Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταξάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταξάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

Ο Μεταξάς και άλλοι γενναίοι ήρωες του Όχι΄

Του Νίκου Λακόπουλου


Η Ιστορία δεν είναι καμμιά
 κρέμα καραμελέ, που τρώγεται
 με κουταλάκι στη Βεράντα.
                       Γιάννης Σκαρίμπας

Συστηματικά κάθε χρόνο σε τέτοιες επετείους αλλά και με άλλες αφορμές εξαίρονται οι ηγετικές και στρατιωτικές ικανότητες του Ιωάννη Μεταξά, αλλά και άλλων ηγετών όπως ο Κορυζής που αυτοκτόνησε- με αυταπάρνηση- και ο «στρατάρχης»- αλά Ντε Γκολ- Αλέξανδρος Παπάγος. Είναι οι ήρωες της Ακρο-Δεξιάς.
Σε ότι αφορά τον Αλέξανδρο Κορυζή, τον πρωθυπουργό που διαδέχτηκε τον Ιωάννη Μεταξά και είπε ΟΧΙ αυτή τη φορά στους Γερμανούς, δοτό ηγέτη άνθρωπο των ανακτόρων πλανάται το ερώτημα για τί αυτοκτόνησε. Η άποψη πως το έκανε για να μην υπογράψει την συνθηκολόγηση κι ότι διαφώνησε με τον βασιλιά δεν αντέχει στην έρευνα. Αν η αυτοκτονία αυτή είναι γενναία πράξη, τότε οι άλλοι που δεν αυτοκτόνησαν δεν είναι ή είναι πιο γενναίοι;
Ο Αλέξανδρος Κορυζής
Η αλήθεια για τον Αλέξανδρο Κορυζή, διορισμένο πρωθυπουργό και άνθρωπο των ανακτόρων είναι τελείως διαφορετική σύμφωνα με μια πιο πειστική άποψη που βγαίνει στην δημοσιότητα εβδομήντα χρόνια μετά, όπως δημοσιεύτηκε εδώ στο ΑΠ. Δες εδώ. Ο πρωθυπουργός διατηρούσε σχέση με γυναίκα που είχε παράλληλη σχέση με τον σοφέρ της Γερμανικής Πρεσβείας. Η βρετανική κατασκοπεία το ανακάλυψε και ο ίδιος ο Τσόρτσιλ ειδοποιήθηκε για το πώς διαρρέουν μυστικά που γνώριζε μόνον ο ίδιος, ο πρωθυπουργός κι ο βασιλέας. Τι ντροπή για έναν τόσο μεγάλο ήρωα!
Φυσικά η αυτοκτονία με δυο σφαίρες στην καρδιά, όσο κι ο ξαφνικός θάνατος του Ιωάννη Μεταξά, αλλά και του αστυνομικού διευθυντή Παξινού αργότερα, γεννάνε θεωρίες δολοφονίας τους από Άγγλους. Η Βραδυνή της εποχής μίλησε για έναν Άγγλο γιατρό που δηλητηρίασε τον Μεταξά, αλλά για ποιο λόγο οι Άγγλοι να δολοφονήσουν κάποιον που εξυπηρετούσε την πολιτική τους;
Ο Αλέξανδρος Παπάγος
O τρίτος ήρωας της εποχής –τιμώμενο πρόσωπο ακόμα- είναι ο Αλέξανδρος Παπάγος. Ο «στρατάρχης» δέκα χρόνια μετά δημιούργησε τον «Συναγερμό» αντιγράφοντας τον Ντε Γκολ ακόμα και στο όνομα του κόμματος. Μόνο που ο Ντε Γκολ ήταν ένας ήρωας για τον γαλλικό λαό κι ένας μεγάλος και σεμνός ηγέτης. Ο Παπάγος ήταν ο Αυλάρχης του βασιλιά,  ο σταυλάρχης του που διακρίθηκε στον Εμφύλιο. Μάλιστα όταν εκείνος έφυγε μετά συνθηκολόγηση δεν βρήκε θέση στο αεροπλάνο γιατί τα είχε κάνει ως αρχιστράτηγος θάλασσα. Ένας κατώτερος του- ο Τσολάκογλου- τον υποκατέστησε συνθηκολογώντας –ίσως γιατί εκείνος ήταν στο μέτωπο ενώ οι ηγέτες ήταν στον «Μεγάλη Βρετανία» από πού έφυγαν σαν λαγοί- με τον γενναίο βασιλιά μπροστά. Με απαράμιλλη γενναιότητα!
Η μυθολογία για την εποχή αυτή μένει στον ηρωισμό των φαντάρων και τα τραγούδια της Βέμπο, χωρίς να μπαίνει  σε λεπτομέρειες. Η στρατιωτική ηγεσία του Μεταξά ήταν τέτοια που διέταξε με τον Παπάγο υποχώρηση σε δεύτερη γραμμή Άμυνας πράγμα που στο οποίο δεν υπάκουσαν οι υφιστάμενοί τους στα χαρακώματα. Αν το έκαναν δεν θα υπήρχε κανένα «Αλβανικό» Έπος γιατί η μισή Ήπειρος θα είχε πέσει στα χέρια των Ιταλών.
Η κατάσταση του στρατού- να δίνει διαταγές ο Παπάγος που δεν εκτελούνται ή να υποκαθιστά ο Τσολάκογλου τον γενναίο αρχηγό του κράτους- δεν δείχνει καμιά στρατιωτική μεγαλοφυία. Η δημιουργία οχυρών ή η μυστική επιστράτευση για έναν πόλεμο που ήδη είχε αρχίσει είναι στοιχειώδης μέριμνα και όχι μεγαλοφυής σχεδιασμός. Ο ελληνικός στρατός –του Μεταξά- κατέρρευσε ως το 1947 που ανέλαβαν να τον αναδιοργανώσουν οι αμερικάνοι –για δικές τους ανάγκες και με δικά τους χρήματα και καθοδήγηση.
Το ένδοξο αντάρτικο με αξιωματικούς του ταχτικού στρατού αλλά κυρίως άνδρες και γυναίκες από τον λαό δημιούργησε μια εποποιία γιατί ο ένδοξος ελληνικός στρατός- που από τότε δεν έδωσε ποτέ και πουθενά καμία μάχη, αν εξαιρέσουμε την …Κορέα- είχε διαλυθεί- αν δεν ήταν ήδη διαλυμένος. Η Δικτατορία Μεταξά δεν οργάνωσε, αλλά αποδιοργάνωσε τον στρατό από τον φόβο νέων δημοκρατικών κινημάτων.
Ο Ιωάννης Μεταξάς
Όσοι εξαίρουν την μεγαλοφυΐα του κομπλεξικού κι αποτυχημένου κοινοβουλευτικού που έγινε δικτάτορας- με …δημοκρατικό, τάχα, τρόπο- δεν εξηγούν ορισμένα γεγονότα. Το ότι παρέδωσε το Ρούπελ ο ίδιος στους Γερμανούς ήταν βλακεία ή προδοσία; Aλλά τη μια φορά το «γεωστρατηγικό (!) μυαλό σου σε οδηγεί σε λάθος συμμαχίες και λάθος αποφάσεις και μετά κάνεις τα αντίθετα, τη μια από τις δυο φορές έχεις κάνει  γεωπολιτικό λάθος. Χωρίς να αποκλείεται να κάνεις και τις δυο φορές λάθος.
Ο Ιωάννης Μεταξάς δεν υπήρξε ηγέτης. Ακόμα κι ως δικτάτορας ήταν δοτός. Γιατί δεν υπάρχουν δοτοί ηγέτες. Ήταν πάντα η ορντίναντσα του βασιλιά που του υπαγόρευσε το ΟΧΙ και κείνος τόμαθε απέξω να το πει,  ακόμα και αν τελικά με αυτό διαφωνούσε. Διατηρούσε ανοιχτή γραμμή με τους Γερμανούς, προσπάθησε να πει Όχι και στους Άγγλους, κατά βάθος ήθελε να ανοίξει η  Γη να τον καταπιεί, που μπορεί τελικά να τον άκουσε και να τον κατάπιε! Δεν θα μάθουμε ποτέ τι θάκανε ο ίδιος με τους Γερμανούς, αλλά ο Γεώργιος που επέστρεψε με τα κανόνια του Σκόμπυ στην «πατρίδα του» ξέρουμε τι έκανε.
Εκείνο που δεν είναι γνωστό σε πολλούς είναι πως ο αυτός ο άνθρωπος, που κρυβόταν πάντα πίσω από την στολή του βασιλέα «του» κι αρνήθηκε να αναλάβει ρόλο στην Μικρά Ασία, όταν ήλθε- χάρη στον Κωνσταντίνο- η Μικρασιατική Καταστροφή, πήγε κρυφά στις φυλακές να βρει τον καταδικασμένο σε θάνατο Γιάνη (με ένα ν) Κορδάτο. Ο βασιλιάς ήθελε να κάνει με το ΚΚΕ …οικουμενική κυβέρνηση για να σωθεί, αλλά ο γραμματέας του ΚΚΕ του απάντησε ότι προτιμά να πεθάνει!
Φυσικά, την Ιστορία την γράφουν οι νικητές. Κι είναι ένα ερώτημα πως αφού στον πόλεμο νίκησαν οι συμμαχικές δυνάμεις στις οποίες ανήκαν και οι Έλληνες, ο ΕΔΕΣ και ο ΕΛΑΣ, οι νικητές βρέθηκαν ηττημένοι. Ο φασισμός πέρασε. Ακόμα κι αν ο Μεταξάς είπε με ειλικρίνεια το ΟΧΙ το πολιτικό προσωπικό της δικτατορίας συνεργάστηκε- με εξαιρέσεις- με τους κατακτητές. Το μετεμφυλιακό κράτος- ή καλύτερα παρακράτος- είναι συνέχεια της Δικτατορίας Μεταξά. Οι δωσίλογοι παρασημοφορούνται. Κι ο Μεταξάς δικαιώνεται.
Το Όχι και οι λάθος «ήρωες»
Η οικονομική ανάπτυξη της εποχής Μεταξά είναι αποτέλεσμα μεγάλων τομών που έγιναν την εποχή του Βενιζέλου.  Το ΙΚΑ που καρπώνεται ο δικτάτορας ως έργο του σχεδιάστηκε από τον Βενιζέλο και τον Παπαναστασίου. Ένας δικτάτορας δεν μπορεί να τιμάται ως ήρωας. Ένας μεγάλος ηγέτης που στηρίζεται στον λαό του δεν είναι δικτάτορας, ρόλους που διαλέξαν στην Ιστορία πάντα εκατόνταρχοι, λοχίες και συνταγματάρχες, όχι τυχαία. Οι στρατηγοί αναδεικνύονται και συχνά πέφτουν στην μάχη. Οι δικτάτορες στα παρασκήνια πίσω από τις πλάτες του λαού, όπως αυτός ο ανθρωπάκος, που θέλουν να παρουσιάσουν ως ηγέτη. (Για το ποιος ήταν ο «Γιαννάκης» ΕΔΩ).
Σ” αυτή τη χώρα γιορτάζουμε τις ήττες ως νίκες, τις ήττες τις λέμε «“έντιμους συμβιβασμούς»,  πανηγυρίζουμε τις προδοσίες σε λάθος γιορτές. Και λέμε Όχι τις  Κυριακές – σε παρελάσεις ή διαδηλώσεις, αλλά στην καθημερινή ζωή λέμε πάντα Ναι. Όσοι λατρεύουν ως ήρωα αυτό το ανθρωπάκι -όπως κάθε «κυβερνήτης» που φυλακίζει τους αντιπάλους του- το κάνουν γιατί κατά βάθος ο απερίγραπτος Μεταξάς που για Μεγα-Αλέξανδρο …δεν τον περνάς- τους μοιάζει. Η προσπάθεια να ηρωοποιηθεί ένας θρασύδειλος δικτάτορας που κατέλυσε την δημοκρατία προσβάλλει τους πραγματικούς ήρωες που  θα περπατούν- όπως λέει ο ποιητής- στα σκοτεινά, όσο δεχόμαστε μια τέτοια θεώρηση της Ιστορίας. Που μετατρέπει τους νικημένους σε νικητές και τους προδότες σε ήρωες. 
 Το μήνυμα του ΟΧΙ δεν αφορά μόνο τα εδάφη μιας χώρας, αλλά την ελευθερία και την δημοκρατία. Είναι μήνυμα κατά της τυραννίας, αντιφασιστικό κι ως τέτοιο είναι εναντίον του Μεταξά- ενός φασίστα- τυράννου. Με τόσα εγκλήματα, εξορίες, φυλακές, βασανιστήρια και με το μεγάλο έγκλημα της κατάλυσης της δημοκρατίας ο Μεταξάς, αν η Ιστορία είχε μια ομαλή πορεία και ζούσε ακόμα θα είχε μόνο μια θέση: στην εδώλιο, κατηγορούμενος για εσχάτη προδοσία. 

Ο Νίκος Λακόπουλος έχει εκδώσει τα βιβλία «Ο Αλέξης στη Χώρα των Θαυμάτων» (Εκδόσεις Λιβάνης), «Το μυθιστόρημα του Ναζισμού» (Εκδόσεις Καστανιώτη).

Via

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

Η ζωή στις φυλακές και την εξορία στα χρόνια του Μεταξά

του Πολυμέρη Βόγλη 

Ο Αυστραλός δημοσιογράφος Μπερτ Μπερτλς έφτασε μαζί με τη γυναίκα του στην Ελλάδα το Σεπτέμβριο του 1935. Αν και ενθουσιώδης αρχαιολάτρης, αποφάσισε να κάνει ένα διαφορετικό οδοιπορικό στην Ελλάδα και στις αρχές του 1936 επισκέφτηκε τους πολιτικούς εξόριστους στην Ανάφη και τη Γαύδο. Το βιβλίο με τις εντυπώσεις του από τη ζωή των πολιτικών εξορίστων, που κυκλοφόρησε το 1938 στα αγγλικά (και πριν λίγα μόλις χρόνια στα ελληνικά, με τίτλο Εξόριστοι στο Αιγαίο, από τις εκδόσεις «Φιλίστωρ») είναι από τις πρώτες, και πιο διεισδυτικές, μαρτυρίες που διαθέτουμε για την καθημερινή ζωή στην εξορία στη δεκαετία του 1930.
                             
Αναχωρώντας από τη Γαύδο για τον Πειραιά, στο τέλος αυτού του ιδιότυπου ταξιδιού, γράφει: «Μόνο όταν το καΐκι άρχισε να απομακρύνεται και η μικρή ομάδα στην ακτή να μικραίνει πάνω στο περίγραμμα του κόλπου και του λόφου του νησιού πίσω τους, συνειδητοποίησα τι βασάνιζε περισσότερο αυτούς τους εξόριστους. Δεν ήταν οι στερήσεις, η ανεπάρκεια τροφής, η έλλειψη σχέσεων -μολονότι όλα αυτά μερικές φορές έπρεπε να μοιάζουν αβάσταχτα- αλλά η απομόνωση πάνω σ' ένα νησί όπου τίποτε δεν φύτρωνε, όπου δεν υπήρχε έστω μια μικρή κοινότητα για να συναναστραφούν, όπου έπρεπε να ισιώσουν ένα κομμάτι γης και να υποκριθούν ότι ήταν πλατεία -ένα μέρος για να συγκεντρώνονται το απόγευμα- όπου δεν υπήρχε κανείς άλλος για να κουβεντιάσουν πέρα από τους δεκατρείς τους, όλη μέρα, όλο το χρόνο».

Αυτή είναι η καταστατική συνθήκη ύπαρξης στην εξορία, του εγκλεισμού γενικότερα. Δεν θα αλλάξει ούτε μερικούς μήνες αργότερα, κάτω από το δικτατορικό καθεστώς του Ι. Μεταξά, ούτε μια δεκαετία αργότερα, στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Αυτά που αλλάζουν είναι ότι προστίθενται και άλλα νησιά ως τόποι εξορίας και πολλαπλασιάζεται ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων και εξορίστων.

Στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά τόποι εξορίας, πέρα από την Ανάφη και τη Γαύδο, είναι η Φολέγανδρος, τα Κύθηρα, η Σέριφος, η Σίφνος, η Κίμωλος, η Αμοργός, η Ικαρία, ο Αη Στράτης. Πέρα από τους εξόριστους υπήρχαν και οι πολιτικοί κρατούμενοι, οι οποίοι ήταν φυλακισμένοι στις φυλακές της Ακροναυπλίας, της Κέρκυρας, της Πύλου, της Αίγινας, Αβέρωφ, Συγγρού, Επταπυργίου. Εκτιμάται ότι μεταξύ 1929 και 1937 εκτοπίστηκαν 3.000 άτομα με βάση το Ιδιώνυμο και άλλα 1.000-5.000 με βάση διάφορους άλλους νόμους του μεταξικού καθεστώτος. Οταν ξεσπά ο πόλεμος, το 1940, υπήρχαν στην Ελλάδα 2.000 πολιτικοί κρατούμενοι και εξόριστοι.

Οι μαρτυρίες πολιτικών εξορίστων δεν είναι πάρα πολλές, και αφορούν κυρίως τη ζωή στην Ανάφη, επειδή εκεί ήταν συγκεντρωμένος ένας αρκετά μεγάλος αριθμός εξορίστων. Στο επίκεντρο αυτών των μαρτυριών βρίσκονται οι ποικίλες στερήσεις και κακουχίες της ζωής στα ξερονήσια, όπως οι ελλείψεις τροφίμων που προκαλούσε η κακοκαιρία (καθώς τα τρόφιμα στέλνονταν με πλοία), η έλλειψη νερού, η αίσθηση απομόνωσης. Παράλληλα, ένα μεγάλο μέρος των μαρτυριών αφιερώνεται στην οργάνωση της συλλογικής ζωής μέσα από τις «ομάδες συμβίωσης», ή αλλιώς «κολεκτίβες», που κάλυπταν όλες τις πτυχές της καθημερινότητας, από το μαγείρεμα και την καθαριότητα μέχρι τις αγροτικές εργασίες και τις πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει Το ημερολόγιο της Ανάφης στη δικτατορία του Μεταξά (1997) από τον Κώστα Γαβριηλίδη ενώ στις λίγες μαρτυρίες για την εξορία στα χρόνια του Μεταξά θα πρέπει κανείς να συμπεριλάβει τού Γιώργου Ζάρκου, Ομάδες Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων Ανάφης - ΟΣΠΕΑ, του Νίκου Τζαμαλούκα, Ανάφη. Ο Γολγοθάς της λευτεριάς (1975), ενώ αναφορές στην εξορία υπάρχουν στα βιβλία του Βασίλη Μπαρτζιώτα Στις φυλακές και τις εξορίες (1978) και του Κώστα Μπίρκα Σελίδες του αγώνα. Ηρωικό χρονικό της δεκαπενταετίας 1935-1950 (1966).

Πέρα από τις μαρτυρίες, ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στη μελέτη της Μάργκαρετ Κένα Η κοινωνική οργάνωση της εξορίας. Πολιτικοί κρατούμενοι στον Μεσοπόλεμο («Αλεξάνδρεια» 2004). Το βιβλίο τής Κένα, συνδυάζοντας την ανθρωπολογική με την ιστορική προσέγγιση, αποτελεί μια σε βάθος ανάλυση της καθημερινότητας των εξορίστων, η οποία αναδεικνύει την ποικιλομορφία των σχέσεων συμβίωσης και εξουσίας μεταξύ των πολιτικών εξορίστων.

Η κυριαρχία της συλλογικότητας, ή καλύτερα η πρόταξη της ομάδας απέναντι στην υποκειμενικότητα, αντικατοπτρίζεται και στο πλούσιο, ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό που συνοδεύει την έκδοση. Οι ομαδικές φωτογραφίες με σκηνές από την καθημερινότητα, όπου οι εξόριστοι εργάζονται, διαβάζουν ή κάνουν μπάνιο στη θάλασσα, υπογραμμίζουν την αίσθηση ότι το άτομο μπορούσε να γίνει αντιληπτό μόνο ως μέρος της «ομάδας συμβίωσης» ή, πιο απλά, το γεγονός ότι η ατομική επιβίωση ήταν συλλογική υπόθεση στην εξορία.

Πολύ περισσότερα ήταν τα βιβλία που εκδόθηκαν με μαρτυρίες για τη ζωή των πολιτικών κρατουμένων, ιδιαίτερα στην Ακροναυπλία. Οι μαρτυρίες των πολιτικών κρατουμένων έχουν αρκετές ομοιότητες με αυτές των εξορίστων. Το μεγαλύτερο μέρος των μαρτυριών αφιερώνεται στη συλλογική ζωή μέσα στη φυλακή. Οι κρατούμενοι ήταν οργανωμένοι σε ομάδες συμβίωσης και κάθε ομάδα εξέλεγε ένα γραφείο, το οποίο ανέθετε καθήκοντα στους φυλακισμένους (μαγειρεία, ράφτες, τσαγκάρηδες, κ.λπ.), ήταν υπεύθυνο για τα οικονομικά της ομάδας και οργάνωνε τις μορφωτικές και πολιτιστικές δραστηριότητες (μαθήματα, θεατρικές παραστάσεις, κ.λπ.)

Τα πρώτα βιβλία εκδίδονται ήδη στη δεκαετία του 1960, όπως του Βασίλη Γιαννόγκωνα «Ακροναυπλία» (1963) και του Γεράσιμου Αντωνάτου «Στην Ακροναυπλία» (1965). Στη μεταπολίτευση θα εκδοθούν αρκετές ακόμα, όπως μεταξύ άλλων του Βασίλη Μπαρτζιώτα «Κι άστραψε φως η Ακροναυπλία» (1977), του Γιάννη Μανούσακα «Ακροναυπλία (Θρύλος και Πραγματικότητα)» (1975) και «Το χρονικό ενός αγώνα. Ακροναυπλία, 1939-1943» (1986), του Αντώνη Φλουντζή, «Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες», 1937-1943 (1979). Οπως προανέφερα, έχουμε πολύ περισσότερες μαρτυρίες για την Ακροναυπλία απ' ό,τι για άλλες φυλακές ή για την εξορία. Γενικότερα, θα έλεγε κανείς ότι η Ακροναυπλία έγινε ο κατ' εξοχήν μνημονικός τόπος τής Αριστεράς για τις διώξεις στη μεταξική δικτατορία, όπως αντίστοιχα έγινε αργότερα η Μακρόνησος για τον εμφύλιο πόλεμο. Γιατί, όμως;

Ο πρώτος λόγος συνδέεται με τον υψηλό βαθμό κομματικής πειθαρχίας που επέδειξαν οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας, ιδιαίτερα στο θέμα των δηλώσεων μετανοίας. Εχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε την περίπτωση της Ακροναυπλίας σε σχέση με τις φυλακές της Κέρκυρας, για τις οποίες έχουμε την εξαιρετική μαρτυρία του Βασίλη Νεφελούδη Ακτίνα Θ' (1974). Παρά το γεγονός ότι στις φυλακές Κέρκυρας φυλακίστηκαν κορυφαία στελέχη του ΚΚΕ, μεταξύ άλλων και ο Νίκος Ζαχαριάδης, και οι συνθήκες διαβίωσης ήταν πολύ πιο σκληρές, καθώς οι κρατούμενοι έζησαν δύο ή και τρία χρόνια σε πλήρη απομόνωση, η περίπτωση των φυλακών Κέρκυρας δεν έγινε εξίσου αξιομνημόνευτη.

Αυτό μάλλον συνέβη επειδή ένας μεγάλος αριθμός πολιτικών κρατουμένων υπέγραψε δήλωση μετανοίας (όπως ο Θανάσης Κλάρας, ο Κώστας Γαβριηλίδης, ο Στέλιος Σκλάβαινας), ενώ κάποιοι άλλοι προχώρησαν και στη συνεργασία με το μεταξικό καθεστώς. Στην Ακροναυπλία, αντίθετα, ο κομματικός μηχανισμός οργανώθηκε καλύτερα, η κομματική πειθαρχία αποκαταστάθηκε γρήγορα, με αποτέλεσμα πολύ λίγοι κρατούμενοι να υπογράψουν δήλωση. Η επαγρύπνηση απέναντι στον «εχθρό», η αυστηρή πειθαρχία, η υποταγή στην ηγεσία, η προάσπιση της μονολιθικότητας του κόμματος έγιναν οι αρετές των πολιτικών κρατουμένων της Ακροναυπλίας και ο «Ακροναυπλιώτης» έγινε συνώνυμο ενός συγκεκριμένου τύπου κομμουνιστή. Συναφές με τα προηγούμενα, αλλά και με τη διαδικασία ανάδειξης της Ακροναυπλίας σε μνημονικό τόπο, είναι το γεγονός ότι πάνω από τριάντα πρώην κρατούμενοι της Ακροναυπλίας τοποθετήθηκαν σε κεντρικά καθοδηγητικά όργανα του ΚΚΕ μεταπολεμικά.

Η Ακροναυπλία κατείχε εξέχουσα θέση στη συλλογική μνήμη της Αριστεράς και για έναν άλλο λόγο: τη μοίρα των πολιτικών κρατουμένων της συγκεκριμένης φυλακής κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Μετά τη γερμανική εισβολή και την κατοχή της χώρας, την άνοιξη του 1941, οι πολιτικοί κρατούμενοι δεν απελευθερώθηκαν από την κυβέρνηση αλλά, απεναντίας, παραδόθηκαν στις ιταλικές δυνάμεις κατοχής. Οι πολιτικοί κρατούμενοι αρχικά υπέφεραν από την πείνα, πάλι όμως όχι όσο οι πολιτικοί εξόριστοι.

Οι πολιτικοί εξόριστοι το χειμώνα του 1941 έμειναν χωρίς τρόφιμα, με συνέπεια να πεθάνουν από την πείνα 18 πολιτικοί εξόριστοι στην Ανάφη και 33 στον Αη Στράτη -εμπειρία που έχει αποτυπωθεί στη συγκλονιστική μαρτυρία του Κώστα Μπόση «Αη Στράτης. Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941» (1947).

Οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας μετά το 1942 διαμοιράστηκαν σε διαφορετικές φυλακές και στρατόπεδα. Πάρα πολλοί χρησιμοποιήθηκαν από τις δυνάμεις κατοχής ως όμηροι και εκτελέστηκαν σε αντίποινα για ενέργειες των ανταρτών. Η πιο γνωστή τέτοια περίπτωση είναι η εκτέλεση 200 κρατουμένων (από τους οποίους 160 ήταν Ακροναυπλιώτες) την Πρωτομαγιά του 1944 από τους Γερμανούς. Συνολικά 399 πρώην Ακροναυπλιώτες εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς στη διάρκεια της Κατοχής. Ο «Ακροναυπλιώτης», έτσι, έγινε και συνώνυμο της ηρωικής θυσίας και του μάρτυρα της Αντίστασης.

Οι μαρτυρίες για τη ζωή στις φυλακές και την εξορία στα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας επιδέχονται πολλαπλές αναγνώσεις. Μας επιτρέπουν να τις διαβάσουμε μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες: ως σταθμούς στη βιογραφία τής Αριστεράς ως ενός συλλογικού πολιτικού και κοινωνικού υποκειμένου, ως τεκμήρια για τις συνθήκες και την εμπειρία του εγκλεισμού, ως υλικό για τη μελέτη της διαμόρφωσης της συλλογικής μνήμης, ως αφηγηματικά παραδείγματα για τις επόμενες γενιές πολιτικών κρατουμένων και εξορίστων που έγραψαν τις δικές τους μαρτυρίες. Κοντολογίς, μας επιτρέπουν να ξαναδούμε μια επώδυνη όσο και συναρπαστική περίοδο της σύγχρονης κοινωνικής ιστορίας της Ελλάδας.

Ελευθεροτυπία, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 04/08/2006
Via

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2015

Ο δημοτικισμός του Μεταξά

της Δ. Ρηγοπούλου,

[Το κείμενο αυτό είναι επεξεργασμένη μορφή της προφορικής υποστήριξης της διατριβής μου (2002), με αντικείμενο Η εκπαιδευτική και γλωσσική πολιτική της μεταξικής περιόδου (1936-1941).]

Το γλωσσικό ζήτημα στην Ελλάδα εμφανίστηκε ήδη από το 19ο αιώνα και πήρε τη μορφή κινήματος υπέρ της δημοτικής προς το τέλος αυτού του αιώνα με το Ταξίδι του Ψυχάρη και την υποστήριξη μιας μερίδας λογοτεχνών, της λεγόμενης ‘γενιάς του ‘80’. Έως το 1976, που καθιερώθηκε επίσημα η δημοτική γλώσσα στο σχολείο και στη δημόσια διοίκηση διέρρευσε ένας αιώνας. Στη διάρκεια ενός ολόκληρου αιώνα ένα κοινωνικό ζήτημα, όπως η διαμάχη για τη γλώσσα, δεν ήταν δυνατό να διεξάγεται με τους ίδιους όρους, δεν ήταν δυνατό να παραμείνει αναλλοίωτο. Η σφοδρότητα και το πολιτικό ενδιαφέρον της διαμάχης δημιούργησαν ωστόσο μια μυθολογία για το δημοτικισμό και τους πρωταγωνιστές του, η οποία ακόμη και σήμερα δημιουργεί προβλήματα στην ιστορική έρευνα. Γιατί η μυθολογία σχηματοποιεί, καθολικεύει και εξιδανικεύει πρόσωπα και καταστάσεις. Έτσι ο δημοτικισμός ταυτίστηκε με το αίτημα του εκδημοκρατισμού και οι δημοτικιστές προβλήθηκαν ως αγωνιστές της δημοκρατίας. Ούτε το ένα ούτε το άλλο επιβεβαιώνεται από την ιστορική έρευνα για όλη τη διάρκεια του δημοτικισμού, όπως φαίνεται από τη δημοτικιστική πολιτική, που άσκησε ένας εξ ορισμού εχθρός της δημοκρατίας, ο δικτάτορας Μεταξάς, με την ιδεολογική στήριξη και τη συνεργασία ορισμένων από τους πιο επιφανείς δημοτικιστές.

Έως την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929, που θεωρήθηκε σταθμός για τα εκπαιδευτικά μας πράγματα, ο δημοτικισμός πέρασε από διάφορες φάσεις: Με την ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1910, διατυπώθηκαν για πρώτη φορά επίσημα τα αιτήματα του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, που συνέδεαν την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στο σχολείο με τον εκδημοκρατισμό και τον εκσυγχρονισμό, τον “αστικό συγχρονισμό”, κατά την ορολογία που χρησιμοποιούσαν οι δημοτικιστές της εποχής, μεταξύ των οποίων ο Σκληρός, ο Γληνός κ.ά.

Ήδη από την εμφάνιση του δημοτικιστικού κινήματος και ακόμη περισσότερο με την ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, η πολεμική κατά του δημοτικισμού επικεντρώθηκε κυρίως στην ταύτισή του με τον κομμουνισμό η οποία, ενισχύθηκε κατά την εκτίμηση του Δελμούζου, με την “αριστερή στροφή του Γληνού”. Το γεγονός αυτό, οι αποτυχημένες απόπειρες των φιλελεύθερων κυβερνήσεων για τη μεταρρύθμιση του σχολείου μέσα στο πνεύμα του δημοτικισμού και η αυξανόμενη πίεση των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων της εποχής, οδήγησαν στη διάσπαση του Ομίλου το 1927. Ο Δελμούζος, απογοητευμένος από τις αλλεπάλληλες ήττες και μην μπορώντας να εξηγήσει την αποτυχία, θα καταλήξει μετά από τη διάσπαση στο συμπέρασμα ότι για όλα φταίει η πολιτική, το γεγονός δηλαδή, ότι η μεταρρύθμιση, που ήταν έργο κατεξοχήν εθνικό, ταυτίστηκε με κομματικά συμφέροντα και πολιτικοποιήθηκε. Tο πιο ενδιαφέρον σημείο στην ανάλυση του Δελμούζου είναι ότι εντοπίζει την πολιτικοποίηση της μεταρρύθμισης στην προσχώρηση του Γληνού στην κομμουνιστική ιδεολογία, γεγονός που ενίσχυσε, κατά την άποψή του, την αντίδραση στην κακόπιστη ταύτιση του κομμουνισμού με τον εκπαιδευτικό δημοτικισμό, ταύτιση, που τελικά λειτούργησε υπέρ της κομμουνιστικής προπαγάνδας, καθώς η αντίδραση χτυπώντας το δημοτικισμό, πολέμησε και το εθνικό συμφέρον, δίνοντας έτσι επιχειρήματα στον κομμουνισμό και εμποδίζοντας να ριζώσει “η υπερταξική έννοια της σωστής πολιτείας” (A. Δελμούζος, 1958Β΄: 339-340).

Ο Τριανταφυλλίδης συμμερίζεται τις θέσεις του Δελμούζου για τον υπερταξικό χαρακτήρα του εκπαιδευτικού δημοτικισμού και συμφωνεί ότι “η σύγχυση του Δημοτικισμού με τον κομμουνισμό μεγαλώνει με τη στροφή του Γληνού προς αυτόν” (1988: 156), καθώς ο Γληνός πρόσφερε μ’ αυτή την προσωπική του επιλογή ένα επιπλέον επιχείρημα στους εχθρούς της σχολικής δημοτικής. Δεν καταλήγει όμως στα ίδια γενικά συμπεράσματα με το Δελμούζο. Δεν καταλογίζει δηλαδή ευθύνες για την πορεία του εκπαιδευτικού δημοτικισμού στην εμπλοκή της πολιτικής γενικά ούτε θα πάψει ποτέ να υποστηρίζει ότι μόνο με την παρέμβαση της πολιτικής και του κράτους θα επιτευχθεί η αλλαγή της καθιερωμένης σχολικής γλώσσας. Ακόμη και όταν με τις πολιτικές αλλαγές ανακόπτονται κάθε φορά οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες των φιλελεύθερων κυβερνήσεων και η δημοτικιστική υπόθεση υφίσταται ήττες, ο Τριανταφυλλίδης αιτιολογεί την αποτυχία με άλλους όρους: “Ό,τι όμως έφταιξε και φταίει είναι ο κομματισμός μας, που μας κάνει να κρίνωμε και τις εθνικότερες κυβερνητικές πράξεις σύμφωνα με τις κομματικές μας προκαταλήψεις και τις προσωπικές μας βλέψεις. Έτσι τίποτε δεν μπορεί να πάει εμπρός στον τόπο μας και είναι περιττό και να μιλούμε για το πώς θ’ αποχτήσωμε παιδεία καλύτερη, όσο είμαστε ανίκανοι να αισθανθούμε άξιοι πολίτες” (M. Tριανταφυλλίδης, 1963α: 183). Υιοθετώντας τη διάκριση πολιτικής και κομματισμού αποφεύγει το αδιέξοδο στο οποίο φτάνει ο Δελμούζος και απαλλαγμένος πλέον από τα όποια διλήμματα δηλώνει υπέρμαχος της ‘εθνικής’ πολιτικής από οποιοδήποτε πολιτικό χώρο και αν προέρχεται. Η υιοθέτηση αυτού του ‘πολιτικού ρεαλισμού’ τον οδήγησε στη στενή συνεργασία του με το δικτάτορα Μεταξά, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η υπόθεση του δημοτικισμού. Πουθενά στα γραπτά του δε φαίνεται να προβληματίζεται ηθικά ή πολιτικά γι’ αυτή τη συνεργασία, αντίθετα μάλιστα οι θριαμβολογίες του για τη ‘νίκη της δημοτικής’ χάρη στο Μεταξά, εκφράζουν την ικανοποίησή του γι’ αυτή την επιλογή. Γράφει στο "Δημοτικισμός και αντίδραση": “Ενώ τριάντα χρόνια νωρίτερα υπουργός της Παιδείας ονόμαζε εγκληματίες όσους ζητούσαν να γινόταν σχολική γλώσσα η δημοτική, τώρα υπουργός πάλι της Παιδείας και πρωθυπουργός [ο Μεταξάς] διόριζε την Eπιτροπή της Γραμματικής που θα γινόταν πρότυπο και οδηγός για τη σχολική και κρατική δημοτική. Πρώτη φορά ύστερ’ απ’ τα 1917 τιμούσε έτσι το Kράτος τη λαϊκή γλώσσα και την επισημοποιούσε” (M. Tριανταφυλλίδης, 1988: 61).

Η άλλη όψη της ταύτισης δημοτικισμού κομμουνισμού δίνεται από το Γληνό. Θα συμφωνήσει κι αυτός ότι η άρχουσα τάξη ταυτίζει το δημοτικισμό με τον κομμουνισμό, μόνο που –κατά τη δική του γνώμη- ο στόχος είναι ο κομμουνισμός. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του Δελμούζου και του Τριανταφυλλίδη ότι είναι δυνατή η ύπαρξη υπερταξικής παιδείας ανεξάρτητα από την ύπαρξη κοινωνικών τάξεων, ο Γληνός αντιτάσσει την άποψη ότι σε μία ταξική κοινωνία θεωρίες, όπως “το κράτος υπεράνω των τάξεων” ή “η παιδεία υπεράνω των τάξεων”, συγκαλύπτουν σκόπιμα την πραγματικότητα που είναι “το κράτος υπέρ της άρχουσας τάξης” και “η παιδεία όργανο της άρχουσας τάξης”. Η δική του εκτίμηση για την αποτυχία της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης είναι ότι οφείλεται στην αντιδραστική μεταστροφή της αστικής τάξης, η οποία συντηρητικοποιείται παράλληλα με την ανάπτυξη και την οργάνωση του εργατικού κινήματος.

Πράγματι, οι αλλαγές που συντελούνται στην ελληνική κοινωνία στη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι πολιτικές και οι οικονομικές ανακατατάξεις που δημιουργούνται κυρίως μετά από τη μικρασιατική καταστροφή και οδηγούν στη βαθμιαία συντηρητικοποίηση της αστικής τάξης συνεπιφέρουν, εκτός από τη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, και τη συρρίκνωση του οράματος του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Με την αντιμετώπιση του γλωσσικού ως υπερταξικού, εθνικού αιτήματος συντελείται μια βαθιά αλλαγή. Ο εκσυγχρονισμός όχι μόνο διαχωρίζεται πλέον σαφώς από τον εκδημοκρατισμό, αλλά λειτουργεί επίσης σε βάρος του.

Η βενιζελική μεταρρύθμιση του 1929 είναι αποτέλεσμα των συγκρούσεων που προκάλεσε αυτή η διχοτόμηση στο εσωτερικό της φιλελεύθερης παράταξης. Γι’ αυτό το λόγο, κατά τις δικαιολογημένες αιτιάσεις του Γληνού, είναι ατελής και άτολμη, δεν προωθεί ικανοποιητικά τον εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης, ούτε όμως ανταποκρίνεται πλήρως στις εκσυγχρονιστικές της εξαγγελίες. Αντίθετα η μεταξική μεταρρύθμιση του 1939, απαλλαγμένη από παρόμοιες συγκρούσεις και αμφιταλαντεύσεις θα εκφράσει πληρέστερα το εκσυγχρονιστικό πνεύμα.

Πριν προχωρήσουμε σε μια πιο αναλυτική σύγκριση των δύο μεταρρυθμίσεων, να σημειώσουμε εδώ ότι οι εξελίξεις, που σκιαγραφήθηκαν παραπάνω, ευνόησαν και την υιοθέτηση του δημοτικισμού από το Μεταξά και τη συνεργασία του Τριανταφυλλίδη μαζί του και την επιδοκιμασία της πολιτικής του από επιφανείς διανοούμενους της εποχής, όπως ο Παλαμάς, ο Ξενόπουλος, ο Καραγάτσης, ο Δελμούζος, κ.ά. Ο τρόπος με τον οποίο ο Μεταξάς αιτιολογεί τις γλωσσικές επιλογές του θυμίζει έντονα τη συλλογιστική του Δελμούζου: “Oυδέποτε εσκέφθην να θέσω περιορισμούς εις την γλώσσαν. Oύτε είναι δυνατόν εθνική ημείς Kυβέρνησις να είμεθα εχθροί της γλώσσης εκείνης, εις την οποίαν ο μέγας ποιητής Σολωμός έγραψε τον εθνικόν μας ύμνον [...] Tο ατύχημα είναι ότι η άρχουσα τάξις μέχρι σήμερον ηθέλησε να συγχέη τον δημοτικισμόν που είναι κίνημα καθαρώς εθνικόν με τον κομμουνισμόν. Aυτή η σύγχυσις δεν επιτρέπεται πλέον, διότι δεν ωφελεί παρά μόνον τους κομμουνιστάς” (I. Mεταξάς, 15/9/1936: συνέντευξη).

Δεν υπάρχει, λοιπόν, κανένα ιστορικό παράδοξο στο γεγονός ότι μέσα στο κράτος γενικευμένης βίας, που εγκατέστησε η 4η Αυγούστου, ο δικτάτορας Μεταξάς εξέφρασε με την εκπαιδευτική του μεταρρύθμιση το νέο πνεύμα του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Πέρα από την αυτοπροβολή του και την αναγνώρισή του από την αρθρογραφία της εποχής ως δημοτικιστή, τα συγκεκριμένα εκπαιδευτικά μέτρα της περιόδου, όπως αυτά αναδεικνύονται κυρίως μέσα από τη νομοθεσία της εποχής, προώθησαν τη διδασκαλία της δημοτικής και την ενίσχυση της τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης προς μία σαφή εκσυγχρονιστική κατεύθυνση.

Πιο συγκεκριμένα, κατά τη μεταξική περίοδο θεσμοθετήθηκαν δύο εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, η μία το 1937 με υπουργό της παιδείας το Γεωργακόπουλο και η άλλη το 1939 με υπουργό της παιδείας τον ίδιο το Μεταξά. Και οι δυο μεταρρυθμίσεις, σε διαφορετικό βαθμό η καθεμία, ενίσχυσαν την τεχνική εκπαίδευση. Όσον αφορά τη γλώσσα, ο Γεωργακόπουλος διατήρησε το ισχύον μετά την πτώση της βενιζελικής κυβέρνησης γλωσσικό καθεστώς, δηλαδή τη διδασκαλία της δημοτικής γλώσσας στις τέσσερις μόνο τάξεις του δημοτικού, ενώ ο Μεταξάς επεξέτεινε τη διδασκαλία της δημοτικής γλώσσας σε όλες τις τάξεις του δημοτικού και του γυμνασίου, δηλαδή συνολικά και στις δώδεκα τάξεις της βασικής εκπαίδευσης.

Επειδή παρόλ’ αυτά η κοινή εκτίμηση των ιστορικών της εκπαίδευσης είναι ότι η δικτατορία του Μεταξά ανέτρεψε με τις μεταρρυθμίσεις της το σύνολο των εκπαιδευτικών μέτρων του Βενιζέλου, είναι ενδιαφέρον και από ιστορική και από μεθοδολογική άποψη να δούμε συνοπτικά τις συγκλίσεις της μεταξικής μεταρρύθμισης με και τις αποκλίσεις της από τα εκπαιδευτικά μέτρα της βενιζελικής μεταρρύθμισης του ’29. Από τη συστηματική μελέτη των πηγών συνάγονται τα εξής:
1. Όπως ανέφερα παραπάνω με τη βενιζελική μεταρρύθμιση η διδασκαλία της δημοτικής γλώσσας είχε επεκταθεί σε όλο το δημοτικό και, για πρώτη φορά στην εκπαιδευτική μας ιστορία, και στις τρεις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, αλλά ήδη με την πτώση της τελευταίας βενιζελικής κυβέρνησης το 1932, η δημοτική περιορίστηκε στις τέσσερις μόνο τάξεις του δημοτικού, καθεστώς που διατηρήθηκε και στη μεταρρύθμιση Γεωργακόπουλου. Με τη μεταρρύθμιση όμως που έκανε ο ίδιος ο Μεταξάς ως Υπουργός Παιδείας το 1939, η διδασκαλία της δημοτικής όχι μόνο ανακτά το χαμένο της έδαφος, αλλά επεκτείνεται και στις υπόλοιπες τάξεις του δημοτικού και σε όλες του γυμνασίου, ξεπερνώντας και την αστική μεταρρύθμιση του ’29.
2. Όσον αφορά την επαγγελματική εκπαίδευση, ο μεν Βενιζέλος περιορίστηκε το ‘29 στην ίδρυση των κατώτερων επαγγελματικών σχολείων, που οδηγούσαν αποκλειστικά στην αγορά εργασίας, ενώ και οι δυο μεταρρυθμίσεις της δικτατορίας την εμπλούτισαν με περισσότερους τύπους σχολείων και την προώθησαν για πρώτη φορά στη μέση βαθμίδα.

Αυτές οι διαπιστώσεις είναι επομένως διαμετρικά αντίθετες με την κυρίαρχη στην ιστοριογραφία άποψη, ότι η εκπαιδευτική πολιτική που ασκήθηκε κατά τη μεταξική περίοδο ακύρωσε τα εκσυγχρονιστικά μέτρα της βενιζελικής πολιτικής. Και οι δύο μεταρρυθμίσεις της 4ης Αυγούστου, αλλά ιδίως η μεταρρύθμιση του Μεταξά, όχι μόνο δεν ανέτρεψαν τη βενιζελική μεταρρύθμιση, αλλά προώθησαν περισσότερο από εκείνη τα αιτήματα του αστικού εκσυγχρονισμού στην εκπαίδευση.

Τα αίτια που οδήγησαν το Μεταξά στη συγκεκριμένη εκπαιδευτική πολιτική εντοπίζονται κατ’ αρχήν στην εξέλιξη του γλωσσικού, στην οποία αναφέρθηκα στην αρχή αυτού του κειμένου. Ο Μεταξάς φαίνεται στα γραπτά και στις συνεντεύξεις του ότι είχε κατανοήσει πολύ καλά αυτή την ιστορική εξέλιξη και τις προοπτικές που δημιουργούσε στην άσκηση μιας ηγεμονικής πολιτικής. Μια ηγεμονική πολιτική που στόχευε κυρίως να διασφαλίσει την κυριαρχία του μεταξικού κράτους στην αστική τάξη και την αποδοχή του από τους διανοουμένους της. Ακόμη και η πλέον φιλελεύθερη μερίδα της αστικής τάξης, κάτω από το βάρος των οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων της εποχής, δηλαδή την αθρόα εισροή προσφύγων σε συνδυασμό με την άνοδο του εργατικού κινήματος, είχε αρχίσει να φοβάται τα δικά της εκσυγχρονιστικά αιτήματα, εξαιτίας ακριβώς της σύνδεσής τους με το ευρύτερο αίτημα του εκδημοκρατισμού. Η βενιζελική κυβέρνηση δε στάθηκε ικανή να λύσει τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα και αυτό ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη βαθμιαία συντηρητικοποίηση της αστικής τάξης, ενώ οι επόμενες κυβερνήσεις εξέφρασαν το πνεύμα της εποχής υπερθεματίζοντας σε συντηρητισμό. Από το 1932 έως το 1936 έχουμε μια πλήρη ανατροπή του εκσυγχρονιστικού πνεύματος, το οποίο χαρακτήριζε ως ένα βαθμό τη μεταρρύθμιση του 1929.

Ο Μεταξάς εκμεταλλεύτηκε πολιτικά τους όρους του παιχνιδιού, όπως είχαν διαμορφωθεί στη δεδομένη κοινωνική και οικονομική συγκυρία. Απομάκρυνε με τη βία τον “κομμουνιστικό κίνδυνο” και δημιούργησε έτσι ασφαλέστερες συνθήκες για την προώθηση του εκσυγχρονισμού που επεδίωξε αλλά δεν κατάφερε να στηρίξει η κυβέρνηση των φιλελευθέρων. Η μεταξική εκπαιδευτική πολιτική ανταποκρίθηκε σαφώς στα εκσυγχρονιστικά αιτήματα της αστικής τάξης. Ειδικότερα η δημοτική γλώσσα ενσωματώθηκε στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, επειδή η καθιέρωσή της στο σχολείο αποτελούσε προϋπόθεση για την πρακτικοποίηση του χαρακτήρα των σπουδών και την ανάπτυξη της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Ο Μεταξάς ενδιαφερόταν συνεπώς να ηγεμονεύσει στην αστική τάξη, πράγμα που δεν κατάφερε τελικά ο Βενιζέλος. Και σ’ αυτή την περίπτωση η ιστορία μας δείχνει ότι η σχέση ταξικής και κρατικής εξουσίας στηρίζεται στην αμοιβαιότητα συμφερόντων. Αυτό όμως δε συνεπάγεται την υποταγή της κρατικής στην ταξική εξουσία, αλλά οδηγεί σε ένα διαρκές διαπραγματευτικό παιχνίδι για τη νομή της εξουσίας.

Μια διευκρίνιση σε σχέση μ’ αυτή την ερμηνεία μου φαίνεται απαραίτητη. Η καθιέρωση της δημοτικής δεν ήταν λαϊκό αίτημα, δεν ήταν καν αίτημα της πλατιάς μάζας των εκπαιδευτικών. Οι εκπαιδευτικοί εξαιτίας της παιδείας τους, αλλά και λόγω συνήθειας, εκδήλωναν ακόμη τότε εμφανώς την προσκόλλησή τους στην καθαρεύουσα. Ο πολύς κόσμος, αμόρφωτοι άνθρωποι στην πλειοψηφία τους, δεν είχαν πειστεί ότι η γλώσσα την οποία αναγνώριζαν και καταλάβαιναν περισσότερο, αποτελούσε πραγματικά μορφωτικό εφόδιο για τα παιδιά τους. Επομένως η υιοθέτηση της δημοτικής γλώσσας από το Μεταξά μπορεί να εκτιμηθεί ως λαϊκισμός, όχι επειδή ικανοποιούσε λαϊκά αιτήματα ούτε επειδή ο Μεταξάς αναγνώριζε την ταξική διάσταση της γλώσσας, αλλά επειδή, στα πλαίσια της εθνικιστικής ιδεολογίας του Νέου Κράτους, πρόβαλλε τη δημοτική ως μέσο για τη σύνδεση των φυλετικών αρετών με την οικονομική πρόοδο, ώστε, όπως χαρακτηριστικά έλεγε το 1938, “η φυλετική μας ζωτικότητα” να συναντήσει επιτέλους “το βιομηχανικό και θετικό πολιτισμό του αιώνα μας”.

Από μεθοδολογική άποψη το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην ιδεολογική χρήση της ιστορίας και στις μεθοδολογικές προφυλάξεις που πρέπει να παίρνει ο ιστορικός, ώστε να την αποφεύγει. Ένα καίριο πρόβλημα της ιστοριογραφίας είναι ο συγκερασμός ιστορίας και κοινωνιολογίας. Κατά πόσο δηλαδή μένοντας πιστή στην ιστορική μαρτυρία, το κατεξοχήν αίτημα της ιστορίας, μπορεί να συλλαμβάνει ευρύτερα ερμηνευτικά σχήματα, το αίτημα της κοινωνιολογίας. Ένα πρόβλημα που συνδέεται με το χαρακτήρα των ερμηνευτικών σχημάτων και με τον ιστορικό χρόνο.

– Κατά την άποψή μου, τα θεωρητικά σχήματα θα πρέπει να είναι ελαστικά, ώστε να επιτρέπουν το διαρκή διάλογο με και το διαρκή έλεγχό τους από το άμεσο αντικείμενο της ιστορικής γνώσης, δηλαδή από τα γεγονότα και τις μαρτυρίες. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε πολύ επιφυλακτικοί απέναντι σε ερμηνείες γραμμικής αιτιότητας, απέναντι δηλαδή σε μηχανιστικά σχήματα, με τα οποία κάθε αλληλουχία και κάθε συσχετισμός ερμηνεύεται ως σχέση αιτίου – αιτιατού.

– Με ένα τέτοιο σχήμα κάθε κρατική πολιτική θεωρείται ως άμεση απόρροια των επιταγών της άρχουσας, δηλαδή της αστικής τάξης. Η εφαρμογή του σε συγκεκριμένες ιστορικές καταστάσεις δεν είναι ποτέ αρκετά ικανοποιητική, αλλά ιδίως στις περιπτώσεις των δικτατορικών καθεστώτων το σχήμα αποδεικνύεται εντελώς ανεπαρκές. Αντίθετα η ιστορική ερμηνεία διευκολύνεται, διατηρώντας συγχρόνως την επαφή της με το ιστορικό υλικό, με διαλεκτικά σχήματα όπως αυτό, στο οποίο αναφέρθηκα παραπάνω, για τη διαπραγματευτική σχέση κρατικής – ταξικής εξουσίας στα πλαίσια κοινών συμφερόντων, που διατύπωσε στις Κοινωνιολογικές της Μελέτες η Θ. Ανθογαλίδου.

– Στην ιστορία εξάλλου το ίδιο αίτιο δεν οδηγεί αναγκαστικά πάντα στο ίδιο αποτέλεσμα, και αντίστροφα ένα αποτέλεσμα δεν απορρέει πάντα από τα ίδια αίτια. Η δυσκολία των ιστορικών να συνδέσουν τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης με ένα αυταρχικό καθεστώς οφείλεται στην κανονιστική ταύτιση του εκσυγχρονισμού με τον εκδημοκρατισμό και το φιλελευθερισμό. Στα πλαίσια, λοιπόν, μιας περισσότερο ηθικής παρά πολιτικής και κοινωνικής αντίληψης της ιστορίας, ο εκσυγχρονισμός καταγράφηκε ως η πολιτική που προσιδιάζει αποκλειστικά στις φιλελεύθερες κυβερνήσεις.

– Τα κανονιστικά σχήματα έχουν επίσης αυτό το χαρακτηριστικό, ότι προβάλλονται σε μια υπερβολικά μακρά διάρκεια, ως υπερχρονικά δηλαδή ανιστορικά σχήματα. Το σχήμα, για παράδειγμα, ‘μεταρρύθμιση – αντιμεταρρύθμιση’ πήρε στην ιστοριογραφία της ελληνικής εκπαίδευσης έναν τέτοιο ανιστορικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να κυριαρχεί στην ιστορική ερμηνεία και να αποβαίνει σε βάρος της. Όταν, αντίθετα, τα ερμηνευτικά σχήματα προκύπτουν από μια ‘διαλεκτική της διάρκειας’, κατά την έκφραση του Φερνάν Μπρωντέλ (1986: 91), συγκεκριμενοποιούνται μέσα από το διαρκή διάλογο με τις ιστορικές μαρτυρίες των διαφόρων ιστορικών χρόνων και παίρνουν τις πραγματικές χρονικές τους διαστάσεις.

– Εκτός από την ενδελεχή μελέτη των πηγών, την ελαστικότητα και το διαλεκτικό χαρακτήρα της ιστορικής ερμηνείας, εξίσου σημαντική είναι η προσοχή που πρέπει να αποδίδεται στην κριτική ανάλυση του ιστορικού λόγου, ώστε να ελέγχεται και να αποφεύγεται η μεγιστοποίηση, η καταχρηστική γενίκευση και η επιλεκτική χρήση των ιστορικών εννοιών.

Η μυθολογία του εθνικού παρελθόντος δεν ανέχεται ούτε τις αντιφάσεις ούτε τις ασυνέχειες, αλλά όπως φαίνεται και στην περίπτωση του εκπαιδευτικού δημοτικισμού και της μεταξικής μεταρρύθμισης, στην ιστορία δεν υπάρχουν παράδοξα.

Βιβλιογραφία

Ανθογαλίδου Θ. 2001, Κοινωνιολογικές Μελέτες. Ηλεκτρονική έκδοση του “Εικονικού σχολείου”,
Γληνός Δ., 1929, “Τα Εκπαιδευτικά Νομοσχέδια”, σειρά άρθρων στην εφ. Ακρόπολι.
Δελμούζος Α., 1958, Mελέτες και πάρεργα, 2 τόμοι.
“Διακήρυξη της Διοικητικής Επιτροπής του Εκπαιδευτικού Ομίλου”, 1927, περ. Αναγέννηση. Αναδημοσίευση στο Γληνός Δ., 1972γ, Εκλεκτές σελίδες, τόμ. Γ΄, Στοχαστής, σσ. 24-59.
Mεταξάς I. “Το Νέον Κράτος που δημιουργείται”. Συνέντευξη στον Κ. Μπαστιά, εφημερίδα Η Bραδυνή, 15 Σεπτεμβρίου 1936.
Ρηγοπούλου Δ. 2002, Η εκπαιδευτική και γλωσσική πολιτική της μεταξικής περιόδου (1936-1941). Διδακτορική διατριβή. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Tριανταφυλλίδης Μ., 1963, Δημοτικισμός. Ένα γράμμα στους δασκάλους μας, Άπαντα, τόμ. 5, σσ. 168-239, Ίδρυμα Μαν. Τριανταφυλλίδη. Πρώτη δημοσίευση: 1926.
Τριανταφυλλίδης Μ., 1988, Δημοτικισμός και αντίδραση, Άπαντα, τόμ. 6, (ανατύπωση), Ίδρυμα Μαν. Τριανταφυλλίδη. Πρώτη έκδοση: 1960.
Virtual School, The sciences of Education Online, τόμος 3, τεύχος1
http://www.auth.gr/virtualschool/3.1/TheoryResearch/RigopoulouMetaxas.html

Οι παραπομπές στα άρθρα που δημοσιεύει το Virtual School, The Sciences of Education Online, πρέπει να συμπεριλαμβάνουν τις παραπάνω πληροφορίες

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΕΤΑΞΑ - E-Ιστορικά


  • 4η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ: Ο δικτάτορας είναι γυμνός

    «Φύγε απ' εδώ, Ανθρωπε μικρέ, που περίμενες να κατασκευάσης πρωθυπουργικόν φράκον από τα ράκη. Φύγε από εδώ, ανυπότακτε στρατιώτα των αναγκών μου, αυτόκλητε κηδεμόνα της ατυχίας μου, τέκνον άχρηστον, άνθρωπε μηδέν. Αυτό θα έλεγε εις τον Αντιστράτηγον κ. Μεταξάν, δακρύουσα η Ελλάς, αν έστρεφε ποτέ προς τον κ. Μεταξάν η Ελλάς τα βλέμματα». ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΛΑΧΟΣ, εφημ. «Καθημερινή», 25 Αυγούστου 1922 Ο Ιωάννης Μεταξάς με το βασιλιά της Ελλάδας Γεώργιο Β' κατά τη διάρκεια παρέλασης το 1939 (φωτ. Αρχείο «Ε») Ο Ιωάννης Μεταξάς με το βασιλιά της Ελλάδας Γεώργιο Β' κατά τη διάρκεια παρέλασης το 1939 (φωτ. Αρχείο «Ε»)  

    Εβδομήντα επτά χρόνια πριν, για πρώτη φορά στην ιστορία της ως εθνικού κράτους η Ελλάδα θα βρεθεί υπό τη δικτατορική διακυβέρνηση ενός αμφιλεγόμενου προσώπου, του Ιωάννη Μεταξά - εξαιτίας μιας συνειδητής επιλογής της μοναρχίας. Η παραπάνω οργισμένη αναφορά του εκδότη της «Καθημερινής» Γεωργίου Βλάχου είναι αποκαλυπτική αυτού του σκοτεινού παρελθόντος του ανθρώπου που προσπάθησε να επιβάλει στην Ελλάδα ένα ολοκληρωτικό, φασιστικό καθεστώς. Παρ' ότι ο Βλάχος υπήρξε ιδεολογικός σύντροφος του Ιωάννη Μεταξά στη φιλομοναρχική παράταξη, θα σχολιάσει με αυτόν τον έντονο τρόπο την ηττοπαθή και αρνητική στάση του Μεταξά στη Μικρασιατική Εκστρατεία.
    Ως γνωστόν, ο Μεταξάς δεν είχε αποδεχτεί την πρόταση της φιλομοναρχικής κυβέρνησης να αναλάβει την αρχιστρατηγία του Μικρασιατικού Μετώπου μετά την αποπομπή του Αν. Παπούλα την άνοιξη του 1922.
    Η ανάληψη της αρχιστρατηγίας από τον Μεταξά θα εξασφάλιζε την ύψιστη αμυντική δυνατότητα της ελληνικής πλευράς και θα απέτρεπε την τραγική κατάρρευση που επέφερε η προβληματική και ελλειμματική διοίκηση Χατζανέστη. Με μια έννοια ο Ιωάννης Μεταξάς υπήρξε συνένοχος στην τελική καταστροφή του Αυγούστου του '22 και στην αναμενόμενη σφαγή του χριστιανικού πληθυσμού που ακολούθησε από το νικητή Μουσταφά Κεμάλ. Και ακριβώς η άρνηση του Μεταξά να πάρει μέρος στην πανεθνική προσπάθεια οδήγησε τον Γεώργιο Βλάχο να κρίνει τη στάση του ως αντεθνική.
     
    Ο υπεύθυνος του Διχασμού
    Αυτή ήταν η δεύτερη φορά στην πολιτική και στρατιωτική του θητεία που είχε καταφέρει να κερδίσει με τη στάση του το χαρακτηρισμό της «εθνικής προδοσίας». Η πρώτη φορά που χαρακτηρίστηκε ως «αρχιπροδότης» από τους πολιτικούς του αντιπάλους ήταν όταν έδωσε την εντολή, ως υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, να παραδοθεί αμαχητί το οχυρό Ρούπελ στους Βούλγαρους και στους Γερμανούς στις 26 Μαΐου 1916. Ηδη είχε ξεκινήσει ο Εθνικός Διχασμός, όταν ο ίδιος, ως ο άνθρωπος των Γερμανών στο Παλάτι και μυστικοσύμβουλος του μονάρχη Κωνσταντίνου, άλλαξε την απόφασή του για συμμετοχή της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ και τον οδήγησε στην απόφαση για πραξικοπηματική αποπομπή του Ελ. Βενιζέλου από τη θέση του πρωθυπουργού (Οκτώβριος 1915).
     
    Τα γερμανικά συμφέροντα
    Η στάση του Μεταξά υπαγορευόταν από τα συμφέροντα των Γερμανών και της γερμανικής κατασκοπίας που δρούσε στο ελληνικό έδαφος. Ετσι, από το 1915 είχε καταθέσει ένα υπόμνημα προς το φίλο του, μονάρχη της Ελλάδας Κωνσταντίνο, με το οποίο, εν μέσω Α' Παγκοσμίου Πολέμου, πρότεινε τη φιλογερμανική ουδετερότητα με το επιχείρημα ότι η τελική νίκη θα ήταν των κεντρικών δυνάμεων, δηλαδή των Γερμανών και των συμμάχων τους (Νεότουρκοι, Αυστριακοί, Βούλγαροι κ.λπ.).
    Στο ίδιο υπόμνημα -με το οποίο ξεκινά ουσιαστικά ο μοιραίος Διχασμός- ανέφερε ότι οποιαδήποτε ελληνική παρέμβαση ή και σκέψη για ενσωμάτωση της Μικράς Ασίας θα συνιστούσε «αποικιοκρατική πράξη» και η Ελλάδα θα μετατρεπόταν σε «αποικιοκρατική χώρα».
    Ο ρόλος του Μεταξά μπορεί να χαρακτηριστεί μοιραίος για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα και ειδικότερα για τον Ελληνισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Ελληνες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, όπως και οι Αρμένιοι και οι Ασσυροχαλδαίοι, είχαν ήδη από το 1914 βρεθεί στο στόχαστρο ενός ακραίου ρατσιστικού τουρκικού εθνικισμού που είχε καταλάβει από το 1908 με πραξικόπημα την εξουσία.
     
    Φιλοκεμαλισμός
    Ως συμβολικό επιστέγασμα της συνενοχής του Ιωάννη Μεταξά στη Μικρασιατική Καταστροφή μπορεί να θεωρηθεί η ευγενική χειρονομία που έκανε με αφορμή το θάνατο του Τούρκου δικτάτορα το 1938. Με αφορμή το θάνατο του Μουσταφά Κεμάλ -που ήδη είχε πάρει το προσωνύμιο «Ατατούρκ», δηλαδή «γεννήτορας του τουρκικού έθνους»- μετονόμαζε προς τιμήν του την οδό Αποστόλου Παύλου στη Θεσσαλονίκη σε οδό Κεμάλ Ατατούρκ. Παράλληλα, με το ελληνικό δημόσιο χρήμα αγόραζε από τον ιδιώτη που το κατείχε το σπίτι όπου υποτίθεται ότι γεννήθηκε ο Κεμάλ και το χάριζε στο τουρκικό κράτος. Αυτό που σήμερα είναι το τουρκικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη.
    Τη μετονομασία αυτή αποδέχτηκαν και σεβάστηκαν όλες οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, εμφυλιακές και μετεμφυλιακές. Η οδός Κεμάλ Ατατούρκ θα ξαναπάρει το παλιό της όνομα μετά τα Σεπτεμβριανά του '55, δηλαδή μετά το πογκρόμ που οργανώθηκε κατά της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης από το τουρκικό Βαθύ Κράτος.
    * Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός, http://kars1918.wordpress.com/

     
  • Κάποια συμπεράσματα για τη δικτατορία

    «Η 4η Αυγούστου είχε όχι μόνο τα εσωτερικά, τα ουσιαστικά, αλλά και τα εξωτερικά γνωρίσματα των φασιστικών αθεστώτων: προβολή της σοφίας του αρχηγού, φανφαρονισμός και ακατάσχετη πατριδοκαπηλία, παράτες, ρωμαϊκός χαιρετισμός κ.λπ.» ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ, «Η 4η Αυγούστου»
    Η εγκαθίδρυση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου δεν έχει εκ των προτέρων χαρακτήρα τομής -αν εξαιρέσει κανείς την υποστήριξη του βασιλικού παράγοντα που ερμηνεύεται σαφώς από τη θέση της Μ. Βρετανίας- ούτε και είναι προϊόν ιστορικής παρθενογένεσης.
    Αντίθετα, είναι το επακόλουθο των αυταρχικών πρακτικών και ρυθμίσεων που υπέσκαπταν δομικά την ελληνική δημοκρατία. Φαινόμενα, όπως η απεμπόληση της νομοθετικής αρμοδιότητας από την εξουσιοδοτημένη με τη λαϊκή ψήφο Βουλή στην εκάστοτε κυβέρνηση και τα αυθαίρετα κυβερνητικά διατάγματα καθολικής ισχύος, δεν λειτούργησαν παρά ως εικόνες της αναντιστοιχίας των πολιτικών θεσμών σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη ανάγκη κρατικού παρεμβατισμού και ελέγχου. Στο αδιέξοδο αυτό, ο ολοκληρωτισμός της 4ης Αυγούστου δικαιολογεί, ώς ένα βαθμό βέβαια, το χαρακτηρισμό της τομής. Τομής, αφού ο Ιωάννης Μεταξάς και το ιδεολογικό του επιτελείο, προβάλλοντας απ' ευθείας το αίτημα της «ριζικής» ανατροπής της κατεστημένης πολιτικής τάξης και του εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας, έθραυσαν συνειδητά την κοινοβουλευτική συνέχεια.
    Ο εκφασισμός της ελληνικής κοινωνίας επιχειρήθηκε αποκλειστικά με νομοθετικές ρυθμίσεις ως συνέπεια της ανυπαρξίας στην Ελλάδα σημαίνουσας ολοκληρωτικής ιδεολογικής προβληματικής, αλλά και των κατάλληλων κοινωνικών δομών και μαζικών φορέων.
    Ετσι, οι αξιωματικοί κανόνες, που θέσπισε η στρατευμένη στους σκοπούς της 4ης Αυγούστου νομική επιστήμη, αποτέλεσαν σταδιακά στην Ελλάδα το βασικό κορμό της μεταξικής ολοκληρωτικής ιδεολογίας.
    Η ολοκληρωτική αυτή λογική λειτούργησε στην Ελλάδα:
    α) ως κεντρικός μηχανισμός διάχυσης στην ελληνική πραγματικότητα ιδεολογικών ροπών, που εισάγονταν εκλεκτικά από το σώμα των ολοκληρωτικών πολιτικών προτύπων της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης και
    β) ως μηχανισμός εκσυγχρονισμού των παραδοσιακών ελληνικών συντηρητικών ιδεολογικών σχημάτων.
    Η μείξη των δύο αυτών λειτουργιών δεν ευόδωσε στην Ελλάδα τη συμπαγή άρθρωση ενός γηγενούς ολοκληρωτικού λόγου ως άμεση αντανάκλαση των εν μέρει αποσαθρωμένων κοινωνικών και πολιτικών δομών και ενός «ρομαντικού» οράματος υπέρβασης της κοινοβουλευτικής κρίσης.
    Η αδυναμία αυτή σε συνάρτηση με τον εξαρτημένο χαρακτήρα της δικτατορίας, στάθηκαν η «αχίλλειος πτέρνα» του ελληνικού φασισμού. 

    * Καθηγητής Ιστορίας και Διδακτικής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Το παραπάνω κείμενο προέρχεται απ' το βιβλίο του «Η φασίζουσα ιδεολογία στην Ελλάδα. Η περίπτωση του περιοδικού "Νέον Κράτος" (1937-1941)», Αθήνα, εκδ. Παπαζήση. 

  • Από το ξίφος του ευγενή και τον εθνικισμό, στη σημαία των φασιστικών ιδανικών

    Η Ελλάς έγινε από της 4ης Αυγούστου Κράτος αντικομμουνιστικό, αντικοινοβουλευτικό, Κράτος ολοκληρωτικό, κράτος με βάσι αγροτική και εργατική, και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό, ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ 
  •  
  • Στη μακρά παρουσία του στην ελληνική πολιτική ο Ιωάννης Μεταξάς διέγραψε μια ενδιαφέρουσα ιδεολογική τροχιά. Εκκινώντας από εθνικισμό και συντηρητισμό, η σκέψη του κατά τη δεκαετία του '20 εμπλουτίστηκε με θεμελιώδη στοιχεία της φασιστικής ιδεολογίας, κάτι που κατέστη πρόδηλο -παρά τους ποικίλους περιορισμούς- στη διάρκεια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Ετσι, μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι επιλογές του διέθεταν εδραίο υπόβαθρο και ότι η πράξη του συναρμοζόταν με τη σκέψη του.
    Ηδη από την παραμονή του στη Γερμανία (1899-1903) η οργανική σύλληψη του κράτους είχε το προβάδισμα στη σκέψη του σε σχέση με τη φιλελεύθερη. Παρατηρώντας την τάξη με την οποία Γερμανοί στρατιωτικοί και υπάλληλοι επιβιβάζονταν στο τρένο, συνόψιζε ως εξής τη γερμανική του εμπειρία: «Εν γένει ησθάνθην παντού αναμιγνυομένην, λεπτώς πάντοτε, αλλ' αυστηρώς καθοδηγούσαν, την χείραν του Κράτους». Και αυτή η αντίληψη συνδεόταν αναπόσπαστα με συντηρητικούς ιδεολογικούς τόπους: την έμφαση στην ηθική ενάντια στην κατάπτωση και τη διαφθορά τις οποίες απέδιδε στον εξαστισμό της ελληνικής κοινωνίας, την αποστολή/καθήκον του να δημιουργήσει οικογένεια-υπόδειγμα για όλους τους Ελληνες, το υπέρτερο της αξίας του ηγέτη συγκριτικά με φιλελεύθερα ιδεώδη και θεσμούς. 
     
    Ο Ατυχής Πόλεμος
    Ετσι, παρακολουθώντας προσεκτικά τις εξελίξεις μετά τον Ατυχή Πόλεμο του 1897, λάμβανε ξεκάθαρη θέση υπέρ του βασιλικού οίκου: «Εγώ εν τη εξελίξει ταύτη καθώρισα ήδη τον δρόμον μου, προ πολλού. Είμαι στρατιώτης και ευγενής, και θέτω εις την υπηρεσίαν του Βασιλέως μου το ξίφος μου, του αφιερώ δε την ζωήν και την διάνοιάν μου. Μου είναι αδιάφορον αν ο Βασιλεύς είναι καλός ή κακός, επιβλαβής ή ωφέλιμος. Δεν εξετάζω αν οι πράξεις του προξενούν καλόν ή κακόν στο Εθνος. Τον ακολουθώ τυφλώς εις ό,τι θέλει. Η θέλησίς του είναι δι' εμέ νόμος. Θεωρώ δε εμαυτόν ευτυχή ότι χαίρω την ευμένειαν του Διαδόχου, αρχηγού αποφασιστικού και φιλοδόξου [...] Εν ενί λόγω, αφοσιώνω εμαυτόν εις τον Βασιλέα, και θεωρώ αυτόν εκπροσώπησιν της Πατρίδος, του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος του Εθνους. Παν ό,τι εις αυτόν αντιτίθεται, οθενδήποτε και αν προέρχεται, είναι δι' εμέ αποκρουστέον».
    Με την ίδια οπτική ερμήνευε τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο: ενώ η Γαλλία ενσάρκωνε ανωριμότητα και αταξία, η γερμανική φυλή (sic) εμφάνιζε «μεγάλην γαλήνην ψυχής, πίστιν και αφοσίωσιν εις τον αρχηγόν, αφοσίωσιν εις το καθήκον, έλλειψιν ενθουσιασμών και απογοητεύσεων, έλλειψιν αποθαρρύνσεων, μεγάλην σταθερότητα εις τας αποφάσεις, μεγάλην θρησκευτικότητα, ήτις δίδει δύναμιν εις τας κρισίμους στιγμάς, μεγίστην υπομονήν και καρτερίαν».
    Ηταν αυτές οι αρετές -αρετές, κατά τον Μεταξά, των ισχυρών ανθρώπων γενικότερα- που εγγυούνταν τη γερμανική νίκη στον Πόλεμο. Η αντίθετη στις προσδοκίες του έκβαση θεωρούνταν αποτέλεσμα κατασυκοφάντησης της Γερμανίας, τα δε ιδεώδη της ισότητας, ελευθερίας, δημοκρατίας, ειρήνης, ελευθεροτυπίας, απλώς μορφές επικάλυψης των αξιώσεων ισχύος των Συμμάχων. 

    Η εμφάνιση του φασισμού
    Τη δεκαετία του '20 ο φασισμός εμφανίζεται στον ιδεολογικό του ορίζοντα. Ο Μεταξάς αναγνωρίζει το πρωτείο της δράσης έναντι της σκέψης, τη σημασία των μύθων για τη λαϊκή κινητοποίηση, ενώ διαχωρίζει τη virtu του ηγέτη από την τυφλότητα των μαζών. Ο κοινοβουλευτισμός δεν γίνεται -χωρίς αυτό να αποτελεί «προνόμιο» του Μεταξά- ούτε προσχηματικά ανεκτός. Σε συνέντευξή του το 1934 στον «Ελεύθερο Ανθρωπο» διακήρυττε ότι η κοινή γνώμη δεν διαβλέπει άλλη διέξοδο σωτηρίας «ει μη διά της εξόδου εκ του κοινοβουλευτισμού και εισόδου εις νέαν κατάστασιν, μονιμωτέρας, σταθερωτέρας και ισχυροτέρας εκτελεστικής εξουσίας». Οι φασιστικοί ιδεολογικοί τόποι αποκρυσταλλώνονταν στο πλαίσιο της 4ης Αυγούστου, όταν πια βρισκόταν σε θέση ισχύος. Στις συχνότατες δημόσιες εμφανίσεις του αντικομμουνισμός και αντιφιλελευθερισμός διαπλέκονταν με την πίστη, τον ενθουσιασμό, την εθνική αναγέννηση και παλιγγένεση, την εθνική ψυχή, το πνεύμα της φυλής και την ισχυρή βούληση στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός έμψυχου κράτους κι ενός νέου εθνικού πολιτισμού. 

    Η ιταλογερμανική επίθεση
    Γι' αυτό και η οργή του, ανάμικτη με έκπληξη, για την ιταλογερμανική επίθεση κατά της Ελλάδας. Εγραφε: «[δ]εν πρόκειται αν ο Χίτλερ και ο Μουσσολίνι εξεκίνησαν όταν πρωτοανέβηκαν από μια καθαρή και τίμια ιδεολογία. Αυτό μπορεί. Το ζήτημα είναι αν εκρατήσανε αυτή την ιδεολογία στην εξέλιξι του αγώνα. Αν την κρατήσανε, αν έμεινε αυτή η σημαία τους στο κάθε τους βήμα, τότε ο αγώνας τους ήτανε και έμεινε ιδεολογικός και μεγάλος.
    »Αν δεν την κρατήσανε, αν δεν έμεινε ορθή και σημαία τους, τότε ήτανε εξ αρχής ψευτιά, μόνο χρήσιμη για να γελάσουνε τους λαούς τους». Μιας και η Ελλάδα «έγινε από της 4ης Αυγούστου Κράτος αντικομμουνιστικό, αντικοινοβουλευτικό, Κράτος ολοκληρωτικό, κράτος με βάσι αγροτική και εργατική, και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό», οι Χίτλερ και Μουσολίνι έπρεπε να την υποστηρίξουν, μολονότι η «ανάγκη» την έφερνε κοντά στην Αγγλία.
    Επομένως, συμπέραινε «και ο Μουσσολίνι και ο Χίτλερ απέναντι της Ελλάδος δεν ωδηγηθήκανε από κανένα από τα ιδεολογικά ελατήρια που υψώνανε ως σημαία του αγώνα των. Το εναντίον, κτυπώντας την Ελλάδα, κτυπούσανε τη σημαία αυτή». Πικραμένος τόνιζε: «[ώ]στε και ο αντικομμουνισμός τους ψεύτικος, και η ολοκληρωτικότητά τους ψεύτικη, και ο αντικοινοβουλευτισμός τους ψεύτικος και η αντιπλουτοκρατία τους ψεύτικη, και ό,τι άλλο παρόμοιο ψεύτικο. Αληθινό δε είναι ένας διψασμένος ιμπεριαλισμός. Αυτός για τον οποίον κατηγορούνε τους Αγγλους». Ποιος είχε απομείνει ειλικρινής σημαιοφόρος; 

    * Δρ ΕΜΠ/ΕΚΠΑ, συγγραφέας της μελέτης «Μετέωρος Μοντερνισμός: Τεχνολογία, Ιδεολογία της Επιστήμης και Πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου (1922-1940)», εκδ. Ευρασία, 2012 

    Via

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Με τον ήχο του «τσοπανάκου»

Μόλις τέσσερα χρόνια, από το 1936 ως το 1940, διήρκεσε το απολυταρχικό καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά, αλλά το όνομα πέρασε έκτοτε στο λεξιλόγιο της καθομιλουμένης. Παρ'' ότι θεμελίωσε έναν άνευ προηγουμένου μηχανισμό προπαγάνδας και χειραγώγησης, ο ίδιος αξιώθηκε μεγαλύτερης γενικής εκτίμησης και αποδοχής απ'' ό,τι πολλοί άλλοι της εποχής του. Παράδοξο; Η έρευνα της Μαρίνας Πετράκη - διδακτορική διατριβή που εκπονήθηκε στα αγγλικά για το Πανεπιστήμιο του Κεντ - παρουσιάζει την εποχή του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού»

Με τον ήχο του «τσοπανάκου»


Με τον ήχο του «τσοπανάκου»



Αν και αποτέλεσε ένα υβρίδιο των Χίτλερ και Μουσολίνι, ο δικτάτορας απαιτούσε ειδική μεταχείριση. Πέρα από τον δηλωμένο αντικοινοβουλευτισμό του στην εποχή του leadership cult, ήτοι της λατρείας του ηγέτη, αυτός ήταν άχρωμος, ηλικιωμένος, χωρίς ίχνος γοητείας και χωρίς πολιτικό έρεισμα. Η εξύμνηση των αρνητικών στοιχείων του Μεταξά θα γινόταν στο εξής επιστήμη. Αποφασίστηκε η προβολή της «πατρικής φιγούρας», «ενός απλού άνδρα, ενός ιδανικού και ταπεινού υπηρέτη του έθνους, ενός συνηθισμένου "πατέρα και παππού", που θα αγκάλιαζε όλα τα τμήματα της κοινωνίας», ό,τι ακριβώς χρειαζόταν ένα έθνος ταλαιπωρημένο από την πολιτική αστάθεια.[ΚΚ. αναθεωρητισμός!
Ηταν τελικά ευτύχημα το ότι «θύμιζε μάλλον δημόσιο υπάλληλο ή συνταξιούχο δάσκαλο δημοτικού σχολείου, παρά εντυπωσιακό αρχηγό έθνους», αφού θα αναδεικνυόταν «πάνω απ' όλα, ένας άνδρας του καθήκοντος, με ηθικές αξίες και όχι ένας δημαγωγός εντυπωσιακής εμφάνισης». Βεβαίως επί 14 χρόνια δεν είχαν φανεί όλα αυτά: είχε εμφανιστεί από το 1922 ως εναλλακτική λύση στα δύο μεγάλα κουρασμένα κόμματα και δεν έτυχε αξιόλογης δημοτικότητας ως το 1936, οπότε το κόμμα του διαλύθηκε αμέσως μόλις ο ίδιος κατέλαβε την εξουσία. Ηταν απλό πάλι: «απέτυχε ως αρχηγός κόμματος διότι απεχθανόταν τη μικροπολιτική». Δεν έμενε πια παρά να επιτευχθούν οι κύριοι στόχοι ενός απολυταρχικού καθεστώτος: η ελκυστική ιδεολογία και η συνταύτιση με τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες των μαζών.
Νόμος περί Τύπου

Το πρώτο μέλημα για τον Μεταξά ήταν ο Τύπος, καθώς η δύναμη των εφημερίδων ήταν παροιμιώδης στον καιρό του: «´Η υπούργημα μού δίνεις ή εφημερίδα βγάζω». Ετσι, «το απόγευμα της 4ης Αυγούστου 1936, η αστυνομία εισέβαλε στα γραφεία των εφημερίδων», ενώ ο ίδιος «αυτοπαρουσιάστηκε ως συνάδελφος δημοσιογράφος, σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που είχε παρουσιαστεί ο Γκαίμπελς τον Μάρτιο του 1933». Αποφάσισε μάλιστα να επικοινωνεί ο ίδιος με τους δημοσιογράφους για να διαπιστώνει την αποτελεσματική εφαρμογή των νομοθετικών μέτρων που είχαν οριστεί με τον Αναγκαστικό Νόμο 23, και συγκεκριμένα ότι: «όλα τα έντυπα θα εξεθείαζαν τη νέα κυβέρνηση». Με τον ίδιο νόμο εγκαθιδρύθηκε υφυπουργείο Τύπου και Τουρισμού, το οποίο ανέλαβε ο υφυπουργός Θεολόγος Νικολούδης κατά τον ίδιο τρόπο: «Κι εγώ είμαι δημοσιογράφος και ξέρω, όπως κι εσείς, πως ο Τύπος δεν φιμώνεται τόσο εύκολα. Ενας διευθυντής εφημερίδας, αν είναι αντίθετος και ξέρει πως έχει τον λαό μαζί του, κλείνει την εφημερίδα του».
Οσο κυκλοφορούσαν, λοιπόν, όλα τα έντυπα, έμοιαζε πως οικειοθελώς «οι αρχισυντάκτες και οι δημοσιογράφοι μετατράπηκαν σε δημοσίους υπαλλήλους, ενώ οι εκδότες και οι ιδιοκτήτες λειτουργούσαν, σύμφωνα με τον Νόμο Περί Τύπου, ως διευθυντές με μόνη ευθύνη τη συμμόρφωση των εφημερίδων με τους περί Τύπου κανονισμούς». Είχε επιτευχθεί κιόλας η «ενθουσιώδης υποστήριξη» που λαχταρούσε ο δικτάτορας; Αρχικώς καμία εφημερίδα δεν είχε κλείσει, εκτός από τον «Ριζοσπάστη» που πέρασε αυτομάτως στην παρανομία - ήξερε τι έλεγε ο Νικολούδης. Ο στόχος, που ήταν να καλυφθεί το κενό μιας «εθνικής εφημερίδας» από το σύνολο ενός συμπολιτευόμενου Τύπου, είχε σχεδόν αποδώσει τα μέγιστα.
Η λογοκρισία
Καμία από τις παράνομες δημοσιογραφικές οργανώσεις και τις εφημερίδες που εμφανίστηκαν κάποια στιγμή δεν κατάφερε καίριο πλήγμα στην κυβέρνηση. Αντιθέτως επέφεραν ένταση στο καθεστώς φόβου που «επιμελούνταν» ο αρχηγός της Ασφάλειας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης και ο υπουργός Διοικήσεως Πρωτευούσης και ιδρυτής των Ταγμάτων Εργασίας Κώστας Κοτζιάς. Συνωμοσίες εντός και εκτός Ελλάδας, φυλακίσεις και εξορίες, μαζί με το γενικευμένο αντικομμουνιστικό μένος και τη στρατηγική λογοκρισίας από μέρους του καθεστώτος θα διασφάλιζαν την ποθούμενη «αναγέννηση». Σύμφωνα με απολογισμό του 1939, 47.000 κομμουνιστές είχαν ήδη υποβάλει Δηλώσεις Μετανοίας, το 98% των Ελλήνων είχαν γίνει αντικομμουνιστές και είχαν καεί δημοσίως «ανθελληνικά βιβλία», μεταξύ αυτών έργα του Γκαίτε, του Φρόυντ, του Μπέρναρντ Σω, αλλά και ελλήνων συγγραφέων. Παράλληλα συγγραφείς και άνθρωποι των γραμμάτων είχαν επιστρατευτεί για ημικρατικές εκδόσεις, όπως οι «Νέοι Δρόμοι», η «Εργασία», η «Πειθαρχία», η «Νέα Δύναμις», με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται μια επίπλαστη εκδοτική άνθηση που θα εξασφάλιζε την ενεργό συμμετοχή του αναγνώστη στην πολιτική γραμμή της κυβέρνησης.
Τα χρυσά παιδιά

Στο ίδιο πνεύμα γαλουχήθηκε το καύχημα της δικτατορίας Μεταξά, η ΕΟΝ, ήτοι η «Εθνική Οργάνωσις Νεολαίας»: «Μέχρι το 1939, όλες οι άλλες οργανώσεις της νεολαίας είχαν καταργηθεί και η συμμετοχή των μαθητών στην ΕΟΝ είχε γίνει σχεδόν υποχρεωτική», δεδομένης «της σπουδαιότητος ην ενέχει η εγγραφή και Σκαπανέων, οίτινες, λόγω του νεαρού της ηλικίας των, αποτελούν υλικόν δυνάμενον να διαπλασθή έτι ευχερέστερον των άλλων». Το σήμα της οργάνωσης ήταν ο διπλούς μινωικός πέλεκυς που περιβαλλόταν από δάφνη. Φυσικά τα «χρυσά παιδιά» της ΕΟΝ διάβαζαν μόνο «κατάλληλα» βιβλία και περιοδικά που θα είχαν «ευεργετική επιρροή» στην καρδιά και στο πνεύμα τους. Στον αντίποδα της καταγγελίας ότι τα παιδιά της ΕΟΝ κατασκόπευαν τους γονείς τους, η ζωή και η δράση τους απαθανατίστηκε σε 1.700 φωτογραφίες, ενώ καθιερώθηκε η ενιαία στολή για όλα τα μέλη. «Υπέρογκα ποσά σπαταλήθηκαν για την αγορά των στολών και, όπως ήταν αναμενόμενο, ο κόσμος πλήρωσε μεγάλο μέρος αυτών», αλλά η σημασία της στολής άξιζε τον κόπο. Ολοι ήταν ίσοι με αυτόν τον τρόπο, όπως και στην περίπτωση των μαζικών συσσιτίων που διοργάνωνε η Λέλα Μεταξά, σύζυγος του μονάρχη.
Τα σχολικά βιβλία
Στο φέγγος της ΕΟΝ αναδιοργανώθηκε πλήρως και το σχολικό σύστημα, ενώ ιδρύθηκε ο Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων. Για την επιμόρφωση του γενικού πληθυσμού δόθηκε πρωτοφανής έμφαση στην εθνική σημαία, στον εθνικό ύμνον, στα εθνικά σύμβολα εν γένει, στα συνθήματα, στις ομιλίες, στις νέες εθνικές εορτές και στους «κατά παραγγελία πανηγυρισμούς». Τα έξοδα του εορτασμού της Δεύτερης Επετείου του καθεστώτος, γιορτής ανάλογης πλέον με την 25η Μαρτίου, «έφτασαν τα 200 εκατομμύρια δραχμές, όταν τα έσοδα ολόκληρου του ιδιωτικού τομέα, και για το ίδιο έτος, δεν ξεπέρασαν τα 74 εκατομμύρια δραχμές». Στην εορταστική ατμόσφαιρα των εκδηλώσεων περιλαμβανόταν η διακόσμηση όλων των κεντρικών πλατειών, πόλεων και χωριών, με ελληνικές σημαίες, με γιρλάντες από μυρτιές και με φωτογραφίες του βασιλιά και του Μεταξά - ο τελευταίος συσχετισμός θεωρήθηκε απαραίτητος για να ενισχύσει την εικόνα του «εθνικού ηγέτη». Για «στενή σχέση και εξάρτηση» του δικτάτορα με τον βασιλιά Γεώργιο Β´ ούτε λόγος. Απλώς ο χαρισματικός ηγέτης απολάμβανε τη συμπαράσταση όχι μόνο του κόσμου, αλλά κυρίως του βασιλιά.
Οι ομιλίες

Οι «εμπνευσμένες ομιλίες» του αρχηγού ήταν σημαντικό εργαλείο προπαγάνδας. Το πρόβλημα πάλι ήταν ότι ο Μεταξάς δεν ήταν αξιόλογος ρήτορας. «Η κομψότης των φραστικών συνδυασμών τον αφήνει αδιάφορο. Αγορεύει όπως ντύνεται και όπως ομιλεί. Απλά, θετικά, στερεά» - άρχιζε πάλι η αντίστροφη εξύμνηση. «Για να εορταστεί η τρίτη επέτειος του καθεστώτος, εξεδόθη προς το τέλος του 1939 ένας τιμητικός τόμος 602 σελίδων που συμπεριελάμβανε όλους τους λόγους που είχε εκφωνήσει ο Μεταξάς μέχρι τις 4 Αυγούστου 1939». Ολόκληρη σειρά ανάλογων φωτογραφιών που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και σε καθεστωτικές εκδόσεις έρχονταν να ενισχύσουν την εικόνα του αρχηγού του λαού και του σωτήρα του έθνους - πάντα με τη μορφή του Μεταξά σε μεγάλη κλίμακα συγκριτικά με οτιδήποτε άλλο στην εικόνα. Η «ειλικρινής συμπαράσταση του κόσμου» προχωρούσε «βάσει προσεκτικά σχεδιασμένου πλάνου». Αλλά πάλι δεν αρκούσαν η «κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος» και «ο στριγκός ήχος του προπαγανδιστικού μηχανισμού να δουλεύει σε πλήρη δράση» - διατυπώσεις που ανήκουν όχι στη συγγραφέα, αλλά σε βρετανό διπλωμάτη της εποχής από το βιβλίο. Τα «αυξανόμενα αισθήματα δυσαρέσκειας» έκαναν μονίμως τον δικτάτορα να βασανίζεται από αμφιβολίες σχετικά με τη δημοτικότητά του. Για να κολακέψει τον πληθυσμό της υπαίθρου θα θυμόταν ότι και ο ίδιος από τις τάξεις τους ξεκίνησε. Η προβολή του τιμημένου εργάτη, του πρώτου αγρότη και γενικώς των ανθρώπων των πρακτικών επαγγελμάτων - σε αντιδιαστολή με την καθαρή διανόηση - κατέληγαν κάθε φορά σε κωμικές εκστρατείες ανάλογες με τα πρότυπά τους στη χιτλερική Γερμανία. Την 1η Ιουλίου 1937 ανακηρύχθηκε πρώτος αγρότης ο ίδιος ο δικτάτορας. Τον Μάιο του 1938 πάλι, στο Ζάππειο Μέγαρο και στη διάρκεια της έκθεσης του ελληνικού τμήματος του Διεθνούς Κεντρικού Γραφείου «Χαρά και Εργασία», ο Μεταξάς παρασημοφορήθηκε από τον δρα Λάυ με τον Μεγαλόσταυρο του γερμανικού κράτους.
Ο κινηματογράφος
Η ψυχαγωγία του λαού ήταν ίσης σπουδαιότητας για την επιμόρφωσή του. Από τις μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης, «το ελληνικό κοινό προτιμούσε τον κινηματογράφο από οποιοδήποτε άλλο είδος», σύμφωνα με δημοσιευμένη έρευνα του 1937, οπότε η μεταξική διακυβέρνηση τέθηκε στην πρωτοπορία της κινηματογραφικής θεσμοθέτησης. Και πάλι όμως πέρα από τον Αναγκαστικό Νόμο 445, που θα εξασφάλιζε τον συνολικό έλεγχο της βιομηχανίας του κινηματογράφου και την αναδιοργάνωση της Επιτροπής Κινηματογράφου που θα έλεγχε άμεσα την εισαγωγή και τη διανομή των ταινιών, ο Μεταξάς ουδόλως ενδιαφέρθηκε να δημιουργήσει έναν αποτελεσματικό μηχανισμό για εγχώρια παραγωγή, όπως αυτόν που είχαν άλλα κράτη: «Σε αντίθεση με τον Γκαίμπελς, που πίστευε ότι "η προπαγάνδα είναι περισσότερο αποτελεσματική όταν είναι δόλια, όταν το μήνυμα είναι κρυμμένο μέσα στο πλαίσιο της λαϊκής ψυχαγωγίας", ο Μεταξάς ενθάρρυνε την παραγωγή επίκαιρων και ντοκυμαντέρ που διακήρυσσαν με ευθύ και ξεκάθαρο τρόπο την ιδεολογία και τα πιστεύω του. Γι' αυτό όταν αναφερόμαστε σε προπαγανδιστικές ταινίες της μεταξικής δικτατορίας μιλάμε κυρίως για ολιγόλεπτα επίκαιρα, που γυρίστηκαν σωρηδόν εκείνη την περίοδο, και τα οποία μονταρίστηκαν ώστε να δημιουργηθούν μεγάλης διάρκειας ταινίες-ντοκυμαντέρ». Με αυτόν τον τρόπο ο δικτάτορας έγραφε μόνος του την ιστορία του.
Τα ζουρνάλ
Και ενώ στη Γερμανία τα «επίκαιρα» ή «ζουρνάλ» προβάλλονταν πριν από την έναρξη της ταινίας, το προπαγανδιστικό υλικό από τις ελληνικές Αρχές προβαλλόταν μετά το τέλος της ταινίας, για να φεύγουν οι θεατές από τον κινηματογράφο επηρεασμένοι από τα τελευταία αυτά μηνύματα. Κατά τα άλλα η δημιουργία εθνικού κινηματογράφου θεωρήθηκε περιττή και δαπανηρή, με αποτέλεσμα να μείνει ατροφική η ελληνική κινηματογραφική βιομηχανία ως τη δεκαετία του '50. Εξαίρεση αποτέλεσαν οι 462 ταινίες σχετικά με τη ζωή, τη δράση και τις αθλητικές δραστηριότητες της ΕΟΝ, για τις οποίες είχε προβλεφθεί ήδη από το 1939 η αγορά 75 νέων μηχανής προβολής ταινιών.
Πενθεσίλειες
Πέραν της αξεπέραστης αδυναμίας για ελληνική κινηματογραφική παραγωγή όμως, «οι κριτικοί της εποχής θεωρούσαν τον κινηματογράφο ως τέχνη κατώτερης μορφής και "εχθρό" του θεάτρου». Ομοίως και ο Μεταξάς εμπιστευόταν περισσότερο το θέατρο για τη διάδοση ενός οράματος τόσο υψηλού όσο η «Αναγέννησις της Ελλάδος» και ο «Τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός». Το Βασιλικό Θέατρο ξεκίνησε υπαίθριες παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας, ενώ ένα έργο «που θεωρήθηκε ορόσημο στη θεατρική ιστορία του καθεστώτος και αποτελεί άριστο δείγμα της προπαγάνδας του ήταν η «Πενθεσίλεια», το οποίο επιλέχθηκε για τον εορτασμό της τρίτης επετείου του καθεστώτος». Το έργο, στο οποίο έλαβαν μέρος περισσότερα από 300 μέλη της ΕΟΝ και των Ταγμάτων Εργασίας, ήταν του Χάινριχ φον Κλάιστ. Το περιεχόμενό του όμως απηχούσε τη μεταξική ιδεολογία για τις νεαρές κυρίως γυναίκες, οι οποίες «έπρεπε να γίνουν πριν από οτιδήποτε άλλο άξιες να λέγονται Ελληνίδες». Μητέρα, εργαζόμενη γυναίκα, σπουδάστρια και φαλαγγίτισσα ήταν «η θέσις της γυναίκας στο Νέον Κράτος».
Το ραδιόφωνο
Αλλά το προσωπικό προπαγανδιστικό εργαλείο του Μεταξά ήταν το ραδιόφωνο - ένα ακόμη απόκτημα της εποχής. Ηδη τον Μάρτιο του 1937, ο Αναγκαστικός Νόμος 541 θα βελτίωνε τον ανάλογο του 1936, με στόχο τον απόλυτο έλεγχο αυτού του νέου μέσου ενημέρωσης. Το σήμα του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών, γνωστό ως «Τσοπανάκος», εγκρίθηκε μετά από πολλά σενάρια και ήταν «ένας αρμονικός συνδυασμός "ήχου φλογέρας και ποιμενικού κώδωνος"», που ακούγεται ακόμη από κάποια προγράμματα της Ραδιοφωνίας. Η «Ωρα του εργάτου», η «Ωρα του παιδιού», η «Ωρα της Ελληνίδος», η «Ωρα της Υγείας» ήταν εκπομπές ενταγμένες στο πρόγραμμα, το σπουδαιότερο μέρος του οποίου κατελάμβανε το Τμήμα Ειδήσεων σε εναλλαγή με το Τμήμα Μουσικής. Οτιδήποτε άλλο υποβαλλόταν στη Διεύθυνση Λαϊκής Διαφωτίσεως για έγκριση ή απόρριψη. Επιπλέον «οι περισσότερες από τις ομιλίες του Μεταξά, που μεταδόθηκαν από το ραδιόφωνο, δεν εκφωνήθηκαν από τους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου, αλλά απευθύνονταν σε ζωντανό ακροατήριο (...) Οι Αθηναίοι άκουγαν υποχρεωτικά τις ραδιοφωνικές αναμεταδόσεις από τα μεγάφωνα που τοποθετούνταν στις περισσότερες από τις κεντρικές πλατείες και τις οδούς της πρωτεύουσας».
Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός της ΕΟΝ, τέλος, εξελίχθηκε σε ένα από τα βασικότερα όργανα της μεταξικής προπαγάνδας. Το σημαντικό στην περίπτωση Μεταξά είναι ότι πρόλαβε να ανακρούσει πρύμναν την τελευταία στιγμή. Ως τον τορπιλισμό της «Ελλης» στο λιμάνι της Τήνου, στις 15 Αυγούστου 1940, «η προπαγάνδα του καθεστώτος εξακολουθούσε να προωθεί την ιδεολογία του στο πλαίσιο της υποτιθέμενης ουδετερότητας της χώρας». Αλλά ως τις 28 Οκτωβρίου 1940 είχε προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα, οπότε κοινοποιήθηκε στον Μεταξά το τελεσίγραφο του Ντούτσε και εκείνος απάντησε με το ιστορικό «Οχι». Το κοινό αίσθημα είχε μεταβληθεί στο μεταξύ τόσο πολύ υπέρ του, ώστε εκτυλίχθηκαν τα εξής έξω από το υπουργείο Εξωτερικών, σύμφωνα με τη γραπτή μαρτυρία του Αγγελου Βλάχου: «Εξω ολόκληρη η Αθήνα είχε ξεχυθεί στους δρόμους αλαλάζοντας (...) Χιλιάδες κόσμος ζητωκραύγαζαν και όρμησαν στον περίβολο του υπουργείου Εξωτερικών που πλημμύρισε από έξαλλους νέους και κύκλωσε το αυτοκίνητο του Μεταξά που παρουσιάστηκε στην εξώπορτα για να επιβιβαστεί...».
Μετά το «Οχι»
Το ερώτημα για τη συγγραφέα είναι: «Αραγε η αρνητική εικόνα του δικτάτορα άλλαξε εν μία νυκτί λόγω του "Οχι" προς τους ιταλούς εισβολείς ή η προπαγάνδα του δεν ήταν τόσο αποτυχημένη όσο εθεωρείτο;». Σίγουρα ο ίδιος φρόντισε ώστε τα ντοκουμέντα της εποχής να μην είναι αντικειμενικά, οπότε μπορεί ο καθένας να τα ερμηνεύει πλέον από τη δική του σκοπιά. Αλλά «ο Μεταξάς ζήτησε από τους δημοσιογράφους, στις 30 Οκτωβρίου 1940, να αφήσουν κατά μέρος τον κυρίαρχο προπαγανδιστικό τους ρόλο στη χειραγώγηση του ελληνικού λαού και να υπηρετήσουν την πατρίδα τους: "Κύριοι, έχω λογοκρισίαν και ημπορώ να σας υποχρεώσω να γράφετε μόνον ό,τι θέλω. Αυτήν την ώρα όμως, δεν θέλω μόνο την πέννα σας. Θέλω και την ψυχήν σας...". Και τώρα θα υπάκουαν όλοι ενθουσιωδώς».
Ο Μεταξάς πέθανε στις 29 Ιανουαρίου 1941, σε αιφνίδια δόξα, στα εβδομήντα του, λίγο μετά τη νικηφόρο έκβαση του ελληνοϊταλικού πολέμου και λίγο προτού εισβάλουν οι Γερμανοί στην Ελλάδα. «Χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν τη σειρά τους, εκείνη τη βροχερή χειμωνιάτικη ημέρα, για να απευθύνουν τον ύστατο χαιρετισμό στον Μέγα Κυβερνήτη του και να τον συνοδεύσουν στον τόπο αναπαύσεως. Η συμπεριφορά αυτή δεν δίνει την εντύπωση ανθρώπων που διατάχθηκαν να θρηνήσουν...» σχολιάζει η συγγραφέας, για να προσθέσει αμέσως ότι ίσως πάλι διαισθάνονταν τη διάλυση που θα ακολουθούσε. «Ο Κυβερνήτης που έγινε θρύλος» έγραψαν οι εφημερίδες αναπόφευκτα την άλλη μέρα. «Κανένας δικτάτορας δεν ήταν ποτέ τόσο τυχερός κατά την ώρα του θανάτου του όσο αυτός» είπε ο Σ. Μ. Γουντχάουζ σχολιάζοντας τη μεταθανάτια φήμη του Μεταξά.

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

Σατιρικοί στίχοι για την 4η Αυγούστου

του Νίκου Σαραντάκου
 1-sarantakosSWSTOΤο καθεστώς της 4ης Αυγούστου ήταν τυχερό, με την έννοια ότι δεν είχε το συνηθισμένο κακό τέλος των δικτατοριών, αλλά έπεσε μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα. Δεν πέρασε έτσι από φάση ανοιχτής παρακμής, ενώ τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που ακολούθησαν, ο πόλεμος και η Κατοχή, το μεγαλείο της Εθνικής Αντίστασης, ο Εμφύλιος Πόλεμος, βοήθησαν στο να ξεχαστεί η δικτατορία, όσο κι αν η γύμνια του καθεστώτος ήταν φανερή (δείτε, ας πούμε, τι λέει ο Σεφέρης στο Πολιτικό Ημερολόγιο για την ποιότητα των τεταρταυγουστιανών που είχαν τοποθετηθεί σε καίριες κρατικές θέσεις).
Για τον ίδιο λόγο, δεν είναι πολλοί οι σατιρικοί στίχοι για την 4η Αυγούστου. Σατιρικά έντυπα κυκλοφορούσαν βέβαια, αλλά η λογοκρισία δεν άφηνε καμιά χαραμάδα για κριτική. Να πούμε παρεμπιπτόντως ότι σε ένα από αυτά τα έντυπα, τον Διαδοσία, δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το τραγούδι της 4ης Αυγούστου, το γνωστό «Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα», που αποδίδεται στον θεατρικό συγγραφέα και ευθυμογράφο Τίμο Μωραϊτίνη. Ο γιος του πάντως, ο δημοσιογράφος Γιώργος Μωραϊτίνης, υποστηρίζει, με πειστικά επιχειρήματα, ότι πρόκειται για παλιούς επιθεωρησιακούς στίχους γραμμένους για την 25η Μαρτίου, που το καθεστώς τούς οικειοποιήθηκε χωρίς να ρωτήσει τον στιχουργό (και πράγματι οι εικόνες του τραγουδιού είναι ανοιξιάτικες, όχι αυγουστιάτικες).
Πάντως, όπως θυμόμαστε και από την πιο πρόσφατη χούντα του 1967, σε συνθήκες δικτατορίας ακόμα και ο παραμικρός υπαινιγμός παίρνει διαστάσεις. Η Βαρβάρα, το ρεμπέτικο του Παναγ. Τούντα, μπορεί να ήταν απλώς ένα από τα πολλά ρεμπέτικα με πονηρούς στίχους:
«Η Βαρβάρα κάθε βράδυ στη Γλυφάδα ξενυχτάει 
και ψαρεύει τα λαβράκια, κεφαλόπουλα, μαυράκια
[…]
Ένας κέφαλος βαρβάτος, όμορφος και κοτσονάτος 
της Βαρβάρας το τσιμπάει, το καλάμι της κουνάει
Μα η Βαρβάρα δεν τα χάνει, τον αγκίστρωσε, τον πιάνει 
τον κρατά στα δυο της χέρια και λιγώνεται στα γέλια».
Θεωρήθηκε όμως ότι περιείχε υπαινιγμό για τη ζωηρή κόρη του δικτάτορα, και γι’ αυτό γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία — πριν απαγορευτεί. Ο Πέτρος Κυριακός είχε πει πάνω στο θεατρικό σανίδι «Θα το πω κι ας το πιω» (το ρετσινόλαδο) – - και το ήπιε.
Ο σατιρικός ποιητής και επιθεωρησιογράφος Πωλ Νορ, δηλαδή ο Νίκος Νικολαΐδης (ή Νίκος Λαΐδης) προτίμησε κάτι άλλο: έγραφε στη Βραδυνή γλυκανάλατα ποιήματα που όμως έκρυβαν ένα μυστικό. Ένα παράδειγμα, οι «Λυρικοί λήροι», δημοσιευμένοι το 1937 στη Βραδυνή:
 Χαρά απ’ άκρη σ’ άκρη!
Εστέρεψε το δάκρυ.
Σ’ όλα τα μάτια λάμπει
ελπίδας άγιο φως!
Μέρα με την ημέρα
εδώ σ’ αυτή τη σφαίρα
σε κάθε καρδιά θάμπει
ανασασμός κρυφός.

Σ’ όνειρα πλάνα
τώρα θα ζήσω!
Όλα τα πλάνα
φευ, παρατώ!
Άστα κι ας πάνε!
Σαν θα ψοφήσω,
ίσως γυρίσω
στον κόσμο αυτό
μα με άλλη μούρη
όρθιο γαϊδούρι.

Σαν ποίημα είναι μάλλον φρικαλέο, αλλά βέβαια το γούστο είναι στην ακροστιχίδα, που απαρτίζεται από το πρώτο γράμμα του κάθε στίχου, και που διαβάζεται: ΧΕΣΕ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ. Σε άλλο ποίημα το κρυφό μήνυμα ήταν ΖΗΤΩ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, και ούτω καθεξής. Με τον καιρό το μυστικό το έμαθαν πολλοί και κάποιος καλοθελητής το σφύριξε στον Μανιαδάκη. Ειδοποιημένος τελευταία στιγμή, ο Πωλ Νορ πρόλαβε να φύγει στο εξωτερικό.
Ο καλός ποιητής Μάρκος Τσιριμώκος, τεχνίτης της αθηναϊκής σχολής, έγραψε πολλές παρωδίες και σάτιρες για το καθεστώς, που διαβάζονταν σε συναντήσεις μεταξύ φίλων (και δημοσιεύτηκαν το 1945 στο αριστερό λογοτεχνικό περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα). Ξεσηκώνω ένα ποίημα:
ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ
Ποτέ σου να μην πεις τη σκάφη σκάφη
κι ούτε πως βρίσκεις την Ελλάδα σάπια.
Στείλαν πολλούς ως τώρα στην Ανάφη
κι ήρθε ο καιρός να κάνουμε την πάπια.
Κι αν βάλθηκε να υμνεί του Πινκ τα χάπια,
κι αν μας περνάει το μπρούτζο για χρυσάφι,
ο τύπος τα που γράφει άλλος τα γράφει!
Στ’ αυγά σου κάτσε, κάνοντας την πάπια.

Τα χάπια του Πινκ ήταν ένα καταπότιο «διά πάσαν νόσον» που είχε μεγάλη πέραση στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα. Κι άλλο ένα ποίημα του Τσιριμώκου, για την υποχρεωτική «χαρά και εργασία» που προωθούσε το καθεστώς Μεταξά στο πλαίσιο του δικού του σαξές στόρι:
ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ
Σα χτες και σα προχτές την πάσα μέρα
να ’χουμε πανηγύρια και γιορτές,
στο κάθε παραθύρι και παντιέρα,
και προβολείς τη νύχτα και φωτιές.

Να καίγεται παντού το πελεκούδι,
να βγάλει ο τόπος όνομα γλεντζέ,
σα θα χορέβει νηστικό τ’ αρκούδι
και βάλ’ η Ζαφειρίτσα φερετζέ.

Κι οι λέρες οι χαφιέδες κι όσοι βλάκες
στην Αθήνα τη νέα και παλιά
θα βάζουν στα μεγάφωνα τις πλάκες
ύμνων — για τη χαρά και τη δουλιά.

Με τον θάνατο του δικτάτορα στις 29 Ιανουαρίου 1941, ο Γιώργος Κοτζιούλας έγραψε ένα ποίημα στο οποίο δεν μασάει τα λόγια του. Καθώς είναι πολύ μεγάλο, παραθέτω μόνο τα τέσσερα πρώτα τετράστιχα που δίνουν μια καλή ιδέα για το υπόλοιπο:
29 Γενάρη – ετούτη, ετούτη δω
τη μέρα ξεφαντώνω εγώ, κι όχι την άλλη
πού ’θελε εκείνος ο φριχτός, ο Οξαποδώ,
το πενταπίθαμο ανθρωπόμοιαστο βουβάλι.

Πάει το βαρύ σκοτάδι τέσσερω χρονώ,
πάει ο βραχνάς που μας επλάκωνε τα στήθη.
Σωριάστηκε όμοια με τσουβάλι από σανό
κι όπως πατάς σκορπιόν έτσι κι αυτός διαλύθη.

Δεν έπεσε όμως από χέρι εκδικητή,
τον ζούληξε μονάχα η φτέρνα του θανάτου.
γιατί στην κλούβα όπου είχε ο τύραννος κλειστεί
μόνο τους δήμιους κάποτε άφηνε κοντά του.

Σιγουρεμένος όπως φρούριο κινητό,
μα έντρομος πάντα κάτου απ’ τα ματογυάλια
κρυφάκουε των μαρτύρων, αχ, το βογγητό,
χοροπηδώντας όλο απάνθρωπη αναγάλλια.

Όσο κι αν αγαπώ τον ποιητή και άνθρωπο Κοτζιούλα, βρίσκω ότι ένας ομότεχνός του έθαψε τον δικτάτορα πολύ πιο αποτελεσματικά. Εννοώ τον Ασημάκη Πανσέληνο (που έχει γράψει και πολλά γουστόζικα για τον Μεταξά στο αυτοβιογραφικό του αριστούργημα «Τότε που ζούσαμε»). Ο Πανσέληνος έγραψε το εξής θαυμάσιο τετράστιχο για τον θάνατο του δικτάτορα:
Στα χέρια επάνω οι φίλοι μου οι πιστοί
με φέρανε στο σπίτι το στερνό μου,
δι’ εγκυκλίου με κλάψαν όλοι οι Έλληνες
που με είχαν αγαπήσει δια νόμου.

Αυτό λέγεται, θαρρώ, σφάξιμο με το μπαμπάκι.

Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και στo http://www.wordpress.com

Πηγή:  Ενθέματα