Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Η εικόνα του κομμουνιστή στη μυθοπλασία της γενιάς του 30

του Κώστα Καρακώτια

Η λεγόμενη «γενιά του '30» κατέχει μια σημαντική θέση στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ακόμα και σήμερα η λογοτεχνική της παραγωγή γνωρίζει αλλεπάλληλες εκδόσεις και οι διάφορες ιδεολογικές θέσεις των εκπροσώπων της συνεχίζουν να συζητούνται.

Πρόθεση του άρθρου μας, δεν είναι να αξιολογήσει τη λογοτεχνική παραγωγή της γενιάς, γι' αυτό και δεν γίνεται χρήση αισθητικών κριτηρίων, ούτε να ασκήσει μια συνολική κριτική στον ιδεολογικό λόγο που άρθρωσε. Επιδιώκει, απλά, να εντοπίσει την εμφάνιση των κομμουνιστών στη μυθοπλασία της γενιάς, να αναδείξει τα χαρακτηριστικά που συνοδεύουν αυτή την εμφάνιση και να συγκροτήσει έτσι μια αντίληψη για την εικόνα του κομμουνιστή στη μυθοπλασία της γενιάς του '30.

1. Η γενιά του '30.

Με τον καθιερωμένο όρο «γενιά του "30»1, ονομάζουμε την ομάδα των λογοτεχνών που εμφανίστηκαν και παρήγαγαν το έργο τους στη δεκαετία 1930 με 1940. Ο συνεκτικός κρίκος των λογοτεχνών της «γενιάς του '30» δεν είναι τόσο τα χρονικά όρια της δεκαετίας - εξ άλλου όλοι σχεδόν παρήγαγαν αρκετό συγγραφικό έργο στα επόμενα χρόνια - όσο η απόπειρα, η οποία ξεκινά από διαφορετικές αφετηρίες, μιας τομής σε σχέση με τις μορφικές και νοηματικές δομές της μέχρι τότε λογοτεχνικής παραγωγής. Χαρακτηριστικά αυτής της τομής, είναι η ρήξη με τα μέχρι τότε αφηγηματικά μέσα, οι νέες εκφραστικές μορφές στην ποίηση, το ξεπέρασμα της δομής των αφηγημάτων και η εδραίωση του μυθιστορήματος ως κυρίαρχου είδους, η υπέρβαση του ηθογραφικού - αγροτικού στοιχείου στο περιεχόμενο. Η κοινή απόπειρα όμως της τομής, δεν σημαίνει και την ύπαρξη μιας ενιαίας κατεύθυνσης στις μορφικές και νοηματικές δομές του λογοτεχνικού έργου. Αντίθετα έχουμε μια εκφραστική πολυμορφία, μια νοηματική πολυμέρεια και μια ποικιλία ειδών και τεχνοτροπιών2. Η ομάδα των λογοτεχνών που αναγνώριζε, με κάποια σχετικότητα βέβαια, τον εαυτό της στη ρήξη με το παρελθόν, επικράτησε και εξαπλώθηκε στο πεδίο της λογοτεχνικής παραγωγής, αλλά και σ' αυτό της κριτικής και του δοκιμίου, και παρ' όλες τις αμφισβητήσεις3, έδωσε τελικά το στίγμα της στη δεκαετία.

2. Η μυθοπλασία της γενιάς του '30.

Ένα απ' τα κυριότερα χαρακτηριστικά της τομής στη λογοτεχνική παραγωγή που πραγμάτωσε η γενιά του του '30, είναι η ανάπτυξη και η εδραίωση του μυθιστορήματος. Όπως σημειώνει ο Α. Καραντώνης, ο κατ' εξοχήν κριτικός της γενιάς, «στα 1935, είχε κιόλας σχηματιστεί το κύριο σώμα της νέας πεζογραφίας μας με έργα αξιόλογα και με πλούσιες υποσχέσεις, ενώ ακόμη οι περισσότεροι από τους δημιουργούς της δεν είχαν πατήσει τα τριάντα τους χρόνια»4

Η μυθοπλασία του πεζογραφικού έργου της γενιάς του '30 είναι σύγχρονη με την εποχή μας. Ο χώρος, στον οποίο εκτυλίσσεται είναι ο αστικός χώρος και η δόμηση του: οι πολυσύχναστοι δρόμοι, οι γειτονιές, τα καταστήματα, τα γραφεία, το πανεπιστήμιο, το εργοστάσιο. Όπως διαπιστώνει ο Δ. Νικολαρεϊζης, η νέα πεζογραφία «φανέρωσε την απόφαση της επαφής με τη διακεκαυμένη ζώνη της ελληνικής κοινωνίας, καθώς παρουσιάζεται στα μεγάλα αστικά κέντρα»5. Οι πόλοι, γύρω από τους οποίους εξυφαίνεται είναι οι σύγχρονοι άνθρωποι και τα τωρινά προσωπικά και κοινωνικά τους προβλήματα. Όπως παραδέχεται ο Β. Βαρίκας το μυθιστόρημα «αποτελεί σήμερα τον πιο ολοκληρωμένο τρόπο έκφρασης της εποχής μας. Το ευρύ και πολύμορφο της σύγχρονης ζωής, το πολυσύνθετο της προσωπικότητας, η συνεχής της ροή, με το αντιφατικό των εκδηλώσεων και της ψυχαγωγίας, η κίνηση των ομάδων, που της δημιουργεί μια ξεχωριστή ατομικότητα, μόνο στο μυθιστόρημα κατορθώνουν να εμφανισθούν σ' όλο τους το βάθος»6. Η μυθοπλασία, με κεντρικό άξονα τα βασικά πρόσωπα του έργου και τα προβλήματά τους, εξακτινώνεται σ' ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικών χώρων και καταστάσεων, αναπαριστά τις κοινωνικές σχέσεις, απεικονίζει τις διάφορες πολιτικές και άλλες πρακτικές, καταγράφει μ' ένα «αντικειμενικό» τρόπο τις ιδεολογικές συγκρούσεις και τον κοινωνικό προβληματισμό της εποχής. Οι κοινωνικές ομάδες και κατηγορίες, τα πρόσωπα και οι ήρωες των μυθιστορημάτων, είναι συνήθως και φορείς κοινωνικοπολιτικών ιδεών και πρακτικών, ηθικών αξιών, φιλοσοφικών θέσεων και διάφορων τρόπων ζωής. Η αναπαράσταση όλων αυτών, μέσα από τις διαπλοκές και τις συγκρούσεις ή από την παράλληλη και σχετικά ασύνδετη ανάπτυξη τους, απεικονίζει την κοινωνική κίνηση, πάντα βέβαια μέσα στα πλαίσια που θέτει η «θέαση» του παραγωγού της μυθοπλασίας, του συγγραφέα.

3. Η ιδεολογική συγκυρία και η παρέμβαση της γενιάς του '30.

Ενώ στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο, κυριαρχεί ακόμα το δίπολο βενιζελισμός αντιβενιζελισμός, στο ιδεολογικό πεδίο η διαμάχη έχει μετατεθεί. Η αστική τάξη, μετά τη συντριβή των μεγαλοϊδεατικών οραμάτων της, βλέποντας την πολιτική αστάθεια, (τα στρατιωτικά κινήματα και οι κυβερνήσεις εναλλάσσονταν συνέχεια), και την κοινωνική κρίση που επιταχυνόταν, προσπαθούσε να μεταθέσει τα προβλήματα στον εσωτερικό εχθρό: τον κομμουνισμό. Εκτός απ' τη λήψη διοικητικών κατασταλτικών μέτρων, όπως το ιδιώνυμο7, είχε ήδη κατασκευάσει τον αντικομμουνισμό και τον εθνικισμό, τους πόλους γύρω απ' τους οποίους συγκροτούνταν η κρατική ιδεολογία. «Οι επίσημοι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, Σχολείο, Πανεπιστήμιο, Τύπος, Εκκλησία, ακολουθούν απαρέγκλιτα την ακόλουθη γραμμή πλεύσης: αντικομμουνισμός - εθνικισμός - ελληνοκεντρισμός - γλωσσικός συντηρητισμός - εκπαιδευτικός σκοταδισμός. Είναι τα μεγάλα ιδεολογήματα με τα οποία θα προσπαθήσουν να πειθαρχήσουν το κοινωνικό σύνολο και να γιατρέψουν την τραυματισμένη έννοια του υπερβατικού έθνους»8. Στον αγώνα αυτό στρατεύονται με πάθος, τόσο οι παραδοσιακοί κρατικοί λειτουργοί με τα εξίσου παραδοσιακά και τετριμμένα επιχειρήματα για τη θρησκεία, τη γλώσσα, την οικογένεια, την ιδιοκτησία, όσο και νεώτεροι ιδεολόγοι, κυρίως δημοτιστικές μετά τη διάσπαση του εκπαιδευτικού Ομίλου, που θέλουν να προστατεύσουν την κοινωνία, το κράτος, τους νέους, από τον κομμουνισμό. Και βέβαια το κράτος και οι μηχανισμοί του διακρίνονται για τη διττή τους λειτουργία: και σ' αυτή της ιδεολογίας και της πειθούς, αλλά και σε κείνη της καταστολής και της βίας.

Από την άλλη μεριά της όχθης, ήταν η αριστερά και κυρίως οι κομμουνιστές9. Με την παρέμβασή τους στο πολιτικό, οικονομικό και ιδεολογικό επίπεδο, αποτελούν μια σημαντική συνιστώσα της κοινωνική κίνησης. Η επανάσταση και η ανατροπή της αστικής τάξης είναι το κινητήριο σύνθημα. Παρά τα μέτρα του κράτους, οι μαρξιστικές ιδέες εξαπλώνονται γρήγορα. Στο ιδεολογικό επίπεδο, με το «Ριζοσπάστη», την «Κομέπ» και κυρίως τους «Νέους Πρωτοπόρου;» προσπαθούν να ανατρέψουν και να πολεμήσουν τα ιδεολογήματα των κρατικών ιδεολόγων και των άλλων απολογητών του αστισμού. Εδώ κυριαρχεί ο Δ. Γληνός, που διευθύνει ουσιαστικά, τη μεγάλη αυτή μάχη, με τα άρθρα του, τα δοκίμια του, τις διαλέξεις του. Γύρω από το Δ. Γληνό και τους «Νέους Πρωτοπόρους», συσπειρώνονται αρκετοί διανοούμενοι, όπως ο Ν. Καρβούνης, ο Γ. Κορδάτος, ο Α. Πανσέληνος, η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ο Ν. Κατηφόρης, ο Καρθαίος, ο Ν. Ράντος, ο Θ. Κορνάρος. Ακόμα, οι «Νέοι Πρωτοπόροι» δημοσιεύουν άρθρα του Λένιν, του Κ. Ράντεκ, του Λουνατσάρσκυ, του Μαγιακόφσκυ, του Ρομαίν Ρολλάν, του Μ. Γκόρκυ κ.λ.π. Παράλληλα έχουμε μια πληθώρα εκδόσεων βιβλίων. των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Πλεχάνωφ κ.λ.π. Εκτός από τα έντυπα που ελέγχονταν από τους κομμουνιστές, εκδίδονταν από διάφορες άλλες ομάδες της αριστεράς αξιόλογα περιοδικά με σημαντική παρουσία, όπως η «Σοσιαλιστική Επιθεώρηση» ή το αντιφασιστικό «Σήμερα»10. Παρά τις σφοδρές ενδοαριστερές διαμάχες και αντιθέσεις - είναι χαρακτηριστική η οξύτητα των κατηγοριών που απέδιδαν οι κομμουνιστές στις άλλες ομάδες για σοσιαλφασισμό, συνέπεια βέβαια της γνωστής γραμμής - και τις κάπως σχηματικές θεωρήσεις και απόψεις, η μαρξιστική διανόηση έτεινε να ηγεμονεύσει στο χώρο των διανοουμένων.

Αυτό ήταν το ιδεολογικό πλαίσιο που αντίκρισε μπροστά της η γενιά του '30, όταν έκανε την εμφάνιση της. Υπήρχαν βέβαια και διάφορα άλλα ιδεολογικά υποσύνολα και κινήσεις, που ήταν όμως ασήμαντης εμβέλειας. Ο Γ. Θεοτοκάς ήταν αυτός που εξέθεσε με πιο συστηματικό τρόπο τις θέσεις της. Στο δοκίμιο του «Ελεύθερο Πνεύμα», με το οποίο εισέβαλε ορμητικά στην πνευματική σκηνή, καταγγέλλει την πνευματική μιζέρια που κυριαρχεί, κριτικάρει τους μέχρι τότε θεωρούμενους ηγέτες (Φ. Πολίτης - Γ. Αποστολάκης) και εκφράζει τις απόψεις του για την ιδεολογική κατάσταση της εποχής του: «Μετά τον πόλεμο, οι εθνικιστές και οι μαρξιστές διανοούμενοι επικράτησαν σ' όλες τις ελληνικές συζητήσεις για πολλούς λόγους που δεν είναι ανάγκη να αναπτύξω εδώ (...) Αυτές οι δύο σχολές συγκεντρώνουν ανάμεσα στους Έλληνες διανοούμενους τη μεγάλη πλειοψηφία των πνευμάτων. Η επίδραση τους στη νέα γενεά είναι καταφανής, και αυξάνει νομίζω μέρα με τη μέρα και θ' αυξάνει ως ότου αποφασίσουμε να αντισταθούμε εναντίον αυτής της επικράτησης του πνευματικού μιλιταρισμού. (...) Εθνικιστές και μαρξιστές φιλονικούν βέβαια με αμοιβαίο μίσος, μα είναι κατά βάθος πνεύματα της ίδιας οικογένειας. (...) Έλυσαν οριστικά όλα τα προβλήματα, σταμάτησαν κάθε πνευματική έρευνα, κλείστηκαν μέσα σε μια απόλυτη αλήθεια που την επαναλαμβάνουν μηχανικά σ' όλη τη ζωή τους, αλύγιστοι σαν απολιθωμένοι, ανίκανοι να υποπτευθούν πώς υπάρχουν και διαφορετικές προοπτικές των πραγμάτων. Μισούν και χλευάζουν με τον ίδιο τρόπο την ελεύθερη σκέψη και τις αναζητήσεις των ανήσυχων πνευμάτων. (...) Οι δύο θρησκείες στηρίζονται στην ίδια αρχή: Πίστευε και μη ερεύνα11» .

Ο Γ. Θεοτοκάς παίρνει τις αποστάσεις του και καταγγέλλει τους δύο πόλους της ιδεολογικής σύγκρουσης, τους οποίους ταυτίζει. Τονίζει την αναγκαιότητα υπέρβασης τους. Ουσιαστικά όμως, κηρύττει έναν διμέτωπο αγώνα, ο οποίος θα προσλάβει πιο καθαρή μορφή με την έκδοση του περιοδικού «Ιδέα»12, όταν θα εμπλακεί δηλαδή άμεσα στις πολιτικές διαμάχες. Συνιδρυτές του «Ιδέα» είναι ο Σ. Μελάς και ο Γ. Θεοτοκάς. Στο πρώτο τεύχος διαγράφονται οι στόχοι του περιοδικού: «Στο φιλοσοφικό επίπεδο θα πολεμήσει τις υλιστικές και αιτιοκρατικές θεωρίες που αρνούνται την ελευθερία, την ατομικότητα, το ρόλο της θέλησης, την πίστη στις ανώτερες και πιο ευγενικές δυνάμεις του ανθρώπου και καθορίζουν την ανθρώπινη πρόοδο σαν το αποτέλεσμα της μηχανικής λειτουργίας τυφλών δυνάμεων, που ξεφεύγουν από κάθε ανθρώπινη επίδραση». Παράλληλα θέλουν την αλλαγή: «Αλλά θέλουμε να πραγματοποιηθεί δίχως να σπάσει η συνέχεια του πολιτισμού, δίχως να θυσιάσουμε την πνευματική και ηθική κληρονομιά των αιώνων, δίχως κοινωνικές και εθνικές καταστροφές, δίχως βάρβαρες τυραννίες. Για τούτο θα χτυπήσουμε τα κηρύγματα του ταξικού μίσους και τους τυφλούς φανατισμούς, από οποιονδήποτε και να προέρχονται. Η «Ιδέα» είναι ένα όργανο του ελεύθερου πνεύματος ψηλότερα από τα κόμματα και τις κοινωνικές τάξεις και εναντίον κάθε δημοκοπίας»13. Ο διμέτωπος αγώνας, βέβαια, γρήγορα μετατρέπεται σε μονομέτωπο. Επειδή από τα δύο άκρα, στην Ελλάδα μόνο ο μαρξισμός είχε μαζική οργάνωση και πολιτική πρακτική, ενώ αντίθετα ο εθνικισμός πέρα από μεμονωμένες περιπτώσεις, δεν υπήρξε ποτέ μαζικό κίνημα, ήταν φυσικό τα πυρά να στρέφονται σ' αυτό που είχε δυναμική παρουσία και αντιπροσώπευε ένα άμεσο και υπαρκτό κίνδυνο: τον κομμουνισμό. Το πάθος τους ξαφνιάζει. «Εμπαθής τώρα κι αυτός, στενοκέφαλος και στενόκαρδος, ρίχνεται ολοένα περισσότερο προς τα άκρα, γίνεται όπιο αδιάλλακτος πρωτοστάτης μιας άξεστης, αμόρφωτης και φρενιασμένης παρέας, που δεν είναι ικανή να δημιουργήσει τίποτα εξόν από μίσος»14. Είναι η κριτική και οι απόψεις του Γ. Θεοτοκά για το Δ. Γληνό.

Η προσπάθεια του Γ. Θεοτοκά και της γενιάς του '30, για υπέρβαση του «πνευματικού μιλιταρισμού» απέτυχε. Η παρέμβαση τους, ήταν παρέμβαση στο εσωτερικό της αστικής ιδεολογίας. Η προσπάθεια τους να ανανεωθεί ο αστικός λόγος, να ανατραπούν οι ξεπερασμένες ιδέες, να δημιουργηθούν νέα ιδανικά, προσέκρουσε τόσο στα δικά τους όρια αντίληψης και ερμηνείας της κοινωνίας15, όσο και στα όρια που έθετε συνολικά η πολιτική της αστικής τάξης: τα όρια της χρεοκοπίας.

4. Οι κομμουνιστές στη μυθοπλασία.

Οι συγγραφείς της «γενιάς του 30», που φιλοδοξούσαν να αναπαραστήσουν στις μυθοπλασίες των έργων τους την κοινωνική κίνηση της εποχής τους, ήταν αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν τη συμμετοχή και παρέμβαση σ' αυτή των κομμουνιστών. Έτσι, ήταν φυσικό να εμφανίζονται οι φορείς που επαγγέλονταν την ριζική αλλαγή της κοινωνίας και οι αντίστοιχες ιδέες και πρακτικές στις αναπαραστάσεις της μυθοπλασίας. Οι κομμουνιστές εμφανίζονται, είτε ως δρώντα υποκείμενα - πρόσωπα και ήρωες στην ανέλιξη της μυθοπλασίας, είτε ως δεδομένα του κοινωνικού περίγυρου που αναπαρίσταται. Απ' αυτήν την εμφάνιση και την απεικόνιση της από τους συγγραφείς, θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε και να συγκροτήσουμε μια άποψη, για την εικόνα του κομμουνιστή στη μυθοπλασία της γενιάς του '30.

Η επιλογή των λογοτεχνικών έργων, στα οποία αναφερόμαστε παρακάτω, έγινε για τον προφανή λόγο της συμμετοχής και δράσης των κομμουνιστών στη μυθοπλασία τους. Εκτός όμως απ' αυτό οι συγγραφείς τους είναι αρκετά αντιπροσωπευτικοί της γενιάς του '30. Τα ίδια δε τα λογοτεχνικά έργα κατέχουν μια σημαντική θέση στη λογοτεχνική παραγωγή της γενιάς, αλλά και συνολικά στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Τα έργα αυτά είναι: «Αργώ», του Γ. Θετοκά, ο πρώτος τόμος της οποίας κυκλοφόρησε το 1933 και ολοκληρώθηκε με το δεύτερο το 1936, οι «Δεσμώτες» του Αγγέλου Τερζάκη οι οποίοι εκυκλοφόρησαν το 1932, η «Δασκάλα με τα χρυσά μάτια» του Σ. Μυριβήλη, η οποία κυκλοφόρησε το 1933 και ο «Γιούγκερμαν» του Μ. Καραγάτση που κυκλοφόρησε το 1936.

5. Εικόνες των κομμουνιστών.

Οι κομμουνιστές εμφανίζονται συλλογικά, όταν στη μυθοπλασία αναπαρίστανται διάφορες πρακτικές κοινωνικών τάξεων ή κατηγοριών, όπως οι εργάτες και οι φοιτητές. Ο Γ. Θεοτοκάς, στην «Αργώ», αναπαριστά (εκτός των άλλων) και φοιτητικούς χώρους και τις διάφορες συγκρούσεις που διεξάγονταν εκεί. Οι φοιτητές, φορείς διαφόρων ιδεολογιών, συζητούσαν και συγκρούονταν με ιδιαίτερο ενθουσιασμό και μαχητικότητα. Ο μαρξισμός, έχοντας κατακτήσει έναν μεγάλο αριθμό φοιτητών, ήταν μια ισχυρή τάση, γεγονός που εκδηλωνόταν αρκετά συχνά και με κάθε αφορμή. Οι κομμουνιστές εμφανίζονται όταν γίνεται λόγος για το φοιτητικό σωματείο «Αργώ» και τη συνέλευση του. «Ένας κομμουνιστής ρήτορας το είχε παραξηλώσει. Μίλησε κοροϊδευτικά για την παρθενιά της Παναγίας και είπε πως ο Ιησούς Χριστός ήταν δημοκόπος, καταφερτζής και αριβίστας. Πρόσθεσε μάλιστα πως το μαρτύριο του Γολγοθά είναι ο πιο αριβιστικός θάνατος που μνημονεύει η Ιστορία»16. Ο πρόεδρος της συνέλευσης - ο οποίος είναι ένας από τους κεντρικούς ήρωες του μυθιστορήματος - του αφαίρεσε το λόγο με αποτέλεσμα να επακολουθήσει φασαρία και τελικά οι κομμουνιστές «με τη συνηθισμένη αλληλεγγύη τους φορέσανε τα καπέλλα τους και φύγανε όλοι μαζί, χτυπώντας δυνατά τα πόδια τους και τα μπαστούνια τους στο πάτωμα και τις σκάλες». Μια άλλη αναφορά γίνεται όταν πρωτοεμφανίζεται ο τμηματάρχης της εθνικής βιβλιοθήκης, τον οποίο «οι κομμουνιστές τον κατηγορούσαν ωστόσο πως μεροληπτούσε εναντίον τους, τον λέγανε κιόλας πως είτανε κατάσκοπος της αστυνομίας για να παρακολουθεί τις επαναστατικές κινήσεις των φοιτητών, κι ο Δαμιανός Φραντζής (ένας απ' τους ηγέτες των κομμουνιστών φοιτητών) του είχε κόψει επιδεικτικά το χαιρετισμό. Η αλήθεια είναι πως ο Λάμπρος Χρηστίδης (ο τμηματάρχης) δεν αγαπούσε τους φανατικούς»17. Τα χαρακτηριστικά των κομμουνιστών φοιτητών, όπως τους περιγράφει ο Γ. Θεοτοκάς, είναι η προκλητικότητα, η ασέβεια, η άρνηση των άλλων απόψεων, ο φανατισμός, η καχυποψία. Επίσης τονίζεται το γεγονός της αλληλεγγύης και της καλής οργάνωσης τους. Αντίθετα, οι λεγόμενοι «φιλελεύθεροι», όπως εμφανίζονται με τη μορφή του προέδρου της συνέλευσης, υπεραμύνονται της ελευθερίας της σκέψης.

Συνεχίζοντας ο Θεοτοκάς τις περιγραφές των ιδεολογικών συγκρούσεων των φοιτητών και της γενικής συνέλευσης, φτάνει στην υπερβολή και την καρικατούρα όταν δείχνει τη συνέλευση να έχει σαν θέμα ψηφοφορίας την ύπαρξη ή όχι του θεού και παρουσιάζει τους κομμουνιστές να ψηφίζουν κατά, τους δε άλλους υπέρ.

Στο ίδιο μυθιστόρημα, ο Θεοτοκάς περιγράφει και την εκδήλωση ενός στρατιωτικού κινήματος καθώς και τις αντιδράσεις που ξεσήκωσε. Ανάμεσα στις αυθόρμητες και ανοργάνωτες διαδηλώσεις του πλήθους, ξεπροβάλλει και η διαδήλωση των κομμουνιστών «που ασφαλώς ήξεραν τι ζητούσαν. H νέα αυτή διαδήλωση είτανε σιωπηλή σχεδόν αργή, μα πιο σφιχτοδεμένη, πιο στερεή στα πόδια της. Τα πρόσωπα των μελών της, σφιγμένα, τραχιά, αποφασισμένα, θαρρείς για το κάθε τι. Στην πρώτη γραμμή είτανε μερικές γυναίκες ντυμένες οι περισσότερες με μαύρα, νέες ακόμα, αδύνατες, παθιασμένες, κοιτάζοντας ίσια μπροστά με βλέμμα ανέκφραστο, σαν υπνωτισμένες»18. Επίσης «μία κόκκινη σημαία ανέμιζε πάνω τους. Ο Μανώλης Σκυριανός (σημ: ο πρόεδρος της συνέλευσης που αναφέραμε πιο πάνω) την είδε κι ανατρίχιασε». Οι διαδηλωτές και κυρίως οι γυναίκες τραγουδούσαν τη Διεθνή, αυτόν τον «φανατικό παιάνα μίσους και πίστης».

Τα χαρακτηριστικά που τονίζονται εδώ, είναι η πειθαρχία και η αποφασιστικότητα. Παράλληλα, η χρήση ορισμένων λέξεων-κλειδιά, όπως σιωπηλή, σφιχτοδεμένη, πρόσωπα τραχιά, ντύσιμο μαύρο, παθιασμένες, παιάνας μίσους κλπ., προκαλεί διάφορους συνειρμούς και λειτουργεί τρομοκρατικά. Βλέπουμε ότι οι κομμουνιστές δεν είναι σαν τους άλλους ανέμελοι, με διάθεση «να γίνει ντόρος, για να γελάσουμε, για να δείξουμε ποιοι είμαστε εμείς οι νέοι», αλλά άνθρωποι φοβερά πειθαρχημένοι, σκληροί, αποφασισμένοι για όλα, απάτριδες μια και τραγουδούν τη Διεθνή και όχι τον εθνικό ύμνο, φορτωμένοι μίσος και φανατισμό: είναι λοιπόν διαφορετικοί και επικίνδυνοι.

Μια άλλη διαδήλωση εργατική καθαρά, περιγράφει και ο Α. Τερζάκης στο μυθιστόρημα του «Δεσμώτες». Παραμένει όμως σε μια καθαρά λογοτεχνική περιγραφή για «μάζες φουσκωμένες στους έρημους δρόμους μ ' έναν υπόκωφο παφλασμό», για την «πελώρια κόκκινη σημαία» και το «σκυθρωπό εμβατήριο»19

Ο Μ. Καραγάτσης στο μυθιστόρημα του «Γιούγκερμαν», περιγράφει τον ερχομό, τις περιπέτειες και τη σταδιοδρομία στον τραπεζικό και βιομηχανικό τομέα ενός Ρώσσου εμιγκρέ. Όταν, σύμφωνα με τη μυθοπλασία, αναλαμβάνει τη διεύθυνση ενός εργοστασίου υφαντουργίας, έρχεται αντιμέτωπος με τους κομμουνιστές εργάτες. Ο Μ. Καραγάτσης, αρχίζει τις αναφορές του στους εργάτες, μέσα απ' τις σεξουαλικές παρατηρήσεις - το σεξουαλικό στοιχείο παίζει κεντρικό ρόλο σ' όλη την παραγωγή του Καραγάτση - του αφεντικού Γιούγκερμαν. Ένα άλλο πρόσωπο του μυθιστορήματος, ο Κλέος, τον προειδοποιεί «ότι αυτοί, (οι εργάτες σημ.), θέλουν να τα φτιάχνουν μαζί τους ελεύθερα, και ούτε έχουν prejuges moraux. Μα σαν τολμήσει να βάλει χέρι ο patron, τότε παρουσιάζονται οι Meneurs, φωνάζοντας για την ξεδιαντροπιά των κεφαλαιοκρατών, ετσετερά». Με αφορμή τις παρατηρήσεις του Κλέου «ο Γιούγκερμαν κατάλαβε γρήγορα αυτό το πνεύμα, που καλλιεργούσαν συστηματικά στο σύνολο των εργατών οι μαρκαρισμένοι «κόκκινοι»: ένα πνεύμα δημιουργίας συστηματικού μίσους, σιγανού φαρμακωμού. Πιάνονταν πάνω σ' οποιαδήποτε αφορμή γελοία, παράλογη· της έδιναν εντυπωσιακό πλαίσιο, και τη ρίχναν μέσα στην εργατιά, σαν μπουρλότο». Σαν παράδειγμα των παραπάνω ο Μ. Καραγάτσης αναφέρει το πάθημα ενός άλλου εργοστασιάρχη, ο γυιός του οποίου πήγαινε με μια εργάτρια στο γραφείο κάποιου επιστάτη και την «περιβουτούσε». «Αυτό ο 'κόκκινος πυρήνας' του εργοστασίου το πήρε χαμπάρι. Συνεδρίασε περί δια μακρών, πήρε οδηγίες απ' το κόμμα κι αποφάσισε να εκμεταλλευθεί την υπόθεση. Έτσι μια μέρα, όλο το εργοστάσιο φώναζε αγανακτισμένο πως ο γυιός τον αφεντικού εκβιάζει τα κορίτσια της φτωχολογιάς. Τον αναβρασμό τον πύρωναν ‘οι κόκκινοι', με την συνηθισμένη τους σάλτσα περί λαοαιμοποτών, εκμεταλλευτών, σάπιων παλιανθρώπων, κεφαλαιοκρατών κι ασυνείδητων μπουρζουάδων». Τελικά το αφεντικό πλήρωσε. «Έσκυψε αδύναμος στον «τάχα» ηθικό εκβιασμό του «κόκκινου πυρήνα» των δέκα ανθρώπων, που σκότιζαν το μυαλό πεντακοσίων άλλων, με φαρμακερές μπούρδες».

Όμως ο Γιούγκερμαν ήξερε τον τρόπο να αντιμετωπίσει τους κόκκινους. «Τέτοιοι πυρήνες υπήρχαν και στα τρία εργοστάσια της Γόρτυς (σημ. η εταιρία που έχει τα εργοστάσια). Μα ο Γιούγκερμαν δεν τους έδινε μεγάλη σημασία. Ήξερε αυτός από κομμουνιστές· τους πολέμησε δύο χρόνια στη Ρωσσία. Δεν άξιζαν μεγάλα πράματα μπροστά σ' έναν αποφασισμένο κι ήρεμο άνθρωπο, αρκεί να μην είχαν πλάτες στην πολιτική. Είχε μαρκάρει τα κακά κεφάλια του εργοστασίου Πειραιώς. Καμμιά εικοσαριά όλοι όλοι. Μα δούλευαν τους άλλους χίλιους, τους κρατούσαν σ' αναβρασμό, τους ανακάτευαν, κάναν φασαρία σα να ήταν διακόσιοι. Ο Γιούγκερμαν αποφάσισε να τους εξουδετερώσει με το δίκο του σύστημα. Για να λείψει κάθε άμεση αιτία δυσαρέσκειας, έκανε μια μεγάλη σειρά αυξήσεων. Κανόνισε τις ώρες εργασίας και δημιούργησε διάφορες οικονομικές ευκολίες για τους εργάτες του: πρατήριο πλουσιότατο σε είδη, με τιμές κόστους· πούλημα υφασμάτων σε τιμές κάτω απ' την αξία· ιατρική περίθαλψη και φάρμακα δωρεάν άδειες με αποδοχές κλπ». Εκτός όμως από τα «φιλεργατικά» μέτρα ο Γιούγκερμαν «βρήκε δεκαπέντε ανησυχαστικούς και ανήσυχους τύπους και τους μαλάγρεψε άλλους με χρήματα, άλλους με κολακείες, άλλους με υποσχέσεις κι έφτιαξε μια «διμοιρία εμπιστοσύνης». Από κει προσπάθησε να πληροφορηθεί - και είχε τρόπο - για το παρελθόν των μελών του πυρήνα. Βρήκε πολλά αδύνατα σημεία: ποινικά μητρώα, σκοτεινές ιστορίες, κρυφά κοντύλια του κόμματος κλπ. Κατατόπισε τους «διμοιρίτες» του κι άρχισε η εκστρατεία. Κάθε φορά που κανένας «κόκκινος» προσπαθούσε να δημιουργήσει ανησυχία, πεταγόταν με τρόπο ο διμοιρίτης κι αμολούσε τo φαρμακερό λογάκι του, γεμάτο υπονοούμενα. Ο πόλεμος βάσταξε πολύ, με διάφορες φάσεις και περιπέτειες.' Μα στο τέλος, ο Γιούγκερμαν βγήκε νικητής. Ο πυρήνας διαλύθηκε και τα μέλη του αναγκάστηκαν να φύγουν απ' το εργοστάσιο»20

Ο Μ. Καραγάτσης στο «Γιούγκερμαν» συλλαμβάνει τον οικονομικό και κοινωνικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Βλέπουμε την καπιταλιστική ανάπτυξη και μάλιστα σ' ένα προχωρημένο στάδιο, αυτό της συγχώνευσης του βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου και την ένταση της ταξικής πόλωσης η οποία τοποθετείται και στη μήτρα παραγωγής της: το εργοστάσιο. Η οπτική του Καραγάτση όμως είναι η οπτική του αφεντικού Γιούγκερμαν. Έτσι έχουμε μια αντιστροφή της πραγματικότητας. Δεν είναι τα αφεντικά που εκμεταλλεύονται τους εργάτες, αλλά οι κομμουνιστές εργάτες που χρησιμοποιούν κάθε «γελοία και παράλογη» αφορμή για να εκμεταλλευθούν τα αφεντικά τους. Ενώ είναι «ανήθικοι» μεταξύ τους, χρησιμοποιούν την «ανηθικότητα» τους, για να εκβιάζουν τ' αφεντικά τους. Είναι ανεξήγητα φορείς τους μίσους απέναντι στα αφεντικά, δημαγωγοί και λαοπλάνοι με «φαρμακερές μπούρδες». Φυσικά ή ταξική καταπίεση και εκμετάλλευση δεν αναφέρονται, ούτε περιγράφονται στη μυθοπλασία. Έχουν ποινικά μητρώα και είναι μπλεγμένοι σε σκοτεινές ιστορίες. Έτσι η ιδεολογικοπολιτική τους θέση ταυτίζεται με την κοινή εγκληματική παραβατικότητα. Ακόμα χρηματοδοτούνται με μυστικά κονδύλια, προφανώς από τη Ρωσία. Αποδεικνύονται έτσι, ξενόφερτοι και πράκτορες. Οι κομμουνιστές εργάτες λοιπόν είναι ύποπτοι για πολλά και επικίνδυνα. Γι αυτό είναι νόμιμο να εξουδετερωθούν με κάθε μέσο: είτε με τα πρώιμα «σοσιαλδημοκρατικά» μέτρα του Γιούγκερμαν, είτε κυρίως με την πιο κλασική μέθοδο των χαφιέδων, των τραμπούκων και της οίας. Και φυσικά, σύμφωνα με τη μυθοπλασία του «Γιούγκερμαν», ένας «αποφασισμένος και ήρεμος άνθρωπος» τους εξουδετερώνει εύκολα.


Εκτός απ' τις γενικές αναφορές και τις αναπαραστάσεις των πρακτικών των κομμουνιστών, που ανήκουν σε διάφορες κοινωνικές τάξεις ή κατηγορίες, στη μυθοπλασία της γενιάς του '30, υπάρχουν και κάποιοι ήρωες, συνήθως στο περιθώριο της ανέλιξης της μυθοπλασίας, οι οποίοι δρουν ή αποκαλύπτονται ως κομμουνιστές. Έχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε τα χαρακτηριστικά της εμφάνισης τους και των πρακτικών τους, γιατί η συγκεκριμένη αναφορά είναι πιο πλήρης και μπορούμε πιο εύκολα έτσι να συγκροτήσουμε μια αντίληψη για την εικόνα του κομμουνιστή στη γενιά του '30.

Ένας τέτοιος ήρωας είναι ο Δαμιανός Φραντζής, στην «Αργώ» του Θεοτοκά. Είναι ο ηγέτης των αριστερών φοιτητών, στο γνωστό φοιτητικό σωματείο. Ο συγγραφέας αναπτύσσει με αρκετά περιεκτικό τρόπο την προσωπικότητα του Φραντζή. Στο πρόσωπο του, θα λέγαμε ότι συμπυκνώνεται η πορεία μιας γενιάς κομμουνιστών, των χρόνων πριν και μετά το 1930, πάντα βέβαια μέσα από την ιδιαίτερη οπτική του Θεοτοκά. Στο μυθιστόρημα, αφιερώνει μια ολόκληρη ενότητα, 95 σελίδων (139-228 σελ. Α' τόμος), στην εξιστόρηση της ζωής και της ιδεολογικής του πορείας. Ό Δ. Φραντζής είναι από τους λίγους κομμουνιστές που παρουσιάζεται ως φανατικός μεν, αλλά και συγκροτημένος διανοούμενος. Στο σπίτι του υπάρχουν βιβλία αρχαίων συγγραφέων, ιστορίες της φιλοσοφίας, ψυχολογίας, η «Ηθική» του Σπινόζα, η «Λογική» του Χέγγελ, το «Κεφάλαιο», βιβλία των Ένγκελς, Κάουτσκυ, Πλεχάνωφ, Μπουχάριν, Λένιν, Τρότσκυ κλπ, κομμουνιστικά περιοδικά της εποχής, όπως η «Κομέπ», το «Αρχείο» οι «Πρωτοπόροι». Η συγκρότηση του φαίνεται, όταν για παράδειγμα, συζητώντας μ' ένα εθνικιστή φοιτητή για την επανάσταση του '21 λέει: «Η ελληνική επανάσταση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια εκδήλωση τοπική, της μεγάλης αστικής επανάστασης, που ξέσπασε σ' όλη την Ευρώπη τα τέλη τον XVIII αιώνα και τις αρχές τον ΧΙΧον...»21. Ο φανατισμός του και η πίστη στο κόμμα διακρίνεται στις κουβέντες με τους αντιπάλους του, όταν για παράδειγμα, λέει στον αντίπαλο υποψήφιο πρόεδρο του φοιτητικού σωματείου «Αργώ»: «Να σου πω την αλήθεια μέσα μου παρακαλώ να μην φύγεις, γιατί εσύ κρατάς την ενότητα. Μα το χρέος μου είναι να σε πολεμήσω με όλα τα δυνατά μου. Τέτοια εντολή έλαβα. Καταλαβαίνεις εμείς υπακούμε σε μια ιδέα». Γόνος μιας οικογένειας ξεπεσμένων εμπόρων της Πόλης, γρήγορα ξεφεύγει από την επιρροή της και διψώντας για μάθηση και σπουδές, καταφεύγει σ' ένα θείο του παπά και μπαίνει στη θεολογική σχολή της Χάλκης! Γρήγορα διακρίνεται για τις μελέτες του, αλλά ταυτόχρονα αρχίζει να δείχνει και τάσεις αμφισβήτησης. Χαρακτηριστικά αναφέρεται μια συζήτηση με το θείο του για την άλωση της Πόλης, όπου στα ανιστορικά μυθεύματα του θείου του, απαντά με λογικά, τεκμηριωμένα επιχειρήματα (σελ. 171 Α' τόμος). Ο Δ. Φραντζής μετά τη μικρασιατική καταστροφή, έρχεται στην Αθήνα. Γράφεται στη θεολογική σχολή, αλλά γρήγορα μεταγράφεται στη φιλοσοφική, δουλεύοντας κιόλας σαν γραφιάς σ' ένα υπουργείο. Ύστερα από ένα χρόνο, αφήνει το υπουργείο και δουλεύει σαν διορθωτής σε μια επαναστατική εφημερίδα, έχοντας ήδη γίνει και μέλος της κομμουνιστικής Νεολαίας. Αρκετά ενδιαφέρουσα είναι η ερμηνεία του Γ. Θεοτοκά για τη μεταλλαγή του Φραντζή από σπουδαστή της θεολογίας σε συνειδητό κομμουνιστή. Την αποδίδει πρώτα στο κενό, που ένοιωσε μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Αποκομμένος από το περιβάλλον της πατρίδας του και τις παραδόσεις της, με χαμένη την πίστη στην ορθοδοξία, επακόλουθο της καταστροφής μια και για τον Φραντζή ήταν συνδεδεμένη με την πόλη και τους μύθους της και, τέλος, πρόσφυγας στην Αθήνα. Καταφύγιο του ήταν η μελέτη. Ταυτόχρονα όμως άρχισε να εξετάζει τον κοινωνικό περίγυρο. Βλέπει την πολιτική κατάσταση, τις στρατιωτικές επεμβάσεις, τους εξαθλιωμένους πρόσφυγες και τη φτωχολογιά. το διαφορετικό τρόπο ζωής των πλουσίων, αντιλαμβάνεται tic κοινωνικέ: αντιθέσεις. Όταν διαβάζει το Κομμουνιστικό Μανιφέστο βάζει σε μια τάξη τις μέχρι τότε μελέτες του και εμπειρίες. Εκτός από τη διανοητική ικανότητα της ερμηνείας της κοινωνικής πραγματικότητας, το μανιφέστο τον πείθει ακόμα πιο πολύ για το όραμα μιας άλλης κοινωνίας και το ολόψυχο δόσιμο για την πραγμάτωση του. Έτσι ο Δ. Φραντζής ενώ συστηματοποιεί περισσότερο τις μελέτες του, ταυτόχρονα αγωνίζεται φανατικά για το Κόμμα. Αποποιείται διάφορες δελεαστικές προτάσεις για υποτροφίες και καριέρες στο πανεπιστήμιο. «Μήτε ήθελε να πιάσει στα χέρια του χρήματα του κράτους, αφού ήταν εχθρός τον κράτους, κι έμελλε να το πολεμήσει σ' όλη τη ζωή του»23 Αρνείται τη βοήθεια από ένα υπουργό, τον Παύλο Σχινά, (από τους ήρωες του μυθιστορήματος), όταν αυτός ενδιαφέρεται: «- Πότε παίρνεις το δίπλωμα; - φέτος, - Ύστερα τι θα κάνεις; - Το κόμμα θ' αποφασίσει»24. Συλλαμβάνεται ως πρωταίτιος των ταραχών, που ακολούθησαν το στρατιωτικό κίνημα που ξεσπά στο μυθιστόρημα. Δραπετεύει όμως από τη φυλακή με τη βοήθεια ενός συντρόφου του λοχία και φεύγει στη Σοβιετική Ένωση. Τον ξανασυναντάμε αργότερα στην Ιταλία, ολότελα απογοητευμένο από το καθεστώς της Σ. Ένωσης, διωγμένο από το Κόμμα, ως τροτσκιστή. Εκεί αποπειράται να δολοφονήσει το Μουσολίνι. Αποτυγχάνει και εκτελείται στον τόπο της απόπειρας

Ο Γ. Θεοτοκάς παρουσιάζει τον Δ. Φραντζή, όταν περιγράφει τις πολιτικές του πρακτικές, σκληρό, απόλυτο, φανατισμένο και πιστό στο Κόμμα και το όραμα. Άλλωστε ο ίδιος ο Θεοτοκάς στα «Ημερολόγια της Αργώς» όταν αναφέρεται στον Παπασίδερο, (το θείο του Δ. Φραντζή, τον παπά) γράφοντας ότι είναι ίσως ο πιο δυνατός τύπος της Αργώς προσθέτει: «εξόν αν είναι δυνατότερος του ο Δαμιανός Φραντζής»25. Παρόλο όμως, που βλέπουμε ότι η στράτευση του ήταν και προϊόν της γνώσης της κοινωνικής πραγματικότητας, όταν είναι μόνος, κλεισμένος στον εαυτό του, διχάζεται. Σκέφτεται μηδενιστικά, βλέπει τη ζωή να φεύγει χωρίς να την απολαμβάνει. Μια άλλη τραγική του στιγμή μας δείχνει ο συγγραφέας όταν, περιγράφοντας τις ταραχές που επακολούθησαν το στρατιωτικό κίνημα, βλέπουμε τον Δαμιανό να πυροβολεί και να σκοτώνει τον αξιωματικό που τους καλούσε να διαλυθούν. «Είχε τραβήξει ο Δαμιανός, ξερός, χλωμός σαν το κερί, δαγκώνοντας βαθιά τα χείλια του, που μάτωσαν. Έτσι του ήρθε εκείνη τη στιγμή να προκαλέσει το ανεπανόρθωτο μια ώρα αρχύτερα, να γίνει ό,τι γίνει, προτού προφτάσει κανείς να πτοηθεί, τώρα που είτανε ζεστά τα πράγματα κι η ορμή του πλήθους έμοιαζε ακατάβλητη»26. Την ενέργεια του αυτή, ο συγγραφέας την αφήνει διφορούμενη, και έτσι δεν ξέρουμε αν ο Δαμιανός ενήργησε απλά από αδυναμία και απερισκεψία μπροστά στην ένταση της στιγμής ή λειτούργησε προμελετημένα για να εκμεταλλευθεί τον παλμό και την ορμή του πλήθους.

Σιγά σιγά στην ανέλιξη της μυθοπλασίας, ο Δ. Φραντζής μεταβάλλεται από ένα ένθερμο αγωνιστή του Κόμματος σε ένα τραγικό πρόσωπο. Βιώνει έντονα την αποτυχία του οράματος του. Και εδώ κάνει την εμφάνιση της και η προηγούμενη παράδοση του, η ελληνορθόδοξη. Είναι χαρακτηριστικός ένας διάλογος ανάμεσα στον Δ. Φραντζή και τον Νικηφόρο Νοταρά, ένα άλλο ήρωα του μυθιστορήματος. «- Όχι! αποκρίθηκε ο άλλος (ο Δ. Φ.) κοφτά. Δεν είμαι πια στο Κόμμα. Το ύφος τον είχε γίνει ακόμα πιο κλειστό. Φαινότανε αποφασισμένος να μην ξανοιχτεί σ' αυτό το σημείο. Πρόσθεσε ωστόσο με κάποια βιαιότητα: - Στην Ελλάδα είμουνα ένας ορθόδοξος επαναστάτης. Στη Ρωσία ανακάλυψα πως είμαι αιρετικός. Πάντως έτσι μου είπανε. Μου είπανε ακόμα πως η επανάσταση δεν με θέλει. Και 'γω στο τέλος το πήρα απόφαση και ακολούθησα την αίρεση. - Είσαι γνήσιος Έλληνας, είπε ο Νικηφόρος. - Και μάλιστα βυζαντινός, αποκρίθηκε ο άλλος27

Έτσι κάνει την εμφάνιση της και η λεγόμενη «ιδιοπροσωπία» του Έλληνα, του ανέκαθέν αιρετικού. Και βλέπουμε το τελικό αποτέλεσμα αυτών των διαδοχικών αιρέσεων του Φραντζή, τη μια φορά απέναντι στην ελληνορθόδοξη παράδοση του, την άλλη απέναντι στον επίσημο φορέα της επανάστασης: μια ακόμη αποτυχημένη μηδενιστική εντυπωσιακή πράξη, για να ξορκίσει το χαμένο όραμα και το μάταιο της επανάστασης. Και φυσικά καταλαβαίνουμε και το ηθικό δίδαγμα.

Στη μυθοπλασία της «Αργώς» όμως εμφανίζονται και συμμετέχουν και άλλα πρόσωπα, τα οποία δηλώνονται κομμουνιστές. Ένας από τους νεκρούς των συγκρούσεων των κομμουνιστών με το στρατό μετά το κίνημα είναι και ο Λίνος, ο μικρότερος γυιός του καθηγητή Νοταρά. Παρουσιάζεται σαν ένας έφηβος καταπιεσμένος στο πνιγηρό περιβάλλον της οικογένειας Νοταρά. Όταν ο καθηγητής τον πιάνει να κάνει έρωτα με τη νεαρή υπηρέτρια και τον προσβάλλει χτυπώντας τον, ο Λίνος εξεγείρεται. Αρπάζει μια τσάντα με λεφτά και το σκάει από το σπίτι με σκοπό να φύγει σ' άλλους τόπους. Χαρακτηριστικές είναι οι σκέψεις που αποδίδει ο Θεοτοκάς στο Λίνο μετά τη φυγή του: «μια κρυφή περηφάνεια γέμιζε την ψυχή τον Λίνου και τον έκαμε να τρέμει τώρα, από αγαλλίαση. Είχε αποκτήσει επιτέλους μια γυναίκα, για πρώτη φορά στη ζωή του, είχε μπει βαθιά βαθιά, μες το κορμί της γυναίκας, είχε τσαλαπατήσει όλους τους κανόνες της καθιερωμένης, της αστικής ηθικής, είχε παρανομήσει, είχε βουτήξει τα χρήματα που δεν του ανήκαν είχε κόψει κάθε δεσμό, κάθε σχέση με την οικογένεια του, με το περιβάλλον του, έφευγε μονάχος του προς το άγνωστο - ήταν ο Άσωτος Υιός!»2 *. Όλος όμως αυτός ο ενθουσιασμός της εξέγερσης του, καταλήγει σε μια άσχημη περιπέτεια με μερικούς τύπους του υποκόσμου και ο Λίνος καταλήγει ξανά στο σπίτι του ταπεινωμένος. Τον πόθο της φυγής τον αντικατέστησε τώρα μια ανάγκη: να ξεπεράσει την ταπείνωση του με μια άλλη πράξη πιο ηρωική. Το Λίνο τον συναντάμε ξανά στην κομμουνιστική διαδήλωση και αργότερα νεκρό στο πεζοδρόμιο. Η συμμετοχή του Λίνου στη διαδήλωση, φαίνεται ότι ήταν καθαρά αποτέλεσμα των ψυχολογικών του προβλημάτων. Η διαδήλωση ήταν ένα μέσο για να αποδείξει τον ηρωισμό του και να εντυπωσιάσει. Έτσι ο νεκρός διαδηλωτής, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένας νεκρός εξεγερμένος απέναντι στο περιβάλλον του, που στρατεύτηκε για εντυπωσιασμό και μόνο.

Μια άλλη περίεργη φιγούρα κομμουνιστή στο ίδιο μυθιστόρημα είναι ο λοχίας Πικιός. Είναι αυτός που βοηθά τον Δ. Φραντζή και άλλους δύο συντρόφους του να δραπετεύσουν από τη φυλακή. Ο Πικιός όμως, αρνείται να ακολουθήσει του δραπέτες στη Σ. Ένωση μια και γι' αυτόν «τίποτα δεν έχει νόημα. (...) στο κόμμα πήγαινε από συνήθεια και ποτέ δεν έδωσε σπουδαιότητα»29. Απογοητευμένος, έχοντας φτάσει σε μια μηδενιστική αντίληψη για τη ζωή, η οποία είναι αναιτιολόγητη στο μυθιστόρημα, αυτοκτονεί χωρίς άλλη εξήγηση. Και δω, ένας κομμουνιστής, μάλιστα και μέλος του κόμματος, παρουσιάζεται, ανεξήγητα, απογοητευμένος, με μια αίσθηση μηδενισμού και αποτυχίας. Τη στράτευση του, τη διαδέχεται η παραίτηση στην πιο ωμή της εκδοχή, την αυτοκτονία.

Στο μυθιστόρημα του Α. Τερζάκη «Δεσμώτες», ένας από τους κεντρικούς ήρωες είναι ο Φώτος. Είναι ένας νεαρός ο οποίος ζει με τη μητέρα του και την αδελφή του. Μεγάλωσε και αναπτύχθηκε σ' ένα μίζερο και πνιγηρό οικογενειακό περιβάλλον. Ο πατέρας, έχοντας ασχοληθεί με την πολιτική απέτυχε και πέθανε χρεοκοπημένος. Η μητέρα αργοπεθαίνει άρρωστη. Η μελαγχολική αδελφή του, νοιώθει αποκλεισμένη από τη ζωή. Ο ίδιος απομονωμένος και κλειστός, άρρωστος από παιδί, βλέπει τη μητέρα του να πεθαίνει, απολύεται από τη μίζερη δουλειά του και νοιώθει μια τρομερή απογοήτευση από ένα ανολοκλήρωτο έρωτα. Η μυθοπλασία αναπαριστάνει τις πνιγηρές μικροαστικές σχέσεις και τους φορείς τους καθώς και τους χώρους στους οποίους κινούνται. Η αίσθηση της μιζέριας και του εγκλεισμού σ' αυτές είναι απόλυτη. Και ξαφνικά, βλέπουμε τον Φώτο να είναι ένα από τα θύματα των συγκρούσεων ανάμεσα στους εργάτες και το στρατό, χωρίς να έχει γίνει μέχρι τώρα νύξη για οποιαδήποτε σχέση του Φώτου με τους κομμουνιστές.

Χαρακτηριστική είναι μια παράγραφος: «- Ο Φώτος... Ο Φώτος μαζί με 'κείνους, έλεγε σα μοναχή της, η Αγνή. Μα γιατί, θε μου! γιατί; και σύγκαιρα μια παλιά, αόριστη εντύπωση ανέβαινε στη θύμηση της, ότι μέσα στο Φώτο Γαλάνη, υπήρχε ανέκαθεν κάτι άγνωστο, κρυφό»30

Βλέπουμε και δω το ίδιο μοτίβο: ο νεαρός ήρωας, συμμετέχει στη διαδήλωση από απόγνωση για τα συσσωρευμένα ψυχολογικά, ερωτικά προβλήματα, τη μιζέρια του και το μίσος του για τη ζωή.

Κομμουνιστές εμφανίζονται και στο μυθιστόρημα «Δασκάλα με τα χρυσά μάτια» του Σ. Μυριβήλη. Είναι μια φοιτητική παρέα, γύρω απ' το Μένο, το γυιό του εργοστασιάρχη του τόπου. «Παρέα φασαριώδικη, που μονομιάς άρχισε να σκανταλίζει και να προκαλεί τα 'αγνά ήθη' του Μεγαλοχωρίου»31. Έχοντας σκοπό να καταπλήξουν μάλλον τους χωρικούς, τους λέγαν για «διάφορα πράγματα που θα καταργηθούν. Τα εθνικά σύνορα, η θρησκεία, ο γάμος, η οικογένεια, το χρήμα και η ιδιοκτησία». Κάναν μιχτά μπάνια και γενικά προκαλούσαν και «μιλούσαν εύκολα για όλα τα ζητήματα. Είχαν εκείνο το αυτάρεσκο ύφος που δίνει η ημιμάθεια κι ο ιδεολογικός φανατισμός στα πρώτα νιάτα, όταν πρωτοανακάλυψαν κι αυτά με τη σειρά τους, τα προαιώνια ερωτηματικά της ανθρωπότητας». Η παρέα αποκάλυψε στο Λεωνή, τον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος, ότι ανήκουν σε μια κομμουνιστική οργάνωση. «Ο Μενιος μάλιστα έγραφε και το χρονογράφημα στον «Κόκκινο φοιτητή», που κυκλοφορούσε κάθε βδομάδα στο πανεπιστήμιο. Ψευδώνυμο του, ο «θερμοκαφτήρας». Όταν προτείνουν στον Λεωνή να συνεργαστεί μαζί τους, αυτός με επιχειρήματα που φαίνονται πειστικά, αρνείται και μάλιστα «συντρίβει» τις απόψεις τους για τον κομμουνισμό, τον οποίο χαρακτηρίζει δημοκοπικό, εκδικητικό, φανατικό και δικτατορία. Ενδεικτική είναι και η αντίληψη για την τέχνη που αποδίδει ο Σ. Μυριβήλης στους κομμουνιστές, όταν αναφέρεται στο περιοδικό «Πρωτοπορία»; «Εκεί μέσα κάθε τσαγκαρόπουλο «συνειδητό» έβαζε κάτω ξεκάθαρα τη γνώμη του για την Τέχνη με κεφαλαίο το Τ και όχι για την τέχνη του». Μάλιστα αναφέρει και ένα υπόδειγμα τέχνης κατά την «Πρωτοπορία». «Έναν εργάτη με θεριεμένα μπράτσα που τίναζε κοτρόνες με τα δύο του χέρια. Κι από κάτω η επεξήγηση "οι πέτρες των πεζοδρομίων, το μόνο όπλο τον προλεταριάτου"»32

Η οπτική του Σ. Μυριβήλη είναι έκδηλα ειρωνική. Οι κομμουνιστές στη μυθοπλασία της «Δασκάλας με τα χρυσά μάτια», είναι μερικοί αφελείς και ενθουσιώδεις νεαροί που διψούν για εντυπωσιασμό και προσπαθούν να τονίσουν την εκκεντρικότητα τους σε σχέση με το περιβάλλον. Ο συγγραφέας, ταυτιζόμενος με τον ήρωα του μυθιστορήματος, καταρρίπτει τα επιχειρήματα των νεαρών κομμουνιστών, όπως τα θέτει βέβαια ο ίδιος, και τους παρουσιάζει χωρίς σοβαρές απόψεις. Στη νεανική τους φραστική εξέγερση, αντιτάσσει τη σοβαρότητα και την ωριμότητα των πράξεων και των απόψεων του Λεωνή. Με την εμφάνιση του Μενού, γυιού του εργοστασιάχη, ως κομμουνιστή, ο Σ. Μυριβήλης υπονομεύει τις πολιτικές του θέσεις και δίνει στον εαυτό του το δικαίωμα να καταδείξει την εκκεντρικότητα και τη νεανική τρέλλα της κομμουνιστικής τοποθέτησης. Για να τονίσει την ανευθυνότητα του Μενού, τον παρουσιάζει αργότερα να προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τα επεισόδια που έγιναν από μερικούς εφέδρους, όταν, αφού είχαν καταλάβει τη γη μερικών πρώην τσιφλικιών, απειλούνταν με έξωση. Ο Μένος τους μίλαγε για την επανάσταση. «Μόνο με μία επανάσταση θα ξεκαθαρίσουν αυτοί οι λογαριασμοί, λέει ο φοιτητής. Φωτιά και τσεκούρι»33. Οι έφεδροι βέβαια τον αντιμετωπίζουν ειρωνικά. Ο αστυνόμος όμως εκμεταλλεύεται αυτό το γεγονός για να εκβιάσει για διάφορα ρουσφέτια τον πατέρα του Μενού. Και ο πατέρας βέβαια, βάζει τα πάντα στη θέση τους, όταν οξυνθούν κάπως τα πράγματα.

6. Για την εμφάνιση των κομμουνιστών.

Η σύγκρουση που χαρακτηρίζει την ιδεολογία των αρχών της δεκαετίας του '30, αντανακλάται και στη λογοτεχνική παραγωγή της γενιάς του '30. Έτσι ενώ στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο κυριαρχεί η αντίθεση βενιζελισμού - αντιβενιζελισμού με τις διάφορες μορφές της, στο φανταστικό πολιτικό πεδίο που σκιαγραφείται στη μυθοπλασία της γενιάς του '30, με τις αναπαραστάσεις των πολιτικών συγκρούσεων και των άλλων πρακτικών, η αντίθεση αυτή έχει ξεπεραστεί. Στο πολιτικό πεδίο της μυθοπλασίας κυριαρχεί η αντίθεση των καθεστωτικών δυνάμεων με τον εσωτερικό εχθρό: τον κομμουνισμό.

Η αναπαράσταση όμως αυτής της σύγκρουσης, δεν είναι η αντικειμενική μεταφορά της πραγματικής στη μυθοπλασία, αλλά η σκηνοθεσία του πραγματικού. Βλέπουμε, δηλαδή, την ιδεολογικοπολιτική σύγκρουση με τα πραγματικά της στοιχεία και δεδομένα, ιδωμένα όμως και τοποθετημένα, ανάλογα με τη θέαση τους, από τον παραγωγό της μυθοπλασίας, το συγγραφέα. Και είδαμε ποια ήταν η θέαση της ιδεολογικής αντίθεσης και η παρέμβαση σ' αυτή της γενιάς του '30. Έτσι ενώ οι αναφορές στις εργατικές ταραχές, οι αναπαραστάσεις των πρακτικών των κομμουνιστών δείχνουν ότι η γενιά του '30 αποδέχεται την πάλη των τάξεων στη μυθοπλασία της, η αποδοχή αυτή καταλήγει σε μια ιδιότυπη μορφή άρνησης της πάλης των τάξεων: τη βλέπουν και την περιγράφουν να διεξάγεται, αλλά της αφαιρούν την υλική κοινωνική της βάση: δεν είναι φαινόμενο της καπιταλιστικής κοινωνίας και της ύπαρξης ανταγωνιστικών τάξεων αλλά κυρίως εκδήλωση κάποιου αόριστου φανατισμού, μίσους, ανωριμότητας ή νεανικού ενθουσιασμού. Οι παραγωγοί της μυθοπλασίας της γενιάς του '30, μεταφέροντας την ταξική αντίθεση από το χώρο παραγωγής και εκδήλωσης της στο χώρο της μυθοπλασίας, ταυτόχρονα διατυπώνουν και τη φανταστική της λύση34

Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο θέασης και παραγωγής της μυθοπλασίας, οι εμφανίσεις των κομμουνιστών με όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά, που είδαμε παραπάνω στις αναφορές μας στα κείμενα, δεν συγκροτούν παρά μόνο μια εκδοχή της εικόνας του κομμουνιστή: αυτή της καρικατούρας.

7. Ιδεολογικά αποτελέσματα.

Το λογοτεχνικό κείμενο προκαλεί και παράγει διάφορους «ιδεολογικούς λόγους που ανάλογα με την περίπτωση να μπορούν να αναγνωριστούν σαν λογοτεχνικοί, αλλά που τις περισσότερες φορές είναι ‘απλοί', αισθητικοί, ηθικοί, θρησκευτικοί και πολιτικοί λόγοι όπου πραγματοποιείται η κυρίαρχη ιδεολογία»35. Η μυθοπλασία της γενιάς του '30, και κυρίως τα μέρη που αναφέρονται στους κομμουνιστές αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία για την ταξική πάλη και τους στρατευμένους κομμουνιστές: αποκρύπτει και συσκοτίζει τα αίτια της ταξικής πάλης, τα διαστρεβλώνει, συκοφαντεί και γελοιοποιεί μέσα από τα μοντέλα-καρικατούρες των κομμουνιστών που παρουσιάζει. Μπορούμε να πούμε, ότι η ιδεολογική παρέμβαση της γενιάς του '30, στις ιδεολογικές συγκρούσεις της εποχής της, με τη σημερινή χρήση της λογοτεχνικής της παραγωγής, από τους διάφορους ιδεολογικούς μηχανισμούς, όπως τον εκδοτικό, το σχολικό-εκπαιδευτικό, αυτό των μέσων μαζικής ενημέρωσης (ραδιοτηλεοπτικό), συνεχίζεται μέχρι σήμερα.


Υποσημειώσεις
1. Οι κυριότεροι λογοτέχνες της «γενιάς του '30» είναι: Ο Γ. Θεοτοκάς, ο Α. Τερζάκης, ο Μ. Καραγάτσης. ο Γ. Σεφέρης, ο Κ. Πολίτης. Σ. Ξεφλούδας. ο Ν. Γ. Πεντζίκης. ο Η. Βενέζης. ο Σ. Μυριβήλης κλπ. Για τα θεωρητικά προβλήματα του όρου «γενιά», για την ευρύτητα της «γενιάς του '30» και για τον πιο στενό της κύκλο, και για γενικότερη θεώρηση της δες: Η Γενιά του τριάντα. Ιδεολογία και μορφή, του Μάριο Βίττι. 1984, εκδ. Ερμής.
2.. Έχουμε για παράδειγμα το κλασικό αφηγηματικό μυθιστόρημα του Α. Τερζάκη και τον εσωτερικό μονόλογο του Ξεφλούδα, ή την ποίηση του Σεφέρη και αυτή των υπερρεαλιστών.
3. «... μια ομάδα ανθρώπων κατά τα άλλα ίσως σοβαρών και αξιοσέβαστων εξακολουθεί, με την επιμονή ενός πάθους που οι ψυχίατροι θα το ονομάζανε μονομανία, να φαντάζεται τον εαυτό της πνευματικό ηγέτη του έθνους» Βάσος Βαρίκοςς Η μεταπολεμική μας λογοτεχνία, σελ. 23, 1979. εκδ. Πλέθρον.
4. Α. Καραντώνηςς Πεζογράφοι και πεζογραφήματα της γενιάς του '30. σελ. 9, έκδοσης Παπαδήμα.
5. Δ. ΝικολαρεΪζης: Δοκίμια κριτικής, σελ. 186 έκδ. Πλέθρον. 1983.
5. Βάσος Βαρίκας: Η μεταπολεμική μας λογοτεχνία σελ. 65, 1979, έκδ. Πλέθρον.
7.. Το ιδιώνυμο: νόμος που ψηφίστηκε το 1929 και απαγόρευε ουσιαστικά με ποινή φυλάκισης την κομμουνιστική δραστηριότητα. Αναλυτικά δες. Νίκου Αλιβιζάτοι1: Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 19221974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, σελ. 350. θεμέλιο 1983.
8.. Αγγέλου Ελεφάντης Η επαγγελία της αδύνατης επαvάστασης σελ. 374 θεμέλιο 1979 β' έκδοση. Στο ίδιο βιβλίο γίνονται αναφορές και στη συνολική ιδεολογική κίνηση της εποχής.
9. Για την παρέμβαση και την κατάσταση του κομμουνιστικού κινήματος οες παραπάνω Α. Ελεφάντη.
10.. Το περιοδικό «Σήμερα» εμφανίζεται με πρόγραμμα όχι στενά λογοτεχνικό αλλά ως όργανο μαχητικής κριτικής και ελέγχου. Τεύχος 1. Πρωτοχρονιά 1933. Μέλη της σύνταξης ο μαρξιστής Γιάννης Μηλιόδης. ο Ηλίας Τσιριμώκος, ο Κώστας Ουράνης. ο Ξ. Λευκοπαρίδης. ο Τ. Παπατσώνης κλπ.
11. Ελεύθερο Πνεύμα του Γιώργου Θεοτοκά, σελ. 27, 1979. Ερμής Αθήνα.
12.. «Ιδέα»: εκδόθηκε το πρώτο τεύχος το Γενάρη του 1933. Συντακτική επιτροπή Σ. Μελάς. Γ. Θεοτοκάς, Γιάννης Οικονομίδης. Γράφουν ακόμα στα διάφορα τεύχη: ο Α. Δελμούζος, ο Π. Κανελλόπουλος, ο Μ. Κουντουράς. ο Α. Τερζάκης, ο Κ. Τσάτσος κλπ.
13. Ιδέα τεύχος 1.
Στις απόψεις και τις φιλοσοφικές θέσεις της «Ιδέας», απάντησε ο Δ. Γληνός στους Νέους Πρωτοπόρους: «Είτε ξεθάψουμε και ξαναζωντανέψουμε παλιές συντηρητικές και αντιδραστικές φιλοσοφίες κολλώντας τους τη λέξη νέο. σημάδι τάχα ξανανιωμού (νεβαριστοτελικοί. νεοθωμιστές. νεοσχολαστικοί. νεοκαντιανοί. νεοσελιγγιανοί. νεοεγελιανοί, νεοίδεαλιστές. νεοθετικιστές) είτε δημιουργούνε καινούργιες ή φαινομενικά καινούργιες μορφές φιλοσοφίας (πραγματισμός, εμπειριοκριτικισμός. βιταλισμός και νεοβιταλισμός, μπερξονισμός. κλπ), στο βάθος όλες αυτές οι φιλοσοφίες έχουν ένα και μόνο σκοπό. Να βγάλουν από μέσα, τάχα, απ' τα πορίσματα της σύγχρονης επιστήμης για τελικό συμπέρασμα την αγιαστούρα του παπά».
Στο πρόγραμμα της Ιδέας απάντησε και ο Γ. Μηλιόδης στο «Σήμερα». «Ο κ. Μελάς και οι παραστάσεις του ανακάλυψαν τη μια από τις δύο πλάκες που έδωσε στο Μωϋσή ο Ιεχωβά για να σώσει τον κόσμο. Γι αυτό το πρόγραμμα της Ιδέας βγήκε κάπως λειψό, με πέντε μόνο άρθρα που μας μιλούν για το θεωρητικό τους «πιστεύω». Τώρα βέβαια, θα ήθελε κανείς να πληροφορηθεί και μερικά πράγματα για τις συνέπειες που θάχαν οι θεωρίες τους στην εφαρμογή τους. αλλ' αυτό το αποφεύγουν συστηματικά όλοι οι ιδεολόγοι. Γιατί το παν γι' αυτούς είναι νάσαι «ελεύθερο πνεύμα». Και άμα είσαι, τότε πας ψηλά σαν αλαφρούτσικο μπαλόνι «πάνω από τα κόμματα και τις κοινωνικές τάξεις» και κάθεσαι και κάνεις χάζι με τον κοσμάκη που χαροπαλεύει με την αδικία και τη σκληράδα της ζωής. Ποιος τους είπε να μη γίνουν ιδεολόγοι όλοι τους»
14. Ιδέα 4ο τεύχος Απρίλης 1933. Στο άρθρο «Το ολέθριο στραβοπάτημα».
15.. «Η ιδεατή πολιτεία που τρέφει τα όνειρα της γενιάς του '30. είναι η αστικήδημοκρατία προβεβλημένη σε ιδανικό επίπεδο, μια. αδιαίρετη, αναμάρτητη. σαν από κάποιο θαύμα, χωρίς ταξικούς ανταγωνισμούς, ουτοπική και γι' αυτό απραγματοποίητη, ψεύτικη, πέρα και μακριά από κάθε πραγματικό προσδιορισμό». Τάσος Βουρνάς, Επιθεώρηση Τέχνης, Τόμος ΙΕ', σελ. 518. Στο άρθρο: Μια επισκόπηση των πνευματικών αξιών στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1930-1936.
16.Γιώργου Θεοτοκά «Αργώ» Α' τόμος. σελ. 62-63 Εστία.
17..στο ίδιο σελ. 69.
18..στο ίδιο σελ. 294-295.
19.. Α. Τερζάκη «Δεσμώτες» σελ. 310. Εστία.
20.. Μ. Καραγάτση «Γιούγκερμαν» Α' Τόμος σελ. 385-386. Εστία.
21.. Γιώργου Θεοτοκά «Αργώ» Α' Τόμος σελ. 65.
22.. στο ίδιο σελ. 70.
23.. στο ίδιο σε. 192.
24.. στο ίδιο σελ. 194.
25.. Γιώργου Θεοτοκά: «Ημερολόγιο της Αργώς και του Δαιμονίου» σελ. 36
26.. Γιώργου Θεοτοκά «Αργώ» Α' τόμος σελ. 196.
27.. στο ίδιο αλλά Β' τόμος σελ. 125.
28.. στο ίδιο Α' τόμος σελ. 249.
29.. στο ίδιο Β' τόμος σελ. 18.
30.. Α. Τερζάκη «Δεσμώτες» σελ. 319. Εστία.
31.. Σ. Μυριβήλη. «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» σελ. 190. Εστία.
32.. στο ίδιο σελ. 246.
33.. στο ίδιο σελ. 260.
34.. Για τη θεματική της μυθοπλασίας, της ιδεολογίας σε σχέση με την πραγματικότητα: Πιέρ Μασερέ - Ετιέν Μπαλιμπαρ. Μια υλιστική προσέγγιση της λογοτεχνίας και της γλώσσας, εκδ. Αγώνας 1981.

Via  (Θέσεις) 

Τεύχος 17, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1986
 

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ (1936-1944)

του Κωνσταντίνου Α. Δημάδη 

ΕκδότηςΕΣΤΙΑ
Χρονολογία ΈκδοσηςΜάιος 2004Δικτατορία - Πόλεμος και πεζογραφία 1936-1944
Αριθμός σελίδων538
Διαστάσεις21x14


ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
Η ΕΝΔΟΑΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η "ΝΕΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ" ΤΟΥ 1930
1. Εισαγωγή. Το πρόβλημα της κοινωνικής συνοχής και τάξης
2. Τα "Νεοελληνικά Γράμματα" και η αναζήτηση της «εθνικής και λαϊκής παράδοσης»
3. Κοινωνία-ιστορία και παράδοση
4. Ο πολίτης και η φυλετική του συνείδηση
5. Ο «Απρίλης» και η πρώτη μορφή του "Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ". Ο διάλογος μύθου και ιστορίας/ παράδοσης
6. Η δεύτερη μορφή του "Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ" και η Κατοχή

Κεφάλαιο ΙΙ
ΤΟ ΜΕΤΑΞΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΚΑΙ Η «ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ» ΕΚΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΗΣ "ΝΕΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ" (1937-1939)
1. Ο αστικός ιστορισμός: Η έννοια του διαλόγου μύθου και ιστορίας/ παράδοσης στο πεδίο της "νέας λογοτεχνίας"
2. Τα "Απομνημονεύματα" ως αυθεντική πηγή εθνικών/ λαϊκών αξιών
3. Το ιστορικό μυθιστόρημα και η «ψυχική πειθώ» του αναγνώστη
4. Το "χρονικό μιας πολιτείας": η αποκάλυψη της «φύσης» και του «τόπου» στη συνείδηση του «ξενιτεμένου»/«ξεριζωμένου»
5. "Η Παναγιά η Ψαροπούλα": ο «λαός» ως «εθνική κιβωτός των ελληνικών αξιών». Το τελευταίο όριο του Μυριβήλη

Κεφάλαιο ΙΙΙ
ΤΟ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ ΤΟΥ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΙΣΤΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ "ΝΕΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ"
1. Πόλεμος και ευθύνες
2. Το "εγώ" στην επιφάνεια. Ευθύνη και μοίρα: «Εμείς τη μοίρα μας την ονομάσαμε Ιστορία» (Λεωνής)
3. Ευθύνη και παρελθόν: προς ένα «θετικό» αντίκρισμα της ζωής (Από το "Το σταυροδρόμι" στο "Οι Μαυρόλυκοι")
4. Αναζητώντας πρότυπα: η Λιλίκα Νάκου και η ιστορική αφήγηση "Μόσχω Τζαβέλλα"
5. Το ζήτημα της απογραφής/ αξιολόγησης των εθνικών πνευματικών δυνάμεων και ο Κ. Θ. Δημαράς
6. Προσπάθειες κοινωνικής κριτικής ("Ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου")

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ ΚΕΙΜΕΝΩΝ, ΜΕΛΕΤΩΝ ΚΑΙ ΕΝΤΥΠΩΝ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΩΝ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ

[Όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος επέστρεψε το 1928 θριαμβευτικά στην εξουσία, έθεσε δύο στόχους στην εξωτερική και εσωτερική πολιτική του: τη διασφάλιση των συνόρων, όπως αυτά διαμορφώθηκαν μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922, και τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής οικονομίας, με τη δημιουργία μιας ισχυρής φιλελεύθερης αστικής τάξης.
Την ίδια εποχή νέοι συγγραφείς, κυριώς πεζογράφοι, επιχειρούν να διαδραματίσουν, με το έργο και την αρθρογαφία τους, πρωταγωνιστικό ρόλο στην πνευματική ζωή της χώρας. Στόχος τους είναι ο "εκσυγχρονισμός" της ελληνικής λογοτεχνίας και κυρίως της πεζογραφίας. Για πρώτη φορά στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας εισάγεται συστηματικά, κατά την περίοδο 1924-1936, η (μεγαλο)αστική τάξη στο ελληνικό μυθιστόρημα και αναλύονται τα χαρακτηριστικά της. Κατά την ίδια περίοδο παρατηρείται και εντυπωσιακή παραγωγή ελληνικών μυθιστορημάτων.

Ωστόσο, το 1923 η Ελλάδα εισέρχεται σε νέα περίοδο οξείας κοινωνικής κρίσης, ενώ την ίδια εποχή στην Ευρώπη ανέρχονται στην εξουσία απολυταρχικές και δικτατορικές-φασιστικές κυβερνήσεις. Οι επιπτώσεις στη λογοτεχνία και ειδικότερα στην πεζογραφία εμφανίζονται λίγους μόνο μήνες μετά την εγκαθίδρυση της μεταξικής δικτατορίας: στα χρόνια 1937-1939 διαπιστώνεται στο έργο των Έλληνων πεζογράφων της εποχής μια συνειδητή στροφή στο ιστορικό παρελθόν και στην ενδογενή παράδοση. Ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος θα αποτελέσει έναν ακόμη αποφασιστικό παράγοντα στην αλλαγή του θεματικού προσανατολισμού που θα ακολουθήσει η ελληνική πεζογραφική παραγωγή ως τη λήξη του Εμφυλίου το 1949. Για πρώτη φόρα εισάγεται τώρα στο μυθιστόρημα η περίοδος της Τουρκοκρατίας, μια περίοδος που έχει αποτελέσει ταμπού για το σύνολο της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής στην Ελλάδα από την ίδρυση του κράτους το 1830. Τα περισσότερα από τα πεζογραφικά έργα της περιόδου αυτής συγκαταλέγονται σήμερα στα "κλασικά" της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής.] 

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

Η Ελλάδα τον 20ό αιώνα 1930-1940: Η ΟΡΙΑΚΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ

Ένας συνοπτικός χαρακτηρισμός της δεκαετίας του '30 στο πνευματικό επίπεδο θα ήταν ότι υπήρξε εποχή σημαντικών ζυμώσεων τόσο στο πεδίο της λογοτεχνίας όσο και της ιδεολογίας. Στο ιδεολογικό πεδίο αναπτύσσεται η σύγκρουση ιδεαλισμού και υλισμού. Οι μαρξιστές, αποβλέποντας στην ανατροπή του αστικού καθεστώτος, αναπτύσσουν μεγάλη δραστηριότητα, μεταφράζοντας βασικά έργα θεωρίας, και εκδίδουν διάφορα περιοδικά με τίτλους που έχουν κοινό όρο το μαρξισμός. Οι νέοι φιλόσοφοι που έχουν σπουδάσει στη Χαϊδελβέργη (Κ. Τσάτσος, Π. Κανελλόπουλος, Θ. Θεοδωρακόπουλος), προτείνουν την ιδεαλιστική φιλοσοφία ως θεωρία της αστικής κοινωνίας, και εκδίδουν το περιοδικό Αρχείο φιλοσοφίας και θεωρίας των επιστημών (1929-1940).
Η συντροφιά των Μακεδονικών Ημερών (1938): Ποιητές, πεζογράφοι και κριτικοί. Από αριστερά, καθισμένοι: Γ.Θ. Βαφόπουλος, Βασ. Τατάκης, Π. Σπανδωνίδης, Αλκ. Γιαννόπουλος, Γ. Δέλιος. Όρθιοι: Τάκης Βαρβιτσιώτης, Γ. Θέμελης, Στρ. Δούκας, Ν.Γ. Πεντζίκης  Σπ. Ξεφλούδας, Αντ. Λεβής.
Την υπόθεση καταγγελίας των υποκρισιών του αστικού καθεστώτος αναλαμβάνει ο διακεκριμένος εκπαιδευτικός Δημ. Γληνός αντιδρώντας στις θέσεις ενός πολιτικού (Γεώργιος Παπανδρέου) και ενός φιλοσόφου (Κ. Τσάτσος), ενώ έναν άλλο κοινωνιολόγο (Παναγιώτη Κανελλόπουλο) αναλάμβανε να αποστομώσει ο μαρξιστής Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου. Ωστόσο οι ιδεαλιστές δεν πτοούνται από τα λιβελογραφήματα και πυκνώνουν τη συμβολή τους στην υπόθεση, από τις πανεπιστημιακές τους έδρες. Στο λογοτεχνικό πεδίο οι ιδεαλιστές εκδίδουν τα περιοδικά Ιδέα και Νέα Ζωή, ενώ οι μαρξιστές τους (Νέους) Πρωτοπόρους και τη Νέα Επιθεώρηση. Μια άλλη κατηγορία μετριοπαθών μαρξιστών (δημοκρατικού σοσιαλιστικού προσανατολισμού) στεγάζεται στο περιοδικό Σήμερα. Αλλά η σύγκρουση έχει περάσει και στον καθημερινό Τύπο. Δειγματοληπτικά μπορεί να αναφερθεί ότι στη συντηρητική πολιτικά εφημερίδα Η Πρωία η διαπάλη ιδεαλισμού - υλισμού αποτυπώνεται στις επιφυλλίδες των Φώτου Πολίτη και Νίκου Καρβούνη, αντίστοιχα. Επομένως και προφανώς η σύγκρουση των ιδεών διεξάγεται άλλοτε με ψύχραιμη επιχειρηματολογία και άλλοτε με εμπάθεια, ενώ η λογοτεχνία δεν έχει αποκομίσει σπουδαία κέρδη. Στην έντονη ζύμωση των ιδεών που παρατηρείται αυτά τα χρόνια πρέπει να αποδοθεί και η έκρηξη της κριτικής στη λογοτεχνία. Πλάι στους προηγούμενους κριτικούς Αλκή Θρύλο, Τέλλο Άγρα, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, Πέτρο Πικρό, Τίμο Μαλάνο, προστίθενται οι ακόλουθοι νέοι: Κ. Θ. Δημαράς, Αιμ. Χουρμούζιος, Λάζαρος Πηνιάτογλου, Αντρέας Καραντώνης, Δημ. Νικολαρέίζης, Μ. Σπιέρος, Βάσος Βαρίκας, Αλεξάνδρα Αλαφούζου, και από Θεσσαλονίκης οι Πέτρος Σπανδωνίδης, Πέτρος Ωρολογάς. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στον Δημ. Μεντζέλο (1910-1933) που εισάγει καινά δαιμόνια, αναφερόμενος στον, άγνωστο τότε, γαλλικό υπερρεαλισμό. Στα ίδια χρόνια έχομε τα πρώτα φαινόμενα απομάκρυνσης της ποίησης από τις παραδοσιακές μορφές (ελεύθερος στίχος, αμφίσημος λόγος) από τον Νικήτα Ράντο (1907-1988), έμπειρο γνώστη των νέων σχολών, και τον πειραματιζόμενο Αναστ. Δρίβα (1899-1942). Η συλλογή ποιημάτων του αγνώστου στη συντεχνία Θόδωρου Ντόρρου Στου γλιτωμού το χάζι (1930), που φάνηκε ως κάθετη ρήξη με την παράδοση, θα αφήσει αμήχανους τους Αθηναίους κριτικούς. Στο μεϊντάνι ένας ψυχαναλυτής, επικαλούμενος τον Φρόιντ, ισχυρίζεται ότι η ποίηση εχρεωκόπησε, ανακαλύπτοντας την πυρίτιδα. Η αντίδραση του Τέλλου Άγρα (1899-1944) υπήρξε κατηγορηματική και δεν άφηνε αμφιβολίες ότι η επιχειρηματολογία για χρεωκοπία εστερείτο σοβαρότητας. Άλλωστε στις αρχές της δεκαετίας νέοι ποιητές έρχονται στο προσκήνιο (Γιώργος Κοτζιούλας, Γιώργος Βαφόπουλος, Καίσαρ Εμμανουήλ, Μελισσάνθη, Νίκος Παππάς, Ρίτα Μπούμη) και συντηρούν την ποιητική παράδοση, παράλληλα με τους λίγο προηγούμενους Τέλλο Άγρα, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο, ενώ ανανεώνεται απροσδόκητα ο Αγγ. Σικελιανός και ο Κ. Βάρναλης έχει σιωπήσει αυτολογοκρινόμενος. Θεαματική είναι η παρέμβαση του Ν. Καζαντζάκη με την Οδύσσεια των 17σύλλαβων 33.333 στίχων, με αρνητική υποδοχή. Η απήχηση των Ποιημάτων του Κ.Π. Καβάφη (1935) -εντυπωσιακή έκδοση και πρώτη συγκεντρωτική- πρόκειται να ανοίξει ένα γόνιμο στάδιο κριτικής ανάδειξης του έργου του που έως το τέλος του αιώνα παραμένει ενεργός. Στο μεταίχμιο παράδοσης και ανανέωσης κινούνται οι Συνθέσεις (1933) του Αλέξ. Μπάρα με τον ειρωνίζοντα τόνο τους, ενώ τα Μαραμπού (1934) του Νικ. Καββαδία εκόμιζαν έναν ευφάνταστο κόσμο περιπλάνησης και νοσταλγίας. Δέκα χρόνια μετά την αυτοκτονία του Καρυωτάκη, με την επιμέλεια του φίλου του Χαρ. Σακελλαριάδη εκδίδονται τα Απαντά του. Η έκδοση θα προκαλέσει θετικά και αρνητικά σχόλια για την αξία της λυρικής και σατιρικής φωνής του ποιητή. Ο Κ.Θ. Δημαράς θα ρίξει τον λίθο του αναθέματος, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την αξία της μαρτυρίας. Την ανάδειξη του Καρυωτάκη που είχαν αρχικά επιχειρήσει με τις μελέτες τους οι Κλ. Παράσχος και Τ. Άγρας στα Άπαντα, και ο Τ. Μαλάνος με το δοκίμιο Ενας ηγησιακός. Συμβολή στη μελέτη του Καρυωτάκη (1938), τώρα, αντιδικώντας με τον Δημαρά, θα αναλάβουν την υπεράσπιση της ποιητικής αξίας του Καρυωτάκη, ο Μήτσος Παπανικολάου και ο Τίμος Μαλάνος με το: Είναι ποιητής ο Καρυωτάκης; Ωστόσο η απήχηση του Καρυωτάκη υπήρξε τόση, ώστε εφευρέθηκε και ο όρος καρυωτακισμός για να περιγράψει το φαινόμενο. Τη διόγκωση του φαινομένου και την υπονόμευση του ποιητή είχε αναλάβει να δείξει από το 1935 ο Α. Καραντώνης. Ένας άγνωστος στη συντεχνία, ο Γιώργος Σεφέρης (1900-1971) με τη συλλογή ποιημάτων Στροφή (1931) ανοίγει σιωπηρά ένα νέο κεφάλαιο στην υπόθεση της ανανέωσης του λόγου, που βρίσκει τους κριτικούς απροετοίμαστους. Διότι αν αγνοούσαν τον υπερρεαλισμό, την καθαρή ποίηση μέσω του Βαλερύ, την ψυχανεμίζονταν. Και λίγο πολύ, αβασάνιστα, η ποίηση του Σεφέρη χρεώθηκε ως καθαρή, χωρίς να εκτιμηθεί η σημασία ενός νέου (ερωτικού) λόγου που έφερνε ένα κόσμο υποβλητικά πραγματικό. Το 1935 μπορεί να θεωρηθεί οριακό για την ποίηση, αφού έχουμε την εμφάνιση μιας αυθεντικής μοντερνιστικής γραφής με το Μυθιστόρημα του Σεφέρη, τα πρώτα ποιήματα του νεαρού Οδυσσέα Ελύτη, άνοιγμα στην καθαρή ποίηση, νοθευμένη από τις τόλμες του υπερρεαλισμού, τη συλλογή ακραιφνών υπερρεαλιστικών ποιημάτων Υψικάμινος του Αντρέα Εμπειρίκου και τη διάλεξη του, ταυτόχρονα, περί υπερρεαλισμού που αιφνιδίαζε ένα άσχετο κοινό, επί κοσμογονίας στρατηγού Κονδύλη. Ωστόσο δεν έπαιξαν μικρότερο ρόλο στην επιβολή του μοντερνισμού οι μεταφράσεις του Ελιοτ και του Πάουντ από τον Σεφέρη, του Ελιάρ, του P.J. Jouve και του Λοτρεαμόν από τον Ελύτη και της συλλογικής έκδοσης Υπερρεαλισμός (Γκοβόστης, 1938). Ακόμη μεγαλύτερο ρόλο έπαιξε ο διάλογος πάνω στην ποίηση των Τσάτσου-Σεφέρη, μια σύγχρονη σύγκρουση της ποίησης με τη φιλοσοφία, που στάθηκε αφορμή να διατυπωθούν οι αρχές και τα αναφαίρετα δικαιώματα της νέας τέχνης. Για πλείστους λόγους η εξαετία 1935-1940 υπήρξε ιδιαιτέρως γόνιμη για την υπόθεση της ποίησης, με κύριο όργανο μάχης το περιοδικό Τα Νέα Γράμματα, ενώ τα ευρείας απήχησης και ευρέως φάσματος Νεοελληνικά Γράμματα καλλιεργούσαν -τη στυφή εκείνη εποχή- ένα ελεύθερο φρόνημα. Και με τα δύο αυτά έντυπα συνεργάστηκε η γενιά του '30, της οποίας οφείλομε να επισημάνομε την πολυφωνία. Κοινός τόπος της δεν είναι παρά μόνο η νεωτερικότητά της. Ο Σεφέρης προσφέρει μια ποίηση στην οποία το ιστορικό στοιχείο (μιας διαχρονικής αντίληψης της ελληνικής παράδοσης) σοφιλιάζεται με τη σύγχρονη πραγματικότητα (που σφραγίζεται από τον εφιάλτη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου). Ο Ελύτης με νεανικό φρόνημα αποδίδει την αίσθηση ενός άγνωστου περιβάλλοντος, ενός μυστηριακού κόσμου, κατοικημένου από φαντάσματα, η υπόσταση του οποίου αναδύεται ως θαύμα. 
Μια ιστορική φωτογραφία στο σπίτι του Γιώργου Θεοτοκά. Όρθιοι  Θανάσης Πετσάλης, Ηλίας Βενέζης, Οδυσσέας Ελύτης, Γιώργος Σεφέρης, Ανδρέας Καραντώνης, Στέλιος Ξεφλούδας και Γιώργος Θεοτοκάς. Καθήμενοι: Άγγελος Τερζάκης, Κ.Θ. Δημαράς, Γιώργος Κατσίμπαλης, Κοσμάς Πολίτης και Ανδρέας Εμπειρίκος. Πρώτη δημοσίευση εφ. Τα Νέα, 3 Απρ. 1963. Από τότε έχει δημοσιευθεί πολλές φορές και εκτιμήθηκε ως ταυτότητα της λεγόμενης Γενιάς του '30.
Σε δικούς της κόσμους κινείται η ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη, του Αναστ. Δρίβα και του Δ. Ι. Αντωνίου, που δόκιμα υπηρετούν τις νεωτερικές ποιητικές φόρμες, κατά τον τρόπο που αφορούν τα θεματικά τους μοτίβα. Ο Αντρέας Εμπειρικός παρουσιάζει ελάχιστα τεκμήρια της επόμενης ποιητικής του φάσης, αλλά ο έτερος επαναστατημένος Νίκος Εγγονόπουλος έρχεται να συμβάλει στην υπόθεση του υπερρεαλισμού με την εκδοχή της ακραίας παράβασης του ορθολογισμού, δια του παραλογισμού. Από άλλες πηγές ξεκινώντας, ο Νικηφ. Βρεττάκος, ο Ζήσης Οικονόμου και ο Γιάννης Ρίτσος κινούνται φυσιολογικά προς τις νεωτερικές γραφές, κομίζοντας ο καθένας τον βιωματικό του κόσμο. Ο Βρεττάκος μεταπηδά από το εωσφορικό πάθος στον αγγελικό κόσμο, τραυματικά, ο Οικονόμου με διδακτικό λόγο περιφέρεται εμβριθής στα τεχνολογικά πεδία και ο Ρίτσος, ξεκινώντας με ρωμαλέο, ρητορικό στίχο, οδηγείται στην κορύφωση της γραφής του, όπου υψηλοί ποιητικοί τόνοι αποδίδουν ένα ωκεάνειο αίσθημα. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί ο γνήσια ποιητικός λόγος του Τάκη Παπατσώνη, του οποίου τα θρησκευτικά φορτία δεν μειώνουν τη λειτουργία του, και κατά ευτυχή σύμπτωση δίνουν αφορμή στον Κ.Θ. Δημαρά, στα Επτά δοκίμια για την ποίηση, να υποστηρίξει την καταγωγή της καθαρής ποίησης από την προσευχή, στον ανιδιοτελή χαρακτήρα της. Το 1929 ο επίδοξος πεζογράφος, Γιώργος Θεοτοκάς, (ως Ορέστης Διγενής) στο βιβλίο του Ελεύθερο πνεύμα καταδικάζει τη νεοελληνική πεζογραφία με νεανικό πάθος, τονίζοντας την ανάγκη μιας νέας αφετηρίας. Το έργο του αυτό θεωρήθηκε μανιφέστο της γενιάς του '30, όμως, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια ότι αποτέλεσε την αφετηρία της νέας πεζογραφίας, η οποία βέβαια παρουσιάζει χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν από το πρόσφατο παρελθόν.
Περιοδικά ιδεολογικών και λογοτεχνικών ζυμώσεων ή και αμιγώς λογοτεχνικά τα οποία εκδίδονταν τη θερμή δεκαετία του '30. Η μελέτη τους σήμερα καθρεφτίζει το ιδεολογικό και αισθητικό φάσμα της εποχής. (Φωτ.: Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη).
Κυρίως διότι αναπτύσσεται στον αστικό χώρο και τα θέματα της αντλούνται από την αστική πολιτεία, με συνέπεια να απορροφά προχωρημένες ιδέες, παράμετρος επαρκής ώστε να αναδύονται οι νέοι κόσμοι, με τα προβλήματα τους. Την έκρηξη αυτή του είδους, κρίνοντας ποσοτικά, υπογράμμιζε πρώτη η Αλκής Θρύλος και συμφώνησαν όλοι οι νέοι κριτικοί. Αν όμως η ποίηση περνάει την επαναστατική της φάση, η πεζογραφία συνεχίζει να εκφράζεται με τα παραδοσιακά μέσα ανανεώνοντας μόνο τη θεματική της, ίσως διότι η ανάγκη να δοθούν οι νέες συνθήκες ζωής είναι πιεστική. Ωστόσο θα ήταν άδικο να παραγνωριστεί η άλλωστε θετική συμβολή των πεζογράφων που εκόμιζαν νέες ύλες: ο Στρατής Μυριβήλης με τη Ζωή εν Ταφώ (1930), ο Βασίλης ο Αρβανίτης (πρώτη μορφή 1934) και τα Πράσινο βιβλίο (1935), Γαλάζιο βιβλίο (1939), ο Ηλίας Βενέζης το Νούμερο 31328 (1931) και τη Γαλήνη (1939), έργα που συνδέονται με κορυφαίες ιστορικές καταστάσεις, ο Κοσμάς Πολίτης το Λεμονοδάσος (1930), την Eroica (1937) και τη νουβέλα Η κυρία Ελεονόρα (1935) στα οποία επικρατούν η ποιητική ατμόσφαιρα και η νεωτερική γραφή, ο Θράσος Καστανάκης τα Η φυλή των ανθρώπων (1932), Μυστήρια της ρωμιοσύνης (1933), Μεγάλοι αστοί (1935), Ο ομογενής Βλαδίμηρος (1936) όπου εισάγεται η κοσμοπολίτικη αντίληψη, ο Αγγ. Τερζάκης τα Δεσμώτες (1932),Η παρακμή των Σκληρών (1933) και Η μενεξεδένια πολιτεία (1937), που μετά το σκανδιναβικό τοπίο θαυμάζεται το μεσογειακό, οι Στ. Ξεφλούδας και Γ. Δέλιος που διατυπώνουν μια εκδοχή του εσωτερικού μονολόγου, ο πρώτος γαλλικής παράδοσης και ο δεύτερος αγγλικής, και ο Αλκιβ. Γιαννόπουλος τα Κεφάλια στη σειρά (1934), Η ηρωική περιπέτεια (1938), στα οποία τα φαινόμενα, αποστασιοποιημένα, υπονομεύονται, η Λιλίκα Νάκου στο μυθιστόρημα Οι παραστρατημένοι (1935) με θερμό λόγο καταγράφει την ιδεολογική σύγχυση των πρώτων ετών του Μεσοπολέμου, ο Ν. Κατηφόρης στα Η πιάτσα (1930) και Η διχτατορία του Σατανά (1935) επιχειρεί να καταγράψει τα κοινωνικά φαινόμενα ως απολύτως ταξικά με ιδεολογική ακαμψία, ο Π. Πρεβελάκης με Το χρονικό μιας πολιτείας (1938) και Ο θάνατος τον Μέδικου (1939) εισάγει πλαστικά το ιστορικό στοιχείο, ο Θαν. Πετσάλης [-Διομήδης] καταστρώνει την τριλογία Γερές και αδύναμες γενιές (1933,1934, 1935) που μνημειώνει τις δυναστείες των αστών, ο Γ. Σκαρίμπας με Το θείο τραγί (1932), τον Μαριάμπα (1935) και το Σόλο τον Φίγκαρω (1940) στα οποία υποθηκεύεται η ευπρεπής αστική αντίληψη και εγκαινιάζεται το παράλογο ως καθημερινό γεγονός, και ο Μ. Καραγάτσης με τα Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν (1933), Γιούγκερμαν (1938), τη νουβέλα Η χίμαιρα (1936) και τα διηγήματα Το συναξάρι των αμαρτωλών (1935) και Λιτανεία των ασεβών (1940), αναδείχθηκε αδιαφιλονίκητα ως ο πιο παραγωγικός πεζογράφος, με την πιο μυθοπλαστική φαντασία, την οποία αναδείκνυε η χυμώδης και νευρώδης γραφή του. Πριν κλείσουμε το συνοπτικό αυτό διάγραμμα, σημειώνουμε ότι το έργο των κριτικών της δεκαετίας παραμένει αθησαύριστο, εκτός εξαιρέσεων, ενώ ελάχιστη εργασία αποταμιεύτηκε τότε στα ακόλουθα βιβλία: του Αντρ. Καραντώνη (Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, 1931), γραμμένο με νεανική υπεροψία κατά τον Τ. Παπατσώνη, του Σπανδωνίδη (Η πεζογραφία των νέων 1929-1932, 1932), φιλολογικά και κριτικά εύστοχο, του Κλ. Παράσχου (Κύκλοι, 1938, Εισαγωγή στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, 1941), στα οποία επικρατεί ευαισθησία του μετασυμβολισμού, του Π. Ωρολογά (Οι συγγραφείς και η εποχή τους, 1938, Ένα κίνημα μεταξύ δύο πολέμων, 1940), τα οποία εμψυχώνει μια ιδεολογική θέση με ηθικά (εθνικιστικά) αιτήματα, του Β. Βαρίκα (Ο ποιητής Βάρναλης, 1936, Κ. Γ. Καρυωτάκης, Το δράμα μιας γενιάς, 1938, Η μεταπολεμική μας λογοτεχνία, 1939), όπου η ανάλυση οφείλει χάριτας στον μαρξισμό, τροτσκιστικής απόχρωσης.
 
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΓΥΡΙΟΥ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
7.11.1999