σπίτι του. Μπορεί να βρέθηκε και κάποιος που να του ζήτησε συγνώμη για την ενόχληση. Κάποιος έπεισε τους ενόπλους να μείνουν στο σπίτι του να τον φυλάνε μήπως και τον πειράξει κανείς. Του άφησαν και το τηλέφωνο να τηλεφωνήσει στους φίλους του στα Χανιά, στην Αθήνα, στο Ηράκλειο πως χαίρει άκρας υγείας και να μην ανησυχούν».

Τα ξημερώματα μεταδόθηκε το παρακάτω διάγγελμα:
«Προς την Α. Μ. τον Βασιλέα
Προς τας ενόπλους δυνάμεις
Προς τον ελληνικό λαό
Στρατός και λαός αδελφωμένοι κατέλυσαν αρχάς λαομισήτου τυραννίας εκπροσωπούμενης υπό του στρατηγού Μεταξά. Ανακτήσας ελευθερίας αυτού απευθύνεται προς την Α. Μ. τον Βασιλέα και ζητεί την άμεσον απομάκρυνσιν της τυραννικής Κυβερνήσεως Μεταξά, την αποκατάστασιν του κράτους του νόμου και των λαϊκών ελευθεριών και τον σχηματισμόν Κυβερνήσεως Εθνικής Σωτηρίας εκ των αρίστων Ελλήνων, αδιακρίτως πολιτικών παρατάξεων, προς αντιμετώπισιν των αμεσοτάτων εσωτερικών και εξωτερικών κινδύνων, τους οποίους διατρέχει η χώρα μας και διά την δημιουργίαν μιας νέας Ελλάδος, πράγματι ηνωμένης ψυχικώς και ικανής να αντιμετωπίση με σθένος και φρόνησιν τας δυσκόλους στιγμάς, που διέρχεται η ανθρωπότης. Με αδελφικόν χαιρετισμόν προς τας ενόπλους δυνάμεις και ολόκληρον τον λαόν. Ζήτω Ο Βασιλεύς, ζήτω η Ελλάς.
Η Επαναστατική Επιτροπή:
Μητσοτάκης, Βολουδάκης, Μουντάκης, Παΐζης,
Μάντακας στρατιωτικός διοικητής».

Το πρωί της Παρασκευής 29 Ιουλίου βρίσκει τους Χανιώτες σε επαναστατικό ενθουσιασμό αλλά και ανήσυχους. Στις 11π.μ. γίνεται λαϊκή συγκέντρωση στην Πλατεία Σιντριβανιού. Η εξέγερση έχει πετύχει, αλλά οι ομιλητές από τον εξώστη του κέντρου «ΒΙΜ», με πρώτο τον Μητσοτάκη, επιβεβαιώνουν πως το κίνημα των Χανίων είναι μοναδικό στο νησί. Στην πραγματικότητα κανείς δεν είχε φροντίσει από τα πριν να ειδοποιήσει την υπόλοιπη Κρήτη ή να την εντάξει στο σχεδιασμό της εξέγερσης πρότι αυτό δεν θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο.

Το μούδιασμα του λαού ήταν αναπόφευκτο. Και αντί οι ηγέτες του κινήματος να τον εμψυχώσουν, υποτίμησαν τη νοημοσύνη και τις διαθέσεις του όπως αναφέρει ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής ” (Ο Μητσοτάκης) δεν τόνισε την σημασία της πάλης ενάντια στο λαομίσητο φασισμό και της αλλαγής που θα γινόταν με την αποκατάση της Δημοκρατίας. Δε ζήτησε από το λαό συγκεκριμένα τι να κάνει, ποια είναι τα καθήκοντα της στιγμής ‘Πηγαίνετε στα σπίτια σας να φάτε και τ’ απόγευμα ελάτε στη στρατώνα να πάμε για Ρέθυμνο, Ηράκλειο’ Ο λαός αντί να ενθουσιαστεί πάγωσε ακόμα πιο πολύ”. Και σαν να μην έφτανε αυτό, προς το τέλος του συλλαλητηρίου δύο αεροπλάνα ρίχνουν στην πόλη μια προκήρυξη του Δικτάτορα Μεταξά ο οποίος δήλωνε αποφασισμένος να πατάξει «τους στασιαστάς διά παντός μέσου», ενημερώνοντας ταυτοχρόνως ότι «παντού της Ελλάδος επικρατεί απόλυτος τάξις και ησυχία».

Σε λίγο άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Ο Σφακιανάκης είχε ενημερώσει και κινητοποιήσει τις αρχές. Εναντίον των εξεγερμένων κινήθηκαν ισχυρές δυνάμεις. Περίπολοι γέμισαν τους δρόμους και άρχιζαν να αφοπλίζουν τους ένοπλους επαναστάτες όπου τους έβρισκαν. Αντίσταση ουσιαστική δεν υπήρξε, γιατί δεν είχε προβλεφτεί κάτι τέτοιο. Στα γραφεία της Μεραρχίας η Χωροφυλακή συνέλαβε τον Μάντακα, ο οποίος ουσιαστικά ούτε που περίμενε μια τέτοια εξέλιξη. Κατάφεραν όμως να τον απελευθερώσουν λίγο αργότερα οι Λακκιώτες.

Στις 12.50 το μεσημέρι ο Σφακιανάκης τηλεγραφούσε στην Κυβέρνηση: «Η Γενική Διοίκησις, το Σύνταγμα και τα λοιπά δημόσια καταστήματα ανακατελήφθησαν. Οι στασιασταί διελύθησαν». Το απόγευμα της ίδιας ημέρας μέσω ραδιοφώνου ολόκληρη η Ελλάδα άκουγε ανακοίνωση του υφυπουργείου Τύπου με την οποία αναγγελλόταν η πλήρης καταστολή του κινήματος.
«Χθες την νύκτα ομάς 400 περίπου ενόπλων υπό την ηγεσίαν των Μητσοτάκη, Μουντάκη και Χατζηαγγελή εισήλθεν εις την πόλιν των Χανίων και επωφελούμενη της ελλείψεως στρατιωτικής δυνάμεως, κατέλαβε την πόλιν. τα αίτια και οι σκοποί του απονενοημένου του κινήματος παραμένουν μέχρι της στιγμής άγνωστα. ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως ειδοποιηθείς αμέσως διέταξε εν τω άμα την αποστολην ισχυράς στρατιωτικής ναυτικής και αεροπορικής δυνάμεως”

Το Μεταξικό καθεστώς εκδικείται

Παρά την αποτυχία της η αντιφασιστική εξέγερση του Χανιώτικου λαού έπεσε σα βάλσαμο στις καρδιές των ανθρώπων που τις πλάκωνε ο βραχνάς του φασισμού. Το ηθικό του λαού παραμένει ακμαίο. Μάταια η δικτατορία προσπαθεί να τρομοκρατήσει εξαπολύοντας άγριο διωγμό εναντίον όσων είχαν τολμήσει να την αμφισβητήσουν. Συλλήψεις, διώξεις, βασανισμοί είναι το μόνιμο μοτίβο και όχι μόνο στα Χανιά. Την 1η Αυγούστου με προκήρυξή τους οι Κρητικοί της Αθήνας και του Πειραιά επιδοκιμάζουν την εξέγερση και καταγγέλουν την δικτατορία για τις μαζικές συλλήψεις 500 Κρητικών σε Αθήνα και Πειραιά και για πλήθος συλλήψεων στη Θεσσαλονίκη.

Στα Χανιά στρατιωτικός νόμος και διαγγέλματα. Ο στρατιωτικός διοικητής Σακόραφος καλεί «πάντας να παραδώσωσι τα εις χείρας των όπλα και στρατιωτικά είδη», απαγορεύει την κυκλοφορία καθ’ ομάδας και την κυκλοφορία πέραν της 10ης νυκτερινής. Στέλνεται στο νησί στρατός, πολεμικά, χωροφυλακή, με επικεφαλής το γνωστό Κουρεμπανά. Διορίζεται στρατιωτικός διοικητής Κρήτης ο μετέπειτα «μεγάλος πατριώτης» της κατοχής Τσολάκογλου. Όμως οι προσκλήσεις και οι απειλές για την παράδοση των όπλων πέφτουν στο κενό. Ο λαός τα φυλάει σαν τα μάτια του. Στις 11 Αυγούστου κατεβαίνει στα Χανιά ο ίδιος ο υπουργός στρατιωτικών Παπαδήμας με πρώτη του σκοτούρα τα όπλα.

Παράλληλα στήνεται και το πρώτο στρατοδικείο. Στην δίκη που ξεκίνησε στις 17 Αυγούστου και κράτησε έξι ημέρες, από 69 κατηγορούμενους καταδικάζονται ερήμην σε θάνατο οι Μητσοτάκης, Μουντάκης, Βολουδάκης και Μπακλατζής και οι Μάντακας, Καφάτος, Εμμ. Μουντάκης και Γεωργιλαδάκης σε ισόβια. Ακολούθησαν το επόμενο διάστημα οι δίκες της β’ σειράς με 75 κατηγορούμενους, της γ’ με 59, της δ’ με 58 και τελευταία εκείνη των στρατιωτικών με την κατηγορία παράβασης καθήκοντος και εντολών ανωτέρων. Ο στρατιωτικός διοικητής της εξέγερσης Εμ. Μάντακας καταδικάστηκε ερήμην σε ισόβια δεσμά και ερήμην σε 20 χρόνια κάθειρξη ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής. Οι συλληφθέντες, που καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές, γέμισαν τις φυλακές του Ιντζεδίν, της Αίγινας, των Τρικάλων, της Πύλου, της Κέρκυρας.

 Οι φυγόδικοι

Οι ερήμην καταδικασθέντες επικεφαλείς του κινήματος παραμένουν φυγόδικοι αρχικά στους Κάμπους της ορεινής Κυδωνίας και στη συνέχεια πιο ψηλά στο Μαδαρό, το τελευταίο ριζίτικο χωριό πριν την άγρια ερημιά των Λευκών Ορέων. Τους πάνω κάτω πενήντα νοματαίους που έχουν απομείνει ενώνει ο κοινός σκοπός, η πτώση της δικτατορίας, αλλά σπαράσσουν οι διαφωνίες. Μητσοτάκης και Μουντάκης θέλουν να μαζέψουν κόσμο και να ξαναμπούν στα Χανιά, Βολουδάκης και Μπακλατζής συνιστούν φρόνηση και αναμονή. Μετά και την εμφάνιση του πρώτου αποσπάσματος που πλησίασε τον καταυλισμό τους, οι φυγόδικοι αναγκάζονται, κυρίως κάτω από την πίεση του Βολουδάκη να καταφύγουν στ’ Ασκύφου των Σφακίων. Εκεί και μετά από πολλές διαφωνίες πείθεται και ο Βολουδάκης και καταστρώνεται σχέδιο για νέα εξέγερση με ορίζοντα την 16η Οκτώβρη. Το σχέδιο περιλαμβάνει γενική κινητοποίηση του λαού, ταυτόχρονο ξεκίνημα από όλες τις επαρχίες με κατεύθυνση τα Χανιά. Μητσοτάκης και Μουντάκης φεύγουν για να οργανώσουν τον Αποκόρωνα, Μπακλατζής και Χατζηαγγελής το Σέλινο, ενώ ο Βολουδάκης παραμένει στα Σφακιά και αναλαμβάνει να ειδοποιήσει Ρέθυμνο και Ηράκλειο. Κι ενώ ξεκινά η εκ νέου οργάνωση της εξέγερσης με συμφωνία όλων στις 7 Αυγούστου οι Μπακλατζής και Χατζηαγγελής λαμβάνουν μήνυμα από τον Βολουδάκη: «Ρέθυμνο και Ηράκλειο αρνούνται να κινηθούν. Κατόπιν τούτου απεφασίσθη ν’ αναχωρήσουμε εις Αίγυπτον. Θα περάσει να σας πάρει καΐκι από την Κουντούρα». Σύμφωνα με το Βαγγέλη Χατζηαγγελή, στην πορεία αποδείχτηκε πως ο Μητσοτάκης δεν είχε συμφωνήσει σε αυτό το σχέδιο ενώ με επιστολή του ο στρατηγός Μάντακας καλούσε και την υπόλοιπη ομάδα να παραμείνει στο νησί και να αγωνιστεί. Όμως – σύμφωνα με αφήγησή του 24/8/1963 που παραθέτει και πάλι ο Β. Χατζηαγγελής – ο Βολουδάκης βρίσκονταν σε επαφή με τον γενικό διοικητή Κρήτης Σφακιανάκη και όταν βεβαιώθηκε πως δεν μπορεί να γίνει νέα εξέγερση συμφώνησε μαζί του να διευκολύνει την απόδρασή τους από το νησί.

Τελικά 20 του Οκτώβρη αναχωρούν από το νησί με καΐκι και κατεύθυνση την Κύπρο, οι Αρ. Μητσοτάκης, Ι. Μουντάκης, Μαν. Βολουδάκης, Εμ. Μπακλατζής, Στ. Παπαδοκωνσταντάκης, Ρ. Τζιγκουνάκης, Ι. Σιμιτόπουλος, Η. Μπριλλάκης, Εμμ. Κοτζάμπασης και Β. Χατζηαγγελής.

Ρούλα Μουτσέλου



Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Η μεγάλη προδοσία – Πώς η δικτατορία του Μεταξά παρέδωσε Έλληνες αντιφασίστες στα χέρια των Ναζί

φασιστες
Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα που διαπράχτηκαν κατά την διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, είναι η παράδοση εκατοντάδων Ελλήνων πολιτικών κρατουμένων από τις ελληνικές αρχές (δικτατορία Μεταξά) στα γερμανικά στρατεύματα κατοχής.
Επρόκειτο για αντιφασίστες που είχαν καταδικαστεί με βάση τον νόμο περί Ιδιώνυμου του 1929 (κυβέρνηση Βενιζέλου). Βρίσκονταν δηλαδή στο κάτεργο της Ακροναυπλίας για τα φρονήματά τους. Η παράδοσή τους στον εχθρό (υποτίθεται ότι ο εχθρός ήταν οι ναζί) ισοδυναμεί με προδοσία. Και συνάμα αποδεικνύει ότι το καθεστώς του Μεταξά ένιωθε πολύ πιο κοντά ιδεολογικά και συναισθηματικά στους φασίστες παρά στους Έλληνες αντιφασίστες.

Οι φυλακές της Ακροναυπλίας εγκαινιάζονται για πολιτικούς κρατουμένους τον Απρίλιο του 1935. Οι πρώτοι κρατούμενοι ωστόσο δεν είναι κομμουνιστές αλλά φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί που πήραν μέρος στο λεγόμενο πραξικόπημα κατά του Κονδύλη. Ακολουθεί κύμα εκκαθαρίσεων φιλοβενιζελικών στοιχείων από τον Στρατό, αλλά και την αστυνομία, που έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο σε σχέση με τον εμφύλιο.

Οι φιλοβενιζελικοί αποφυλακίζονται στα τέλη του 1935 και οι αρμόδιοι της φυλακής προβληματίζονται για τον διαχωρισμό ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες φυλακισμένων. Ο Γλυκοφρύδης, γενικός επόπτης φυλακών, προτείνει τη δημιουργία φυλακής μόνο για κομμουνιστές, ώστε να μην επηρεάζουν πολιτικά τους ποινικούς κρατούμενους. Αναγκαία σημείωση: ο Γλυκοφρύδης ήταν οπαδός του Χίτλερ.

Στις 18 Σεπτέμβρη 1936, δημοσιεύεται ο αναγκαστικός νόμος 117 που βασίζεται στο γνωστό Ιδιώνυμο. Έτσι οι στρατιωτικές μέχρι τότε φυλακές της Ακροναυπλίας τον Φεβρουάριο του 1937 μετατράπηκαν σε «Στρατόπεδο Κράτησης Κομμουνιστών» και στέλνονταν εκεί οι πολιτικοί αντίπαλοι του καθεστώτος. Αυτό κράτησε μέχρι τον Φεβρουάριο του 1943. Εξακόσιοι είκοσι πέντε πολιτικοί κρατούμενοι πέρασαν το κατώφλι του κάτεργου, που ήταν και ο κύριος όγκος των πολιτικών κρατουμένων της δικτατορίας του Μεταξά. Ανάμεσά τους ο Γληνός, ο Ζεύγος, ο Μπελογιάννης, ο Σουκατζίδης κ.ά.

Ο Δημήτρης Γληνός

Οι πρώτοι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στην Ακροναυπλία από τα κρατητήρια της Ασφάλειας στην Αθήνα, και τον Πειραιά. Ωστόσο το καλοκαίρι του 1937 έφτασαν καραβιές φυλακισμένων από τα νησιά του Αιγαίου (Φολέγανδρο, Άη Στράτη, Ανάφη) από εκείνους που οι αρχές θεωρούσαν ως τους πιο επικίνδυνους.
Εκτός από την Ακροναυπλία υπήρχαν και οι πολιτικοί κρατούμενοι, οι οποίοι ήταν φυλακισμένοι στις φυλακές της Κέρκυρας, Πύλου, Αίγινας, Αβέρωφ, Συγγρού, Επταπυργίου. Εκτιμάται ότι μεταξύ 1929 και 1937 εκτοπίστηκαν 3.000 άτομα με βάση το Ιδιώνυμο και άλλα 1.000-5.000 με βάση διάφορους άλλους νόμους του μεταξικού καθεστώτος. Όταν ξεσπά ο πόλεμος, το 1940, υπήρχαν στην Ελλάδα 2.000 πολιτικοί κρατούμενοι και εξόριστοι.

Το χρονικό μιας προδοσίας

Τρεις ημέρες μετά την εκδήλωση της ιταλικής επίθεσης από τα σύνορα της Αλβανίας (31.10.40) ο τότε γραμματέας της Κ.Ε. του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης, από τα μπουντρούμια της Ασφάλειας του Μανιαδάκη όπου κρατείται, απευθύνει επιστολή στην οποία σημειώνει: «Ο φασισμός του Μουσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά… Σήμερα όλοι οι Έλληνες παλεύουμε για τη λευτεριά, την τιμή, την εθνική μας ανεξαρτησία. Η πάλη θα είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή… Όλοι στον αγώνα. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκουν στο πλευρό μας»

Άποψη της Ακροναυπλίας

Ο ηγέτης του ΚΚΕ καλεί δηλαδή τον λαό να αποκρούσει τον εισβολέα πολεμώντας για την πατρίδα έστω και υπό την κυβέρνηση Μεταξά. Στις 29 Οκτωβρίου 1940 οι πολιτικοί κρατούμενοι του στρατοπέδου της Ακροναυπλίας υποβάλλουν υπόμνημά τους στην κυβέρνηση του δικτάτορα ζητώντας να σταλούν στην πρώτη γραμμή του πυρός για τη συντριβή των επιδρομέων και την υπεράσπιση της χώρας… Άλλα δύο σχετικά υπομνήματα υποβάλλονται από τους κρατουμένους στις αρχές Νοεμβρίου 1940. Εις μάτην όμως.

Οι μεταξικές αρχές, όχι μόνο αρνούνται, αλλά και μετά την έλευση των ναζί παραδίδουν τους κρατούμενους κομμουνιστές στις δυνάμεις κατοχής, οι οποίοι θα τους χρησιμοποιήσουν ως ομήρους και θα τους εκτελέσουν ως αντίποινα για τη δράση του ΕΛΑΣ. Κάποιοι θα καταφέρουν να δραπετεύσουν και να ενταχθούν στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση. Κάποιοι άλλοι θα πεθάνουν από πείνα και φυματίωση. Οι περισσότεροι όμως (240) θα εκτελεστούν από τις δυνάμεις Κατοχής, στις οποίες παραδόθηκαν από τις ελληνικές αρχές με πρωτόκολλο!!

ΑΓΓ. ΜΑΝΤΑΔΑΚΗΣ

Η Πολιτεία της 4ης Αυγούστου. Φως εις μίαν πλαστογραφημένην περίοδον της Ιστορίας μας

Κορωνάκη, Ι. Γ. (1950). H Πολιτεία της 4ης Αυγούστου, Φως εις μίαν Πλαστογραφημένην Περίοδον της Ιστορίας μας. Αθήναι, σελ. 317

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

Το «Ημερολόγιο» ενός μικρού ανδρός

Εβδομήντα εννιά χρόνια από την κήρυξή της, η δικτατορία της 4ης Αυγούστου εξακολουθεί να προσφέρει υλικό σε ιστορικούς και πολιτικούς αναλυτές. Μάλιστα εδώ και μερικά χρόνια έχει επιχειρηθεί από ένα ρεύμα ιστορικής αναθεώρησης ακόμα και μια άτυπη «αποκατάσταση» της δικτατορίας, μέσα από ποικίλους συλλογισμούς και αναφορές. Για την ακρίβεια είναι ο ίδιος ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς ο οποίος αντιμετωπίζεται από μερίδα ιστορικών ερευνητών αλλά και μέσων ενημέρωσης ως σημαντικός «πολιτικός άνδρας», με αξιόλογη δράση και ακόμα πιο αξιοπρόσεκτη πολιτική σκέψη.

Η δυσκολία γι’ αυτούς τους όψιμους απολογητές του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου είναι ότι το ίνδαλμά τους έχει φροντίσει να αποκαθηλώσει τον εαυτό του και να παρουσιαστεί απέναντί μας χωρίς την προστασία των τυφλωμένων από τον φανατισμό οπαδών του. Στο πολύτομο «Ημερολόγιο» που μας έχει αφήσει περιέχονται όλα τα σχετικά στοιχεία γι’ αυτή την αποκαθήλωση.

Ο Ρένος, δεξιά, απολογείται στη δίκη του O δικτάτορας ασκεί την επιβολή του σε Δημοτικό σχολείο | 
 
Μέσα στο «Ημερολόγιο» εμφανίζεται ο πανίσχυρος δικτάτορας ως ένα πλεγματικό ανθρωπάκι που ασχολείται με κάθε άλλο ζήτημα πέρα από τα σημαντικά, ακόμα και κατά τις πιο κρίσιμες ιστορικές στιγμές που έζησε ως στρατιωτικός και ως πολιτικός. Αυτός είναι ο λόγος που οι νοσταλγοί ή απολογητές του Μεταξά αισθάνονται πριν απ’ όλα την ανάγκη να επιτεθούν σε όσους επικαλούνται στοιχεία από το «Ημερολόγιο» ή απλώς αναφέρονται σ’ αυτό.

Η πιο επεισοδιακή προσπάθεια απολογητών της μεταξικής δικτατορίας να αποκρούσουν τη δημοσιοποίηση αποκαλυπτικών λεπτομερειών από το «Ημερολόγιο» συνέβη λίγο προτού έρθει η άλλη δικτατορία, της 21ης Απριλίου. Ηταν μια σειρά δημοσιευμάτων του Ρένου Αποστολίδη (1924-2004) στο περιοδικό «Νέα Ελληνικά» το 1966 και το 1967 που πυροδότησε την έκρηξη της νεοσύστατης τότε οργάνωσης «Κόμμα 4ης Αυγούστου» του Κωνσταντίνου Πλεύρη. Η υπόθεση κατέληξε στα δικαστήρια.

Η ανάγνωση που κάνει ο Ρένος Αποστολίδης στο «Ημερολόγιο» του Μεταξά είναι ξεκαρδιστική. Βέβαια δεν ολοκληρώθηκε, διότι μεσολάβησε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών και τα «Νέα Ελληνικά» έπαψαν να κυκλοφορούν, όπως και κάθε άλλη ελεύθερη φωνή στον δημόσιο λόγο. Είχε προλάβει να γράψει μόλις πέντε συνέχειες, στις οποίες κάλυπτε μόνο τους δύο πρώτους τόμους του «Ημερολογίου».

Το «Ημερολόγιο» ενός μικρού ανδρός Προπαγανδιστική αφίσα του καθεστώτος Μεταξά. Ο Ρένος, δεξιά, απολογείται στη δίκη του | 
 
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Αποστολίδης δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι έδρασε από «αντιφασιστική» ή «αριστερή» προκατάληψη. Το αντίθετο μάλιστα. Ο ίδιος αρνήθηκε σε όλη του τη δημόσια διαδρομή την ένταξη σε κομματικούς σχηματισμούς, διεκδικώντας την «προσωπική» πολιτική ταυτότητα.

Μάλιστα εκείνη ειδικά την περίοδο είχε προκαλέσει τη μήνιν της Αριστεράς εξαιτίας του πρωταγωνιστικού του ρόλου δύο χρόνια νωρίτερα (τον Ιούλιο του 1964) στο επεισόδιο της μαζικής εισβολής ακροδεξιών τραμπούκων στη Βουλή. Ο ίδιος ο Αποστολίδης γράφει -όχι χωρίς κάποια πικρία- ότι η Αριστερά θεωρεί «φασιστικό» το περιοδικό του («Νέα Ελληνικά», τχ. 16, Απρίλιος 1967, σ. 1.213).

Το «Ημερολόγιο» και ο Ρένος

Η σειρά των άρθρων για το «Ημερολόγιο» ξεκίνησε στο τχ. 3 της Γ΄ περιόδου των «Νέων Ελληνικών» (σ. 209-231) με τίτλο «Κριτική του εντύπου, Ανατίναξη του κεντρικού θρύλου ή Exhibitio Dictatoris». Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στο ίδιο τεύχος υπάρχει ταυτόχρονα συνέντευξη του Μίκη Θεοδωράκη και άρθρο τού μετέπειτα προπαγανδιστή της χούντας Γεωργίου Γεωργαλά περί «κομμουνισμού». Ακολούθησαν άλλες τέσσερις συνέχειες, στα τχ. 7 (σ. 524-533), 9 (σ. 692-698), 11 (σ. 865-868), 16 (σ. 1.211-1.215). Ο Αποστολίδης αναζητά τη λεπτομέρεια στο κείμενο του «Ημερολογίου» και σχολιάζει με σπαρταριστές παρατηρήσεις τον τρόπο που λειτουργεί ο Μεταξάς ως στρατιωτικός, διπλωμάτης, πολιτικός και… άντρας.

Περιοριζόμαστε σε ελάχιστα παραδείγματα, αλλά συστήνουμε θερμά την αναζήτηση και την ανάγνωση του συνόλου αυτής της εξαιρετικά διασκεδαστικής και διαφωτιστικής σειράς άρθρων. Εντός εισαγωγικών παραθέτουμε τα αποσπάσματα του «Ημερολογίου», ενώ τα σχόλια του Αποστολίδη μέσα σε αγκύλες.

■ [Ο πόλεμος έχει από διημέρου εκραγή, οι εχθροπραξίες είναι εν πλήρει αναπτύξει –μάλιστα έχει κιόλας αρχίσει η άτακτη φυγή μας:] «Την νύκτα απόψε μανθάνω πλέον θετικώς ότι οι Τούρκοι μας απεδίωξαν από τα Γκριτζόβαλι και την Μελούνα. Η είδησις είναι κεραυνός. Αύριο θα έχωμεν τους Τούρκους προ της Λαρίσης» (6.4.1897). [Και ο «φλεγόμενος» τάχα για πόλεμο «υπερπατριώτης» ανθυπολοχαγίσκος ενδιαφέρεται για την… καλή του την στολή:] «Εξύπνησα πολύ πρωί, μετά τεταραγμένον ύπνον. Ηκούοντο μακρυνοί κανονιοβολισμοί.
Αγωνία με κατέλαβε». [Θα έλεγε κανείς: για την Πατρίδα αγωνιά ο νεαρός θερμόαιμος! Αλλ’ όχι! Για… τα πράγματά του και για την ασφαλή φυγή του, χωρίς να χάση ούτε μαντιλάκι ή κορδονέτο!] «Εισήλθον οι Τούρκοι διά της Μελούνας εις την πεδιάδα;» [Μήπως «θα δράμη» λοιπόν, «να δράξη τυφέκιον οπλίτου έστω, και να αμύνη, μέχρι τελευταίας ρανίδος του κυανού αίματός του, την δύστηνον Πατρίδα»; Οχι. Γι’ άλλο φλέγεται!] «Εσκεπτόμην να δέσω τα πράγματά μου και να τα στείλω εις ασφαλές τι μέρος! Εχω πάρει μαζί μου την μεγάλην μου στολήν». […] «Λοιπόν εσκεπτόμην -[αξιωματικός αυτός, επαγγελματίας ''υπερασπιστής της Πατρίδος'', ώρα που χάνονταν η Θεσσαλία!]- πού και πώς να στείλω τας αποσκευάς και να κρατήσω μαζί μου ολίγα εσώρουχα. Εντούτοις έδεσα όλα μου τα πράγματα». [Προφανώς από τσιγγουνιά! Για να μη χάση τυχόν ούτε… εσώρουχο!]

Το «Ημερολόγιο» ενός μικρού ανδρός Καταγγελία της εισβολής στη Βουλή ακροδεξιών τραμπούκων με επικεφαλής τον Ρένο Αποστολίδη («Η Αυγή», 4.7.1964) |
 
[Ετσι λοιπόν. Ο πόλεμος μαίνεται, άνθρωποι σκοτώνονται -αλλ’ είναι «άνθρωποι» οι κοινοί οπλίτες;- μονάδες διαλύονται, οι Τούρκοι καταλύουν την Ψωροκώσταινα εκείνη του ’97 -που κινδυνεύει, το λιγώτερο, να μείνη η μισή (και να δούμε!)- κι ο επαγγελματίας της μάχης, της γενναιότητας υποτίθεται, της αμύνης του «πατρίου εδάφους», ο μαραινόμενος χθες για υπηρεσία σε μη «παθητική» μονάδα, σε λίγο το παλληκάρι μας, σκέφτεται πώς θα σιγουρέψη τη μεγάλη του στολή].

■ [Μέγα Σάββατο του ’97, 12 Απριλίου, εγκαταλείπεται ντροπιαστικά η Λάρισα. Τα πράματα είναι αλήθεια σκούρα, γιατί οι Τούρκοι πλακώνουν ακάθεκτοι, και να ο γενναίος ανθυπολοχαγός Μεταξάς ποιο ήθος δείχνει;] «Ο ίππος μου δεν ήρχετο και ήμουν τρομερά ανήσυχος». [Γιατί «δεν τον έμελλε» αν θα σκοτωνόταν, προφανώς!] «Εδόθη η διαταγή να ιππεύσωμεν και, μη έχων ίππον, εζήτησα από τον Λεβίδην -[ανέκαθεν ''μέγας ιπποκόμος'' κ’ ελόγου του!]- όστις μου έδωσεν ένα πολύ καλόν. Αλλ’ εκείνην την στιγμήν καταφθάνει ο Πάλλης – ήτο ιδικός του. [Οποία απογοήτευσις.] Εδέησε να αφιππεύσω. Ιππευσα άλλον, καταβιβάσας ένα ιππέα -[Γιατί, βλέπετε, το δικό του το τομάρι είναι πολύ πιο πολύτιμο από το ''κατώτερο'' ενός απλού ''ιππέως''! ''Αξιωματικός'' γαρ, ο γενναίος μας!]- ότε εφάνη ο υπηρέτης μου, φέρων τον ίππον. Αφίππευσα εκ νέου -[Γνήσια οπερέτα δεν μοιάζει; Ιππεύει, «αφιππεύει», ξαναϊππεύει, ξανα-αφιππεύει, ο γελοίος!]- τον ίππον του ιππέως έλαβε κάποιος ιατρός. Εγώ ίππευσα τον ιδικόν μου. Ετυλίχθην με το αδιάβροχόν μου -[μην κρυολογήση!]- και ανέμενα».
[Και… ανέμενε λοιπόν! Αρα: υπήρχε καιρός! Και ουδείς λόγος, ο γενναίος μας, να έχη τόση πρεμούρα και ν’ αρπάζη άλογα άλλων, και να «ιππεύη» και να «αφιππεύη» πανικόβλητος, και να κατεβάζη -[Ο «ανώτερος» αυτός!]- απλούς ιππείς, για να σωθή ελόγου του, ο «γαλαζοαίματος», σαν πιο σπουδαίο προς ζωήν υποκείμενο! Τι δείχνουν όλ’ αυτά! Και προκειμένου δα περί φυγής, όχι επιτέλους περί μάχης!] […] [Γιατί δεν τράβαγε να πολεμήση για το ίδιο «πάτριο έδαφος», και να το «αμυνθή» έστω, στο παθητικό αντί στο ενεργητικό, παρά άρπαζε κυνικώτατα ξένους ίππους, και ίππευε γελοιωδέστατα πολύ πριν της ώρας του, μπας και δεν προλάβει να το σκάση;]

■ [Εκλήθη ο υπηρέτης (ο Μεταξάς) τον Αύγουστο του ’99 από τη βασιλική οικογένεια, σε πρόγευμα, στο Τατόι. (…) Εφαγε στο πλούσιο τραπέζι του βασιλιά με τους άλλους δούλους. Το απόγευμα τους μίλησε ο Διάδοχος Κωνσταντίνος. Και σημειώνει:] «Τότε ηνοίχθη ενώπιόν μας νέος εντελώς άνθρωπος, και ησθάνθημεν πραγματικώς το βασιλικόν μεγαλείον». [Ποίον δε «μεγαλείον» ησθάνθη, ο ανόητος;] «Απεστρέφετο την Γαλλίαν διά τας ιδέας της ισότητος!» -[Αυτό ήταν το «μεγαλείον»!
Το μίσος κατά των ιδεών της ισότητας! Αμ πώς!]- «Μας εδείκνυε δε σαφώς, ότι η προς τον ηγεμόνα αφοσίωσις είναι το υπέρτατον καθήκον παντός πολίτου, -[Για φανταστήτε! Μα τι άλλο θάλεγε δεσπότης σε δούλους του;]- και ιδίως αξιωματικού! -[''Ιδίως''!]- Δυστυχώς εδώ δεν έχομεν Κυβέρνησιν -[τους είπε (κ’ έχασκαν). Και '''δεν είχομεν'', ούτε τότε, διότι απλούστατα, αυλόδουλη δεν είχαμε, όχι γι’ άλλο τίποτε!]- Και ήρχισε φιλιππικόν κατά του κρατούντος συστήματος, του κοινοβουλευτικού καθεστώτος!» [Κι ακόμα περισσότερο έχασκαν, και θαύμαζαν το «βασιλικόν μεγαλείον», οι δούλοι!]

■ [Πιστεύει ο ανθυπολοχαγός Μεταξάς -με τα σωστά του- πως είναι κόμης!] «Ομιλών με τον Χάρτμαν -[ένα συμμαθητή του, στη Σχολή Πολέμου, στη Γερμανία]- του είπα ότι είμαι κόμης -ήτο η ομιλία σχετική- και του εξήγησα τι συμβαίνει εις την Ελλάδα υπό την έποψιν ταύτην». [Αλλά τι συμβαίνει, λοιπόν, στην Ελλάδα «υπό την έποψιν ταύτην»; Αλλο τίποτε παρ’ ότι ευγενείς βέβαια όχι, μόνο ψευτοευγενείς υπάρχουν; Που ισχυρίζονται, εκτός ελαχίστων -και πασίγνωστων για την άλλη αχρειότητά τους- γνησίων, ό,τι τους κατέβει, κι όπου θέλουν ανάγουν έκαστος την ψευτοευγένεια της καταγωγής του;]

■ [Οι ωμές όμως αντιλαϊκές, αντιδημοκρατικές, αντιανθρώπινες και αντιελεύθερες απόψεις του -απόψεις καθαυτό λακέ δεσποτών, και τίποτ’ άλλο- εκτίθενται κυνικώτατα λίγο παρακάτω:] «Αμα αποδειχθή ότι η Μοναρχία, ανικαταστήσασα τον Κοινοβουλευτισμόν εις τον στρατιωτικόν κλάδον, επέτυχε, τίποτε δεν θα κρατήση το Εθνος να κλίνη οριστικώς και δι’ όλους τους κλάδους προς αυτήν. Και τότε ο Βασιλεύς, όστις θα στηρίζηται επί στρατού πιστού, θα είναι πράγματι κύριος και ουχί σκιά μόνον.
Εγώ εν τη εξελίξει ταύτη καθώρισα ήδη τον δρόμον μου, προ πολλού. Είμαι στρατιώτης και ευγενής [!!!] και θέτω εις την υπηρεσίαν του Βασιλέως μου το ξίφος μου, του αφιερώ δε την ζωήν και την διάνοιάν μου. Μου είναι αδιάφορον αν ο Βασιλεύς είναι καλός ή κακός, επιβλαβής ή ωφέλιμος. Δεν εξετάζω αν αι πράξεις του προξενούν καλόν ή κακόν εις το Εθνος. Τον ακολουθώ τυφλώς εις ό,τι θέλει. Η θέλησίς του είναι δι’ εμέ νόμος».
[Και με ποιο «αντίτιμο», θα ρώταγε κανείς, όλ’ αυτά τα «τυφλώς» και τα ρητώς αντεθνικά; Αλλά να, υπάρχει το «αντίτιμο», και είναι εμετικό, είναι γλοιώδες:] «Θεωρώ εμαυτόν ευτυχή ότι χαίρω την ευμένειαν του Διαδόχου [sic ο βαρβαρισμός του θέλοντος να παραστήση τον «πολλά γνώστη» της ελληνικής Μεταξά!] αρχηγού αποφασιστικού και φιλοδόξου» […] «Φιλοδοξίαν άλλην δεν έχω ή το να πράξω, προς τον Βασιλέα και αυτόν -τον Διάδοχο- το καθήκον μου. Η προς αυτούς αφοσίωσίς μου δεν έχει οπισθοβουλίαν». [Περιττή. Αφού έχει τέτοιαν «εμπροσθοβουλίαν» δούλου, που εξέθεσα παραπάνω: νάχη την εύνοιά τους!]

■ «Σόφια, 20.9.1912. Οικονομική κρίσις εις Αθήνας! Τα δικαστήρια εσταμάτησαν. Αραγε θα πληρώσουν οι ενοικιασταί; Αμφιβάλλω. Δι’ όλα αυτά εγώ θεωρώ τον πόλεμον ασύμφορον διά την Ελλάδα, διότι κατά την γνώμην μου, δεν πρόκειται περί ζωτικού ζητήματος αυτής –και ο Θεός βοηθός». [Ας σταθούμε λίγο σ’ αυτό το απόσπασμα: Παραμονές «μεγάλου εθνικού μας πολέμου» -ξέσπασε σε δύο βδομάδες- κι αυτός μόνιμος στρατιωτικός, που έχει δώσει τάχα όρκο και τα ρέστα -«να φυλάττη μέχρι τελευταίας ρανίδος του ("ευγενούς") αίματός του» και τα λοιπά ηχηρά παρόμοια- ήτοι επαγγελματίας του πολέμου και της πατριωτικής αμύνης, που όμως μόνο γιατί δε θα του πληρώνουν τώρα τα νοίκια οι νοικάρηδες σκίζεται –κι αυτά τα αναθεματισμένα δικαστήρια που εσταμάτησαν, και πώς λοιπόν θα τους κυνηγάη να τους συντρίψη, να τους φυλακίση, να τους καταφάγη τους κακούς νοικάρηδές του, που θα του σκαν κανόνι υπό τους ήχους και το πρόσχημα των κανονιών των αληθινών;]

Η αντίδραση του Πλεύρη

Η συνέχεια είναι εξίσου διασκεδαστική. Από την εφημερίδα τους οι τεταρταυγουστιανοί επιτίθενται στον Ρένο με βαριές εκφράσεις για την κατακρήμνιση του ειδώλου τους. Με άρθρο που υπογράφει ο αρχηγός Πλεύρης καταγγέλλεται ο Αποστολίδης, όχι για τις πάμπολλες επισημάνσεις του για το πολιτικό, στρατιωτικό, ακόμα και εθνικό έλλειμμα του Μεταξά, αλλά για ένα χιουμοριστικό υπονοούμενο εις βάρος του: «Το άτομον τούτο [ο Αποστολίδης] εξαπέλυσε έναν εμετικόν οχετό ύβρεων κατά του Ι. Μεταξά. Εάν πολεμούσε τις ιδέες του Μεταξά θα υπήρχε δυνατότης να απαντήσωμεν.

Αλλά δεν πολεμά ιδέες, μα πρόσωπα. Ειδικά για τον Μεταξά πήρε διάφορα αποσπάσματα από το "Ημερολόγιον" καθαρά ιδιωτικής και προσωπικής φύσεως και από αυτά έβγαλε απιθάνως φοβερά αποσπάσματα. Ας φέρω ένα παράδειγμα. Γράφει κάπου στο "Ημερολόγιο" ο Μεταξάς, ότι πρέπει να κόψει τον μεσημεριάτικο ύπνο γιατί του κάνει κακό. Και εξ αυτού συμπεραίνει ο κ. Αποστολίδης ότι ο Μεταξάς θέλει να κόψη τον μεσημεριάτικο ύπνο για να αποφύγη "κάτι" που παρά τα εβδομήντα του χρόνια συνεχίζει. Το αισχρόν υπονοούμενον είναι σαφές. Αλλά ο κ. Αποστολίδης δεν κάνει υπονοούμενα. Αναφέρει αδιάντροπα τις ατιμίες που σοφίζεται ο σαπρός εγκέφαλός του» («Exhibitio Apostolidis ή Απάντησις εις ένα κοινό συκοφάντη», εφ. «4 Αυγούστου», τχ. 31, 29.1.1967).

Και για να απαντήσει ο Πλεύρης δεν μιλά καθόλου για τον Μεταξά, αλλά επικαλείται τον ρόλο του Αποστολίδη στην περιβόητη εισβολή διακοσίων τραμπούκων στη Βουλή, στις 3 Ιουλίου 1964. Το επεισόδιο αυτό, το οποίο θεωρήθηκε από το σύνολο του Τύπου του Κέντρου και της Αριστεράς ως δείγμα παρακρατικής δράσης και προεόρτιο της συνταγματικής εκτροπής έναν χρόνο αργότερα, ανέδειξε πράγματι τον Ρένο Αποστολίδη σε αγκιτάτορα της Ακροδεξιάς. Ο ίδιος είχε πολιτευτεί με τον Μαρκεζίνη και κατέβαινε τότε ως υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με τον εκλεκτό της ΕΡΕ Πλυτά για τον δήμο της Αθήνας.

Εξάλλου από την κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του Πλυτά αποσπάστηκε το τμήμα των «εισβολέων» που κατέληξε στη Βουλή για να προπηλακίσει τον «Παπατζή» (έτσι έλεγε ο Αποστολίδης τον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου) και τους βουλευτές του. Η υπόθεση κατέληξε μάλιστα σε πολυήμερη δίκη. Ο Αποστολίδης καταδικάστηκε στη βαρύτερη ποινή και τελικά έμεινε 100 μέρες στη φυλακή.

Το «Ημερολόγιο» ενός μικρού ανδρός Η τελευταία συνέχεια των άρθρων του Ρένου Αποστολίδη για το «Ημερολόγιο» του Μεταξά (αριστερά). Η απάντηση του Πλεύρη στην εφημερίδα «4 Αυγούστου» (δεξιά) | 
 
Εχουμε, λοιπόν, το παράδοξο, να καταγγέλλει ο Πλεύρης τον Αποστολίδη για κάτι που πραγματοποίησαν οι ομόφρονές του, οι οπαδοί του Μεταξά, οι παρακρατικοί και οι ΕΚΟΦίτες. Την αντίφαση αυτή την ξεπερνά ο Πλεύρης κατηγορώντας τον Αποστολίδη ότι έβαλε τα κλάματα στη δίκη, ενώ «οι συγκατηγορούμενοι του Ρένου, νέοι όλοι, εφέρθησαν κατά την δίκην ανδροπρεπώς και αντιμετώπισαν με αξιοπρέπεια την δύσκολη στιγμή».

Από την πλευρά του ο Αποστολίδης δεν άφησε αναπάντητη την πρόκληση. Με εκτενές άρθρο του, που τιτλοφορείται «Αλλοι βόθροι», σηκώνει το γάντι και απαντά: «Τα τσογλάνια, λοιπόν, της Τετάρτης Αυγούστου παρασταίνουν πως ενωχλήθηκαν απ’ την κριτική του "Ημερολογίου" Μεταξά. […] Θα μου πουν, πάλι, οι τα φαιά φέροντες, "αν αξίζη τον κόπο ν’ απαντάη κανείς σε τόσο ποταπούς και τόσο ανάξιους". […] Μα μια στιγμή φίλοι! Σοβαροί μου πράγματι άνθρωποι, επιτέλους, που κ’ εσάς διαβρώνει η "λογική" κ’ οι καθημερινά σφυροκοπούμενες -με υπομονή και επιμονή σκώρου- κουβέντες των φαιά φερόντων;

Τέτοια τσογλάνια δεν ήταν οι χτεσινοί –που στήσαν καθεστώς εδώ, με τον καφενέ Μανιαδάκη στις "επάλξεις" του, με τέτοιο νάνο και τέτοιους νάνους θρασύτατα στο σβέρκο σας; Που αν ο θάνατος του νάνου κ’ η Κατάκτηση του Τόπου δεν τους εσάρωνε, εδώ θα μας ήταν ακόμα –άλλο που μας είναι τα γεννήματα και τ’ αποσπέρματά τους! Το ξέρετε πως η Νεάπολη και τα Εξάρχεια είναι γεμάτα στους τοίχους πάλι με τα βρωμερά: "Ζήτω η Τετάρτη Αυγούστου!" "Ζήτω ο Ιωάννης Μεταξάς!" Πηγαίνετε στις άνω της Σκουφά περιόδους, ως το τέρμα Ιπποκράτους, και μαζί μ’ αυτές τις αηδίες θα διαβάσετε στους τοίχους -τώρα, πρόσφατα γραμμένα- από το ίδιο πινέλλο, με την ίδια μπλε μπογιά -"εθνικοφρονέστατοι" γαρ οι "νέοι"!- και… "Ζήτω η Αστυνομία!
Θα σας φάμε κουμμούνια! Ζήτω η Φρειδερίκη!" […] Και ξέρετε, ακόμα, φίλοι, πως στο Αμερικανικό Κολλέγιο υπάρχει πυρήνας ολάκερος "τεταρταυγουστιανών", ωργανωμένος καθώς μου λεν "συνωμοτικά", με "συνθήματα" και "παρασυνθήματα", με "μυστικά" κόλπα "συνεννοήσεων" κι "αναγνωρίσεων", με "συνεδριάσεις" και "βαθμοφόρους" κι "αξιωματούχους", που χαλάνε κόσμο κ’ έξω απ’ τις αίθουσες και τα γήπεδα του κολλεγίου, και στα διάφορα χαζόπαιδα της καλής μας τάξεως, και στις κουβέντες, και στις παρέες, και στις διασκεδάσεις, κερδίζοντας συνεχώς κορόιδα στην κοπρο-"ιδεολογία";» («Νέα Ελληνικά», τχ. 15, Μάρτιος 1967, σ. 1.129-133).

Η απάντηση των τεταρταυγουστιανών είναι η κατάθεση μήνυσης που υπογράφουν ο αρχηγός Πλεύρης και ο υπαρχηγός Δημήτριος Δημόπουλος. Το ανακοινώνουν στην εφημερίδα τους λίγες μέρες πριν την κήρυξη της δικτατορίας («Ρένος ο υβριστής», εφ. «4 Αυγούστου», τχ. 33, Απρίλιος 1967).

Και ο Ρένος αντεπιτίθεται στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού του: «Η κριτική του Ημερολογίου Μεταξά συνεχίζεται στο τεύχος αυτό καθώς το υποσχέθηκα στα κοπρόσκυλα της Τετάρτης Αυγούστου που με βρίζουν». Τελικά η δίκη θα διεξαχθεί μετά την επιβολή του πραξικοπήματος, ο Αποστολίδης βέβαια θα καταδικαστεί, αλλά στο εφετείο θα δηλώσει ότι δεν είχε πρόθεση να θίξει τους μηνυτές του και η μήνυση θα ανακληθεί.

Συνεπής στην αντιφατικότητά του, ο Αποστολίδης θα δεχτεί λίγους μήνες αργότερα την πρόσκληση του δικτάτορα Παπαδόπουλου και θα οργανώσει τη διατεταγμένη δημοσίευση σε όλες τις εφημερίδες διηγημάτων από την «Ανθολογία» που υπογράφουν ο πατέρας του και ο ίδιος, «για να μορφωθεί ο λαός».
Το σχέδιο θα ναυαγήσει μετά τη δημοσίευση της δικής του νουβέλας για τον εμφύλιο «Ο Α2», η οποία θα προκαλέσει την επέμβαση των σκληρών της χούντας και κυρίως του Λαδά, ο οποίος είχε μυστικοσύμβουλο τον Πλεύρη.

Το ειδύλλιο του Ρένου με τη δικτατορία του Παπαδόπουλου θα διακοπεί, αλλά η μελέτη του «Ημερολογίου» του Μεταξά θα μείνει ανολοκλήρωτη.

Διαβάστε:
► Ιωάννης Μεταξάς, «Το προσωπικό Ημερολόγιο»
(τόμοι 4, έκδ. της οικογενείας Ι. Μεταξά, υπό τη φίρμα Κολλάρος οι 2 πρώτοι, 1951-1952, Ικαρος οι άλλοι, 1960-1964).
► Ρένος Αποστολίδης, «Κριτική του εντύπου, Ανατίναξη του κεντρικού θρύλου ή Exhibitio Dictatoris»
Η σειρά των άρθρων για το «Ημερολόγιο» ξεκίνησε στο τχ. 3 της Γ΄ περιόδου των «Νέων Ελληνικών» (σ. 209-231). Ακολούθησαν άλλες τέσσερις συνέχειες, στα τχ. 7 (σ. 524-533), 9 (σ. 692-698), 11 (σ. 865-868), 16 (σ. 1.211-1.215).
► Ρένος Αποστολίδης
«Κατηγορώ»
(εκδ. «Τα Νέα Ελληνικά», Αθήνα 1965)
Προσωπική μαρτυρία -όπως και τα περισσότερα γραφτά του- με εκτενείς αναφορές στο επεισόδιο της εισβολής στο κοινοβούλιο τον Ιούλιο του 1964, αλλά και στο «Ημερολόγιο» του Μεταξά.
► Ρένος Αποστολίδης, (εκδ. Πατάκης, Αθήνα 1999)
Αυτοβιογραφική ματιά σε όσα έζησε ο συγγραφέας, με πρόθεση να δώσει εξηγήσεις και για δύο μεγάλα ερωτήματα που τον συνοδεύουν: την εισβολή στη Βουλή του 1964 και τη συνεργασία με τη χούντα για τη διατεταγμένη δημοσίευση διηγημάτων στις αθηναϊκές εφημερίδες το 1969.

Επισκεφτείτε:
► «Ρένος, η αναρχική και πνευματική μορφή της σύγχρονης Ελλάδας (1924-2004)»
Δικτυακός τόπος αφιερωμένος στον φιλόλογο και συγγραφέα Ρένο Αποστολίδη, με τη φροντίδα των γιων του, Στάντη και Ηρκου Αποστολίδη.

Via

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΕΤΑΞΑ - E-Ιστορικά


  • 4η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ: Ο δικτάτορας είναι γυμνός

    «Φύγε απ' εδώ, Ανθρωπε μικρέ, που περίμενες να κατασκευάσης πρωθυπουργικόν φράκον από τα ράκη. Φύγε από εδώ, ανυπότακτε στρατιώτα των αναγκών μου, αυτόκλητε κηδεμόνα της ατυχίας μου, τέκνον άχρηστον, άνθρωπε μηδέν. Αυτό θα έλεγε εις τον Αντιστράτηγον κ. Μεταξάν, δακρύουσα η Ελλάς, αν έστρεφε ποτέ προς τον κ. Μεταξάν η Ελλάς τα βλέμματα». ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΛΑΧΟΣ, εφημ. «Καθημερινή», 25 Αυγούστου 1922 Ο Ιωάννης Μεταξάς με το βασιλιά της Ελλάδας Γεώργιο Β' κατά τη διάρκεια παρέλασης το 1939 (φωτ. Αρχείο «Ε») Ο Ιωάννης Μεταξάς με το βασιλιά της Ελλάδας Γεώργιο Β' κατά τη διάρκεια παρέλασης το 1939 (φωτ. Αρχείο «Ε»)  

    Εβδομήντα επτά χρόνια πριν, για πρώτη φορά στην ιστορία της ως εθνικού κράτους η Ελλάδα θα βρεθεί υπό τη δικτατορική διακυβέρνηση ενός αμφιλεγόμενου προσώπου, του Ιωάννη Μεταξά - εξαιτίας μιας συνειδητής επιλογής της μοναρχίας. Η παραπάνω οργισμένη αναφορά του εκδότη της «Καθημερινής» Γεωργίου Βλάχου είναι αποκαλυπτική αυτού του σκοτεινού παρελθόντος του ανθρώπου που προσπάθησε να επιβάλει στην Ελλάδα ένα ολοκληρωτικό, φασιστικό καθεστώς. Παρ' ότι ο Βλάχος υπήρξε ιδεολογικός σύντροφος του Ιωάννη Μεταξά στη φιλομοναρχική παράταξη, θα σχολιάσει με αυτόν τον έντονο τρόπο την ηττοπαθή και αρνητική στάση του Μεταξά στη Μικρασιατική Εκστρατεία.
    Ως γνωστόν, ο Μεταξάς δεν είχε αποδεχτεί την πρόταση της φιλομοναρχικής κυβέρνησης να αναλάβει την αρχιστρατηγία του Μικρασιατικού Μετώπου μετά την αποπομπή του Αν. Παπούλα την άνοιξη του 1922.
    Η ανάληψη της αρχιστρατηγίας από τον Μεταξά θα εξασφάλιζε την ύψιστη αμυντική δυνατότητα της ελληνικής πλευράς και θα απέτρεπε την τραγική κατάρρευση που επέφερε η προβληματική και ελλειμματική διοίκηση Χατζανέστη. Με μια έννοια ο Ιωάννης Μεταξάς υπήρξε συνένοχος στην τελική καταστροφή του Αυγούστου του '22 και στην αναμενόμενη σφαγή του χριστιανικού πληθυσμού που ακολούθησε από το νικητή Μουσταφά Κεμάλ. Και ακριβώς η άρνηση του Μεταξά να πάρει μέρος στην πανεθνική προσπάθεια οδήγησε τον Γεώργιο Βλάχο να κρίνει τη στάση του ως αντεθνική.
     
    Ο υπεύθυνος του Διχασμού
    Αυτή ήταν η δεύτερη φορά στην πολιτική και στρατιωτική του θητεία που είχε καταφέρει να κερδίσει με τη στάση του το χαρακτηρισμό της «εθνικής προδοσίας». Η πρώτη φορά που χαρακτηρίστηκε ως «αρχιπροδότης» από τους πολιτικούς του αντιπάλους ήταν όταν έδωσε την εντολή, ως υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, να παραδοθεί αμαχητί το οχυρό Ρούπελ στους Βούλγαρους και στους Γερμανούς στις 26 Μαΐου 1916. Ηδη είχε ξεκινήσει ο Εθνικός Διχασμός, όταν ο ίδιος, ως ο άνθρωπος των Γερμανών στο Παλάτι και μυστικοσύμβουλος του μονάρχη Κωνσταντίνου, άλλαξε την απόφασή του για συμμετοχή της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ και τον οδήγησε στην απόφαση για πραξικοπηματική αποπομπή του Ελ. Βενιζέλου από τη θέση του πρωθυπουργού (Οκτώβριος 1915).
     
    Τα γερμανικά συμφέροντα
    Η στάση του Μεταξά υπαγορευόταν από τα συμφέροντα των Γερμανών και της γερμανικής κατασκοπίας που δρούσε στο ελληνικό έδαφος. Ετσι, από το 1915 είχε καταθέσει ένα υπόμνημα προς το φίλο του, μονάρχη της Ελλάδας Κωνσταντίνο, με το οποίο, εν μέσω Α' Παγκοσμίου Πολέμου, πρότεινε τη φιλογερμανική ουδετερότητα με το επιχείρημα ότι η τελική νίκη θα ήταν των κεντρικών δυνάμεων, δηλαδή των Γερμανών και των συμμάχων τους (Νεότουρκοι, Αυστριακοί, Βούλγαροι κ.λπ.).
    Στο ίδιο υπόμνημα -με το οποίο ξεκινά ουσιαστικά ο μοιραίος Διχασμός- ανέφερε ότι οποιαδήποτε ελληνική παρέμβαση ή και σκέψη για ενσωμάτωση της Μικράς Ασίας θα συνιστούσε «αποικιοκρατική πράξη» και η Ελλάδα θα μετατρεπόταν σε «αποικιοκρατική χώρα».
    Ο ρόλος του Μεταξά μπορεί να χαρακτηριστεί μοιραίος για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα και ειδικότερα για τον Ελληνισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Ελληνες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, όπως και οι Αρμένιοι και οι Ασσυροχαλδαίοι, είχαν ήδη από το 1914 βρεθεί στο στόχαστρο ενός ακραίου ρατσιστικού τουρκικού εθνικισμού που είχε καταλάβει από το 1908 με πραξικόπημα την εξουσία.
     
    Φιλοκεμαλισμός
    Ως συμβολικό επιστέγασμα της συνενοχής του Ιωάννη Μεταξά στη Μικρασιατική Καταστροφή μπορεί να θεωρηθεί η ευγενική χειρονομία που έκανε με αφορμή το θάνατο του Τούρκου δικτάτορα το 1938. Με αφορμή το θάνατο του Μουσταφά Κεμάλ -που ήδη είχε πάρει το προσωνύμιο «Ατατούρκ», δηλαδή «γεννήτορας του τουρκικού έθνους»- μετονόμαζε προς τιμήν του την οδό Αποστόλου Παύλου στη Θεσσαλονίκη σε οδό Κεμάλ Ατατούρκ. Παράλληλα, με το ελληνικό δημόσιο χρήμα αγόραζε από τον ιδιώτη που το κατείχε το σπίτι όπου υποτίθεται ότι γεννήθηκε ο Κεμάλ και το χάριζε στο τουρκικό κράτος. Αυτό που σήμερα είναι το τουρκικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη.
    Τη μετονομασία αυτή αποδέχτηκαν και σεβάστηκαν όλες οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, εμφυλιακές και μετεμφυλιακές. Η οδός Κεμάλ Ατατούρκ θα ξαναπάρει το παλιό της όνομα μετά τα Σεπτεμβριανά του '55, δηλαδή μετά το πογκρόμ που οργανώθηκε κατά της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης από το τουρκικό Βαθύ Κράτος.
    * Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός, http://kars1918.wordpress.com/

     
  • Κάποια συμπεράσματα για τη δικτατορία

    «Η 4η Αυγούστου είχε όχι μόνο τα εσωτερικά, τα ουσιαστικά, αλλά και τα εξωτερικά γνωρίσματα των φασιστικών αθεστώτων: προβολή της σοφίας του αρχηγού, φανφαρονισμός και ακατάσχετη πατριδοκαπηλία, παράτες, ρωμαϊκός χαιρετισμός κ.λπ.» ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ, «Η 4η Αυγούστου»
    Η εγκαθίδρυση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου δεν έχει εκ των προτέρων χαρακτήρα τομής -αν εξαιρέσει κανείς την υποστήριξη του βασιλικού παράγοντα που ερμηνεύεται σαφώς από τη θέση της Μ. Βρετανίας- ούτε και είναι προϊόν ιστορικής παρθενογένεσης.
    Αντίθετα, είναι το επακόλουθο των αυταρχικών πρακτικών και ρυθμίσεων που υπέσκαπταν δομικά την ελληνική δημοκρατία. Φαινόμενα, όπως η απεμπόληση της νομοθετικής αρμοδιότητας από την εξουσιοδοτημένη με τη λαϊκή ψήφο Βουλή στην εκάστοτε κυβέρνηση και τα αυθαίρετα κυβερνητικά διατάγματα καθολικής ισχύος, δεν λειτούργησαν παρά ως εικόνες της αναντιστοιχίας των πολιτικών θεσμών σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη ανάγκη κρατικού παρεμβατισμού και ελέγχου. Στο αδιέξοδο αυτό, ο ολοκληρωτισμός της 4ης Αυγούστου δικαιολογεί, ώς ένα βαθμό βέβαια, το χαρακτηρισμό της τομής. Τομής, αφού ο Ιωάννης Μεταξάς και το ιδεολογικό του επιτελείο, προβάλλοντας απ' ευθείας το αίτημα της «ριζικής» ανατροπής της κατεστημένης πολιτικής τάξης και του εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας, έθραυσαν συνειδητά την κοινοβουλευτική συνέχεια.
    Ο εκφασισμός της ελληνικής κοινωνίας επιχειρήθηκε αποκλειστικά με νομοθετικές ρυθμίσεις ως συνέπεια της ανυπαρξίας στην Ελλάδα σημαίνουσας ολοκληρωτικής ιδεολογικής προβληματικής, αλλά και των κατάλληλων κοινωνικών δομών και μαζικών φορέων.
    Ετσι, οι αξιωματικοί κανόνες, που θέσπισε η στρατευμένη στους σκοπούς της 4ης Αυγούστου νομική επιστήμη, αποτέλεσαν σταδιακά στην Ελλάδα το βασικό κορμό της μεταξικής ολοκληρωτικής ιδεολογίας.
    Η ολοκληρωτική αυτή λογική λειτούργησε στην Ελλάδα:
    α) ως κεντρικός μηχανισμός διάχυσης στην ελληνική πραγματικότητα ιδεολογικών ροπών, που εισάγονταν εκλεκτικά από το σώμα των ολοκληρωτικών πολιτικών προτύπων της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης και
    β) ως μηχανισμός εκσυγχρονισμού των παραδοσιακών ελληνικών συντηρητικών ιδεολογικών σχημάτων.
    Η μείξη των δύο αυτών λειτουργιών δεν ευόδωσε στην Ελλάδα τη συμπαγή άρθρωση ενός γηγενούς ολοκληρωτικού λόγου ως άμεση αντανάκλαση των εν μέρει αποσαθρωμένων κοινωνικών και πολιτικών δομών και ενός «ρομαντικού» οράματος υπέρβασης της κοινοβουλευτικής κρίσης.
    Η αδυναμία αυτή σε συνάρτηση με τον εξαρτημένο χαρακτήρα της δικτατορίας, στάθηκαν η «αχίλλειος πτέρνα» του ελληνικού φασισμού. 

    * Καθηγητής Ιστορίας και Διδακτικής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Το παραπάνω κείμενο προέρχεται απ' το βιβλίο του «Η φασίζουσα ιδεολογία στην Ελλάδα. Η περίπτωση του περιοδικού "Νέον Κράτος" (1937-1941)», Αθήνα, εκδ. Παπαζήση. 

  • Από το ξίφος του ευγενή και τον εθνικισμό, στη σημαία των φασιστικών ιδανικών

    Η Ελλάς έγινε από της 4ης Αυγούστου Κράτος αντικομμουνιστικό, αντικοινοβουλευτικό, Κράτος ολοκληρωτικό, κράτος με βάσι αγροτική και εργατική, και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό, ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ 
  •  
  • Στη μακρά παρουσία του στην ελληνική πολιτική ο Ιωάννης Μεταξάς διέγραψε μια ενδιαφέρουσα ιδεολογική τροχιά. Εκκινώντας από εθνικισμό και συντηρητισμό, η σκέψη του κατά τη δεκαετία του '20 εμπλουτίστηκε με θεμελιώδη στοιχεία της φασιστικής ιδεολογίας, κάτι που κατέστη πρόδηλο -παρά τους ποικίλους περιορισμούς- στη διάρκεια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Ετσι, μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι επιλογές του διέθεταν εδραίο υπόβαθρο και ότι η πράξη του συναρμοζόταν με τη σκέψη του.
    Ηδη από την παραμονή του στη Γερμανία (1899-1903) η οργανική σύλληψη του κράτους είχε το προβάδισμα στη σκέψη του σε σχέση με τη φιλελεύθερη. Παρατηρώντας την τάξη με την οποία Γερμανοί στρατιωτικοί και υπάλληλοι επιβιβάζονταν στο τρένο, συνόψιζε ως εξής τη γερμανική του εμπειρία: «Εν γένει ησθάνθην παντού αναμιγνυομένην, λεπτώς πάντοτε, αλλ' αυστηρώς καθοδηγούσαν, την χείραν του Κράτους». Και αυτή η αντίληψη συνδεόταν αναπόσπαστα με συντηρητικούς ιδεολογικούς τόπους: την έμφαση στην ηθική ενάντια στην κατάπτωση και τη διαφθορά τις οποίες απέδιδε στον εξαστισμό της ελληνικής κοινωνίας, την αποστολή/καθήκον του να δημιουργήσει οικογένεια-υπόδειγμα για όλους τους Ελληνες, το υπέρτερο της αξίας του ηγέτη συγκριτικά με φιλελεύθερα ιδεώδη και θεσμούς. 
     
    Ο Ατυχής Πόλεμος
    Ετσι, παρακολουθώντας προσεκτικά τις εξελίξεις μετά τον Ατυχή Πόλεμο του 1897, λάμβανε ξεκάθαρη θέση υπέρ του βασιλικού οίκου: «Εγώ εν τη εξελίξει ταύτη καθώρισα ήδη τον δρόμον μου, προ πολλού. Είμαι στρατιώτης και ευγενής, και θέτω εις την υπηρεσίαν του Βασιλέως μου το ξίφος μου, του αφιερώ δε την ζωήν και την διάνοιάν μου. Μου είναι αδιάφορον αν ο Βασιλεύς είναι καλός ή κακός, επιβλαβής ή ωφέλιμος. Δεν εξετάζω αν οι πράξεις του προξενούν καλόν ή κακόν στο Εθνος. Τον ακολουθώ τυφλώς εις ό,τι θέλει. Η θέλησίς του είναι δι' εμέ νόμος. Θεωρώ δε εμαυτόν ευτυχή ότι χαίρω την ευμένειαν του Διαδόχου, αρχηγού αποφασιστικού και φιλοδόξου [...] Εν ενί λόγω, αφοσιώνω εμαυτόν εις τον Βασιλέα, και θεωρώ αυτόν εκπροσώπησιν της Πατρίδος, του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος του Εθνους. Παν ό,τι εις αυτόν αντιτίθεται, οθενδήποτε και αν προέρχεται, είναι δι' εμέ αποκρουστέον».
    Με την ίδια οπτική ερμήνευε τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο: ενώ η Γαλλία ενσάρκωνε ανωριμότητα και αταξία, η γερμανική φυλή (sic) εμφάνιζε «μεγάλην γαλήνην ψυχής, πίστιν και αφοσίωσιν εις τον αρχηγόν, αφοσίωσιν εις το καθήκον, έλλειψιν ενθουσιασμών και απογοητεύσεων, έλλειψιν αποθαρρύνσεων, μεγάλην σταθερότητα εις τας αποφάσεις, μεγάλην θρησκευτικότητα, ήτις δίδει δύναμιν εις τας κρισίμους στιγμάς, μεγίστην υπομονήν και καρτερίαν».
    Ηταν αυτές οι αρετές -αρετές, κατά τον Μεταξά, των ισχυρών ανθρώπων γενικότερα- που εγγυούνταν τη γερμανική νίκη στον Πόλεμο. Η αντίθετη στις προσδοκίες του έκβαση θεωρούνταν αποτέλεσμα κατασυκοφάντησης της Γερμανίας, τα δε ιδεώδη της ισότητας, ελευθερίας, δημοκρατίας, ειρήνης, ελευθεροτυπίας, απλώς μορφές επικάλυψης των αξιώσεων ισχύος των Συμμάχων. 

    Η εμφάνιση του φασισμού
    Τη δεκαετία του '20 ο φασισμός εμφανίζεται στον ιδεολογικό του ορίζοντα. Ο Μεταξάς αναγνωρίζει το πρωτείο της δράσης έναντι της σκέψης, τη σημασία των μύθων για τη λαϊκή κινητοποίηση, ενώ διαχωρίζει τη virtu του ηγέτη από την τυφλότητα των μαζών. Ο κοινοβουλευτισμός δεν γίνεται -χωρίς αυτό να αποτελεί «προνόμιο» του Μεταξά- ούτε προσχηματικά ανεκτός. Σε συνέντευξή του το 1934 στον «Ελεύθερο Ανθρωπο» διακήρυττε ότι η κοινή γνώμη δεν διαβλέπει άλλη διέξοδο σωτηρίας «ει μη διά της εξόδου εκ του κοινοβουλευτισμού και εισόδου εις νέαν κατάστασιν, μονιμωτέρας, σταθερωτέρας και ισχυροτέρας εκτελεστικής εξουσίας». Οι φασιστικοί ιδεολογικοί τόποι αποκρυσταλλώνονταν στο πλαίσιο της 4ης Αυγούστου, όταν πια βρισκόταν σε θέση ισχύος. Στις συχνότατες δημόσιες εμφανίσεις του αντικομμουνισμός και αντιφιλελευθερισμός διαπλέκονταν με την πίστη, τον ενθουσιασμό, την εθνική αναγέννηση και παλιγγένεση, την εθνική ψυχή, το πνεύμα της φυλής και την ισχυρή βούληση στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός έμψυχου κράτους κι ενός νέου εθνικού πολιτισμού. 

    Η ιταλογερμανική επίθεση
    Γι' αυτό και η οργή του, ανάμικτη με έκπληξη, για την ιταλογερμανική επίθεση κατά της Ελλάδας. Εγραφε: «[δ]εν πρόκειται αν ο Χίτλερ και ο Μουσσολίνι εξεκίνησαν όταν πρωτοανέβηκαν από μια καθαρή και τίμια ιδεολογία. Αυτό μπορεί. Το ζήτημα είναι αν εκρατήσανε αυτή την ιδεολογία στην εξέλιξι του αγώνα. Αν την κρατήσανε, αν έμεινε αυτή η σημαία τους στο κάθε τους βήμα, τότε ο αγώνας τους ήτανε και έμεινε ιδεολογικός και μεγάλος.
    »Αν δεν την κρατήσανε, αν δεν έμεινε ορθή και σημαία τους, τότε ήτανε εξ αρχής ψευτιά, μόνο χρήσιμη για να γελάσουνε τους λαούς τους». Μιας και η Ελλάδα «έγινε από της 4ης Αυγούστου Κράτος αντικομμουνιστικό, αντικοινοβουλευτικό, Κράτος ολοκληρωτικό, κράτος με βάσι αγροτική και εργατική, και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό», οι Χίτλερ και Μουσολίνι έπρεπε να την υποστηρίξουν, μολονότι η «ανάγκη» την έφερνε κοντά στην Αγγλία.
    Επομένως, συμπέραινε «και ο Μουσσολίνι και ο Χίτλερ απέναντι της Ελλάδος δεν ωδηγηθήκανε από κανένα από τα ιδεολογικά ελατήρια που υψώνανε ως σημαία του αγώνα των. Το εναντίον, κτυπώντας την Ελλάδα, κτυπούσανε τη σημαία αυτή». Πικραμένος τόνιζε: «[ώ]στε και ο αντικομμουνισμός τους ψεύτικος, και η ολοκληρωτικότητά τους ψεύτικη, και ο αντικοινοβουλευτισμός τους ψεύτικος και η αντιπλουτοκρατία τους ψεύτικη, και ό,τι άλλο παρόμοιο ψεύτικο. Αληθινό δε είναι ένας διψασμένος ιμπεριαλισμός. Αυτός για τον οποίον κατηγορούνε τους Αγγλους». Ποιος είχε απομείνει ειλικρινής σημαιοφόρος; 

    * Δρ ΕΜΠ/ΕΚΠΑ, συγγραφέας της μελέτης «Μετέωρος Μοντερνισμός: Τεχνολογία, Ιδεολογία της Επιστήμης και Πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου (1922-1940)», εκδ. Ευρασία, 2012 

    Via

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Ο Μεταξάς, η 4η Αυγούστου και το «ΟΧΙ» του 1940 μέσα από τις σελίδες του Βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικο



Του Γιάννη Α. Αναγνώστου*
   Το ιστορικό γεγονός αυτό καθαυτό εμπεριέχει μόνο μια αλήθεια. Η ερμηνεία του ιστορικού γεγονότος έχει πολλές αλήθειες.
    Η ανάπτυξη της ιστορικής σκέψης και συνείδησης, μέσα από τη μελέτη και κατανόηση των ιστορικών γεγονότων, απαιτούν – στη σχολική πράξη – δύο, επί της ουσίας, προϋποθέσεις: α) ειδικό υπόβαθρο διδακτικής της ιστορίας και β) σχολικό εγχειρίδιο-βιβλίο τέτοιο, ώστε η νέα γενιά της χώρας μας να μην περιορίζεται, κατά τη διδασκαλία και μελέτη  της  Ιστορίας, στη μηχανιστική απομνημόνευση, αλλά να διαμορφώνει, μέσα από την παρουσίαση της ιστορικής αλήθειας των γεγονότων, αξίες και στάσεις ζωής για τα τωρινά και τα μέλλοντα.
    Το σχολικό βιβλίο της ΣΤ΄ Δημοτικού – κι όχι μόνο αυτό – δυστυχώς δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις μας, γιατί αναιρεί τη δυναμική της ιστορικής γνώσης και αλήθειας και μετατρέπει το μάθημα της Ιστορίας, όχι μόνο σε μηχανιστική απομνημόνευση, αλλά και σε μηχανισμό εγχάραξης ψευδούς συνείδησης.
    Θα αναφέρω, μέσα από το συγκεκριμένο βιβλίο, μόνο ένα παράδειγμα, το οποίο επέλεξα λόγω των εορταστικών εκδηλώσεων για την 28η Οκτωβρίου 1940:
    Στις σελίδες 201 και 205 του σχολικού βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, διαβάζουμε:

Σελ. 201 «Στις 4 Αυγούστου του 1936 ο Μεταξάς, στον οποίο είχε αναθέσει την πρωθυπουργία ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄, διέλυσε τη Βουλή και επέβαλε δικτατορία. Ο Μεταξάς άσκησε διώξεις εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων και προσπάθησε, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, να προσεγγίσει τους αγρότες και τους εργάτες με διάφορα κοινωνικά μέτρα. Ως έμπειρος στρατιωτικός φρόντισε να προετοιμάσει τη χώρα για τον πόλεμο που ερχόταν».(Η υπογράμμιση δική μου)

Σελ.205: «…χαράματα της 28ης Οκτωβρίου ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα Γκράτσι επέδωσε στον Μεταξά τελεσίγραφο ζητώντας την παράδοση της χώρας. Η άρνηση του Μεταξά εξ ονόματος όλων των Ελλήνων σήμαινε την αρχή του πολέμου.» (Η υπογράμμιση δική μου)

    Με βάση τις υπογραμμίσεις – προσπάθησε, προσεγγίσει, φρόντισε, άρνηση, εξ ονόματος όλων των Ελλήνων -  ο καθένας μας καταλαβαίνει αμέσως ότι είναι πασιφανής η προσπάθεια των συγγραφέων του βιβλίου να εξευμενίσουν το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου στην ιστορική συνείδηση των μαθητών της ΣΤ΄ Δημοτικού και ταυτοχρόνως να παρουσιάσουν το δικτάτορα Μεταξά να μιλάει εξ ονόματος όλων των Ελλήνων. Εδώ πλέον δεν έχουμε αντίφαση ή αντίθεση, αλλά απέλπιδα προσπάθεια δουρειοποίησης της ιστορικής αλήθειας, γιατί:

Πρώτο.
    Η δικτατορική κυβέρνηση Μεταξά, όχι μόνο δεν φρόντισε, αλλά ποτέ δεν αντιμετώπισε την πιθανότητα πολέμου με την Ιταλία, η δε χώρα δεν είχε ούτε ένα επιτελικό σχέδιο που να καλύπτει την ιταλική απειλή. ( Από την πλούσια βιβλιογραφία ενδεικτικά αναφέρουμε εδώ τον άμεσο συνεργάτη του Μεταξά επί των στρατιωτικών, τον Αλ. Παπάγο. (Βλέπε: Αλ. Παπάγος, Ο Ελληνικός Στρατός και η προς Πόλεμον Προπαρασκευή του, 1923-1940, Αθήνα 1945, σσ. 325-326 και του ιδίου, πάλι, : Ο Πόλεμος της Ελλάδος 1940-1941,σσ.72-73).
Δεύτερο.
    Η αναφορά στο γεγονός ότι ο Μεταξάς προσπάθησε να προσεγγίσει τους αγρότες και τους εργάτες με διάφορα κοινωνικά μέτρα απέχει της ιστορικής αλήθειας και επιχειρείται, από τους συγγραφείς του βιβλίου, ο εξωραϊσμός του δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου . Ο μεγάλος καημός της δικτατορίας δεν ήταν τα προβλήματα των αγροτών και των εργατών, αλλά η διαμόρφωση μιας μιλιταριστικής αντίληψης που επηρέαζε τις εξελίξεις μέσα από το δρόμο της ανοιχτής, φασιστικής δικτατορίας. Η χώρα του 1936 επέλεξε συνειδητά την προκρούστεια πολιτική υποταγή και «έχτισε», με έργα και λόγια του Μεταξά, τον κοινωνικό ολοκληρωτισμό προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος στους κατακτητές. Χαρακτηριστικά ο Χάγκεν Φλάισερ σημειώνει: «…οι κατακτητές αναγνωρίζουν ότι η 4η Αυγούστου τους είχε προλειάνει ουσιαστικά το έδαφος». (Βλ. : Χ. Φλάισερ, Η Ναζιστική Προπαγάνδα στην Κατοχή. Ένα Διφορούμενο Όπλο, Διεθνές Ιστορικό Συνέδριο, Πρακτικά ΑΤΕ, Αθήνα 1989, σ.362). Όλες, λοιπόν , οι προσπάθειες του Μεταξά απέβλεπαν στη δημιουργία  ενός κράτους τρομοκρατίας και οπισθοδρόμησης, με την απόλυτη στρατικοποίηση της οικονομίας και των εκδηλώσεων της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Αυτό το κράτος τρόμου, όχι μόνο για τους πολιτικούς αντιπάλους του Μεταξά, αλλά ολόκληρου του ελληνικού λαού, «βαφτίστηκε», όπως είναι γνωστό,  από το δικτατορικό καθεστώς – σε αντιδιαστολή με το ΙΙΙ Ράιχ – « Τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός», ο οποίος κατέρρευσε αμέσως με την κατάρρευση της 4ης Αυγούστου.
Τρίτο.
    Είναι γνωστό ότι η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας την εποχή εκείνη επηρεαζόταν απόλυτα από την αντίστοιχη των Βρετανικών συμφερόντων στη ΝΑ Μεσόγειο.
    Για το «εξ ονόματος όλων…» και την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας δυο παρατηρήσεις;
Α) Δεν μπορεί ένας δικτάτορας να μιλάει εξ ονόματος όλων των Ελλήνων. Αυτό αποτελεί βρισιά προς το δημοκρατικό φρόνημα του λαού. Οι συγγραφείς του βιβλίου εδώ, με τη γραφίδα τους, κάνουν «ντρίπλα» στην ιστορική αλήθεια. Με τη λέξη «άρνηση» αποφεύγουν το αμφιλεγόμενο «όχι» του Μεταξά, για να αποδεχθούμε ως ηγετική μορφή το Μεταξά, ο οποίος, με την πολιτική του αγκαλιάζει, τάχατες, όλους τους Έλληνες. Η αλήθεια, όμως, είναι άλλη και η οποία επιμελώς αποκρύπτεται. Μέσα από αυτή την ιστορική αντινομία, επιχειρείται, σε σχέση με τον αγωνιστικό ηρωισμό και τις εκπληκτικές επιτυχίες των Ελλήνων στρατιωτών, να προβληθεί ως δόξα και επιτυχία του καθεστώτος του Μεταξά και δευτερευόντως ως έπαινος μαχητικότητας των Ελλήνων στρατιωτών. «Επέμεναν», γράφει ο Πυρομάγλου, «εις την αλόγιστον και καταστρεπτικήν δια το Έθνος πολιτική της συνταυτίσεως του Έθνους, του Κράτους, της Ελλάδος με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου… Εάν η Ελλάς επιζήσει της επερχομένης θυέλλης, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου πρέπει να επιζήσει μαζί της…» (Βλ.: Ιστορικόν Αρχείον Εθνικής Αντιστάσεως, τχ. 1, Κομν. Πυρομάγλου, Η 4η Αυγούστου και ο Πόλεμος της Ελλάδος 1940-1941, Αθήναι 1963, σ.29).
    Εύλογο, λοιπόν, το ερώτημα προς τους συγγραφείς του Βιβλίου: Αλήθεια, ως δικτάτορας μπορείς να μιλάς εξ ονόματος όλων των Ελλήνων;
Β) Το «όχι» στον Γκράτσι το είπε ο Μεταξάς. Αυτό επιτάσσει η ιστορική αλήθεια του γεγονότος. Το «όχι» του Μεταξά στο ιταλικό τελεσίγραφο είναι αρνητική θεωρητική απάντηση της τελευταίας στιγμής, η οποία, έστω και φαινομενικά, διαχωρίζει τις ευθύνες του Μεταξά από το γερμανόδουλο καθεστώς που επέβαλε στην Ελλάδα, με την έγκριση και συνεργασία της Βρετανικής διπλωματίας. Ο Τσιάνο στο «Ημερολόγιό» του είναι σαφής: « Ο Γκράτσι αφιχθείς εξ Αθηνών, επιβεβαιώνει ότι αι εσωτερικαί συνθήκαι εις την χώραν είναι πολύ κακαί και ότι η αντίστασις είναι μια φωτιά από άχυρο σύμφωνα με αυτά που αναφέρει ο Μεταξάς. Όταν έλαβε την διακοίνωσίν μας με τα νυκτικά του, ήθελε κατ΄αρχήν να ενδώσει. Η αδιαλλαξία του εκδηλώνεται μόνον ύστερα από συνομιλίαν με τον Βασιλέα και κατόπιν επεμβάσεως του Άγγλου πρεσβευτού…».

    Εν κατακλείδι: Η Ιστορία, ως σχολικό μάθημα και επιστήμη πρέπει να προστατευθεί, για να μην οδηγηθεί το μαθητικό δυναμικό της χώρας στην ιστορική άγνοια και την εθνική αμνησία. Ο ιστορικός συγγραφέας έχει υποχρέωση κι ευθύνη να μην είναι στρατευμένος. Ο ιστορικός, όταν γράφει, πρέπει να γνωρίζει ότι δεν έχει γονείς, αδέλφια, φίλους, συγγενείς, θρησκεία, δεν έχει ιδεολογία. Ιδεολογία για τον ιστορικό συγγραφέα είναι η εξεύρεση και παρουσίαση της ιστορικής αλήθειας.

*Ο Γιάννης Α. Αναγνώστου είναι δρ. Ιστορίας και σχολικός σύμβουλος Δ.Ε. Ιωαννίνων.
E- mail : ianagnostou@sch. gr