Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Δεν είναι έτσι, κι αν έτσι νομίζετε, κ. Ρίχτερ

του Γιάννη Σκαλιδάκη

 /var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2016/02/160225 crete2

Μια φορά και έναν καιρό, σε μια χώρα μαστιζόμενη από πολιτική βία και φατριασμό, εισέβαλαν οι Γερμανοί στο πλαίσιο ενός πολέμου που διεξαγόταν με καθαρά στρατιωτικό τρόπο. Ο βάρβαρος τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν από ντόπιους άτακτους, εξανάγκασε τους πρώτους σε αντίποινα και έτσι ο πόλεμος έγινε βρώμικος και την πλήρωσε όλη η Ευρώπη. Μετά μάλιστα τον πόλεμο, οι Γερμανοί αποζημίωσαν τους πολίτες αυτής της χώρας, αλλά εκείνοι τα έφαγαν σε πολιτικά ρουσφέτια και τώρα ζητάνε κι άλλα. Πρόκειται καθαρά για ένα failed state.

Αναγνωρίζετε τη χώρα αυτή; Είναι η Ελλάδα του Χάιντς Ρίχτερ.

Μιας και τελείωσε, μέχρι νεωτέρας, η εκδίκαση της υπόθεσής του, θεωρώ πως μπορώ να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις για τον ίδιο και το έργο του χωρίς να θεωρηθώ υποστηρικτής διώξεων της ελευθερίας γνώμης και συνοδοιπόρος σκοτεινών κέντρων.

Ας ξεκινήσω λοιπόν με το συμπέρασμα, που ενισχύεται με κάθε δημόσια παρέμβαση του Ρίχτερ: ο ίδιος έχει πάρει οριστικά διαζύγιο με την ιστορική έρευνα, όσο διασταλτικά και αν φανταστεί κάποιος ότι τούτη διεξάγεται, και μεθοδικά ασκεί μια δημόσια παρέμβαση που οδηγεί αντικειμενικά σε συγκεκριμένα πολιτικά αποτελέσματα. Προπαγανδίζει τη σχετικοποίηση της δράσης του 3ου Ράιχ στην κατεχόμενη Ελλάδα, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα τις σύγχρονες γερμανικές πολιτικές εκμετάλλευσης –οικονομικής και πολιτικής– των αποδιοπομπαίων Ελλήνων. Όποιος εξανίσταται για τη σύγκριση της γερμανικής πολιτικής τότε και τώρα, πολύ απλά μπορεί να παρακολουθήσει τη δραστηριότητα Ρίχτερ και να διαμαρτυρηθεί στον ίδιο.

Ο Ρίχτερ ξεκίνησε την ενασχόλησή του με τα ελληνικά πράγματα, όντας υπότροφος της Χούντας των συνταγματαρχών, όπως προ ετών δήλωσε ο ίδιος.[1] «Απλώς έκανα έρευνα», μας λέει, όπως άλλωστε και άλλοι που μελετούσαν κατά την εν λόγω περίοδο. Είχε βέβαια προλάβει να κάνει τουρισμό στα τέλη του ‘50 σε μια χώρα με χωριά  «κατεστραμμένα πρώτα από τους Γερμανούς και στη συνέχεια από τους κομμουνιστές και τους εθνικιστές». Μια καλή αρχή, λοιπόν.

Η αλήθεια είναι πως αποδείχτηκε πολυγραφότατος, μολονότι ακόμα και στα έργα που τον καθιέρωσαν ως ιστορικό της περιόδου (όπως το «1936-1946: Δυο επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα»), οι πολιτικές του προτιμήσεις και προσωπικές συμπάθειες επηρέαζαν δραστικά την ποιότητα των συμπερασμάτων του. Ο ιστορικός Χάγκεν Φλάισερ, στο δικό του έργο για την περίοδο, «Στέμμα και Σβάστικα», αναφέρει ρητά τις παραλείψεις και τα λάθη του Ρίχτερ και δεν παραλείπει να παρατηρήσει πως «και τα χρησιμοποιούμενα έργα συχνά αξιολογούνται με λίαν αμφισβητήσιμο τρόπο».[2] Όπως για να γράψει την ιστορία ευνοϊκά προς τις συμπάθειές του, π.χ. τότε τον Κομνηνό Πυρομάγλου και κατ’ επέκταση τον Πλαστήρα, ενώ αλλού «αφήνει πάλι τη φαντασία του να καλπάσει».[3] Ας κρατήσουμε αυτήν την πρακτική.
/var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2016/02/160225 12745619 10153441009790732 890935225502163576 n
Δεν θα επεκταθώ εδώ στο σύνολο του έργου του Ρίχτερ, ομολογώ άλλωστε πως μου διαφεύγουν τα περί Κύπρου συμπεράσματά του. Απλά να αναφέρω πως ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε να αναθεωρήσει καταφανώς παρωχημένα σχήματα και συμπεράσματα σε μια σχετικά πρόσφατη έκδοση («Η Εθνική Αντίσταση και οι συνέπειές της», Μεσόγειος 2009), που αναπαράγει παλιότερα δημοσιεύματά του. Η τότε σοσιαλδημοκρατική του τοποθέτηση τον οδήγησε στο διαχωρισμό των στελεχών του αριστερού κινήματος στους «καλούς» σοσιαλιστές και στους «κακούς» σταλινικούς, δηλαδή τους «ακραίους» του ΚΚΕ, τα «πρωτοπαλίκαρα» του Ζαχαριάδη. Η προχειρολογία δε της συλλογής αυτής φτάνει σε τραγελαφικά επίπεδα, όπως ότι ο ΕΑΜ [sic] έφτασε ως τα 7,5 εκατομμύρια μέλη και άλλα τινά.[4]

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σειρά Peleus, στις εκδόσεις Rutzen, που συνεπιμελείται ο Ρίχτερ με τον αρχαιολόγο Reinhard Stupperich από το 1995, με θέμα πάντα την ιστορία και αρχαιολογία Ελλάδας και Κύπρου.[5] Εδώ θα βρει κανείς έργα για την Κατοχή στην Ελλάδα (από την Πελοπόννησο ως τη Μακεδονία) που εκδόθηκαν ή αναμένεται να εκδοθούν στα ελληνικά και που μπορούμε να εντάξουμε στο corpus του γνωστού αναθεωρητικού ρεύματος Καλύβα-Μαραντζίδη. Το 2015 εκδίδεται το έργο του Harald Gilbert, Das besetzte Kreta 1941-1945 (Η κατεχόμενη Κρήτη 1941-1945). Μια κριτική του έργου αυτού από τον Λουκά Λυμπερόπουλο παρατηρεί πως είναι ατυχής η χρήση όρων όπως «συμμαχική εισβολή» (Alliierteninvasion) και «επιδρομή ανταρτών» (Partisanenüberfall), καθώς και η αγνόηση της Έκθεσης της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων Κρήτης.[6] Εντυπωσιακό είναι πάντως και το τελευταίο μέχρι στιγμής πόνημα της σειράς αυτής καθώς δεν είναι άλλο από τα απομνημονεύματα του ζεύγους Ελισάβετ και Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου, με πρόλογο του Ρίχτερ και παράρτημα το γνωστό Ιδού η Αλήθεια, του επικεφαλής της Ελληνικής Πολιτείας ανάμεσα στους Τσολάκογλου και Ράλλη.[7]

Κάποια στιγμή ο Ρίχτερ, για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει, προσέγγισε το γερμανικό στρατό και κατά τη συνήθειά του προσάρμοσε τα πορίσματά του προς όφελος των νέων του συμπαθειών. Το 2011 δημοσίευσε όχι ένα αλλά τρία άρθρα στα δύο πρώτα τεύχη του περιοδικού «Der Deutsche Fallschirmjäger» (Οι Γερμανοί Αλεξιπτωτιστές), όργανο του ομώνυμου συνδέσμου του σώματος (Der Bund Deutscher Fallschirmjäger).[8] Πρόκειται φυσικά για τις μονάδες που πήραν μέρος στη Μάχη της Κρήτης, ενώ δεύτερος πρόεδρος του συνδέσμου (1952-1954) υπήρξε ο τότε διοικητής τους Kurt Student, καταδικασμένος για εγκλήματα πολέμου στην Κρήτη και απελευθερωθείς το 1948 για λόγους υγείας. Την ίδια χρονιά, στη σειρά Peleus εκδόθηκε και το επίμαχο έργο του για την «Επιχείρηση Ερμής: Κατάκτηση της νήσου Κρήτης το Μάιο 1941». Το έργο θα κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα με τον ηπιότερο τίτλο «Η Μάχη της Κρήτης» από τις εκδόσεις Γκοβόστη. Εδώ θα βρούμε τα γνωστά περί των ιπποτών αλεξιπτωτιστών και των βαρβάρων Κρητικών, ας μην επαναλαμβανόμαστε.

Το τελευταίο επεισόδιο Ρίχτερ είναι η δημιουργική λογιστική του όσον αφορά στις γερμανικές αποζημιώσεις με το πρωτοφανές συμπέρασμα πως η κατεχόμενη Ελλάδα χρωστάει και από πάνω στο γερμανικό κράτος.[9] Προφανώς υιοθετεί τη μέθοδο «όσο πιο τερατώδες το ψέμα, τόσο περισσότερη εντύπωση μπορεί να κάνει». Λογικό, μιας και η επιθετική του τακτική ως τώρα έχει αποφέρει καρπούς, καθώς ένα μέρος της κοινής γνώμης και στην Ελλάδα –μέσω π.χ. της προβολής του από την εφημερίδα Καθημερινή– τον βλέπει ως μια μετριοπαθή, ευρωπαϊκή φωνή, ενάντια πάντοτε στα άκρα και στον «πελατειασμό» (sic – νεολογισμός Ρίχτερ).[10] Το τελευταίο αυτό δημοσίευμα είναι χαρακτηριστικό των ρατσιστικών του απόψεων για τους Έλληνες και της αμετροέπειας του ίδιου. Πραγματικά, όμως, εντυπωσιάζει το πώς, στην προσπάθειά του να αντιστρέψει την πραγματικότητα όσον αφορά τις επανορθώσεις, δεν διστάζει να τα βάλει και με τους Έλληνες Εβραίους που έπαιρναν αποζημιώσεις επειδή... ψήφιζαν ΕΡΕ.[11] Και προαναγγέλλει νέες αποκαλύψεις, για το κατοχικό δάνειο αυτή τη φορά.
/var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2016/02/160225 12745481 10153441010790732 8909305581837966092 n
Η ευθυγράμμιση Ρίχτερ με τη στοχοποίηση του ελληνικού λαού από γερμανικά κέντρα ως υπεύθυνου για την κρίση, λίγο-πολύ άξιου της μοίρας του αλλά και ανεπίδεκτου διόρθωσης παρά τις φιλότιμες γερμανικές προσπάθειες, είναι πλήρης. Η παραπάνω συνέντευξη στην Καθημερινή είναι ενδεικτική, αλλά έρχεται έπειτα από σειρά παρόμοιων δημοσιευμάτων. Τον Ιούνιο του 2012 είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό The book’s journal (τεύχος 20) ένα πολυσέλιδο άρθρο με τίτλο «Η πολιτική κουλτούρα της Ελλάδας».[12] Εκεί υπάρχει η εξήγηση για όλα τα δεινά της Ελλάδας: οι πελατειακές σχέσεις. Σε ένα κείμενο κοινότοπο με τα γνωστά περί 400 χρόνων οπισθοδρόμησης και της διαφοράς Ελλάδας και Ευρώπης (δυτικής εννοείται), ο γνωστός «πελατειασμός» είναι πραγματικά η εξήγηση για πάσα νόσο στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια: «πελατειακά κόμματα», «πελατειακός φασισμός», μέχρι και «πελατειακός κομμουνισμός» σερβίρεται. Το πιο ενδιαφέρον είναι πως για τα προβλήματα της Ελλάδας έχουν ευθύνη και οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί, όχι όμως φυσικά η Γερμανία, που σπούδασε τον μοναδικό που προσπάθησε να αντισταθεί στο πελατειακό σύστημα, τον Κώστα Σημίτη. Αφού λύση δεν μπορεί να υπάρξει, πρέπει αλλοδαποί (από ποια χώρα άραγε;) να ελέγχουν αυστηρά τους κρατικούς λογαριασμούς. «Κι αυτό φυσικά δεν γίνεται χωρίς τη συρρίκνωση της εθνικής κυριαρχίας», συμπεραίνει ο επίδοξος σωτήρας. Δεν θα είναι και η πρώτη φορά, να συμπληρώσουμε εμείς.

Αφού λοιπόν δηλώσαμε σε όλους τους τόνους την αντίθεσή μας στην ποινικοποίηση της γνώμης, δεν μένει παρά να μελαγχολήσουμε με τη σκέψη πόσο μεγαλύτερη απήχηση θα είχαν τα γραφόμενα του Ρίχτερ αν ο ίδιος παρουσιαζόταν ανενόχλητος ως έγκριτος ιστορικός, επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Κρήτης συν τοις άλλοις. Κι αν όντως η ποινικοποίηση δεν είναι λύση, πού είναι η αντίδραση των ιστορικών; Πώς έγινε δεκτή η θλιβερή αυτή βράβευση από το Πανεπιστήμιο Κρήτης και πότε θα ανακληθεί επιτέλους;

Είναι άξιο παρατήρησης και προβληματισμού ότι, ενώ οι θέσεις Ρίχτερ με αφορμή τη Μάχη της Κρήτης, και εσχάτως για τις γερμανικές αποζημιώσεις, είναι ψευδείς, παρ’ ότι θρασύτατα ενδύονται το μανδύα της επιστημονικής αλήθειας, οι αντιδράσεις του επιστημονικού κόσμου είναι ήπιες μέχρι παρεξηγήσεως. Τα σχετικά ψηφίσματα και τα αρκετά άρθρα κατά της δίωξής του πολλές φορές υπεραμύνονταν της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης, αδιαφορώντας επιδεικτικά για τα γραφόμενά του, ενώ ο ίδιος ρητά δήλωνε πως «ως ιστορικός είμαι υποχρεωμένος να λέω την αλήθεια», όχι απλά τη γνώμη του.[13] Πόσο χτυπητή η αντίθεση με την αντιμετώπιση του αναθεωρητή David Irving από τον ιστορικό Richard J. Evans: «Αν ως ιστορικό εννοούμε κάποιον που ερευνά να ανακαλύψει την αλήθεια για το παρελθόν και να μας δώσει μια όσο το δυνατόν πιο ακριβή αναπαράστασή του, τότε ο Ίρβινγκ δεν είναι ιστορικός».[14]

Για ποιο λόγο αυτή η ανοχή; Έχει τόσο επικρατήσει ο σχετικισμός, που η μόνη κόκκινη γραμμή είναι η άρνηση της Σοά και όλα τα υπόλοιπα είναι συζητήσιμα; Ο φόβος ταύτισης μιας εύλογης κριτικής με, γενικά και αόριστα, τον εθνικισμό, τον τοπικισμό, τον αντι-ευρωπαϊσμό, έχει οδηγήσει στην αυτολογοκρισία; Το αποτέλεσμα είναι πως μια κακώς εννοούμενη πολιτική ορθότητα και ένας εφησυχασμένος ακαδημαϊσμός μοιάζουν να αγνοούν ότι  το κεντρικό επίδικο είναι το πώς θα γραφτεί και ξαναγραφτεί η ιστορία στο μέλλον. Και εδώ η περίοδος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είναι κομβική, όπως παρατηρούμε με τις συγκρίσεις «ολοκληρωτισμών» από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την αναβίωση του ναζισμού στην ανατολική Ευρώπη. Ας μην εξαιρεθεί η εγχώρια εκδοχή αναθεωρητισμού που μεθοδικά ξαναγράφει την ιστορία της δεκαετίας του 1940 στη χώρα μας κατά τρόπο ανάλογο με τα πονήματα Ρίχτερ.

Ιστορικοί του διαμετρήματος των Pierre Vidal-Naquet και Richard J. Evans έδωσαν μάχες εναντίον του αναθεωρητισμού με σταθερότητα και κόστος. Το ίδιο θα λέγαμε, όσον αφορά την περίπτωσή μας, για τον ιστορικό Γιώργο Μαργαρίτη που, αν δεν λαθεύουμε, μόνος σήκωσε το βάρος της αντιπαράθεσης με επιστημονικούς όρους.[15] Με αυτοκριτική διάθεση, δεν μένει παρά να αναλάβουμε τις ευθύνες μας –και εδώ απευθύνομαι στους συναδέλφους ιστορικούς–, αν δεν επιθυμούμε στο μέλλον η ιστοριογραφία να μοιάζει με αυτήν της πρώτης παραγράφου αυτού του κειμένου, και κυρίως, αν δεν θέλουμε «αυτό που συνέβη» στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο να ξανασυμβεί.[16]
______________________
Σημειώσεις
[1] http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=181430. Στην εισαγωγή του βιβλίου «Η Εθνική Αντίσταση και οι συνέπειές της» (Μεσόγειος, 2009), αφηγήθηκε πως είχε αιτηθεί υποτροφία στα πλαίσια ενός προγράμματος εκπαιδευτικών ανταλλαγών (DAAD) με βάση μια συμφωνία των υπουργείων πολιτισμού της Ελλάδας και της Γερμανίας πριν το πραξικόπημα αλλά την έλαβε μετά από αυτό.
[2] Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα, τόμος 1, Αθήνα, Παπαζήσης, 1995, σ. 36-37.
[3] Στο ίδιο, σ. 155, 301.
[4] Βλ. βιβλιοκρισία μου: Heinz A. Richter, Η Εθνική Αντίσταση και οι συνέπειές της, Αθήνα, Μεσόγειος, 2009. Ουτοπία, τεύχος 88, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2010, σσ. 177-180. On-line: https://goo.gl/qxWeHt.
[5] http://www.rutzen-verlag.de/listen/liste-peleus.html.
[6] http://www.sehepunkte.de/2015/10/27023.html.
[7] http://www.harrassowitz-verlag.de/title_1141.ahtml.
[8] Η βιβλιογραφία Ρίχτερ εδώ: http://kiatipis.org/Writers/H/Heinz.A.Richter/2012-05-08_Bibliographie.pdf.
[9] http://www.neakriti.gr/?page=newsdetail&DocID=1299688&srv=127.
[10] http://www.kathimerini.gr/849765/article/proswpa/synentey3eis/xains-rixter-gia-ola-ftaiei-to-pelateiako-kratos.
[11] Εδώ η απάντηση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου: http://goo.gl/UtxUjW.
[12] Αναφέρεται πως πρωτοδημοσιεύτηκε στο Lettre International τον χειμώνα του 2012. Στη βιβλιογραφία του βρίσκουμε τον ίδιο τίτλο σε σειρά 4 δημοσιευμάτων στην Griechenland Zeitung, και με ελαφρώς παραλλαγμένο στο Exantas, στο APUZ και στο politismos.eu. Όλα το καλοκαίρι του 2012 και παραδόξως αναφέρονται ως ξεχωριστά δημοσιεύματα στο βιογραφικό του.
[13] http://www.kathimerini.gr/841044/article/epikairothta/ellada/h-istorikh-episthmh-sto-edwlio.
[14] http://hdot.org/en/trial/defense/evans/6.html.
[15] http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/kai-pali-dystyxos-gia-ton-ko-rixter.
[16] http://www.chronosmag.eu/index.php/p-l-p-s-p-xs.html.

Via

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΧΩΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΛΛΑΔΑ 1941-1945



ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΧΩΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ // ΕΛΛΑΔΑ 1941-

ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΧΩΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

ΕΛΛΑΔΑ 1941-1945

ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΟΣ ΘΟΔΩΡΟΣ

Παρουσίαση

Στη διάρκεια της Κατοχής στην Ελλάδα αναπτύχθηκε ένα πανίσχυρο κίνημα, ένας κανονικός πόλεμος χωρικών στην ύπαιθρο, συνδυασμένος με ένα προλεταριακό κίνημα στις πόλεις - ένα κίνημα που πάλευε για την απελευθέρωση της χώρας και συγχρόνως για την κοινωνική απελευθέρωση.
Ο Δεκέμβρης του 1944 υπήρξε η κορυφαία στιγμή και συγχρόνως το σημείο καμπής της επαναστατικής διαδικασίας που πυροδότησε η φασιστική κατοχή της Ελλάδας. Ουσιαστικά ήταν η τελευταία μεγάλη ένοπλη επαναστατική δράση μαζών στην Ευρώπη στον 20ό αιώνα. Σε μια βαλκανική πρωτεύουσα, στη νοτιο-ανατολική άκρη της Ευρώπης, οι ένοπλοι εργάτες και η νεολαία με μαζικές διαδηλώσεις, οδοφράγματα και οδομαχίες ξαναζωντάνευαν το πνεύμα της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Περιεχόμενα

Πρόλογος στη δεύτερη έκδοση
Πρόλογος στην πρώτη έκδοση
Εισαγωγή του Ευτύχη Μπιτσάκη
Μερικές σκέψεις για την Ιστορία
ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ
Οι πρώτες ανταρτοομάδες βγαίνουν στο Βουνό
Το μαζικό κίνημα στις Πόλεις
Η εξέγερση της Δράμας
Οι μεγάλες απεργίες στις Πόλεις
Η ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗ ΝΕΑ ΕΞΟΥΣΙΑ
Οι δύο Ελλάδες
Ο διπλός χαρακτήρας του αγώνα
Δυαδική εξουσία
Οι νέοι θεσμοί - Λαϊκή αυτοδιοίκηση, λαϊκή δικαιοσύνη
Απόπειρες απαλλοτρίωσης τσιφλικιών
Πελοπόννησος
Γιαννιτσά - η γη στους αγρότες
Η καταστροφή της παλιάς εξουσίας
Η ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗ
Η στρατηγική του ΚΚΕ
Το χτύπημα του αντάρτικου του Έβρου
Η διάλυση των θεσμών της λαϊκής εξουσίας
Η αντίθεση στην απαλλοτρίωση των τσιφλικιών
ΤΟ ΖΕΝΙΘ ΚΑΙ ΤΟ ΝΑΔΙΡ
Η ίδρυση της ΠΕΕΑ
Η συμφωνία του Λιβάνου
Το κίνημα των φαντάρων της Μέσης Ανατολής - Η πρώτη πράξη της τραγωδίας
Οι όροι της συμφωνίας του Λιβάνου
Το πνεύμα της Τεχεράνης
Η συμφωνία της Καζέρτας
Ο ΑΔΥΝΑΤΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ
Αέρας γαλλικής επανάστασης και κομμούνας
Οι συμφωνίες της Μόσχας
Τα σοβιετικά αρχεία
Τα Δεκεμβριανά - Η ματωμένη Κυριακή
Η μάχη της Αθήνας
Ο αδύνατος συμβιβασμός
Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ
Η συμφωνία της Βάρκιζας
Οι συμφωνίες της Γιάλτας
Το τέλος του Άρη
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι - ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΡΟΤΣΚΙΣΤΕΣ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ
Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος δεν αποτελεί επανάληψη του πρώτου
Ρήξεις και αντιπαραθέσεις στον ελληνικό τροτσκισμό
Το ζήτημα υπεράσπισης της ΕΣΣΔ
Η θέση απέναντι στο αντάρτικο
Οι αντιθέσεις στο διεθνές τροτσκιστικό κίνημα
Άλυτα θεωρητικά ζητήματα
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ
Κριτική της Ευρωπαϊκής Γραμματείας της Τετάρτης Διεθνούς
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ
Ο Γιώργος Βιτσώρης για το ΕΑΜ και τους Έλληνες τροτσκιστές
Η κριτική του Βιτσώρη στις θέσεις των Ελλήνων τροτσκιστών
Βιβλιογραφία
Λεπτομέρειες
ISBN139786188229501
ΕκδότηςLOCOMOTIVA (ΛΟΚΟΜΟΤΙΒΑ)
Χρονολογία ΈκδοσηςΔεκέμβριος 2015
Αριθμός σελίδων242
Διαστάσεις21x14

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Αγκυλωτός, αλλά σταυρός


Συγκέντρωση «Γερμανοχριστανών» στη ναζιστική Γερμανία Συγκέντρωση «Γερμανοχριστανών
«Η εθνική κυβέρνηση θεωρεί τα χριστιανικά δόγματα τους σημαντικότερους παράγοντες για τη διατήρηση του εθνικού μας πολιτισμού»
Αδόλφος Χίτλερ, 23/3/1933

«Από της ημέρας της εμφανίσεως αυτού εις τον κόσμον, ο χριστιανισμός συνήντησε μεγάλας αντιδράσεις. Αι αντιδράσεις αυταί εις την ιστορίαν είνε γνωσταί υπό το όνομα των διωγμών. [...] Κατά τους νεωτέρους χρόνους ενεφανίσθη ένας από τους μεγίστους διωγμούς, τους οποίους εγνώρισεν η ιστορία. Είναι ο Κομμουνισμός, ο οποίος έστησε την έδραν του εν Ρωσσία. [...] Καθώς όμως άλλοτε η Θεία Πρόνοια, εν τω προσώπω του Μεγάλου Κωνσταντίνου, εθριάμβευσε κατά των διωγμών της ειδωλολατρείας, τοιουτοτρόπως σήμερον, εν τω προσώπω του Μεγάλου Ηγέτου του ενδόξου Γερμανικού έθνους, θα θριαμβεύση και κατά του διωγμού τούτου. Και η τιμή και η δόξα του μεγάλου Γερμανικού Εθνους και η προς αυτό ευγνωμοσύνη απάντων των λαών, και ιδιαιτέρως του ελληνικού, θα είνε όντως αιωνία».


Διατυπωμένες εν έτει 1943, με την ευκαιρία της ναζιστικής προπαγανδιστικής έκθεσης «Ο σοβιετικός παράδεισος», κι αποτυπωμένες σ’ ένα αντικομμουνιστικό φυλλάδιο με τον εύγλωττο τίτλο «Ο αγών της Ελλάδος κατά του μπολσεβικισμού. Ελληνικές γνώμες» (Θεσσαλονίκη 1943, εκδ. Νέα Ευρώπη), οι παραπάνω γραμμές υπογράφονται από έναν ιεράρχη της Εκκλησίας της Ελλάδος, τον μητροπολίτη Φλωρίνης Βασίλειο.
Οσο κι αν η εξομοίωση του Αδόλφου Χίτλερ με τον (αγιοποιημένο από τη χριστιανοσύνη) Μεγάλο Κωνσταντίνο ξαφνιάζει σήμερα τον ανυποψίαστο αναγνώστη, την εποχή εκείνη αποτελούσε μάλλον συνηθισμένη παραβολή.

Ακόμη πιο προωθημένες ήταν άλλωστε οι δηλώσεις κάποιων άλλων μητροπολιτών της Βόρειας Ελλάδας που παρατίθενται στο ίδιο φυλλάδιο.

Ενθουσιωδέστερος όλων, ο Κασσάνδρας Ειρηναίος (πάλαι ποτέ υπότροφος του τσάρου στη Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου, όπως ο ίδιος υπενθυμίζει) δεν δίστασε μάλιστα να εγκολπωθεί πλήρως τη ναζιστική ιδεολογία όσον αφορά τον φυλετικό κοινό τόπο «ιουδαιομπολσεβικισμού» και «εβραιοκαπιταλισμού»:
«Ευνόητος η χαρά και ανακούφισις ην ησθάνθην όταν ο Μέγας Φύρερ του Γερμανικού Ράιχ εκήρυξε τον κατά των Μπολσεβίκων πόλεμον, προς απαλλαγήν της Αγίας Ορθοδόξου Ρωσσίας από των σκληρών και αφορήτων αυτής βασάνων και βασανιστών.
»Μπολσεβικισμός και Μασσωνισμός ή κεφαλαιοκρατία είνε δυο δυσώδεις πηγαί αι οποίαι εκβράζουσιν όλας τας δολοπλοκίας, ψεύδη, δυστυχήματα, συμπλοκάς, αιματοχυσίας, καταστροφάς και δεινοπαθήματα από των οποίων πάσχει η σύγχρονος ανθρωπότης. Ο κατ’ αυτών πόλεμος είνε φιλάνθρωπος, ευγενής και σωτήριος. Ας ευχηθώμεν εις τα γερμανικά όπλα επιτυχίαν, καίτοι αναλογιζόμενοι το μέγεθος του αναληφθέντος αγώνος ιλιγγιώμεν, διότι αναντιρρήτως το ήμισυ του επί της επιφανείας της γης υπάρχοντος χρυσού ευρίσκεται εν ταις χερσί των Εβραίων, ο δε χρυσός είνε το ισχυρότερον των εν τω κόσμω τούτω υλικών όπλων» (όπ.π., σ. 15).

Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως οι δουλοπρεπείς αυτές διακηρύξεις υπέρ του κατακτητή δεν ήταν παρά απόρροια της ίδιας της ξένης κατοχής – και της πατροπαράδοτης κουλτούρας προσεταιρισμού των ισχυρών από τους χριστιανορθόδοξους «εθνάρχες», την οποία η μακραίωνη πολιτική του Φαναρίου είχε κληροδοτήσει στους ιεράρχες παλαιών τε και «Νέων Χωρών».

Η εξύμνηση του χιτλερισμού ως κοινωνικοπολιτικού προτύπου δεν πρωτοεμφανίστηκε όμως στους κόλπους της εγχώριας εκκλησιαστικής ιεραρχίας μετά την κατάρρευση του μετώπου, την άνοιξη του 1941.

Οπως διαπιστώνουμε ξεφυλλίζοντας την «Εκκλησία», το «επίσημον δελτίον της Εκκλησίας της Ελλάδος» που εκδιδόταν από το 1922, παρεμφερείς απόψεις διατυπώθηκαν δημόσια ήδη από την επομένη της ανάρρησης των ναζί στην εξουσία, τον Ιανουάριο του 1933.

Η επικρότηση αυτή αντανακλούσε τη συνολικότερη στάση της Εκκλησίας ως προασπιστή του κοινωνικού καθεστώτος: όπως λίγο νωρίτερα ο ιταλικός φασισμός, έτσι και ο γερμανικός ναζισμός έγινε, αρχικά τουλάχιστον, δεκτός ως μια ιδεώδης απάντηση των παραδοσιακών ευρωπαϊκών κοινωνιών στον (κοινό) εσωτερικό εχθρό και στην (εξίσου κοινή) «κρίση αξιών» που επέφερε η νεωτερικότητα.

Ειδικά στην περίπτωση του χιτλερισμού, ωστόσο, η ανεπιφύλακτη αποδοχή παραχώρησε αρκετά γρήγορα τη θέση της σ’ έναν εσωτερικό διάλογο, όπου ο ενθουσιασμός για τη βίαιη συντριβή της γερμανικής Αριστεράς διασταυρωνόταν με την ανησυχία για τις αυξανόμενες «αντιχριστιανικές» επιδόσεις του νέου καθεστώτος.

Οι κριτικές αυτές επισημάνσεις στις σελίδες της μεσοπολεμικής «Εκκλησίας» πήγαζαν σε κάποιο βαθμό από την επαφή των συντακτών της με τους αντίστοιχους προβληματισμούς ομοφρόνων θεολογικών κύκλων της Δυτικής Ευρώπης· με τη σειρά τους, αυτοί οι τελευταίοι αντανακλούσαν συνήθως τη βαθμιαία αποξένωση των γερμανικών εκκλησιαστικών ιεραρχιών από το χιτλερικό καθεστώς.
Προπαγανδιστικές αφίσες των Ναζί
⇱ Οικογένεια, συμμαζεμένη νέα γενιά, ταξική συνεργασία και καταστολή της εγκληματικότητας. Με τέτοιες αξίες, πώς να μην πανηγυρίσει κάθε χριστιανός για την επικράτηση του φίρερ; ⇲
Προπαγανδιστικές αφίσες των ναζί

Παράδειγμα για τους Ελληνες

Το πρώτο κείμενο που συναντάμε στο επίσημο δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδος για την επικράτηση των ναζί είναι ένα ανεπιφύλακτα εγκωμιαστικό σχόλιο, δημοσιευμένο τρεις εβδομάδες μετά την ανάρρηση του Χίτλερ στην καγκελαρία.

Οι πολιτικές διακηρύξεις και υποσχέσεις των εθνικοσοσιαλιστών επιστρατεύονται μάλιστα ως παράδειγμα για τους Ελληνες συντηρητικούς πολιτικούς:
«Μεταξύ των άρθρων του πολιτικού προγράμματος του νέου Αρχικαγγελαρίου της Γερμανίας, το οποίον διεβοήθη εις όλον τον κόσμον, υπάρχουν και τινα τα οποία, διά τον οικουμενικόν χαρακτήραν των, προκαλούν, ιδίως σήμερον, αμέριστον την προσοχήν. Υπισχνείται λοιπόν ο γερμανός αρχηγός μιας μεγίστης μερίδος του γερμανικού λαού, ότι “θα αποκαταστήσωμεν την καθαριότητα εις την οικογενειακήν και την δημοσίαν ζωήν”, “θα επαναδώσωμεν εις τον γερμανικόν λαόν την πίστιν προς τον Θεόν, την πατρίδα και την οικογένειαν” και “θα στηρίξωμεν πάλιν επί υγιών βάσεων την εκπαίδευσιν των παιδιών μας”. Τοιουτοτρόπως ο προς όν απευθύνεται το πρόγραμμα εκλέκτωρ λαός ακούει σαφείς και καθαράς τας θέσεις των πολιτικών του ως προς τα θεμελιώδη ιδανικά της ατομικής και της κοινωνικής του ζωής. Και είναι καιρός -και υπάρχουν λόγοι- να ακούση, τέλος πάντων, μίαν φοράν ο ελληνικός λαός εκ στόματος των πολιτικών του επίσης καθαράν και κατά τον μάλλον απροκάλυπτον και ευθύν τρόπον ποίαν στάσιν λαμβάνουν και θα λάβουν απέναντι του θεσμού της οικογενείας, της Εκκλησίας και της εκπαιδεύσεως των ελληνοπαίδων, διά να καθορίση και αυτός αναλόγως την ιδικήν του στάσιν κατά τας επικειμένας εκλογάς» («Καθαρά και απροκαλύπτως», 18/2/1933, σ. 54-55).

Η θετική αυτή υποδοχή προέκυψε ως συνισταμένη δύο παράλληλων διαδικασιών.
Από τη μια, εξέφραζε την όλο και ευκρινέστερη στροφή των ελληνικών συντηρητικών κύκλων προς αυταρχικές λύσεις, που θα ξεμπέρδευαν μια και καλή με την εγγενή «αδυναμία» των δημοκρατικών θεσμών.
Από την άλλη, αντανακλούσε τον ενθουσιασμό των Γερμανών προτεσταντών, με τους οποίους η ελλαδική εκκλησία είχε στενές σχέσεις ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, για την πολιτική επικράτηση των ναζί.

Η παράκαμψη των δημοκρατικών διαδικασιών και η αμείλικτη καταστολή του εσωτερικού εχθρού θεωρούνταν απαραίτητο συστατικό στοιχείο της επιδιωκόμενης σωτηρίας.

Το διαπιστώνουμε από το άρθρο του μητροπολίτη Γορτυνίας Πολύκαρπου που δημοσιεύτηκε στην «Εκκλησία», πέντε μήνες μετά την πρωθυπουργοποίηση του Αδόλφου (30/1/1933) και τρεις αφότου το Ράιχσταγκ του παραχώρησε δικτατορικές εξουσίες (23/3/1933), ενώ πλέον έβγαιναν εκτός νόμου όχι μόνο κομμουνιστές και σοσιαλδημοκράτες, αλλά ακόμη και το ρωμαιοκαθολικό «Κόμμα του Κέντρου»:
«Βεβαίως η ευθύνη των ιθυνόντων τας τύχας του κόσμου είναι μεγίστη και πρέπει ως τάχιστα να ληφθούν δραστικά μέτρα της σωτηρίας, διότι η υπάρχουσα κατάστασις απειλεί την συντριβήν και τελείαν καταστροφήν, εφ’ όσον οι εχθροί της ευημερίας των λαών διαδίδουν ψευδείς αρχάς και διδασκαλίας κομμουνιστικάς, δι’ ων δηλητηριάζονται οι λαοί και δη η νεότης. Από της καταστροφής εσώθησαν τα Κράτη της Ιταλίας και τελευταίον της Γερμανίας, διά της ανακηρύξεως δικτατοριών και περιορισμού της ελευθέρας ενεργείας των ανελευθέρων αθέων κομμουνιστών» («Η κατάστασις της ανθρωπότητος και η σωτηρία», 24/6/1933, σ. 195).

Καλά και κακά άκρα

Κατηγορίες κρατουμένων, από τις οποίες απάλλαξε τη Γερμανία η ναζιστική «αποκατάσταση των αξιών» TOPOGRAPHY OF TERROR (Βερολίνο 2012)
↳ Κατηγορίες κρατουμένων, από τις οποίες απάλλαξε τη Γερμανία η ναζιστική «αποκατάσταση των αξιών»: με κόκκινο οι πολιτικοί κρατούμενοι, με πράσινο οι «εγκληματίες κατ' επάγγελμα», με μπλε οι μετανάστες, με μοβ οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, με ροζ οι ομοφυλόφιλοι, με μαύρο οι «φυγόπονοι» και τα «αντικοινωνικά στοιχεία».

Εξίσου απολογητικά υπέρ των ναζί είναι τα σχόλια της «Εκκλησίας» με τα οποία επιχειρείται, στη διάρκεια του 1933, η διασκέδαση των αρνητικών εντυπώσεων από τα πρώτα καταπιεστικά μέτρα σε βάρος των Εβραίων.

Ενα πάγιο επιχείρημα που επιστρατεύεται για την απονομιμοποίηση των σχετικών διαμαρτυριών είναι η ευμενής σύγκριση των ναζιστικών «ημίμετρων» με τους διωγμούς της χριστιανοσύνης από κομμουνιστές και αλλοθρήσκους:
«Εκ των κύκλων του αγγλικού εργατικού κόμματος εξεφράσθησαν διά του τύπου παράπονα κατά της Εκκλησίας ότι δήθεν εξ αδιαφορίας δεν ύψωσεν φωνήν διαμαρτυρίας κατά των ανθεβραϊκών εν Γερμανία διωγμών», πληροφορούμαστε τον Απρίλιο – μαζί με την «αποστομωτική» απάντηση των λονδρέζικων «Εκκλησιαστικών Καιρών» που «πολύ ορθώς ερωτώσι τους διά τας γερμανικάς κατά των Εβραίων διώξεις εξανισταμένους σήμερον κύκλους, πού ήσαν και διατί επέδειξαν πλήρη αδιαφορίαν διά τους απείρως χείρονας διωγμούς των χριστιανών εν Ρωσία και διατί έμειναν τελείως ασυγκίνητοι διά τας σφαγάς και τα φρικτά μαρτύρια μυριάδων ελλήνων χριστιανών εν Μικρά Ασία» (29/4/1933, σ. 134).

Το ίδιο συγκριτικό επιχείρημα επιστρατεύεται και λίγο αργότερα, με ακόμη εμφανέστερη υπερασπιστική πρόθεση:
«Ολόκληρος ο κόσμος», διαβάζουμε, «ανεστατώθη εκ του γεγονότος ότι η Γερμανία εκδιώκει μακράν των ορίων της πάντας τους εν τη χώρα εβραίους, ανεξαρτήτως επαγγέλματος, θέσως, μορφώσεως και θρησκείας –διότι υπάρχουν και χριστιανοί εξ εβραίων. [...] Η αγανάκτησις δε κατά του γερμανικού ανθεβραϊκού πραξικοπήματος εκδηλώτερον κορυφούται προκειμένου ιδία περί των διωχθέντων επιστημόνων, ως π.χ. συνέβη διά τον Αϊνστάιν, παυθέντα και τούτον και εξαναγκασθέντα εις εκπατρισμόν, καταφυγόντα δ’ εις Αγγλίαν, ένθα ζωηροτάτας εύρε παρά τω ανεπτυγμένω αγγλικώ κοινώ συμπαθείας. Απείρως χείρων και αμειλικτότερος διωγμός είχε κινηθή κατά της χριστιανικής θρησκείας εν Ρωσία υπό των ρώσων κομμουνιστών, χωρίς όμως να συγκινηθή ο κόσμος κατ’ ίσον βαθμόν. Τα συμπεράσματα ας εξαγάγη ο αναγνώστης» («Μια διαπίστωσις», 21/10/1933, σ. 332).

«Σχίσμα» και «υποδούλωσις»

Ο ευαγγελικός πάστορας Μάρτιν Νιμέλερ
↳ Αδελφός παλαίμαχου εθνικοσοσιαλιστή, οπαδός και ο ίδιος του Χίτλερ σε μια πρώτη φάση, ο ευαγγελικός πάστορας Μάρτιν Νιμέλερ έμεινε τελικά στην Ιστορία για την εύστοχη αυτοκριτική συμπύκνωση της εμπειρίας ουκ ολίγων Γερμανών: «Οταν έπιασαν τους κομμουνιστές, αδιαφόρησα. Δεν ήμουν κομμουνιστής. Οταν φυλάκισαν τους συνδικαλιστές, δεν έκανα τίποτα. Δεν ήμουν συνδικαλιστής. Οταν πήραν τους Εβραίους, έμεινα αδρανής. Δεν ήμουν Εβραίος. Οταν συνέλαβαν εμένα, δεν υπήρχε πια κανείς για να διαμαρτυρηθεί». 

Το ειδύλλιο υπήρξε πάντως σχετικά βραχύ, καθώς μέσα στην ίδια αυτή χρονιά οι ηγέτες των ναζί έσπευσαν να υποτάξουν τις κατά τόπους προτεσταντικές εκκλησίες σε μια ενιαία συγκεντρωτική δομή, με επικεφαλής έναν «αρχιεπίσκοπο του Ράιχ».

Ακόμη σοβαρότερο πρόβλημα για τους νομιμόφρονες Ευαγγελικούς αποτέλεσε η ανάδυση ενός ανταγωνιστικού προτεσταντικού ρεύματος με την ονομασία «Γερμανοχριστιανοί» (Deutsche Christen), το οποίο ευαγγελιζόταν μια εκδοχή «φυλετικού» χριστιανισμού αποκαθαρμένου από τα «μη άρια» εβραϊκά στοιχεία.

Η πρωτοσέλιδη σκιαγράφηση των παραπάνω εξελίξεων από το επίσημο δελτίο της ελλαδικής εκκλησίας ((9/12/1933) είναι αποκαλυπτική, τόσο για την ταύτιση με τις αντιδράσεις των θιγόμενων προτεσταντών όσο και για την τελική ερμηνεία της όλης διαμάχης ως ανεπιθύμητης εμφύλιας σύρραξης της χριστιανοσύνης, τη στιγμή που αυτή όφειλε να αντιτάξει ενιαίο μέτωπο κατά του κοινωνικού εχθρού:
«Το σώμα των παστόρων της εν Γερμανία διαμαρτυρομένης εκκλησίας, βοηθήσαν εκθύμως το νέον εθνικοσοσιαλιστικόν κίνημα, είχε την συνείδησιν ότι, ενισχύον αυτό, συντελεί εις την εκρίζωσιν του απειλούντος τον γερμανικόν λαόν κομμουνισμού. Η προς την προτεσταντικήν εκκλησίαν όμως συμπεριφορά των εθνικοσοσιαλιστών μετά την οριστικήν επικράτησίν των απέδειξεν ότι οι εκκλησιαστικοί διαμαρτυρόμενοι δεν εφάνησαν ικανοί να διαγνώσουν την φύσιν των επιδιώξεων του εν λόγω κινήματος, διότι αίφνης είδον εαυτούς ωθουμένους διά της βίας υπό τον οδοστρωτήρα της ενοποιήσεως των πάντων υπό την νέαν δικτατορικήν πολιτικήν σημαίαν. Και τούτο μεν επέτυχε διά της συνενώσεως των είκοσι και οκτώ ευαγγελικών εν Γερμανία εκκλησιών εις μίαν γερμανικήν ευαγγελικήν εκκλησίαν υπό μίαν κεφαλήν, τον Αρχιεπίσκοπον του Reich, επί των τέλει “της προσαρμογής της εκκλησίας προς τας νέας συνθήκας του κράτους και της συνεργασίας αυτής εις την τελεσφόρον αναδιοργάνωσιν του έθνους”.
»Αλλά το πράγμα θα ήτο ίσως ακίνδυνον εάν περιωρίζετο εις μόνην την μεταβολήν ταύτην. Δυστυχώς η όλη μεταρρυθμιστική κίνησις απέδειξεν ότι ο πυρετός του ακράτου εθνικισμού εισεχώρησε τόσον εις τας τάξεις τας εκκλησιαστικάς, ώστε να εκβλαστήσωσιν εν τοις κόλποις των οι ούτω κληθέντες “γερμανοχριστιανοί”, των οποίων αι τάσεις είνε ο συμφυρμός της τε κρατικής και της εκκλησιαστικής νομοθεσίας εις εν αμάλγαμα, η καθαρά κρατικοποίησις της χριστιανικής θρησκείας, ακριβέστερον ειπείν η γερμανοποίησις του Ευαγγελίου του Χριστού.
»Ο,τι ιδίως κατετάραξε τον νηφάλιον γερμανικόν ευαγγελικόν κόσμον και τους έξωθεν παρακολουθούντας τας επικινδύνους ταύτας εν Γερμανία ζυμώσεις υπήρξεν η πολύκροτος περί Αρίων παράγραφος (Arienparagraph), η ψηφισθείσα υπό της πρωσικής συνόδου και υπό τινών άλλων. Η αποδοχή της διατάξεως ταύτης εσήμαινεν οριστικόν αποκλεισμόν πάντων των μη Αρίων χριστιανών από του εκκλησιαστικού περιβόλου, την διά παντός διαγραφήν από των μητρώων της ευαγγελικής εκκλησίας παντός λαϊκού και κληρικού όστις, έστω και κατά ψιλήν υπόνοιαν, φαίνεται έλκων την καταγωγήν εξ εβραίων. [...]
»Οι Γερμανοί “γερμανοχριστιανοί” εν τω ανθεβραϊκώ των βρασμώ δεν εδίστασαν να προτείνουν την κατάργησιν της Π. Διαθήκης, την ανακάθαρσιν της Κ. Διαθήκης από των εβραϊκών στοιχείων, την απομάκρυνσιν του Εσταυρωμένου εκ των ναών, την αποκήρυξιν της Παλαιστίνης ως “αγίων τόπων” και της πίστεως εις “εβραίον” Ιησούν Χριστόν! Το ίνδαλμα του έθνους και της φυλής τίθεται υπέρ αυτόν τον Θεόν. Αλλά κατά τι λοιπόν η παράφρων αύτη του Χριστιανισμού διαστροφή διαφέρει του κατ’ αυτού διωγμού από μέρους του ρωσικού κομμουνισμού, όστις αποδεικνύεται εν τούτω συνεπέστερος, ευθύτερος και ειλικρινέστερος του γερμανικού εθνικισμού, του εμφανίζοντος εαυτόν ως άρνησιν του μπολσεβικισμού;
Και εκ της δοκιμασίας ταύτης η χριστιανική θρησκεία θα ανατείλη βεβαίως καθαρωτέρα, αλλ’ είνε θλιβερόν ότι εις εποχήν, καθ’ ήν είνε τόσον αναγκαίος ο συντονισμός των δυνάμεων του Χριστιανισμού, η προσοχή του χριστιανικού κόσμου αναγκάζεται να απασχολήται εις τοιαύτα σχίσματα».

Στο ίδιο μήκος κύματος θα κινηθούν ορισμένα σχόλια, οφθαλμοφανώς επηρεασμένα από την αντίστοιχη αρθρογραφία αγγλοσαξονικών εντύπων, για τις πρώτες διώξεις απείθαρχων ιερωμένων και θεολόγων από το χιτλερικό καθεστώς.

Με αφορμή την απόλυση του Ελβετού καθηγητή Καρλ Μπαρτ από το Πανεπιστήμιο της Βόνης, η «Εκκλησία» αναπαράγει π.χ. τη διαπίστωση των λονδρέζικων «Εκκλησιαστικών Καιρών» ότι το συγκεκριμένο μέτρο, «ως και η άλλη δίωξις πολλών διανοουμένων και τα κατά των εβραίων μέτρα εν Γερμανία», αποτελούν «αμαύρωσιν του θετικού αγαθού του πολιτικού καθεστώτος της χώρας, οποίο, φέρ’ ειπείν, η τελεία ανακάθαρσις της πρωτευούσης από της ηθικής σήψεως, βορά της οποίας ήτο, ως γνωστόν, το Βερολίνον απ’ ακρου εις άκρον» (21/10/1933, σ. 331-332). 

«Ο Χιτλερισμός», καταλήγει το σχόλιο, «ανεφάνη προς εκρίζωσιν του Μπολσεβικισμού εν Γερμανία, αλλ’ οι σκοποί και αι μέθοδοί του είναι τοιαύται, κατά τους “Καιρούς”, ώστε μεθ’ όσης θέρμης πρέπει να καταπολεμήται ο δεύτερος, μετά της αυτής επιμονής ανάγκη να αποκηρύσσεται και ο πρώτος διά τας αγροίκους καταπιέσεις και διά την τάσιν του να υποδουλώση τα πάντα εις τον εθνικόν πουριτανισμόν του».
Στο πλευρό του Γκέμπελς, καθολικοί επίσκοποι αποτίνουν φόρο τιμής στο εθνικό καθεστώς Στο πλευρό του Γκέμπελς, καθολικοί επίσκοποι αποτίνουν φόρο τιμής στο εθνικό καθεστώς
 
Αισθητά διακριτικότερη υπήρξε η προάσπιση της γερμανικής Καθολικής Εκκλησίας απέναντι στα μέτρα που πήραν σταδιακά εις βάρος της οι ναζί.

Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι βάσει του κονκορδάτου που υπογράφηκε στις 20/7/1933 ανάμεσα στο Βατικανό και το Γ' Ράιχ, οι καθολικοί Γερμανοί διασφάλισαν -όπως η «Εκκλησία» σπεύδει να επισημάνει (11/11/1933)- «ποίαν τινά ανεξαρτησίαν της θρησκευτικής των συνειδήσεως». 

Ακόμη και η καταπάτηση αυτής της συμφωνίας, με τη σταδιακή κατάργηση της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης από τους ναζί, ελάχιστα απέσπασε την προσοχή του ελληνορθόδοξου οργάνου.
Αδιαφορία που κατά πάσα πιθανότητα οφειλόταν στην ανταγωνιστική σχέση των δύο Εκκλησιών και στις μεταξύ τους τριβές, σε τοπικό ιδίως επίπεδο (π.χ. Κυκλάδες).

Αψευδές τεκμήριο αυτής της αδιαφορίας μπορεί να θεωρηθεί η ψυχρή κάλυψη της ναζιστικής αντικληρικαλιστικής καμπάνιας που εξαπολύθηκε κατά το αποκορύφωμα της σχολικής διαμάχης («Εκκλησία», 24/8/1935, σ. 267):
«Αι ημερήσιοι γερμανικαί εφημερίδες αφθονούσιν αγγελιών νέων αντιχριστιανικών βιβλίων, ιδίως κατά του καθολικού κλήρου, ως εικάζεται εκ των τίτλων των, οποίοι, φέρ’ ειπείν, “Η θυγάτηρ του Ιησουίτου”, “Οι κληρικοί καταπιεσταί”, “Η χριστιανική σκληρότης και αι γυναίκες της Γερμανίας” “Το κολλεκτιβιστικόν κράτος αντικείμενον της Ρώμης και του Ιούδα”, “Δύο έτη όπισθεν μοναστηριακού τείχους” κ.λπ.».

Εξίσου σπάνια (και αποστασιοποιημένη) υπήρξε η προβολή ανθρωπιστικών αντιρρήσεων για τη ρατσιστική πολιτική των χιτλερικών.

Χαρακτηριστικό δείγμα, από την ίδια στήλη και σελίδα με το προηγούμενο σχόλιο:
«Ο τύπος της γερμανικής Κολωνίας επετέθη δριμέως κατά του φραγκισκανού ιερέως Herbert διότι εν τινι κηρύγματί του -ως αναφέρει ο Westdeutscher Beobachter- είπεν ότι η αγάπη είνε πολύ σπουδαιοτέρα της φυλής· ότι εις ενάρετος νέγρος είνε εις τον παντοδύναμον Θεόν ευαρεστότερος ενός αμαρτωλού αρίου· ότι πρέπει να αγαπώμεν και να σεβώμεθα την εβραϊκήν φυλήν, αφού εξ αυτής ηυδόκησε να προέλθη ο ενανθρωπήσας Θεός· ότι οφείλομεν μεν υπακοήν εις το κράτος, αλλ’ είμεθα συγχρόνως και μέλη μιας δευτέρας βασιλείας, της βασιλείας του Θεού. Αι εφημερίδες εχαρακτήρισαν τας εκφράσεις ταύτας ως εσχάτην προδοσίαν του λαού της πατρίδος».

Η απειλή του παγανισμού

Το κυριότερο πρόβλημα, τόσο για τις γερμανικές εκκλησίες όσο και για τους ελληνορθόδοξους συμπαραστάτες τους, αποτελούσαν ωστόσο οι παγανιστικές τάσεις των ηγετικών κλιμακίων του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και κράτους.

«Ο αρχιεπίσκοπος της γερμανικής Κολωνίας καρδινάλιος Schulte», διαβάζουμε στην «Εκκλησία» της 23/3/1945, «διεκήρυξεν ότι είνε πλέον καιρός όπως οι γερμανοί πολιτικοί ηγέται ορίσουν πλέον την θέσιν των έναντι του “νεο-παγανισμού” τον οποίον διακηρύττουν διάφοροι επιφανείς γερμανοί, διέταξε δε τους κληρικούς του να αναγνώσουν από του άμβωνος διαμαρτυρίαν κατά του ηγέτου των νέων ειδωλολατρών Hauer διά μίαν διάλεξίν του. Εν ταύτη ο Hauer ομολογεί ότι ανέμενεν μόνον την λύσιν του ζητήματος του Saar διά να προβή εις την διακήρυξιν της ανάγκης της καταργήσεως της θρησκευτικής διδασκαλίας εις πάντα τα γερμανικά σχολεία και τα πανεπιστήμια. Επειδή δε εβεβαίωσεν ότι έχει υπέρ αυτού την συγκατάθεσιν του Führer, ο σεβ. αρχιεπίσκοπος εθεώρησεν επιβεβλημένον να προκαλέση την γερμανικήν κυβέρνησιν να προβή εις επισήμους δηλώσεις επί του πράγματος.
Δεν είνε άσχετον προς το προηγούμενον σημείωμα το γεγονός ότι είς τινα νέα γερμανικά ημερολόγια μεγάλης κυκλοφορίας, ως π.χ. το “German Workers’ Almanac”, αι χριστιανικαί εορταί αντικατεστάθησαν υπό εορτών σχετιζομένων προς την παλαιάν των εθνικών γερμανών μυθολογίαν. Ούτω π.χ. αντί της εορτής των Χριστουγέννων εσημειώθη η “Γέννησις του Baldur Φωτός και η έλευσις του Jul-παιδός” και ούτω καθ’ εξής. Η αποτροπαιοτέρα όμως καινοτομία εν τω ημερολογίω των μεγαλοκτηματιών υπήρξε η αντικατάστασις της Μεγ. Παρασκευής διά της “Μνήμης της σφαγής των 4.500 σαξών υπό του Καρόλου του κρεωπόλου”, ήτοι του Μεγάλου Καρόλου. Τα ημερολόγια ταύτα είνε ευρύτατα διαδεδομένα: το γερμανικόν εργατικόν μέτωπον των Nazi (Nazi Deutsche Arbeitsfront) είχε κυκλοφορήσει 4.000.000 αντιτύπων του “German Workers’ Almanac”» (σ. 94-95).

Παρά τις μεταξύ τους διαφορές, παγανιστές και «γερμανοχριστιανοί» συναντιόντουσαν άλλωστε στο κοινό έδαφος της λατρείας του εθνοφυλετικού κράτους και της θεοποίησης του ίδιου του φίρερ.

«Δύο κινήσεις παρατηρούνται σήμερον εν Γερμανία, η των “γερμανών χριστιανών” (Glauben-Bewegung Deutsche Christen) και η των “νεοπαγανικών, νεοεθνικών γερμανών” (Deutsche Glaubens -Βewegung), υπό πολλών δε συγχέονται προς αλλήλας συνεπεία των τολμηρών “μανιφέστων” τινών εκ των θιασωτών της πρώτης κινήσεως», εξηγεί χαρακτηριστικά η «Εκκλησία» (6/4/1935).

«Οι της δευτέρας κινήσεως έχουν ίδιον σύμβολον πίστεως, σύμβολον των “νέων εθνικών”, εις το οποίον περιλαμβάνονται η απόλυτος υπαγωγή της Εκκλησίας υπό το Κράτος, ο αποκλεισμός των μη αρίων εκ της εκκλησιαστικής ζωής, η θεοποίησις των εννοιών του έθνους, της φυλής και του αίματος, η αποδοχή “γερμανικού θεού” κ.λπ. Εξάλλου, οι ζωηρότεροι των θιασωτών της κινήσεως των “γερμανών χριστιανών”, διακηρύττουν ότι εν τω Χίτλερ εγένετο το “πλήρωμα του χρόνου” διά τον γερμανικόν λαόν, ότι ο εθνικοσοσιαλισμός αποτελεί θετικόν και συγκεκριμένον χριστιανισμόν, ότι ο Χίτλερ είνε “η οδός του Πνεύματος και η θεία βούλησις διά την χριστιανικήν εκκλησίαν και το γερμανικόν έθνος”, ότι έκαστος δούλος του Θεού οφείλει να καταστή δρων εθνικοσοσιαλιστής, ότι πρέπει να υπάρχη “είς αρχηγός, μία βασιλεία, είς λαός, μία Εκκλησία”».

Μοναδική παρηγοριά, απέναντι σ’ αυτή την επέλαση του «εθνικιστικού σωβινισμού» που επιχειρούσε «να σαρώση εκ της γερμανικής χώρας τον “παλαιόν χριστιανικόν Θεόν” και να εγκαθιδρύση ένα νέον θεόν αποκλειστικώς γερμανικόν», το όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος θα αναζητήσει στη... Σοβιετική Ενωση – και την υπόγεια αντοχή των εκεί χριστιανικών παραδόσεων, παρά τις αντιθρησκευτικές καμπάνιες του μετεπαναστατικού καθεστώτος.

«Η αυτή νοσταλγία», αποφαίνεται με σιγουριά το δελτίο (23/2/1935), «θα καταλάβη και τους “ρηξικελεύθους” της σήμερον γερμανούς, όταν παρέλθη η σημερινή διάστροφος έξαψίς των».

                                      ≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈

1933

▸ 23 Μαρτίου: Το καθολικό Κόμμα του Κέντρου υπερψηφίζει στο Ράιχσταγκ την εκχώρηση δικτατορικών εξουσιών στον καγκελάριο Χίτλερ.
▸ 28 Μαρτίου: Οι καθολικοί επίσκοποι αίρουν την απαγόρευση συμμετοχής του ποιμνίου τους στο ναζιστικό κόμμα που είχε επιβληθεί από την επισκοπική διάσκεψη της Φούλντα, τον Αύγουστο του 1931.
▸ 28 Ιουνίου: Διορισμός του Λούντιβιχ Μίλερ, στελέχους των «Γερμανοχριστιανών», ως αρχιεπισκόπου μιας ενιαίας Γερμανικής Ευαγγελικής Εκκλησίας.
▸ 4-5 Ιουλίου: Αυτοδιάλυση των καθολικών κομμάτων (Βαυαρικό Λαϊκό Κόμμα, Κόμμα του Κέντρου), λίγο πριν από τη νομοθετική επιβολή μονοκομματικού καθεστώτος (14/7/1933).
▸ 20 Ιουλίου: Κονκορδάτο μεταξύ του Βατικανού και του Γ' Ράιχ εγγυάται την ελεύθερη λειτουργία και αυτονομία του γερμανικού καθολικισμού «εντός των ορίων του νόμου», με αντάλλαγμα την ορκωμοσία νομιμοφροσύνης των επισκόπων στο ναζιστικό κράτος και τον φίρερ.
▸ 5 Σεπτεμβρίου: Η ευαγγελική επαρχιακή σύνοδος της Πρωσίας αποφασίζει την εκκαθάριση των «μη Αρίων» κληρικών κι εκκλησιαστικών υπαλλήλων.
▸ 11 Σεπτεμβρίου: Ιδρυση του Εκτακτου Συνδέσμου Παστόρων (Pfarrernotbund) από τον Μάρτιν Νιμέλερ, οπαδό μέχρι τότε των ναζί, για την υπεράσπιση των «μη Αρίων» συναδέλφων τους. Στην κίνηση, που το 1934 μετονομάστηκε σε «Ομολογιακή Εκκλησία» (Bekennende Kirsche), μετέχει αρχικά το 1/3 -κι αργότερα το 1/6- των 18.000 προτεσταντών κληρικών.
▸ 13 Νοεμβρίου: Συγκέντρωση των «Γερμανοχριστιανών» στο Βερολίνο κορυφώνεται με την αποκήρυξη της «εβραϊκής» Παλαιάς Διαθήκης, του «ραβίνου» Αποστόλου Παύλου και εκκλήσεις για αντικατάσταση του Εσταυρωμένου από έναν «ηρωικό Χριστό» - σύμβολο «της νίκης του βόρειου πνεύματος πάνω στον ανατολίτικο υλισμό».

1934

▸ 29-31 Μαΐου: Σύνοδος της νεοσύστατης Ομολογιακής Εκκλησίας στο Μπάρμεν. Διακήρυξη κατά της ολοκληρωτικής υπαγωγής της Εκκλησίας στο (ναζιστικό) κράτος.
▸ 11 Οκτωβρίου: Καθαίρεση του ευαγγελικού επισκόπου της Βαυαρίας, Χανς Μάισερ, και κατάληψη των γραφείων τής εκεί μητρόπολης από οπαδούς του αρχιεπισκόπου Μίλερ. Διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις προτεσταντών καταλήγουν στην αποκατάσταση του Μάισερ και του -επίσης υπό περιορισμό- μητροπολίτη της Βιρτεμβέργης (1/11/1934). Η όλη αντιπαράθεση διεξήχθη σε αυστηρά ναζιστικό πλαίσιο, με τις δύο πλευρές να διακηρύσσουν μεγαλόφωνα τη νομιμοφροσύνη τους προς τον φίρερ.

                                      ≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈

Διαβάστε

▩ Robert Ericksen, «Complicity in the Holocaust. Churches and Universities in Nazi Germany» (Κέμπριτζ 2012, εκδ. Cambridge University Press). Η διαπλοκή των γερμανικών Εκκλησιών και Πανεπιστημίων με το ναζιστικό κίνημα και κόμμα, η συμβολή τους στη δρομολόγηση των αντισημιτικών διώξεων και τα όρια της αντίθεσης κάποιων μερίδων τους στη χιτλερική πολιτική.
▩ Ian Kershaw, «Popular Opinion and Political Dissent in the Third Reich. Bavaria 1933-1945» (Οξφόρδη 1983, εκδ. Oxford University Press). Εξαιρετική καταγραφή της «κοινής γνώμης» στο Γ' Ράιχ, όπως αυτή αποτυπώθηκε στις εκθέσεις καθεστώτος και αντιστασιακών δικτύων. Ειδικά κεφάλαια για τη σχέση του καθεστώτος με την Ευαγγελική και την Καθολική Εκκλησία.
▩ Σπύρος Μαρκέτος, «Πώς φίλησα τον Μουσολίνι. Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού» (Αθήνα 2006, εκδ. Βιβλιόραμα). Διεισδυτική παρουσίαση των αυταρχικών τάσεων της μεσοπολεμικής Ελλάδας και της γοητείας που ασκούσε στον τότε «μεσαίο χώρο» το ιταλικό φασιστικό υπόδειγμα. Ο δημοσιευμένος πρώτος τόμος του έργου φτάνει μέχρι τις παραμονές της ανόδου των ναζί (και του εγχώριου Λαϊκού Κόμματος) στην εξουσία.
«Ο αγών της Ελλάδος κατά του μπολσεβικισμού. Ελληνικές γνώμες» (Θεσσαλονίκη 1943, εκδ. Νέα Ευρώπη). Προπαγανδιστικό φυλλάδιο των κατοχικών αρχών με δηλώσεις υπέρ της κοσμοϊστορικής συμβολής των ναζί στη σωτηρία της Ευρώπης από τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Ξεχωρίζουν οι σχετικές διακηρύξεις τεσσάρων μητροπολιτών της Β. Ελλάδας.

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Ο Γιώργος Κοτζιούλας στο Β΄ Πανθεσσαλικό Συνέδριο του ΕΑΜ

Ανέκδοτα και αθησαύριστα χρονογραφήματα του Αγώνα από το αρχείο του Γ. Κοτζιούλα ― 4. ΑΠ’ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
Γράφει ο Οικοδόμος //

eam27a

Το -τέταρτο στη σειρά- κείμενο του Γ. Κοτζιούλα που παρουσιάζουμε σήμερα έχει τίτλο ΑΠ’ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ και είναι αθησαύριστο. Αναφέρεται στο Β΄ Πανθεσσαλικό Συνέδριο του ΕΑΜ στο οποίο ο Κοτζιούλας παραβρέθηκε, μαζί με τη «Λαϊκή Σκηνή» που έδωσε και θεατρική παράσταση με έργο του. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΡΗΓΑΣ (Όργανο της Πανθεσσαλικής Επιτροπής του ΕΑΜ), στις 7 Αυγούστου του 1944.

Το Β΄ Πανθεσσαλικό Συνέδριο του ΕΑΜ ξεκίνησε στις 26 Ιούλη του 1944 και διήρκεσε τρεις μέρες. Έγινε σε μια ελατοσκέπαστη τοποθεσία, στον Ίταμο Ραχούλας του νομού Καρδίτσας, σε υψόμετρο 1.100 μέτρων. «Στο υπαίθριο αμφιθέατρο παρευρίσκονται 175 αντιπρόσωποι, 103 αντάρτες και 72 γυναίκες από όλες τις περιφέρειες και τις κατεχόμενες πόλεις. Τις εργασίες παρακολούθησαν επάνω από 1.000 άνδρες και γυναίκες από ολόκληρη τη Θεσσαλία. Κάποιοι μελετητές ανεβάζουν τους συμμετέχοντες στους δύο χιλιάδες», θα γράψει ο Βασίλης Καραγιάννης (εφημερίδα «Ζωγλοπίτικα Χρονικά» (αρ. φ. 71, 7-8-9/2009), που σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων παρακολούθησε όλη την προετοιμασία και τη διεξαγωγή του συνεδρίου.

Στο συνέδριο μεταξύ άλλων συμμετείχαν ο ΕΑΜίτης Μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ, ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας της ΠΕΕΑ Κώστας Γαβριηλίδης, τετραμελής αντιπροσωπεία της ΚΕ του ΕΑΜ με επικεφαλής τον Γενικό Γραμματέα Θανάση Χατζή, ο πρόεδρος της ΕΠΟΝ, ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης, ο εκπρόσωπος του ΚΚΕ στη Θεσσαλία Κώστας Καραγιώργης, ο Γραμματέας του ΕΑΜ στη Θεσσαλία Δήμος Σουλιώτης, αντιπροσωπεία της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής (ΒΣΑ), ο ποιητής Βασίλης Ρώτας κ.ά. Ο Βασίλης Καραγιάννης γράφει για τις προετοιμασίες που έγιναν για να διαμορφωθεί κατάλληλα ο υπαίθριος χώρος και να φιλοξενήσει για τρεις μέρες τους εκατοντάδες συμμετέχοντες.

«Όλο το βάρος για τη δημιουργία κατάλληλης υποδομής έπεσε στην Πανθεσσαλική οργάνωση του ΕΑΜ, το οποίο είχε την όλη ευθύνη της διεξαγωγής του συνεδρίου, καθώς και στους κατοίκους της Ραχούλας και της Καστανιάς, κυρίως της πρώτης. Είναι άξιον απορίας και συνάμα θαυμασμού πώς με τα δεδομένα της εποχής εκείνης δημιουργήθηκε η κατάλληλη υποδομή, ώστε το συνέδριο να λειτουργήσει άψογα, να εντυπωσιάσει και να εκπλήξει όλους εκείνους που πήραν μέρος σ’ αυτό. Το κατόρθωμα αυτό, πραγματικό θαύμα, οφειλόταν στην πίστη στον αγώνα για ένα διαφορετικό ξημέρωμα, για την ανατολή μιας νέας και ελπιδοφόρας εποχής.

Αμ’ έπος, άμ’ έργο: Από τη στιγμή που πάρθηκε η απόφαση να γίνει το συνέδριο στον ΄Ιταμο, άρχισαν εγκαίρως και οι εργασίες, ώστε ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του να είναι τα πάντα έτοιμα. Σε μικρή απόσταση από τη θέση της παλιάς βρύσης στήθηκε η εξέδρα των επισήμων, η οποία ήταν αρκετά μεγάλη. Η εξέδρα διέθετε στέγαστρο και μπορούσε εύκολα να μετατραπεί σε θεατρική σκηνή, όπου τα βράδια παίζονταν θεατρικά έργα πατριωτικού περιεχομένου. Για την κατασκευή της χρησιμοποιήθηκαν μαδέρια και σανίδες. Τα σανίδια μεταφέρθηκαν από το νεροπρίονο, για το οποίο κάναμε λόγο σε προηγούμενο κεφάλαιο. Τα μαδέρια κόπηκαν επί τόπου από το δάσος. Για να μπορέσουν να παρακολουθήσουν το συνέδριο οι προσκεκλημένοι, οι οποίοι ξεπερνούσαν τους χίλιους, κατασκευάσθηκαν ξύλινα καθίσματα, εν είδει κερκίδων. Καθώς το έδαφος εκεί είναι επικλινές, καθίσματα και εξέδρα έδιναν την εντύπωση αρχαίου ξύλινου θεάτρου.

Για τη διαμονή των συνέδρων κατασκευάσθηκαν ακόμη πρόχειρα καταλύματα, τα οποία δεν ήσαν παρά πρόχειρα καλυβάκια σκεπασμένα με φτέρη και μπάτσα. Έτσι, κάτω από τα έλατα, δημιουργήθηκαν εκατοντάδες τέτοια καλυβάκια που σου έδιναν την εντύπωση υπαίθριας κατασκήνωσης στρατού με καμουφλαρισμένα τα αντίσκηνα. Πέραν αυτού, οι διοργανωτές έπρεπε να μεριμνήσουν για κουβέρτες, διότι ακόμη και τα βράδια του καλοκαιριού στον ΄Ιταμο κάνει αρκετό κρύο. Επιπλέον, έπρεπε να μεριμνήσουν για το σιτηρέσιο χιλίων και πλέον ανθρώπων, καθώς και για πολλές άλλες λεπτομέρειες.

Το εργοτάξιο, γιατί για πραγματικό εργοτάξιο μιλάμε, το οποίο στήθηκε στον ‘Ιταμο, αποτελούταν από υλοτόμους, μαραγκούς, εκδοροσφαγείς, τραπεζοκόμους κ.ά. Όλοι αυτοί ανέλαβαν να φέρουν εις πέρας, άψογα, το συνέδριο. Στους κατοίκους της Ραχούλας, της Καστανιάς και όσων άλλων συνέβαλαν στην προετοιμασία αυτού του συνεδρίου, αξίζει κάθε έπαινος και τιμή. Αλλά και τα μεταφορικά ζώα, αγόγγυστα μετέφεραν τα ασήκωτα φορτία μέσα από ανηφορικά και κακοτράχαλα μονοπάτια.»

ΑΠ’ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
Με τι έμοιαζε αυτή η σύναξη στο ύπαιθρο, κάτω απ’ τα μεγαλόκορμα έλατα, μες στην παρθένα φύση; Όσοι καταγίνονται με την κλασσική μας εποχή μπορούν να βρουν ομοιότητα με τις αρχαίες συνελεύσεις «εκκλησίας του δήμου». Αλλά και πάλι δε μοιάζει. Τότε δεν είχαν αντάρτες, εδώ βλέπεις τόσους και τόσους. Έπειτα συμμετέχουν και πάμπολλες γυναίκες, ενώ τότε κάθονταν κλεισμένες στο σπίτι. Περισσότερο λοιπόν θυμίζει, αυτή η συγκέντρωση, ανάλογες του Εικοσιένα. Είναι μια εποχή που βρίσκεται και χρονικά και ψυχικά σιμώτερα σ’ εμάς.
Πόσοι και πόσες περάσαν απ’ το βήμα; Εκατοντάδες ολόκληρες. Και τι είπαν τόσες μέρες; Χίλια δυο. Μίλησαν ο καθένας για ζητήματα του κύκλου του. Τόνισαν τις επιτυχίες τους, υπογράμμισαν και τις αδυναμίες τους. Έκαναν οι ίδιοι κριτική του εαυτού τους, ζητούσαν και την κρίση των άλλων. Εκτέθηκαν όλα απ’ το ελάχιστο που ενδιαφέρει ένα χωριό ίσαμε τα σπουδαία που απασχολούν την ανθρωπότητα. Ο καθένας τα έλεγε με τον τρόπο του, δεν πέφταν σε ταυτολογίες. Κι έτσι δόθηκε μια εικόνα ζωντανή της επαναστατημένης Θεσσαλίας.
Το κυριώτερο γνώρισμα των ομιλητών είταν το πώς δε χάνονταν σε αοριστολογίες. Εκφράζονταν με αριθμούς, ονόματα, γεγονότα. Χωρίς να χάνουν τη γενική άποψη, περιορίζονταν στα συγκεκριμένα. Έπιαναν τα ζητήματα από κει έπρεπε, χωρίς φιλολογία. Οδηγός είταν το πραχτικό πνεύμα, η προσαρμογή με τις περιστάσεις, η επαναστατική νοοτροπία. Μιλούσαν, είναι η αλήθεια, δεν έκαναν τίποτε άλλο απ’ το να μιλούν, αλλά με τρόπο θετικό, που εξυπηρετούσε τον αγώνα. Μεσ’ απ’ τα λόγια έβγαινε η δράση, μόνο αυτή.
Καλά, οι άνθρωποι των πόλεων έχουν συνηθίσει να μιλούν. Αλλά που τη βρήκαν την ευγλωττία οι απλοί εργάτες, κοπέλες που δεν έβγαλαν ούτε το δημοτικό, ακόμα και καραγκούνες; Άρχιζαν και δε σταματούσαν. Το χαρτί που είχαν μπροστά τους ούτε το κοίταζαν. Τάξεραν απέξω, τάλεγαν νεράκι. Μέσα σε λίγους μήνες, με την τριβή στην οργάνωση, έγιναν ξεφτέρια.
Γ. Κοτζιούλας
Ο Γιώργος Κοτζιούλας με πολύ λίγες λέξεις μεταφέρει το κλίμα ενθουσιασμού, αυξημένης αγωνιστικότητας και αισιοδοξίας των συνέδρων  της Θεσσαλίας, που έχει μεγαλύτερη αξία αν συνυπολογίσουμε πως είχε προηγηθεί η συνθηκολόγηση της αντιπροσωπείας της ΠΕΕΑ με την υπογραφή του συμφώνου του Λιβάνου, που σήκωνε γκρίζα σύννεφα στις προσδοκίες του λαού για ολοκλήρωση και ευόδωση του αγώνα του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο τέλος των εργασιών της κάθε μέρας, η εξέδρα των επισήμων μετατρεπόταν σε σκηνή στην οποία παίχτηκαν τα θεατρικά έργα «Ρήγας Βελεστινλής», του Βασίλη Ρώτα και το «Ξύπνα ραγιά» του Γιώργου Κοτζιούλα.

Όπως γράφει ο Βασίλης Καραγιάννης, το συνέδριο «εστέφθη από επιτυχία. Στη διάρκεια του ελήφθησαν σοβαρές αποφάσεις για να σφυρηλατηθεί ένα ανώτερο μαχητικό πνεύμα, πνεύμα αγωνιστικότητας, αυτοθυσίας και ηρωισμού και να ατσαλωθεί η θέληση του λαού και των ανταρτών για συνέχιση, με μεγαλύτερη ένταση, του απελευθερωτικού αγώνα.»

Για τον ΓΙΩΡΓΟ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑ και τη σειρά του ΑΤΕΧΝΩΣ «Ανέκδοτα και αθησαύριστα χρονογραφήματα του Αγώνα από το αρχείο του Γ. Κοτζιούλα»
kotzioulas31Ο Γιώργος Κοτζιούλας υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους και πολυγραφότερους Έλληνες συγγραφείς. Ασχολήθηκε με επιτυχία με όλα τα είδη της λογοτεχνίας, αν και στο ευρύ κοινό είναι, ακόμα, περισσότερο γνωστός ως ποιητής. Στο μεγάλο σε όγκο και αξία έργο του περιλαμβάνονται και κείμενά του (χρονογραφήματα, επιφυλλίδες, κριτικές κ.α.) που δημοσιεύτηκαν σε έναν μεγάλο –επίσης- αριθμό εντύπων που κυκλοφορούσαν σε διάφορες περιοχές της ελληνικής επικράτειας, άλλοτε με την υπογραφή του και άλλοτε με ψευδώνυμο που, συχνά και αυτό, από έντυπο σε έντυπο, ήταν διαφορετικό.

[Τα κείμενά του που παρουσιάζουμε από το ΑΤΕΧΝΩΣ, κάτω από τον γενικό τίτλο «Ανέκδοτα και αθησαύριστα χρονογραφήματα του Αγώνα από το αρχείο του Γ. Κοτζιούλα» γράφτηκαν την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης και μετά την συμφωνία της Βάρκιζας. Ο Γιώργος Κοτζιούλας μεταφέρει στο χαρτί εικόνες μιας σκληρής εποχής, περιγράφει στιγμές ηρωισμού, αλλά και σκηνές τραγικές, από αυτές που ακολούθησαν την παράδοση των τιμημένων όπλων του ΕΛΑΣ. Ο ίδιος συμμετείχε στην Αντίσταση ενάντια στους ιταλούς-γερμανούς καταχτητές, βγήκε στο βουνό και έμεινε για πολύ καιρό δίπλα στον πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη, ενώ ήταν ο δημιουργός και η «ψυχή» της Λαϊκής Σκηνής (θέατρο στα βουνά) της 8ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ.
Τα ανέκδοτα και αθησαύριστα χρονογραφήματα του Αγώνα, από το αρχείο του Γ. Κοτζιούλα, μας παραχώρησε ευγενικά ο γιος του Κώστας Κοτζιούλας, που έχει και την επιμέλεια του αρχείου.
Ακόμα και σήμερα, μισό σχεδόν αιώνα μετά το θάνατό του, το μεγαλύτερο μέρος του σημαντικού και πολυδιάστατου έργου του Γ. Κοτζιούλα παραμένει ανέκδοτο. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι τα τελευταία χρόνια, με την ακάματη προσπάθεια και συμβολή της οικογένειας του γιου του Κώστα, επανακυκλοφορούν παλαιότερα έργα, άλλα βλέπουν το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά, ενώ στα σχέδια βρίσκονται νέες εκδόσεις. Έτσι, αξιοποιείται με τον καλύτερο τρόπο το πλούσιο αρχείο του Γ. Κοτζιούλα: το έργο του δημιουργού φτάνει στο λαό, απ’ τον οποίο προέρχεται και για τον οποίο αγωνίστηκε και έγραψε ο Γιώργος Κοτζιούλας.
Ευχαριστούμε θερμά τον Κώστα Κοτζιούλα για την ευγενική παραχώρηση του κειμένου.]


Για την εργοβιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα πατήστε ΕΔΩ.
Για το πρώτο κείμενο της σειράς πατήστε ΕΔΩ.
Για το δεύτερο κείμενο ΕΔΩ.
Για το τρίτο κείμενο ΕΔΩ.