Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυμέρης Βόγλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυμέρης Βόγλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

Η ζωή στις φυλακές και την εξορία στα χρόνια του Μεταξά

του Πολυμέρη Βόγλη 

Ο Αυστραλός δημοσιογράφος Μπερτ Μπερτλς έφτασε μαζί με τη γυναίκα του στην Ελλάδα το Σεπτέμβριο του 1935. Αν και ενθουσιώδης αρχαιολάτρης, αποφάσισε να κάνει ένα διαφορετικό οδοιπορικό στην Ελλάδα και στις αρχές του 1936 επισκέφτηκε τους πολιτικούς εξόριστους στην Ανάφη και τη Γαύδο. Το βιβλίο με τις εντυπώσεις του από τη ζωή των πολιτικών εξορίστων, που κυκλοφόρησε το 1938 στα αγγλικά (και πριν λίγα μόλις χρόνια στα ελληνικά, με τίτλο Εξόριστοι στο Αιγαίο, από τις εκδόσεις «Φιλίστωρ») είναι από τις πρώτες, και πιο διεισδυτικές, μαρτυρίες που διαθέτουμε για την καθημερινή ζωή στην εξορία στη δεκαετία του 1930.
                             
Αναχωρώντας από τη Γαύδο για τον Πειραιά, στο τέλος αυτού του ιδιότυπου ταξιδιού, γράφει: «Μόνο όταν το καΐκι άρχισε να απομακρύνεται και η μικρή ομάδα στην ακτή να μικραίνει πάνω στο περίγραμμα του κόλπου και του λόφου του νησιού πίσω τους, συνειδητοποίησα τι βασάνιζε περισσότερο αυτούς τους εξόριστους. Δεν ήταν οι στερήσεις, η ανεπάρκεια τροφής, η έλλειψη σχέσεων -μολονότι όλα αυτά μερικές φορές έπρεπε να μοιάζουν αβάσταχτα- αλλά η απομόνωση πάνω σ' ένα νησί όπου τίποτε δεν φύτρωνε, όπου δεν υπήρχε έστω μια μικρή κοινότητα για να συναναστραφούν, όπου έπρεπε να ισιώσουν ένα κομμάτι γης και να υποκριθούν ότι ήταν πλατεία -ένα μέρος για να συγκεντρώνονται το απόγευμα- όπου δεν υπήρχε κανείς άλλος για να κουβεντιάσουν πέρα από τους δεκατρείς τους, όλη μέρα, όλο το χρόνο».

Αυτή είναι η καταστατική συνθήκη ύπαρξης στην εξορία, του εγκλεισμού γενικότερα. Δεν θα αλλάξει ούτε μερικούς μήνες αργότερα, κάτω από το δικτατορικό καθεστώς του Ι. Μεταξά, ούτε μια δεκαετία αργότερα, στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Αυτά που αλλάζουν είναι ότι προστίθενται και άλλα νησιά ως τόποι εξορίας και πολλαπλασιάζεται ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων και εξορίστων.

Στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά τόποι εξορίας, πέρα από την Ανάφη και τη Γαύδο, είναι η Φολέγανδρος, τα Κύθηρα, η Σέριφος, η Σίφνος, η Κίμωλος, η Αμοργός, η Ικαρία, ο Αη Στράτης. Πέρα από τους εξόριστους υπήρχαν και οι πολιτικοί κρατούμενοι, οι οποίοι ήταν φυλακισμένοι στις φυλακές της Ακροναυπλίας, της Κέρκυρας, της Πύλου, της Αίγινας, Αβέρωφ, Συγγρού, Επταπυργίου. Εκτιμάται ότι μεταξύ 1929 και 1937 εκτοπίστηκαν 3.000 άτομα με βάση το Ιδιώνυμο και άλλα 1.000-5.000 με βάση διάφορους άλλους νόμους του μεταξικού καθεστώτος. Οταν ξεσπά ο πόλεμος, το 1940, υπήρχαν στην Ελλάδα 2.000 πολιτικοί κρατούμενοι και εξόριστοι.

Οι μαρτυρίες πολιτικών εξορίστων δεν είναι πάρα πολλές, και αφορούν κυρίως τη ζωή στην Ανάφη, επειδή εκεί ήταν συγκεντρωμένος ένας αρκετά μεγάλος αριθμός εξορίστων. Στο επίκεντρο αυτών των μαρτυριών βρίσκονται οι ποικίλες στερήσεις και κακουχίες της ζωής στα ξερονήσια, όπως οι ελλείψεις τροφίμων που προκαλούσε η κακοκαιρία (καθώς τα τρόφιμα στέλνονταν με πλοία), η έλλειψη νερού, η αίσθηση απομόνωσης. Παράλληλα, ένα μεγάλο μέρος των μαρτυριών αφιερώνεται στην οργάνωση της συλλογικής ζωής μέσα από τις «ομάδες συμβίωσης», ή αλλιώς «κολεκτίβες», που κάλυπταν όλες τις πτυχές της καθημερινότητας, από το μαγείρεμα και την καθαριότητα μέχρι τις αγροτικές εργασίες και τις πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει Το ημερολόγιο της Ανάφης στη δικτατορία του Μεταξά (1997) από τον Κώστα Γαβριηλίδη ενώ στις λίγες μαρτυρίες για την εξορία στα χρόνια του Μεταξά θα πρέπει κανείς να συμπεριλάβει τού Γιώργου Ζάρκου, Ομάδες Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων Ανάφης - ΟΣΠΕΑ, του Νίκου Τζαμαλούκα, Ανάφη. Ο Γολγοθάς της λευτεριάς (1975), ενώ αναφορές στην εξορία υπάρχουν στα βιβλία του Βασίλη Μπαρτζιώτα Στις φυλακές και τις εξορίες (1978) και του Κώστα Μπίρκα Σελίδες του αγώνα. Ηρωικό χρονικό της δεκαπενταετίας 1935-1950 (1966).

Πέρα από τις μαρτυρίες, ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στη μελέτη της Μάργκαρετ Κένα Η κοινωνική οργάνωση της εξορίας. Πολιτικοί κρατούμενοι στον Μεσοπόλεμο («Αλεξάνδρεια» 2004). Το βιβλίο τής Κένα, συνδυάζοντας την ανθρωπολογική με την ιστορική προσέγγιση, αποτελεί μια σε βάθος ανάλυση της καθημερινότητας των εξορίστων, η οποία αναδεικνύει την ποικιλομορφία των σχέσεων συμβίωσης και εξουσίας μεταξύ των πολιτικών εξορίστων.

Η κυριαρχία της συλλογικότητας, ή καλύτερα η πρόταξη της ομάδας απέναντι στην υποκειμενικότητα, αντικατοπτρίζεται και στο πλούσιο, ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό που συνοδεύει την έκδοση. Οι ομαδικές φωτογραφίες με σκηνές από την καθημερινότητα, όπου οι εξόριστοι εργάζονται, διαβάζουν ή κάνουν μπάνιο στη θάλασσα, υπογραμμίζουν την αίσθηση ότι το άτομο μπορούσε να γίνει αντιληπτό μόνο ως μέρος της «ομάδας συμβίωσης» ή, πιο απλά, το γεγονός ότι η ατομική επιβίωση ήταν συλλογική υπόθεση στην εξορία.

Πολύ περισσότερα ήταν τα βιβλία που εκδόθηκαν με μαρτυρίες για τη ζωή των πολιτικών κρατουμένων, ιδιαίτερα στην Ακροναυπλία. Οι μαρτυρίες των πολιτικών κρατουμένων έχουν αρκετές ομοιότητες με αυτές των εξορίστων. Το μεγαλύτερο μέρος των μαρτυριών αφιερώνεται στη συλλογική ζωή μέσα στη φυλακή. Οι κρατούμενοι ήταν οργανωμένοι σε ομάδες συμβίωσης και κάθε ομάδα εξέλεγε ένα γραφείο, το οποίο ανέθετε καθήκοντα στους φυλακισμένους (μαγειρεία, ράφτες, τσαγκάρηδες, κ.λπ.), ήταν υπεύθυνο για τα οικονομικά της ομάδας και οργάνωνε τις μορφωτικές και πολιτιστικές δραστηριότητες (μαθήματα, θεατρικές παραστάσεις, κ.λπ.)

Τα πρώτα βιβλία εκδίδονται ήδη στη δεκαετία του 1960, όπως του Βασίλη Γιαννόγκωνα «Ακροναυπλία» (1963) και του Γεράσιμου Αντωνάτου «Στην Ακροναυπλία» (1965). Στη μεταπολίτευση θα εκδοθούν αρκετές ακόμα, όπως μεταξύ άλλων του Βασίλη Μπαρτζιώτα «Κι άστραψε φως η Ακροναυπλία» (1977), του Γιάννη Μανούσακα «Ακροναυπλία (Θρύλος και Πραγματικότητα)» (1975) και «Το χρονικό ενός αγώνα. Ακροναυπλία, 1939-1943» (1986), του Αντώνη Φλουντζή, «Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες», 1937-1943 (1979). Οπως προανέφερα, έχουμε πολύ περισσότερες μαρτυρίες για την Ακροναυπλία απ' ό,τι για άλλες φυλακές ή για την εξορία. Γενικότερα, θα έλεγε κανείς ότι η Ακροναυπλία έγινε ο κατ' εξοχήν μνημονικός τόπος τής Αριστεράς για τις διώξεις στη μεταξική δικτατορία, όπως αντίστοιχα έγινε αργότερα η Μακρόνησος για τον εμφύλιο πόλεμο. Γιατί, όμως;

Ο πρώτος λόγος συνδέεται με τον υψηλό βαθμό κομματικής πειθαρχίας που επέδειξαν οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας, ιδιαίτερα στο θέμα των δηλώσεων μετανοίας. Εχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε την περίπτωση της Ακροναυπλίας σε σχέση με τις φυλακές της Κέρκυρας, για τις οποίες έχουμε την εξαιρετική μαρτυρία του Βασίλη Νεφελούδη Ακτίνα Θ' (1974). Παρά το γεγονός ότι στις φυλακές Κέρκυρας φυλακίστηκαν κορυφαία στελέχη του ΚΚΕ, μεταξύ άλλων και ο Νίκος Ζαχαριάδης, και οι συνθήκες διαβίωσης ήταν πολύ πιο σκληρές, καθώς οι κρατούμενοι έζησαν δύο ή και τρία χρόνια σε πλήρη απομόνωση, η περίπτωση των φυλακών Κέρκυρας δεν έγινε εξίσου αξιομνημόνευτη.

Αυτό μάλλον συνέβη επειδή ένας μεγάλος αριθμός πολιτικών κρατουμένων υπέγραψε δήλωση μετανοίας (όπως ο Θανάσης Κλάρας, ο Κώστας Γαβριηλίδης, ο Στέλιος Σκλάβαινας), ενώ κάποιοι άλλοι προχώρησαν και στη συνεργασία με το μεταξικό καθεστώς. Στην Ακροναυπλία, αντίθετα, ο κομματικός μηχανισμός οργανώθηκε καλύτερα, η κομματική πειθαρχία αποκαταστάθηκε γρήγορα, με αποτέλεσμα πολύ λίγοι κρατούμενοι να υπογράψουν δήλωση. Η επαγρύπνηση απέναντι στον «εχθρό», η αυστηρή πειθαρχία, η υποταγή στην ηγεσία, η προάσπιση της μονολιθικότητας του κόμματος έγιναν οι αρετές των πολιτικών κρατουμένων της Ακροναυπλίας και ο «Ακροναυπλιώτης» έγινε συνώνυμο ενός συγκεκριμένου τύπου κομμουνιστή. Συναφές με τα προηγούμενα, αλλά και με τη διαδικασία ανάδειξης της Ακροναυπλίας σε μνημονικό τόπο, είναι το γεγονός ότι πάνω από τριάντα πρώην κρατούμενοι της Ακροναυπλίας τοποθετήθηκαν σε κεντρικά καθοδηγητικά όργανα του ΚΚΕ μεταπολεμικά.

Η Ακροναυπλία κατείχε εξέχουσα θέση στη συλλογική μνήμη της Αριστεράς και για έναν άλλο λόγο: τη μοίρα των πολιτικών κρατουμένων της συγκεκριμένης φυλακής κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Μετά τη γερμανική εισβολή και την κατοχή της χώρας, την άνοιξη του 1941, οι πολιτικοί κρατούμενοι δεν απελευθερώθηκαν από την κυβέρνηση αλλά, απεναντίας, παραδόθηκαν στις ιταλικές δυνάμεις κατοχής. Οι πολιτικοί κρατούμενοι αρχικά υπέφεραν από την πείνα, πάλι όμως όχι όσο οι πολιτικοί εξόριστοι.

Οι πολιτικοί εξόριστοι το χειμώνα του 1941 έμειναν χωρίς τρόφιμα, με συνέπεια να πεθάνουν από την πείνα 18 πολιτικοί εξόριστοι στην Ανάφη και 33 στον Αη Στράτη -εμπειρία που έχει αποτυπωθεί στη συγκλονιστική μαρτυρία του Κώστα Μπόση «Αη Στράτης. Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941» (1947).

Οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας μετά το 1942 διαμοιράστηκαν σε διαφορετικές φυλακές και στρατόπεδα. Πάρα πολλοί χρησιμοποιήθηκαν από τις δυνάμεις κατοχής ως όμηροι και εκτελέστηκαν σε αντίποινα για ενέργειες των ανταρτών. Η πιο γνωστή τέτοια περίπτωση είναι η εκτέλεση 200 κρατουμένων (από τους οποίους 160 ήταν Ακροναυπλιώτες) την Πρωτομαγιά του 1944 από τους Γερμανούς. Συνολικά 399 πρώην Ακροναυπλιώτες εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς στη διάρκεια της Κατοχής. Ο «Ακροναυπλιώτης», έτσι, έγινε και συνώνυμο της ηρωικής θυσίας και του μάρτυρα της Αντίστασης.

Οι μαρτυρίες για τη ζωή στις φυλακές και την εξορία στα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας επιδέχονται πολλαπλές αναγνώσεις. Μας επιτρέπουν να τις διαβάσουμε μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες: ως σταθμούς στη βιογραφία τής Αριστεράς ως ενός συλλογικού πολιτικού και κοινωνικού υποκειμένου, ως τεκμήρια για τις συνθήκες και την εμπειρία του εγκλεισμού, ως υλικό για τη μελέτη της διαμόρφωσης της συλλογικής μνήμης, ως αφηγηματικά παραδείγματα για τις επόμενες γενιές πολιτικών κρατουμένων και εξορίστων που έγραψαν τις δικές τους μαρτυρίες. Κοντολογίς, μας επιτρέπουν να ξαναδούμε μια επώδυνη όσο και συναρπαστική περίοδο της σύγχρονης κοινωνικής ιστορίας της Ελλάδας.

Ελευθεροτυπία, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 04/08/2006
Via

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

4η Αυγούστου: Ένα πείραμα εκφασισμού

Συνέντευξη του Πολυμέρη Βόγλη
8-polymeris bΤο προηγούμενο Σαββατοκύριακο, το Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας, μια δυναμική επιστημονική συλλογικότητα η οποία συσπειρώνει νέους έλληνες ιστορικούς με έμφαση στον 20ό αιώνα, οργάνωσε με επιτυχία συνέδριο για το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Οι ανακοινώσεις επιχείρησαν μια «κοινωνική στροφή» στη μελέτη της περιόδου, εστιαζόμενες στο ζήτημα της σχέσης του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου με την ελληνική κοινωνία — ενώ αναπόφευκτες ήταν οι αναφορές στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Για όλα αυτά συζητήσαμε με τον ιστορικό Πολυμέρη Βόγλη (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, μέλος της οργανωτικής επιτροπής  του συνεδρίου).

ENΘΕΜΑΤΑ
  Ο τίτλος του συνεδρίου ήταν «Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και η ελληνική κοινωνία. Ένα πείραμα εκφασισμού». Τι σημαίνει «πείραμα εκφασισμού», στο ιστορικό και το διεθνές του πλαίσιο, και πώς υλοποιείται  από το καθεστώς;
 Για πολλά χρόνια, η συζήτηση για το μεταξικό καθεστώς ήταν εγκλωβισμένη στο ζήτημα εάν το καθεστώς ήταν φασιστικό, δηλαδή στις ομοιότητες και τις διαφορές του με τη φασιστική Ιταλία και τη ναζιστική Γερμανία. Το σκεπτικό του συνεδρίου ήταν να κινηθεί η συζήτηση σε μια άλλη κατεύθυνση. Δηλαδή, όχι να συσχετίσουμε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου με μια τυπολογία του φασισμού αλλά να το εξετάσουμε ως ένα πείραμα, όπου συνδυάστηκαν διαφορετικά, εγχώρια και ξένα, πολιτικά ρεύματα και ιδεολογίες, όπως ο εθνικισμός,  ο συντηρητισμός, ο φασισμός. Επίσης, η έννοια του «εκφασισμού» ήθελε να τονίσει ότι γίνεται μια προσπάθεια «από τα πάνω» να αναδιοργανωθεί η ελληνική κοινωνία σε πρότυπα που παραπέμπουν σε φασιστικά καθεστώτα της εποχής, αλλά η προσπάθεια αυτή τελικά είναι ανεπιτυχής. Είναι μια διαδικασία που μένει ανολοκλήρωτη — μην ξεχνάμε ότι μετά από τέσσερα χρόνια ξεσπά ο πόλεμος και ο δικτάτορας πεθαίνει τον Ιανουάριο του 1941.  Όπως έδειξε το μαζικό κίνημα της Αντίστασης, η απήχηση των φασιστικών ιδεών ήταν περιορισμένη.
  
Εκτός της αναλογίας με τη Βαϊμάρη, μια άλλη αναλογία που ακούμε συχνά για τη σημερινή Ελλάδα είναι με τον ελληνικό Μεσοπόλεμο. Η αναζήτηση τέτοιων αναλογιών μπορεί να είναι γόνιμη ή ολισθηρή, επιστημονικά και πολιτικά;
 Οι ιστορικοί συχνά κάνουν συγκρίσεις, αναζητούν ομοιότητες και διαφορές, ή αναλογίες, όπως είπατε, στην προσπάθειά τους να επεξεργαστούν θεωρητικά μοντέλα ανάλυσης. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση νομίζω ότι πιο χρήσιμο θα ήταν όχι η αναζήτηση αναλογιών ανάμεσα στο σήμερα και τον Μεσοπόλεμο αλλά η συζήτηση περί συνέχειας και τομών ανάμεσα στον Μεσοπόλεμο και τη δικτατορία. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα που αναδείχθηκαν στο συνέδριο ήταν η συνέχεια της δικτατορίας Μεταξά σε σχέση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Ενώ οι περισσότεροι θεωρούν ότι η δικτατορία είναι τομή στην ιστορία, εάν εξετάσουμε τις πολιτικές, τους θεσμούς ακόμα και τα πρόσωπα που στελεχώνουν το κράτος επί Μεταξά τότε θα δούμε μια εντυπωσιακή συνέχεια. Γι’ αυτό και πάρα πολλοί διανοούμενοι, επιστήμονες, τεχνοκράτες, που θα τους χαρακτηρίζαμε φιλελεύθερους, δεν έχουν κανένα πρόβλημα να συνεργαστούν ή να εκθειάσουν τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου.
  
Γιατί ο φασισμός ασκεί, την εποχή εκείνη, έλξη στην ελληνική κοινωνία;
 Ο φασισμός ασκεί έλξη όχι μόνο στην ελληνική κοινωνία αλλά στις περισσότερες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Από την άλλη πλευρά, η απήχηση που έχουν τα φασιστικά κόμματα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη δεν είναι πολύ μεγάλη. Ας μην ξεχνάμε ότι μόνο στην Ιταλία και τη Γερμανία ανέβηκαν στην εξουσία, ενώ στην Ελλάδα οι φασιστικές οργανώσεις μπορεί να είναι δραστήριες αλλά οι περισσότερες είναι βραχύβιες και η πολιτική τους επιρροή, εννοώ σε επίπεδο εκλογών, μηδαμινή. Ωστόσο, θα συμφωνήσω ότι η διάδοση του φασισμού στο Μεσοπόλεμο είναι κάτι ιστορικά μοναδικό, ιδιαίτερο, το οποίο, κατά κύριο λόγο, συνδέεται με την κρίση του φιλελευθερισμού. Το Κραχ του 1929 κλόνισε την πίστη στον οικονομικό φιλελευθερισμό και ενίσχυσε την ανάγκη για ένα ισχυρό κράτος που παρεμβαίνει δυναμικά στην κοινωνία και την οικονομία. Επιπλέον, η αδυναμία ή ανικανότητα των πολιτικών ελίτ να ενσωματώσουν τα λαϊκά στρώματα σε μια εποχή μαζικής πολιτικής, οδήγησε τον αστικό πολιτικό κόσμο να υιοθετήσει όλο και πιο αυταρχικές ιδέες αναφορικά με την πολιτική εξουσία και την οργάνωση της κοινωνίας.

Ο αυταρχισμός και η εκτροπή από τη δημοκρατία είναι μια σταθερά που διαποτίζει το ελληνικό κράτος στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Δημιούργησε αυτό υποδομές και κουλτούρα αυταρχισμού, στην κοινωνία και το κράτος, «κατάλοιπα» ακόμα και μετά την τομή της Μεταπολίτευσης;
 Η ροπή προς τον αυταρχισμό, όντως, διακρίνει την ιστορία της Ελλάδας. Θα έλεγα ότι οι πολιτικές δυνάμεις καλλιεργούν μια κουλτούρα αυταρχισμού που διαπερνά το κράτος και τελικά αποκτά τη δική της δυναμική. Ας σκεφτούμε τον ρόλο που παίζει ο στρατός, ο οποίος από τη δεκαετία του 1940 και μετά μετατρέπεται σε αυτόνομο πόλο εξουσίας και ισχυροποιείται τόσο ώστε να πάρει την εξουσία με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Για να το πω λίγο σχηματικά, έχουμε ένα πολιτικό σύστημα το οποίο, επειδή δεν θέλει να προχωρήσει στις αναγκαίες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις, για να μην έλθει σε σύγκρουση με τα οικονομικά συμφέροντα που το στηρίζουν, καταφεύγει στην καταστολή, την αυθαιρεσία, τις διακρίσεις, ή τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» για να θυμηθούμε ξανά τη δικτατορία Μεταξά. Από αυτή την άποψη, η Μεταπολίτευση είναι πραγματικά τομή. Σε όλη την παραφιλολογία για «τη Μεταπολίτευση που κατέστρεψε τη χώρα», αυτό που «ξεχνιέται» είναι ότι σταδιακά δημιουργείται ένα κράτος το οποίο δεν στηρίζεται στον πολιτικό αποκλεισμό αλλά στην ενσωμάτωση. Η αναβίωση αυταρχικών πολιτικών (π.χ. κλείσιμο της ΕΡΤ) τα τελευταία χρόνια είναι κάτι διαφορετικό. Δεν συνδέεται τόσο με «κατάλοιπα», όσο με την «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» που έχει επιβληθεί λόγω Μνημονίου

Ας έρθουμε στη Χρυσή Αυγή. Σε ποιο βαθμό εγγράφεται  στην παράδοση της άκρας Δεξιάς (Μεταξάς, ταγματασφαλίτες, χούντα) και ποια είναι τα νέα της στοιχεία; Γενικότερα, ποιες είναι οι ιδεολογικές δεξαμενές από τις οποίες αντλεί;
Έχει ενδιαφέρον ότι η Χρυσή Αυγή οικειοποιήθηκε το παρελθόν από το οποίο η Δεξιά στη Μεταπολίτευση αποστασιοποιήθηκε σε μια διαδικασία μετασχηματισμού της σε φιλελεύθερη παράταξη. Άρα θα συμφωνήσω ότι εγγράφεται στην παράδοση της άκρας Δεξιάς. Αυτό που θα πρέπει να μας προβληματίσει είναι ότι σε επίπεδο δημόσιας ιστορίας αυτή η παράδοση της άκρας Δεξιάς «κανονικοποιήθηκε», δηλαδή σταδιακά διαμορφώθηκε μια νέα αντίληψη που δεν θεωρούσε αρνητικό αυτό το παρελθόν, π.χ. τη χούντα ή τη συνεργασία με τους Γερμανούς στην Κατοχή. Από την άλλη πλευρά, η Χρυσή Αυγή υπερβαίνει την παράδοση της άκρας δεξιάς, τόσο ιδεολογικά όσο και πολιτικά. Πέρα από τον εθνικισμό και τον αντικομμουνισμό, που παραδοσιακά διέκρινε την άκρα Δεξιά, η Χρυσή Αυγή έχει έναν ξεκάθαρα φιλοναζιστικό προσανατολισμό, κάτι που είναι πρωτόγνωρο. Επιπλέον, η άκρα Δεξιά στην Ελλάδα ιστορικά είχε στενή σχέση με τους κρατικούς μηχανισμούς· λειτουργούσε ως παρακράτος.
 Η Χρυσή Αυγή είναι μια οργάνωση η οποία, πέρα από την σχέση που έχει με τους κρατικούς μηχανισμούς, αναπτύχθηκε χάρη στην πολιτική-εγκληματική δράση της. Δεν υπάρχει κάποια αντινομία ανάμεσα στην πολιτική και την εγκληματική δράση. Υποστηρίζει μια ιδεολογία η οποία χαρακτηρίζεται από το μίσος και έχει μια πρακτική που θεμελιώνεται τη βία. Από τη στιγμή που βρει πρόσφορο έδαφος να διαχυθεί στην κοινωνία, αποκτά μια δυναμική επικίνδυνη και καταστροφική. Αυτό είναι κάτι που επιτέλους φαίνεται να το αντιλαμβάνονται όλοι, έστω και καθυστερημένα.   

Τη συνέντευξη πήραν ο Μάνος Αυγερίδης και ο Στρατής Μπουρνάζος

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Η ζωή στις φυλακές και στην εξορία στα χρόνια του Μεταξά

του Βόγλη Πολυμέρη
Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας (2006)

Ο Αυστραλός δημοσιογράφος Μπερτ Μπερτλς έφτασε μαζί με τη γυναίκα του στην Ελλάδα το Σεπτέμβριο του 1935. Αν και ενθουσιώδης αρχαιολάτρης, αποφάσισε να κάνει ένα διαφορετικό οδοιπορικό στην Ελλάδα και στις αρχές του 1936 επισκέφτηκε τους πολιτικούς εξόριστους στην Ανάφη και τη Γαύδο. Το βιβλίο με τις εντυπώσεις του από τη ζωή των πολιτικών εξορίστων, που κυκλοφόρησε το 1938 στα αγγλικά (και πριν λίγα μόλις χρόνια στα ελληνικά, με τίτλο «Εξόριστοι στο Αιγαίο», από τις εκδόσεις «Φιλίστωρ») είναι από τις πρώτες, και πιο διεισδυτικές, μαρτυρίες που διαθέτουμε για την καθημερινή ζωή στην εξορία στη δεκαετία του 1930.
                             
Αναχωρώντας από τη Γαύδο για τον Πειραιά, στο τέλος αυτού του ιδιότυπου ταξιδιού, γράφει: «Μόνο όταν το καΐκι άρχισε να απομακρύνεται και η μικρή ομάδα στην ακτή να μικραίνει πάνω στο περίγραμμα του κόλπου και του λόφου του νησιού πίσω τους, συνειδητοποίησα τι βασάνιζε περισσότερο αυτούς τους εξόριστους. Δεν ήταν οι στερήσεις, η ανεπάρκεια τροφής, η έλλειψη σχέσεων -μολονότι όλα αυτά μερικές φορές έπρεπε να μοιάζουν αβάσταχτα- αλλά η απομόνωση πάνω σ' ένα νησί όπου τίποτε δεν φύτρωνε, όπου δεν υπήρχε έστω μια μικρή κοινότητα για να συναναστραφούν, όπου έπρεπε να ισιώσουν ένα κομμάτι γης και να υποκριθούν ότι ήταν πλατεία -ένα μέρος για να συγκεντρώνονται το απόγευμα- όπου δεν υπήρχε κανείς άλλος για να κουβεντιάσουν πέρα από τους δεκατρείς τους, όλη μέρα, όλο το χρόνο».

Αυτή είναι η καταστατική συνθήκη ύπαρξης στην εξορία, του εγκλεισμού γενικότερα. Δεν θα αλλάξει ούτε μερικούς μήνες αργότερα, κάτω από το δικτατορικό καθεστώς του Ι. Μεταξά, ούτε μια δεκαετία αργότερα, στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Αυτά που αλλάζουν είναι ότι προστίθενται και άλλα νησιά ως τόποι εξορίας και πολλαπλασιάζεται ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων και εξορίστων.

Στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά τόποι εξορίας, πέρα από την Ανάφη και τη Γαύδο, είναι η Φολέγανδρος, τα Κύθηρα, η Σέριφος, η Σίφνος, η Κίμωλος, η Αμοργός, η Ικαρία, ο Αη Στράτης. Πέρα από τους εξόριστους υπήρχαν και οι πολιτικοί κρατούμενοι, οι οποίοι ήταν φυλακισμένοι στις φυλακές της Ακροναυπλίας, της Κέρκυρας, της Πύλου, της Αίγινας, Αβέρωφ, Συγγρού, Επταπυργίου. Εκτιμάται ότι μεταξύ 1929 και 1937 εκτοπίστηκαν 3.000 άτομα με βάση το Ιδιώνυμο και άλλα 1.000-5.000 με βάση διάφορους άλλους νόμους του μεταξικού καθεστώτος. Οταν ξεσπά ο πόλεμος, το 1940, υπήρχαν στην Ελλάδα 2.000 πολιτικοί κρατούμενοι και εξόριστοι.

Οι μαρτυρίες πολιτικών εξορίστων δεν είναι πάρα πολλές, και αφορούν κυρίως τη ζωή στην Ανάφη, επειδή εκεί ήταν συγκεντρωμένος ένας αρκετά μεγάλος αριθμός εξορίστων. Στο επίκεντρο αυτών των μαρτυριών βρίσκονται οι ποικίλες στερήσεις και κακουχίες της ζωής στα ξερονήσια, όπως οι ελλείψεις τροφίμων που προκαλούσε η κακοκαιρία (καθώς τα τρόφιμα στέλνονταν με πλοία), η έλλειψη νερού, η αίσθηση απομόνωσης. Παράλληλα, ένα μεγάλο μέρος των μαρτυριών αφιερώνεται στην οργάνωση της συλλογικής ζωής μέσα από τις «ομάδες συμβίωσης», ή αλλιώς «κολεκτίβες», που κάλυπταν όλες τις πτυχές της καθημερινότητας, από το μαγείρεμα και την καθαριότητα μέχρι τις αγροτικές εργασίες και τις πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει «Το ημερολόγιο της Ανάφης» στη δικτατορία του Μεταξά (1997) από τον Κώστα Γαβριηλίδη ενώ στις λίγες μαρτυρίες για την εξορία στα χρόνια του Μεταξά θα πρέπει κανείς να συμπεριλάβει τού Γιώργου Ζάρκου, «Ομάδες Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων Ανάφης - ΟΣΠΕΑ», του Νίκου Τζαμαλούκα, «Ανάφη. Ο Γολγοθάς της λευτεριάς» (1975), ενώ αναφορές στην εξορία υπάρχουν στα βιβλία του Βασίλη Μπαρτζιώτα «Στις φυλακές και τις εξορίες» (1978) και του Κώστα Μπίρκα «Σελίδες του αγώνα. Ηρωικό χρονικό της δεκαπενταετίας 1935-1950» (1966).

Πέρα από τις μαρτυρίες, ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στη μελέτη της Μάργκαρετ Κένα «Η κοινωνική οργάνωση της εξορίας. Πολιτικοί κρατούμενοι στον Μεσοπόλεμο» («Αλεξάνδρεια» 2004). Το βιβλίο τής Κένα, συνδυάζοντας την ανθρωπολογική με την ιστορική προσέγγιση, αποτελεί μια σε βάθος ανάλυση της καθημερινότητας των εξορίστων, η οποία αναδεικνύει την ποικιλομορφία των σχέσεων συμβίωσης και εξουσίας μεταξύ των πολιτικών εξορίστων.

Η κυριαρχία της συλλογικότητας, ή καλύτερα η πρόταξη της ομάδας απέναντι στην υποκειμενικότητα, αντικατοπτρίζεται και στο πλούσιο, ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό που συνοδεύει την έκδοση. Οι ομαδικές φωτογραφίες με σκηνές από την καθημερινότητα, όπου οι εξόριστοι εργάζονται, διαβάζουν ή κάνουν μπάνιο στη θάλασσα, υπογραμμίζουν την αίσθηση ότι το άτομο μπορούσε να γίνει αντιληπτό μόνο ως μέρος της «ομάδας συμβίωσης» ή, πιο απλά, το γεγονός ότι η ατομική επιβίωση ήταν συλλογική υπόθεση στην εξορία.

Πολύ περισσότερα ήταν τα βιβλία που εκδόθηκαν με μαρτυρίες για τη ζωή των πολιτικών κρατουμένων, ιδιαίτερα στην Ακροναυπλία. Οι μαρτυρίες των πολιτικών κρατουμένων έχουν αρκετές ομοιότητες με αυτές των εξορίστων. Το μεγαλύτερο μέρος των μαρτυριών αφιερώνεται στη συλλογική ζωή μέσα στη φυλακή. Οι κρατούμενοι ήταν οργανωμένοι σε ομάδες συμβίωσης και κάθε ομάδα εξέλεγε ένα γραφείο, το οποίο ανέθετε καθήκοντα στους φυλακισμένους (μαγειρεία, ράφτες, τσαγκάρηδες, κ.λπ.), ήταν υπεύθυνο για τα οικονομικά της ομάδας και οργάνωνε τις μορφωτικές και πολιτιστικές δραστηριότητες (μαθήματα, θεατρικές παραστάσεις, κ.λπ.)

Τα πρώτα βιβλία εκδίδονται ήδη στη δεκαετία του 1960, όπως του Βασίλη Γιαννόγκωνα «Ακροναυπλία» (1963) και του Γεράσιμου Αντωνάτου «Στην Ακροναυπλία» (1965). Στη μεταπολίτευση θα εκδοθούν αρκετές ακόμα, όπως μεταξύ άλλων του Βασίλη Μπαρτζιώτα «Κι άστραψε φως η Ακροναυπλία» (1977), του Γιάννη Μανούσακα «Ακροναυπλία (Θρύλος και Πραγματικότητα)» (1975) και «Το χρονικό ενός αγώνα. Ακροναυπλία, 1939-1943» (1986), του Αντώνη Φλουντζή, «Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες», 1937-1943 (1979). Οπως προανέφερα, έχουμε πολύ περισσότερες μαρτυρίες για την Ακροναυπλία απ' ό,τι για άλλες φυλακές ή για την εξορία. Γενικότερα, θα έλεγε κανείς ότι η Ακροναυπλία έγινε ο κατ' εξοχήν μνημονικός τόπος τής Αριστεράς για τις διώξεις στη μεταξική δικτατορία, όπως αντίστοιχα έγινε αργότερα η Μακρόνησος για τον εμφύλιο πόλεμο. Γιατί, όμως;

Ο πρώτος λόγος συνδέεται με τον υψηλό βαθμό κομματικής πειθαρχίας που επέδειξαν οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας, ιδιαίτερα στο θέμα των δηλώσεων μετανοίας. Εχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε την περίπτωση της Ακροναυπλίας σε σχέση με τις φυλακές της Κέρκυρας, για τις οποίες έχουμε την εξαιρετική μαρτυρία του Βασίλη Νεφελούδη «Ακτίνα Θ'» (1974). Παρά το γεγονός ότι στις φυλακές Κέρκυρας φυλακίστηκαν κορυφαία στελέχη του ΚΚΕ, μεταξύ άλλων και ο Νίκος Ζαχαριάδης, και οι συνθήκες διαβίωσης ήταν πολύ πιο σκληρές, καθώς οι κρατούμενοι έζησαν δύο ή και τρία χρόνια σε πλήρη απομόνωση, η περίπτωση των φυλακών Κέρκυρας δεν έγινε εξίσου αξιομνημόνευτη.

Αυτό μάλλον συνέβη επειδή ένας μεγάλος αριθμός πολιτικών κρατουμένων υπέγραψε δήλωση μετανοίας (όπως ο Θανάσης Κλάρας, ο Κώστας Γαβριηλίδης, ο Στέλιος Σκλάβαινας), ενώ κάποιοι άλλοι προχώρησαν και στη συνεργασία με το μεταξικό καθεστώς. Στην Ακροναυπλία, αντίθετα, ο κομματικός μηχανισμός οργανώθηκε καλύτερα, η κομματική πειθαρχία αποκαταστάθηκε γρήγορα, με αποτέλεσμα πολύ λίγοι κρατούμενοι να υπογράψουν δήλωση. Η επαγρύπνηση απέναντι στον «εχθρό», η αυστηρή πειθαρχία, η υποταγή στην ηγεσία, η προάσπιση της μονολιθικότητας του κόμματος έγιναν οι αρετές των πολιτικών κρατουμένων της Ακροναυπλίας και ο «Ακροναυπλιώτης» έγινε συνώνυμο ενός συγκεκριμένου τύπου κομμουνιστή. Συναφές με τα προηγούμενα, αλλά και με τη διαδικασία ανάδειξης της Ακροναυπλίας σε μνημονικό τόπο, είναι το γεγονός ότι πάνω από τριάντα πρώην κρατούμενοι της Ακροναυπλίας τοποθετήθηκαν σε κεντρικά καθοδηγητικά όργανα του ΚΚΕ μεταπολεμικά.

Η Ακροναυπλία κατείχε εξέχουσα θέση στη συλλογική μνήμη της Αριστεράς και για έναν άλλο λόγο: τη μοίρα των πολιτικών κρατουμένων της συγκεκριμένης φυλακής κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Μετά τη γερμανική εισβολή και την κατοχή της χώρας, την άνοιξη του 1941, οι πολιτικοί κρατούμενοι δεν απελευθερώθηκαν από την κυβέρνηση αλλά, απεναντίας, παραδόθηκαν στις ιταλικές δυνάμεις κατοχής. Οι πολιτικοί κρατούμενοι αρχικά υπέφεραν από την πείνα, πάλι όμως όχι όσο οι πολιτικοί εξόριστοι.

Οι πολιτικοί εξόριστοι το χειμώνα του 1941 έμειναν χωρίς τρόφιμα, με συνέπεια να πεθάνουν από την πείνα 18 πολιτικοί εξόριστοι στην Ανάφη και 33 στον Αη Στράτη -εμπειρία που έχει αποτυπωθεί στη συγκλονιστική μαρτυρία του Κώστα Μπόση «Αη Στράτης. Η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941» (1947).

Οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας μετά το 1942 διαμοιράστηκαν σε διαφορετικές φυλακές και στρατόπεδα. Πάρα πολλοί χρησιμοποιήθηκαν από τις δυνάμεις κατοχής ως όμηροι και εκτελέστηκαν σε αντίποινα για ενέργειες των ανταρτών. Η πιο γνωστή τέτοια περίπτωση είναι η εκτέλεση 200 κρατουμένων (από τους οποίους 160 ήταν Ακροναυπλιώτες) την Πρωτομαγιά του 1944 από τους Γερμανούς. Συνολικά 399 πρώην Ακροναυπλιώτες εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς στη διάρκεια της Κατοχής. Ο «Ακροναυπλιώτης», έτσι, έγινε και συνώνυμο της ηρωικής θυσίας και του μάρτυρα της Αντίστασης.

Οι μαρτυρίες για τη ζωή στις φυλακές και την εξορία στα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας επιδέχονται πολλαπλές αναγνώσεις. Μας επιτρέπουν να τις διαβάσουμε μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες: ως σταθμούς στη βιογραφία τής Αριστεράς ως ενός συλλογικού πολιτικού και κοινωνικού υποκειμένου, ως τεκμήρια για τις συνθήκες και την εμπειρία του εγκλεισμού, ως υλικό για τη μελέτη της διαμόρφωσης της συλλογικής μνήμης, ως αφηγηματικά παραδείγματα για τις επόμενες γενιές πολιτικών κρατουμένων και εξορίστων που έγραψαν τις δικές τους μαρτυρίες. Κοντολογίς, μας επιτρέπουν να ξαναδούμε μια επώδυνη όσο και συναρπαστική περίοδο της σύγχρονης κοινωνικής ιστορίας της Ελλάδας.