Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

29 Iούλη 1938: Το Κίνημα των Χανίων κατά της Μεταξικής δικτατορίας

Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου

Η Δικτατορία του Μεταξά επιβλήθηκε, στις 4 Αυγούστου 1936 με την ανοχή του αστικού πολιτικού κόσμου και την εύνοια του Παλατιού. Το μίσος του δικτάτορα για τη δημοκρατία ήταν γνωστό από νωρίς. «Θεωρώ τον κοινοβουλευτισμόν εκπεσόντα και θα αγωνισθώ προς έξοδον εξ αυτού» δήλωνε το 1934. Παρόλα αυτά, παρότι ήταν δηλωμένος θαυμαστής των φασιστικών καθεστώτων Χίτλερ και Μουσολίνι που κυριαρχούσαν τότε στην Ευρώπη, ο πολιτικός κόσμος δεν έπραξε τίποτα για να του φράξει έγκαιρα το δρόμο.

Έτσι, όταν στις 5 Μάρτη 1936 ο Γεώργιος ο Β΄ έκανε τον Μεταξά υπουργό Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Δεμερτζή, πολλοί επικρότησαν. Ο Βενιζέλος, σε επιστολή του από το Παρίσι στον Λ. Ρούφο, σχολίαζε: «Δεν είναι ανάγκη να σου είπω πόσον ζωηρά είναι η χαρά μου, διότι ο Βασιλεύς απεφάσισε να πατάξη επί τέλους τας διηνεκείς επεμβάσεις των στρατιωτικών παραγόντων, απομακρύνας από την κυβέρνησιν, μετά την τελευταίαν αυθάδειάν των, τον Παπάγον και Πλατήν, και αναθέσας το Υπουργείον των Στρατιωτικών εις τον Μεταξάν…». Στην πραγματικότητα βέβαια το παλάτι υπουργοποιώντας τον Μεταξά δεν απέτρεπε τη δικτατορία, αλλά επέλεγε αυτόν που θα έπρεπε να την κάνει. Δύο μήνες αργότερα, στις 27 Απρίλη, ο Μεταξάς γίνεται πρωθυπουργός στη θέση του αποθανόντα Δεμερτζή και παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης από το σύνολο σχεδόν του αστικού πολιτικού κόσμου. Τρεις μέρες μετά, η Βουλή διακόπτει τις εργασίες της μέχρι την 1η Οκτώβρη, δίνοντας στην κυβέρνηση το δικαίωμα να εκδίδει, έως τότε, διατάγματα. Με δύο τέτοια διατάγματα υπογεγραμμένα από τον Γεώργιο Β’, ένα που ανέστειλε βασικά άρθρα του συντάγματος και ένα που διέλυε τη Βουλή, εγκαθιδρύθηκε στις 4 Αυγούστου η Μεταξική δικτατορία.

«Ότι δεν έκαναν οι πολιτικοί αρχηγοί ενάντια στη δικτατορία το καταπιάστηκε μόνος του ο λαός» αναφέρει στο βιβλίο του «Το αντιδικτατορικό κίνημα της Κρήτης» ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής. «Οι εργαζόμενοι οργανώνονται, παλεύουν. Στήνουν πρόθυμο το αυτί στην πατριωτική φωνή του ΚΚΕ που τους καλεί να συγκροτήσουν ενωμένοι το αντιδικτατορικό μέτωπο πάλης… Στελέχη των δημοκρατικών κομμάτων, δημόσιοι υπάλληλοι και δημοκράτες αξιωματικοί συνεργάζονται με τους κομμουνιστές για τη συγκρότηση αντιδικτατορικού μετώπου». Αν και ο στόχος ήταν κοινός, η πτώση της δικτατορίας, υπήρχαν δύο γραμμές. Εκείνη του ΚΚΕ για κοινή αντιδικτατορική δράση όλων των πολιτικών δυνάμεων και οργανώσεων προκειμένου το καθεστώς της 4ης Αυγούστου να ανατραπεί μέσα από την οργάνωση και δράση του λαού και εκείνη των αστικών αντιδικτατορικών κομμάτων που δεν ήθελαν το λαό στο προσκήνιο αλλά προσέβλεπαν στην πτώση της δικτατορίας με πρωτοβουλία του – συνένοχου της δικτατορίας– βασιλιά ή με κάποιο στρατιωτικό κίνημα.

 Η αντιδικτατορική δράση του Χανιώτικου λαού

Στα Χανιά αντιφασιστική δράση υπήρξε πολύ πριν την 4η Αυγούστου. Ήδη από το 1934 η εφημερίδα «Λευτεριά», με διευθυντή τον κομμουνιστή Βαγγέλη Κτιστάκη, όργανο των αντιφασιστών της Κρήτης προειδοποιεί για τον επερχόμενο φασισμό. Τον Ιούνη το Πρωτοδικείο Χανίων εγκρίνει το καταστατικό της «Αντιφασιστικής Ένωσης Κρήτης» που καλεί το λαό να πυκνώσει τις γραμμές της και να παλέψει ενωμένος ενάντια στο φασισμό και τον πόλεμο. Το δημοψήφισμα για την παλινόρθωση της βασιλείας το Νοέμβρη του 1935 βρίσκει στο δρόμο τους Χανιώτες. «Ο απειλούμενος εξοπλισμός βασιλοφρόνων δια την επιτυχίαν της παλινορθώσεως της τυραννίας, δεν δύναται να φοβήση ημάς από του να διακηρύξωμεν ότι δεν θα αναγνωρίσωμεν τον Γεώργιον εάν αποδεχθή να βασιλεύσει» γράφει ψήφισμα προς την κυβέρνηση που εκδόθηκε για την παλλαϊκή απεργία στις 26 Σεπτέμβρη 1935.
Τρεις μήνες μετά την επιβολή της δικτατορίας, το Νοέμβρη του 1936, ο Ιωάννης Μεταξάς, προβληματισμένος από τα δημοκρατικά αισθήματα του Κρητικού λαού, κατεβαίνει στο νησί για να παραστεί στον γιορτασμό της επετείου στο Αρκάδι. Ελάχιστοι με τη βία συγκεντρωμένοι τον υποδέχονται στη Σούδα, ενώ χιλιάδες προκηρύξεις πετιούνται στους δρόμους της πόλης. Στις 7 Μάρτη 1937, επιχειρεί νέα περιοδεία αυτή τη φορά μαζί με το βασιλιά. Όπως αναφέρει ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής «Στην αποβάθρα τους υποδέχεται ο δημοκράτης δήμαρχος Χανίων Γιάννης Μουντάκης. Χαιρετίζει το βασιλιά και του ζητά να διώξει το δικτάτορα και να αποκαταστήσει το Σύνταγμα. Προκηρύξεις κυκλοφορούν και πάλι. Το βράδυ αντιφασίστες κόβουν το ηλεκτρικό ρεύμα στην ώρα του επίσημου γεύματος στον Δημοτικό Κήπο… Στον Φουρνέ η ασπίδα που είχαν στήσει για την υποδοχή τους μπουρλοτιάζεται από τον ψυχωμένο Λακιώτη αντιφασίστα νεολαίο Διονύση Μάντακα. Το ίδιο και στις Καλύβες του Αποκόρωνα. Ο Γιώργης Τζομπανάκης με τους φίλους του έκαψαν την ασπίδα και την πέταξαν στη θάλασσα. Εβδομήντα ένοπλοι συγκεντρωμένοι στις κορφές του Βαρύπετρου, περιμένουν το σύνθημα να κατέβουν στο δρόμο να πιάσουν το βασιλιά και το Μεταξά και να τους ανεβάσουν στο Θέρισο… Οι δημοκρατικοί πολιτευτές αμφιταλαντεύονται, διστάζουν, τα μετρούν και τα ξαναμετρούν. Κι ενώ είχαν συμφωνήσει για την απαγωγή τους στο Θέρισο που θα σήμαινε το τέλος του φασισμού στην Ελλάδα, την κρίσιμη στιγμή μετάνιωσαν». Λίγες ημέρες αργότερα στο μνημόσυνο του Ελ. Βενιζέλου, πραγματοποιήθηκαν νέες αντιδικτατορικές εκδηλώσεις. Ύστερα από τους επίσημους ομιλητές, βγήκε στο βήμα ο Ευτύχης Παλλήκαρης, εκπρόσωπος του Αντιφασιστικού Μετώπου, «τέτοιος ήταν ο Βενιζέλος. – είπε – αγωνιστής για τη λευτεριά της Κρήτης και την Ένωση με την Ελλάδα. Αν ζούσε, δεν θα δέχονταν τις αλυσίδες της δικτατορίας».
Την ίδια περίοδο, Άνοιξη του 1937 ιδρύεται στα Χανιά και η αντιφασιστική “Φιλική Εταιρία”, στην οποία συμμετέχουν βενιζελικοί, κομμουνιστές, δημοκράτες, εργάτες, αγρότες, επιστήμονες και ανυπότακτοι αξιωματικοί, με πρόεδρος τον Σταύρο Παπαδοκωνσταντάκη.

 Η προετοιμασία του κινήματος

Το Πάσχα του 1938 κατέβηκε στα Χανιά ο Αριστομένης Μητσοτάκης, παλιός πολιτευτής Χανίων και ανιψιός του Ελευθερίου Βενιζέλου. Είχε διατελέσει υπουργός στην κυβέρνηση Παπαναστασίου και από νωρίς είχε έρθει σε διαφωνία με τον Βενιζέλο. Σε συνάντηση που ζήτησε με εκπροσώπους της Φιλικής Εταιρίας, στο ξενοδοχείο «Μινέρβα» στο λιμάνι, μετέφερε μια ωραιοποιημένη εικόνα σύμφωνα με την οποία κόμματα και δημοκρατικές οργανώσεις στην Αθήνα ήταν έτοιμα για δυναμική αναμέτρηση με τη δικτατορία και του είχαν αναθέσει την ευθύνη της Κρήτης. «Τον Απρίλη του 1938 – γράφει στα απομνημονεύματά του ο Μάρκος Βαφειάδης που εκείνο το διάστημα είχε αναλάβει την καθοδήγηση του ΚΚΕ στην Κρήτη – πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στα Χανιά με τη συμμετοχή του Αρ. Μητσοτάκη, αρχηγού της “αριστεράς” των Φιλελευθέρων, Ιωάν. Μουντάκη Δημάρχου Χανίων και του αντιπροσώπου της ΚΟ Κρήτης Μ. Βαφειάδη… Η σύσκεψη διαπιστώνει την ανάγκη συντονισμού του λαϊκού αντιδικτατορικού αγώνα και, με προτεραιότητα τον ένοπλο, αποφασίζει και υπογράφει συμφωνία που θα περιλάβει τους εξής όρους: 1) Ανατροπή της δικτατορίας. 2) Σχηματισμός αντιδικτατορικής κυβέρνησης απ’ όλα τα κόμματα της Βουλής που διέλυσε η δικτατορία και εκλογές με αναλογική. 3) Επαναφορά των απότακτων δημοκρατικών αξιωματικών, κατάργηση του ιδιωνύμου, του θεσμού της εξορίας, των αντιδημοκρατικών νόμων της δικτατορίας».

Η Ασφάλεια που προσπαθεί απεγνωσμένα να εντοπίσει το μηχανισμό της Φιλικής Εταιρίας αναγκάζει το Μητσοτάκη με την απειλή της σύλληψης να φύγει για την Αθήνα, αλλά παρά την τρομοκρατία, τις συλλήψεις και διαρκείς εκτοπίσεις κομμουνιστών και δημοκρατικών πολιτών, η προετοιμασία της εξέγερσης συνεχίζεται. Πυρήνες οργανώνονται στα χωριά του Αποκόρωνα και της Κυδωνίας, ενώ σε επίσκεψή του στον Ομαλό ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής εξασφαλίζει και την υποστήριξη του στρατηγού Μάντακα. Ο Μητσοτάκης επιστρέφει στα Χανιά μέσα του Ιούλη και πραγματοποιεί νέες συναντήσεις την ίδια ώρα που οι βενιζελικοί πολιτευτές διστάζουν και κωλυσιεργούν.

Όλοι βρίσκονται εν αναμονή του «συνθήματος από την Αθήνα». Όμως στην Αθήνα η εικόνα δεν ήταν αυτή που μετέφερε ο Μητσοτάκης στους συνομιλητές του. Όπως γράφει ο Γρ. Δαφνής, την ιδέα της κρητικής εξέγερσης είχε συλλάβει ο στρατηγός Αχ. Πρωτοσύγγελος. «Το σχέδιόν του ήτο απλούν: Ολαι αι φρουραί της Κρήτης, στηριζόμεναι εις τον κρητικόν λαόν, θα προέβαινον εις την δήλωσιν ότι ηρνούντο να υπακούουν πλέον εις την κυβέρνησιν Μεταξά και θα εζήτουν από τον βασιλέα να την αντικαταστήση. Εάν ο βασιλεύς, εν τη επιθυμία του να αποφύγη εκστρατεία κατά της Κρήτης, συγκατάνευε, τότε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα θα είχε επιτευχθή. Εάν, αντιθέτως, ο βασιλεύς εξουσιοδότει τον Μεταξάν να χτυπήση τους Κρήτας, τότε ούτοι θα έπρεπε να κρατήσουν μερικάς ημέρας, ώστε εν τω μεταξύ να δοθή η δυνατότης κινητοποιήσεως των επί της Ηπειρωτικής Ελλάδος αντιδικτατορικών δυνάμεων. Το σχέδιο τούτο – καταλήγει ο Δαφνής – εγνώριζε και είχεν υιοθετήσει ο Α. Μητσοτάκης, εις τον οποίον ανετέθη η ηγεσία της εξεγέρσεως εις την Κρήτην». Στην ουσία δηλαδή, επρόκειτο για ένα σχέδιο προβληματικό καθώς βασιζόταν αποκλειστικά στην Κρήτη. Αν ληφθεί υπόψη ότι η εξέγερση περιορίστηκε στα Χανιά και δεν επεκτάθηκε στην Κρήτη, και ότι για την υπόλοιπη Ελλάδα δε υπήρξαν προετοιμασίες για εξέγερση, τότε γίνεται αντιληπτό πως το κίνημα των Χανίων ήταν θνησιγενές. Τίποτα όμως από αυτά δεν μπορεί να αμαυρώσει το μεγαλείο της αδούλωτης ψυχής του Χανιώτικου λαού. Στις 29 Ιούλη του 1938 τα Χανιά μίλησαν για λογαριασμό ολάκερης της Κρήτης, ολάκερης της Ελλάδας.

Η εξέγερση ξεσπά… και καταρρέει

Το ραντεβού ορίστηκε για τις πρώτες πρωινές ώρες της 29ης Ιουλίου 1938. Το πρωί της παραμονής πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο ιατρείο του δημάρχου Γιάννη Μουντάκη. Γράφει ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής: «Πήγαμε δύο από τη Φιλική Εταιρεία. Περιμέναμε σύσκεψη της Επαναστατικής Επιτροπής και βρήκαμε σύναξη στελεχών. Ο Μητσοτάκης που τις τελευταίες μέρες είχε πάρει τα μέτρα του για ν’ αποφύγει τη σύλληψη, έστειλε τους αντιπροσώπους του. Αντιπροσώπους έστειλαν και οι βενιζελικοί. Ήταν κι ο αντιπρόσωπος της κομμουνιστικής οργάνωσης Χανίων. Όλοι – όλοι καμιά δεκαπενταριά… Κανένα μέτρο προφύλαξης. Πειράγματα, αστεία, φωνές. Μερικοί περίεργοι από τα γειτονικά μαγαζιά – το ιατρείο βρισκόταν στο κέντρο της παλιάς πόλης κοντά στην πλατεία της Σπλάντζιας – ήρθαν να ρωτήσουν τι συμβαίνει. Η κίνηση ασυνήθιστη, η πόρτα ανοιχτή, ένας τοίχος μας χώριζε από το δρόμο. “Ο δήμαρχος βαφτίζει” ήταν η απάντηση. Οι περίεργοι δεν έμειναν ικανοποιημένοι, έλεγαν κανένα χωρατό, χαμογελούσαν πονηρά, έφευγαν. Ένας είπε: “Καλά κρασιά”. Αλλος: “Η ώρα η καλή”». Μέσα σε τέτοιες συνθήκες «συνομωτικότητας» με μία σύσκεψη που κράτησε όλο κι όλο μισή ώρα, η εξέγερση ορίστηκε περί τις 2 το πρωί της 29ης Ιουλίου. Από στόμα σε στόμα κ η είδηση έφτασε αστραπιαία παντού.

Από τις 12 τα μεσάνυχτα ομάδες αρχίζουν να συγκεντρώνονται στο Ορφανοτροφείο, άλλοι άοπλοι, άλλοι οπλισμένοι με κάθε λογής όπλα, μάλλιγχερ μακριά και κοντά, γκράδες και γκραδάκια, μάουζερ, τιλεμπέλ, τσιφτέδες, μερικά τόσο σκουριασμένα που αμφίβολο αν θα έπαιρναν φωτιά. Σφαίρες ελάχιστες, αλλά ηθικό υψηλό. Η ώρα περνά, αλλά από τους ηγέτες κανείς ακόμα. Όπως αναφέρει ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής, «ύστερα από είκοσι χρόνια μαθεύτηκε πως και την τελευταία στιγμή αμφιταλαντεύονταν». Τελικά φτάνουν στη συγκέντρωση περασμένες 4.

Το πλήθος κινείται. Καταλαμβάνεται αναίμακτα η Στρατώνα στη Σούδα, το Τηλεγραφείο, η Γενική Διοίκηση, τα γραφεία της Διοίκησης Χωροφυλακής, της Μεραρχίας, της Ασφάλειας και τα Αστυνομικά τμήματα. Στα γραφεία του 14ου Συντάγματος συνεδριάζουν οι πολιτικοί και στρατιωτικοί παράγοντες. Ο Γενικός Διοικητής Κρήτης Σφακιανάκης, ο Γενικός Γραμματέας Ιππόλυτος, ο διοικητής της Μεραρχίας, ανώτεροι υπάλληλοι τα έχουν χαμένα και παραδίνονται.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, οι συλλήψεις και τα μέτρα που λήφθηκαν για την προφύλαξη της εξέγερσης από τους εχθρούς της εν πολλοίς ήταν αστεία. Γράφει ο Χατζηαγγελής: «Δεν πήραμε στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης και ασφάλειας. Ύστερα από την κατάληψη των αρχών και τη σύλληψη των πολιτικών και στρατιωτικών εκπροσώπων της δικτατορίας, δεν αφοπλίσαμε τη χωροφυλακή. Παντού μπήκαν ένοπλοι επαναστάτες, παντού κάποιος χωροφύλακας χαμογελούσε “κι εμείς μαζί σας – προσχωρούμε”, παντού κάποιος βενιζελικός παράγοντας βρισκόταν από μηχανής θεός ν’ αποτρέψει τον αφοπλισμό, την απομάκρυνση, την αντικατάσταση από τον επαναστατημένο λαό, που είχε την ευθύνη για την τάξη. Δεν αφοπλίστηκε ολοκληρωτικά ο στρατός, δεν εγκαταστάθηκε από την πρώτη στιγμή στους στρατώνες λαός, να γίνει λόχος, τάγμα, να στήσει καζάνι, να πάρει παλάσκες και γυλιό. Δεν απομονώθηκε η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Ο υπουργός Σφακιανάκης οδηγήθηκε από ενόπλους στο σπίτι του. Μπορεί να βρέθηκε και κάποιος που να του ζήτησε συγνώμη για την ενόχληση. Κάποιος έπεισε τους ενόπλους να μείνουν στο σπίτι του να τον φυλάνε μήπως και τον πειράξει κανείς. Του άφησαν και το τηλέφωνο να τηλεφωνήσει στους φίλους του στα Χανιά, στην Αθήνα, στο Ηράκλειο πως χαίρει άκρας υγείας και να μην ανησυχούν».

Τα ξημερώματα μεταδόθηκε το παρακάτω διάγγελμα:
«Προς την Α. Μ. τον Βασιλέα
Προς τας ενόπλους δυνάμεις
Προς τον ελληνικό λαό
Στρατός και λαός αδελφωμένοι κατέλυσαν αρχάς λαομισήτου τυραννίας εκπροσωπούμενης υπό του στρατηγού Μεταξά. Ανακτήσας ελευθερίας αυτού απευθύνεται προς την Α. Μ. τον Βασιλέα και ζητεί την άμεσον απομάκρυνσιν της τυραννικής Κυβερνήσεως Μεταξά, την αποκατάστασιν του κράτους του νόμου και των λαϊκών ελευθεριών και τον σχηματισμόν Κυβερνήσεως Εθνικής Σωτηρίας εκ των αρίστων Ελλήνων, αδιακρίτως πολιτικών παρατάξεων, προς αντιμετώπισιν των αμεσοτάτων εσωτερικών και εξωτερικών κινδύνων, τους οποίους διατρέχει η χώρα μας και διά την δημιουργίαν μιας νέας Ελλάδος, πράγματι ηνωμένης ψυχικώς και ικανής να αντιμετωπίση με σθένος και φρόνησιν τας δυσκόλους στιγμάς, που διέρχεται η ανθρωπότης. Με αδελφικόν χαιρετισμόν προς τας ενόπλους δυνάμεις και ολόκληρον τον λαόν. Ζήτω Ο Βασιλεύς, ζήτω η Ελλάς.
Η Επαναστατική Επιτροπή:
Μητσοτάκης, Βολουδάκης, Μουντάκης, Παΐζης,
Μάντακας στρατιωτικός διοικητής».

Το πρωί της Παρασκευής 29 Ιουλίου βρίσκει τους Χανιώτες σε επαναστατικό ενθουσιασμό αλλά και ανήσυχους. Στις 11π.μ. γίνεται λαϊκή συγκέντρωση στην Πλατεία Σιντριβανιού. Η εξέγερση έχει πετύχει, αλλά οι ομιλητές από τον εξώστη του κέντρου «ΒΙΜ», με πρώτο τον Μητσοτάκη, επιβεβαιώνουν πως το κίνημα των Χανίων είναι μοναδικό στο νησί. Στην πραγματικότητα κανείς δεν είχε φροντίσει από τα πριν να ειδοποιήσει την υπόλοιπη Κρήτη ή να την εντάξει στο σχεδιασμό της εξέγερσης πρότι αυτό δεν θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο.

Το μούδιασμα του λαού ήταν αναπόφευκτο. Και αντί οι ηγέτες του κινήματος να τον εμψυχώσουν, υποτίμησαν τη νοημοσύνη και τις διαθέσεις του όπως αναφέρει ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής ” (Ο Μητσοτάκης) δεν τόνισε την σημασία της πάλης ενάντια στο λαομίσητο φασισμό και της αλλαγής που θα γινόταν με την αποκατάση της Δημοκρατίας. Δε ζήτησε από το λαό συγκεκριμένα τι να κάνει, ποια είναι τα καθήκοντα της στιγμής ‘Πηγαίνετε στα σπίτια σας να φάτε και τ’ απόγευμα ελάτε στη στρατώνα να πάμε για Ρέθυμνο, Ηράκλειο’ Ο λαός αντί να ενθουσιαστεί πάγωσε ακόμα πιο πολύ”. Και σαν να μην έφτανε αυτό, προς το τέλος του συλλαλητηρίου δύο αεροπλάνα ρίχνουν στην πόλη μια προκήρυξη του Δικτάτορα Μεταξά ο οποίος δήλωνε αποφασισμένος να πατάξει «τους στασιαστάς διά παντός μέσου», ενημερώνοντας ταυτοχρόνως ότι «παντού της Ελλάδος επικρατεί απόλυτος τάξις και ησυχία».

Σε λίγο άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Ο Σφακιανάκης είχε ενημερώσει και κινητοποιήσει τις αρχές. Εναντίον των εξεγερμένων κινήθηκαν ισχυρές δυνάμεις. Περίπολοι γέμισαν τους δρόμους και άρχιζαν να αφοπλίζουν τους ένοπλους επαναστάτες όπου τους έβρισκαν. Αντίσταση ουσιαστική δεν υπήρξε, γιατί δεν είχε προβλεφτεί κάτι τέτοιο. Στα γραφεία της Μεραρχίας η Χωροφυλακή συνέλαβε τον Μάντακα, ο οποίος ουσιαστικά ούτε που περίμενε μια τέτοια εξέλιξη. Κατάφεραν όμως να τον απελευθερώσουν λίγο αργότερα οι Λακκιώτες.

Στις 12.50 το μεσημέρι ο Σφακιανάκης τηλεγραφούσε στην Κυβέρνηση: «Η Γενική Διοίκησις, το Σύνταγμα και τα λοιπά δημόσια καταστήματα ανακατελήφθησαν. Οι στασιασταί διελύθησαν». Το απόγευμα της ίδιας ημέρας μέσω ραδιοφώνου ολόκληρη η Ελλάδα άκουγε ανακοίνωση του υφυπουργείου Τύπου με την οποία αναγγελλόταν η πλήρης καταστολή του κινήματος.
«Χθες την νύκτα ομάς 400 περίπου ενόπλων υπό την ηγεσίαν των Μητσοτάκη, Μουντάκη και Χατζηαγγελή εισήλθεν εις την πόλιν των Χανίων και επωφελούμενη της ελλείψεως στρατιωτικής δυνάμεως, κατέλαβε την πόλιν. τα αίτια και οι σκοποί του απονενοημένου του κινήματος παραμένουν μέχρι της στιγμής άγνωστα. ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως ειδοποιηθείς αμέσως διέταξε εν τω άμα την αποστολην ισχυράς στρατιωτικής ναυτικής και αεροπορικής δυνάμεως”

Το Μεταξικό καθεστώς εκδικείται

Παρά την αποτυχία της η αντιφασιστική εξέγερση του Χανιώτικου λαού έπεσε σα βάλσαμο στις καρδιές των ανθρώπων που τις πλάκωνε ο βραχνάς του φασισμού. Το ηθικό του λαού παραμένει ακμαίο. Μάταια η δικτατορία προσπαθεί να τρομοκρατήσει εξαπολύοντας άγριο διωγμό εναντίον όσων είχαν τολμήσει να την αμφισβητήσουν. Συλλήψεις, διώξεις, βασανισμοί είναι το μόνιμο μοτίβο και όχι μόνο στα Χανιά. Την 1η Αυγούστου με προκήρυξή τους οι Κρητικοί της Αθήνας και του Πειραιά επιδοκιμάζουν την εξέγερση και καταγγέλουν την δικτατορία για τις μαζικές συλλήψεις 500 Κρητικών σε Αθήνα και Πειραιά και για πλήθος συλλήψεων στη Θεσσαλονίκη.

Στα Χανιά στρατιωτικός νόμος και διαγγέλματα. Ο στρατιωτικός διοικητής Σακόραφος καλεί «πάντας να παραδώσωσι τα εις χείρας των όπλα και στρατιωτικά είδη», απαγορεύει την κυκλοφορία καθ’ ομάδας και την κυκλοφορία πέραν της 10ης νυκτερινής. Στέλνεται στο νησί στρατός, πολεμικά, χωροφυλακή, με επικεφαλής το γνωστό Κουρεμπανά. Διορίζεται στρατιωτικός διοικητής Κρήτης ο μετέπειτα «μεγάλος πατριώτης» της κατοχής Τσολάκογλου. Όμως οι προσκλήσεις και οι απειλές για την παράδοση των όπλων πέφτουν στο κενό. Ο λαός τα φυλάει σαν τα μάτια του. Στις 11 Αυγούστου κατεβαίνει στα Χανιά ο ίδιος ο υπουργός στρατιωτικών Παπαδήμας με πρώτη του σκοτούρα τα όπλα.

Παράλληλα στήνεται και το πρώτο στρατοδικείο. Στην δίκη που ξεκίνησε στις 17 Αυγούστου και κράτησε έξι ημέρες, από 69 κατηγορούμενους καταδικάζονται ερήμην σε θάνατο οι Μητσοτάκης, Μουντάκης, Βολουδάκης και Μπακλατζής και οι Μάντακας, Καφάτος, Εμμ. Μουντάκης και Γεωργιλαδάκης σε ισόβια. Ακολούθησαν το επόμενο διάστημα οι δίκες της β’ σειράς με 75 κατηγορούμενους, της γ’ με 59, της δ’ με 58 και τελευταία εκείνη των στρατιωτικών με την κατηγορία παράβασης καθήκοντος και εντολών ανωτέρων. Ο στρατιωτικός διοικητής της εξέγερσης Εμ. Μάντακας καταδικάστηκε ερήμην σε ισόβια δεσμά και ερήμην σε 20 χρόνια κάθειρξη ο Βαγγέλης Χατζηαγγελής. Οι συλληφθέντες, που καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές, γέμισαν τις φυλακές του Ιντζεδίν, της Αίγινας, των Τρικάλων, της Πύλου, της Κέρκυρας.

 Οι φυγόδικοι

Οι ερήμην καταδικασθέντες επικεφαλείς του κινήματος παραμένουν φυγόδικοι αρχικά στους Κάμπους της ορεινής Κυδωνίας και στη συνέχεια πιο ψηλά στο Μαδαρό, το τελευταίο ριζίτικο χωριό πριν την άγρια ερημιά των Λευκών Ορέων. Τους πάνω κάτω πενήντα νοματαίους που έχουν απομείνει ενώνει ο κοινός σκοπός, η πτώση της δικτατορίας, αλλά σπαράσσουν οι διαφωνίες. Μητσοτάκης και Μουντάκης θέλουν να μαζέψουν κόσμο και να ξαναμπούν στα Χανιά, Βολουδάκης και Μπακλατζής συνιστούν φρόνηση και αναμονή. Μετά και την εμφάνιση του πρώτου αποσπάσματος που πλησίασε τον καταυλισμό τους, οι φυγόδικοι αναγκάζονται, κυρίως κάτω από την πίεση του Βολουδάκη να καταφύγουν στ’ Ασκύφου των Σφακίων. Εκεί και μετά από πολλές διαφωνίες πείθεται και ο Βολουδάκης και καταστρώνεται σχέδιο για νέα εξέγερση με ορίζοντα την 16η Οκτώβρη. Το σχέδιο περιλαμβάνει γενική κινητοποίηση του λαού, ταυτόχρονο ξεκίνημα από όλες τις επαρχίες με κατεύθυνση τα Χανιά. Μητσοτάκης και Μουντάκης φεύγουν για να οργανώσουν τον Αποκόρωνα, Μπακλατζής και Χατζηαγγελής το Σέλινο, ενώ ο Βολουδάκης παραμένει στα Σφακιά και αναλαμβάνει να ειδοποιήσει Ρέθυμνο και Ηράκλειο. Κι ενώ ξεκινά η εκ νέου οργάνωση της εξέγερσης με συμφωνία όλων στις 7 Αυγούστου οι Μπακλατζής και Χατζηαγγελής λαμβάνουν μήνυμα από τον Βολουδάκη: «Ρέθυμνο και Ηράκλειο αρνούνται να κινηθούν. Κατόπιν τούτου απεφασίσθη ν’ αναχωρήσουμε εις Αίγυπτον. Θα περάσει να σας πάρει καΐκι από την Κουντούρα». Σύμφωνα με το Βαγγέλη Χατζηαγγελή, στην πορεία αποδείχτηκε πως ο Μητσοτάκης δεν είχε συμφωνήσει σε αυτό το σχέδιο ενώ με επιστολή του ο στρατηγός Μάντακας καλούσε και την υπόλοιπη ομάδα να παραμείνει στο νησί και να αγωνιστεί. Όμως – σύμφωνα με αφήγησή του 24/8/1963 που παραθέτει και πάλι ο Β. Χατζηαγγελής – ο Βολουδάκης βρίσκονταν σε επαφή με τον γενικό διοικητή Κρήτης Σφακιανάκη και όταν βεβαιώθηκε πως δεν μπορεί να γίνει νέα εξέγερση συμφώνησε μαζί του να διευκολύνει την απόδρασή τους από το νησί.

Τελικά 20 του Οκτώβρη αναχωρούν από το νησί με καΐκι και κατεύθυνση την Κύπρο, οι Αρ. Μητσοτάκης, Ι. Μουντάκης, Μαν. Βολουδάκης, Εμ. Μπακλατζής, Στ. Παπαδοκωνσταντάκης, Ρ. Τζιγκουνάκης, Ι. Σιμιτόπουλος, Η. Μπριλλάκης, Εμμ. Κοτζάμπασης και Β. Χατζηαγγελής.

Ρούλα Μουτσέλου



Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Ο Ντούτσε αφηγείται (Σταμάτης Πολενάκης)



 

Στην Ελλάδα, η πρώτη απόπειρα δημιουργίας ταινίας «τύπου Μίκυ Μάους» όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, καταγράφεται στην ιταλοκρατούμενη Σίφνο το 1942 από τον Σταμάτη Πολενάκη και είχε τίτλο «Ο Ντούτσε αφηγείται». Είναι η πρώτη ταινία κινουμένων σχεδίων με την ιδιόμορφη τεχνική papier de coupe. Ο Σταμάτης Πολενάκης έκανε τα σχέδια στη Σίφνο το 1942, στη διάρκεια της ιταλικής Κατοχής. Τα γυρίσματα όμως στην τρυκέζα έγιναν το 1945, σε συνεργασία με τους Πρόδρομο Μεραβίδη και Παναγιώτη Παπαδούκα. Το φιλμ ανακαλύφθηκε το 1980.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Τα Λαϊκά Μέτωπα και η προλεταριακή πολιτική

του Παντελή Πουλιόπουλου, 



1. Νέα φάση της παρακμής του καπιταλισμού

Η επιδρομή του ιταλικού ιμπεριαλισμού στην Αιθιοπία το 1935, ή γενική απεργία στη Γαλλία τον Ιούνη του 1936, ο εμφύλιος πόλεμος πού συνεχίζεται στην Ισπανία καί οι γιγαντιαίοι εξοπλισμοί όλων των μεγάλων Δυνάμεων δείχνουνε καθαρά ότι περάσαμε σε ένα καινούργιο στάδιο γενικής παρακμής του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Ο κόσμος μπήκε σε μια νέα περίοδο πολέμων καί επαναστάσεων. 

Μέσα στη μεγάλη αυτή κρίση μία και μοναδική είναι η λύση που μπορεί να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του προλεταριάτου και όλων γενικά των μαζών του λαού: η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη και η χρησιμοποίηση της εξουσίας αυτής για την εφαρμογή του σοσιαλισμού.

2. Πώς γενικά μπορεί να καταληφθεί η εξουσία

Η εργατική τάξη μπορεί να καταλάβει την πολιτική εξουσία μόνο άμα χρησιμοποιήσει τη μέθοδο της ανεξάρτητης ταξικής πάλης. Πρέπει δηλαδή, σε οποιαδήποτε φάση της σημερινής κρίσης, να αντι­τάσσει την ασυμφιλίωτη αντίθεση της στην αστική τάξη και στο αστικό κράτος, με οποιαδήποτε μορφή κι αν παρουσιάζεται αυτό. 

Ο όγκος των μη προλεταριακών μαζών του λαού μπορεί και πρέ­πει να κερδηθεί με το μέρος της εργατικής τάξης καί του σοσιαλισμού. Αυτά όμως θα κατορθωθεί μόνο όταν η ίδια η εργατική τάξη αποδείξει ότι μπαίνει μπροστά, αποφασιστικός καί ικανός ηγέτης στην ανεξάρτητη, επαναστατική πάλη των τάξεων κατά της κεφαλαιοκρατίας που εξουθε­νώνει κι αυτές τις μάζες του πληθυσμού όπως και το προλεταριάτο.

3. Λαϊκό Μέτωπο ίσον συνεργασία των τάξεων

Μέσα στις γραμμές του εργατικού κινήματος το μεγαλύτερο εμπό­διο σε μια ανεξάρτητη ταξική πάλη είναι οι μέθοδες κ’ η ιδεολογία της συνεργασίας των τάξεων. Η ιδεολογία αυτή ενσαρκώνεται πρώτ'’ απ'’ όλα στα συνθήματα του λεγόμενου Λαϊκού Μετώπου. Ριχτήκανε για πρώτη φορά από την Κομμουνιστική Διεθνή καί τα εθνικά της τμήματα. Τα συνθήματα αυτά βρήκανε τη θεωρητική τους έκφραση στις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς το καλοκαίρι του 1935. Πολύ γρήγορα την πολιτική αυτή την ασπάστηκαν και την προ­παγάνδισαν τα μεταρρυθμιστικά (σοσιαλδημοκρατικά) κόμματα, καθώς και πολλά φιλελεύθερα κόμματα σ’ όλο τον κόσμο. 

Τα συνθήματα του Λαϊκού Μετώπου είναι καινούργια στη μορφή, αλλά πολύ παλιά στην ουσία τους. Αντιπροσωπεύουν άπλα και μόνο την κλασική πολιτική και τις μέθοδες της συνεργασίας των τάξεων και μάλιστα στην πιο γνήσια και ολοκάθαρη μορφή της : την κυβέρνηση συνασπισμού αστικών και εργατικών κομμάτων. Το Λαϊκό Μέτωπο, όπως και κάθε άλλη μορφή ταξικής συνεργασίας, είναι απάρνηση της ανεξάρτητης ταξικής πάλης των εργατών. Με το Λαϊκό Μέτωπο η εργα­τική τάξη εγκαταλείπει το δικό της πρόγραμμα, δηλαδή το πρόγραμμα. της κατάληψης της εξουσίας και το πρόγραμμα του σοσιαλισμού, και δέχεται το πρόγραμμα της «δημοκρατικής» μπουρζουαζίας, δηλαδή το πρόγραμμα της υπεράσπισης τον καθεστώτος. Ο Μπλούμ στη Γαλλία ρητά δήλωσε ότι το Λαϊκό Μέτωπο και ή κυβέρνηση του σκοπό έχουνε να διατηρήσουνε τον καπιταλισμό. 

4. Λαϊκό Μέτωπο και Ενιαίο Μέτωπο

Το Λαϊκό Μέτωπο δεν έχει καμιά σχέση με το Ενιαίο Μέτωπο.

Το Ενιαίο Μέτωπο είναι ένα από τα κυριότερα μέσα της προλε­ταριακής πάλης. Είναι μια συμφωνία για κοινή δράση πάνω σε ένα ορισμένο πεδίο, για ορισμένες κοινές επιδιώξεις, και αποκλείει απόλυτα, κάθε θυσία προγράμματος και αρχών, αποκλείει κάθε λογής εγκατάλει­ψη της πολιτικής της εργατικής τάξης και του επαναστατικού της κόμ­ματος. Το επαναστατικό κόμμα μέσα στο Ενιαίο Μέτωπο διατηρεί ακέραιο το πρόγραμμα της ανεξάρτητης ταξικής πάλης για την εργα­τική και εργατοαγροτική εξουσία και για το σοσιαλισμό

Αντίθετα το Λαϊκό Μέτωπο είναι ένας συνασπισμός πολιτικός για σκοπούς γενικούς πού προϋποθέτει ότι το εργατικό κόμμα εγκατέλειψε τους ανεξάρτητους σκοπούς της εργατικής τάξης και την υπέταξε στους γενικούς σκοπούς της αστικής τάξης στο όνομα της (αστικής) δημοκρα­τίας. Στή σημερινή μάλιστα πράξη η εγκατάλειψη αυτή γίνεται, ιδίως από τα κόμματα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, όχι μόνο ουσιαστικά. αλλά και τυπικά. Ο ιδεολογικός εκφυλισμός των κομμάτων αυτών έχει σήμερα προχωρήσει τόσο πολύ ώστε συζητάνε στή Γαλλία επίσημα τη συγχώνευση με το κλασικό κόμμα των σοσιαλπροδοτών, μέσα δηλαδή σε ένα ενιαίο κόμμα μεταρρυθμιστικό - «σοσιαλιστικό», όπου καί το όνο­μα κομμουνισμός θα χανότανε ακόμα, αφού πρώτα χάθηκε πια ή ουσία του μέσα στην πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς. 

Σε ριζική αντίθεση προς το Λαϊκό Μέτωπο της συνεργασίας των τάξεων, ο επαναστατικός μαρξισμός και οι κομμουνιστές - διεθνιστές αντι­παρατάσσουν το Ενιαίο Μέτωπο Πάλης που μπορεί να αγκαλιάσει τις πιο πλατιές μάζες στην προοδευτική ανάπτυξη των αγώνων του κατά του κεφαλαίου και της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας.

5. Λαϊκό Μέτωπο, Φασισμός και μεσαίες τάξεις

Η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου δε μπορεί να δώσει καμιά απο­τελεσματική άμυνα κατά του φασισμου, γιατί ο φασισμός αποδείχτηκε ότι είναι η πολιτική στην οποία ωθείται αναπότρεπτα ο παρακμασμένος καπιταλισμός στη σημερινή του φάση, αν το προλεταριάτο δεν τον ανα­τρέψει. Κάθε άλλη πολιτική, έκτος από την επαναστατική πολιτική για την ανατροπή ολόκληρου του κεφαλαιοκρατικοϋ συστήματος, όχι μόνο είναι ανίσχυρη μπροστά στο φασισμό, αλλά ίσα - ίσα κάνει βέβαιη τη νίκη του φασισμού. 

Πραγματικά το Λαϊκό Μέτωπο είναι ανίκανο να κινητοποιήσει τις μεσαίες τάξεις κάτω από την ηγεσία της εργατικής τάξης πού δίχως αυτή είναι αδύνατη ή νίκη των εργαζομένων. Αφού το Λαϊκό Μέτωπο υποχρεώνει την εργατική τάξη να εγκαταλείψει το δικό της ανεξάρτητο πρόγραμμα και την ανεξάρτητη ταξική ηγεσία της, αφήνει τις μεσαίες τάξεις εύκολη λεία στην ασύστολη κοινωνική δημαγωγία των φασιστών κ’ έτσι επιτρέπει στο φασισμό να αποχτήσει μια μαζική βάση πού του είναι απαραίτητη για ν’ ανεβεί στην εξουσία.

6. Λαϊκό Μέτωπο και δημοκρατικές διεκδικήσεις

Στους καθημερινούς οικονομικούς και πολιτικούς αγώνες η πολιτι­κή της ταξικής συνεργασίας του Λαϊκού Μετώπου είναι ένας δυνατός φραγμός στη μαχητική, δηλαδή τη μόνη αποτελεσματική, διεξαγωγή των αγώνων για τίς μερικές, άμεσες διεκδικήσεις των εκμεταλλευομένων. Προσπαθεί να απαλύνει τους καθημερινούς αγώνες με συνθήματα «κοι­νωνικής ειρήνης» (τέτοιο είναι σήμερα και ρητά το σύνθημα των κομμά­των του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία, ιδίως των σταλινικών, αυτό είναι και το νέο πρόγραμμα που διεκήρυξε η νέα του κυβέρνηση Σωτάν). Το Λαϊκό Μέτωπο στηρίζεται ολοένα και πιο πολύ στις γραφειοκρατικές και «νόμιμες» μέθοδες του αστικού κράτους, παραπέμπει τους εργαζομέ­νους στους αστικούς θεσμούς της κυβερνητικής διαιτησίας, της κρατικής υπαλληλίας, των αστικών δικαστηρίων κλπ. για να σταματήσει έτσι κάθε αγώνα για καθημερινές μερικές διεκδικήσεις ή για να τον κατευ­θύνει με τρόπον ώστε ο αγώνας αυτός να μην οξύνει και να μη βα­θύνει την ταξική συνειδητοποίηση των εργατών

Από την πολιτική αυτή ριζικά διαφέρει επίσης η ταξική πάλη του προλεταριάτου επικεφαλής και των άλλων εκμεταλλευομένων στρω­μάτων του πληθυσμού για τις δημοκρατικές διεκδικήσεις όσον καιρό διατηρείται το καπιταλιστικό σύστημα. Με την πάλη αυτή - που δε στηρίζεται καθόλου στην παραγνώριση του βασικου χαραχτήρα της αστικής δημοκρατίας σα σκεπασμένης και απατηλής διχτατορίας του κεφαλαίου πάνω στον εργατικό λαό - βοηθούμε τη συνειδητοποίηση των καθυστερημένων μαζών και καταχτούμε περισσότερες θέσεις για. την οργάνωση της ανατροπής της κεφαλαιοκρατικής εξουσίας. Τις θέσεις αυτές, ελευθερίες δημοκρατικές λόγου, συγκέντρωσης, συνδικάτων κλπ., μπορούνε να τις καταχτήσουν οι εργαζόμενοι με την ανεξάρτητή τους μόνο ταξική πάλη, ποτέ όμως με τη συμμαχία και τη θέληση των κομ­μάτων του κεφαλαίου, ακόμα και των πιό «δημοκρατικών», παρά ίσα-ίσα ενάντια στη θέληση τους.
Το Λαϊκό Μέτωπο δε συνδυάζει την πάλη για τις δημοκρατικές ελευθερίες με το σκοπό της σοσιαλιστικής δημοκρατίας των εργαζομέ­νων, αλλά τις χρησιμοποιεί σα μέσο για να προσκολλήσει τις μάζες στην αστική δημοκρατία που την παριστάνει σαν πάνω από τάξεις. Έτσι δε σβήνει μονάχα το βασικό σκοπό της περιόδου από τη συνείδη­ση των μαζών, αλλά και τις εξαπατά ακόμα και σχετικά με τις σημε­ρινές καταχτήσεις και τη σημερινή τους κατάσταση. Στή Γαλλία το Λαϊκό Μέτωπο εν ονόματι αυτής της τυπικής «λαϊκής δημοκρατίας» χειροτέρεψε ακόμα περισσότερο την οικονομική κατάσταση των εργαζο­μένων με την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος και το κύμα των υπερ­τιμήσεων που εξαπέλυσε προς μέγα όφελος των επιχειρηματιών, αφού όμως πρώτα εδημαγώγησε λιγάκι με τις περιβόητες «κοινωνικές μεταρ­ρυθμίσεις» του. Η αστυνομία του σκότωσε το Μάη εργάτες στο Κλισύ πού πήγανε να διαλύσουνε συγκεντρώσεις φασιστικές και οι σταλινικοί προχτές στην επαρχία καλούσανε τους εργάτες να θεωρούνε «δική τους» την αστυνομία της Δημοκρατίας, ως μόνους δε εχθρούς των τους εργο­δότες, σα να μην είναι η αστυνομία της αστικής δημοκρατίας όργανο της κυρίαρχης τάξης των εργοδοτών!

7. Λαϊκό Μέτωπο ίσον αστική κυβέρνηση συνασπισμού

Ολοκληρωτικό μέρος της πολιτικής του Λαϊκού Μετώπου είναι η δημιουργία αστικών κυβερνήσεων συνασπισμού, όπου παρακάθηνται αστοί μαζί με εργατικούς ηγέτες, έχοντας πίσω τους τα Γενικά Επιτε­λεία και όλο το μηχανισμό του αστικού κράτους. Τέτοιες κυβερνήσεις εγνωρίσαμε πολλές ύστερα από τον πόλεμο καί το πρόβλημα του μινιστεριαλισμού, δηλαδή της υπουργοποίησης εργατικών ηγετών, έχει μέσα στο εργατικό κίνημα του κόσμου μια μακρόχρονη θεωρητική και ιστορική παράδοση. Τέτοιες κυβερνήσεις σε καμιά περίπτωστη δε μπορούνε να εξυπηρετήσουνε τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των εργαζομένων γενικά

Η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου είναι, όπως καί κάθε άλλη κυ­βέρνηση συνασπισμού, μια μορφή αστικής κυβέρνησης, μια ιδιαίτερη εμφάνιση του αστικού κράτους. Κράτος καί κυβέρνηση είναι η κεντρική εκτελεστική εξουσία της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης. Μπαίνοντας σε μια καπιταλιστική κυβέρνηση, κάτω από οποιουσδήποτε όρους, τα εργατικά κόμματα γίνονται διαχειριστές της πολιτικής εξουσίας για λο­γαριασμό της κεφαλαιοκρατίας. Σαν τέτοια είναι δίχως άλλο αναγκα­σμένα να ενεργούνε με τρόπο που να εμποδίζουνε, και στις κρίσιμες στι­γμές να καταπνίγουνε, τον επαναστατικό αγώνα των εργατών για την κα­τάληψη της εξουσίας και για το σοσιαλισμό. Γιατί ένας τέτοιος αγώνας δε μπορεί να νοηθεί δίχως ασυμφιλίωτη πάλη ενάντια σε κάθε μορφή της καπιταλιστικής εξουσίας. Απ’ αυτή την ακαταγώνιστη εσωτε­ρική λογική πηγάζει ο αντεπαναστατικός χαραχτήρας των κυβερνήσεων του Λαϊκού Μετώπου.

8. Λαϊκό Μέτωπο και πόλεμος

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πολιτική απάτη από το κήρυγμα πως τά­χα το Λαϊκό Μέτωπο σώζει την Ευρώπη από τον κίνδυνο του νέου πο­λέμου. Από την ίδια τους τη φύση τα Λαϊκά Μέτωπα και οι κυβερνή­σεις τους σαν όργανα και διαχειριστές υπεύθυνοι της εξουσίας μιας κεφαλαιοκρατικής χώρας, λ.χ. σαν την ιμπεριαλιστική Γαλλία, δε μπο­ρεί παρά να είναι προπαρασκευαστικά όργανα του νέου ιμπεριαλιστι­κού πολέμου, πού είναι κατά μαθηματική ανάγκη αναπότρεπτος, αν δεν ανατραπεί το καπιταλιστικό καθεστώς. Η κυβέρνηση του Λαϊκοΰ Μετώπου στη Γαλλία, εκτελώντας πιστά τις εντολές του Γενικού Επι­τελείου και έχοντας στα πολεμικά υπουργεία δοκιμασμένα όργανα του γαλλικού ιμπεριαλισμού (Νταλαντιέ και Σία), ξεπέρασε κάθε άλλη αστική κυβέρνηση της Γαλλίας στη λύσσα των πολεμικών εξοπλισμών. 

Τα κόμματα του Λαϊκού Μετώπου, και προπάντων το σταλινικό, εξαπολύουνε μιαν αδιάντροπη εθνικιστική και σωβινιστική προπαγάνδα, ετοιμάζοντας έτσι ψυχολογικά και ιδεολογικά τις μάζες για το νέο μακελιό. Με το πρόσχημα της «άμυνας των δημοκρατιών», του πολέμου για τη «συλλογική ασφάλεια» και της πάλης των «δημοκρατικών» ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων ενάντια στις φασιστικές ιμπεριαλιστικές Δυ­νάμεις, δεν έτοιμάζουνε παρά τη γενίκευση του πολέμου, το τράβηγμα του προλεταριάτου στο πλευρό του ενός από τους εμπόλεμους συνασπι­σμούς. Δηλαδή ετοιμάζουν ανοιχτά σήμερα -από κοινού σταλινικοί και σοσιαλδημοκράτες-μια προδοσία του σοσιαλισμού ασύγκριτα πιο φοβε­ρή και φρικαλέα σε ανθρώπινο αίμα από την προδοσία την ιστορική της 2ης Διεθνούς τον Αύγουστο του 1914. 

Πρωτεργάτης της πολιτικής αυτής μαζί με τη διεθνή Σοσιαλδημοκρατία είναι η εθνικιστικά εκφυλισμένη σοβιετική γραφειοκρατία που εγκαθίδρυσε ένα απολυταρχικό καθεστώς πάνω στο σοβιετικό προλετα­ριάτο και ξεκινάει από την ουτοπική ιδέα πώς μπορεί να σωθεί το σο­βιετικό κράτος της Οχτωβριανής Επανάστασης από τις ιμπεριαλιστικές επιδρομές μόνον άμα συμμαχήσει στρατιωτικά με το γαλλικό ιμπεριαλι­στικό μπλοκ. Αυτή η γραφειοκρατία διέλυσε και την Κομμουνιστική Διεθνή σα διεθνή οργάνωση του επαναστατικού προλεταριάτου και την έκανε εξάρτημα της κοντόθωρης εθνικιστικής πολιτικής της Ρωσικής διπλωματίας. 

Μόνο μια επιτυχής οργάνωση νικηφόρων επαναστατικών αγώνων για την ανατροπή της εξουσίας των ιμπεριαλιστών καπιταλιστών στη Δύση, κάτω από τη διεύθυνση μιας αληθινά επαναστατικής διεθνικής οργάνωσης-της 4ης Διεθνούς-είναι σε θέση να σώσει την Ευρώπη από το νέο πολεμικό χάος όπου οδηγείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, να αναπτερώσει το διεθνιστικό και επαναστατικό φρόνημα των Γερμανών και Ιταλών προλεταρίων που ο λυσσασμένος εθνικισμός του σταλινισμού και των Λαϊκών Μετώπων ίσα - ίσα υποβοηθεί την καταδημαγώγησή τους από το Χίτλερ καΐ το Μουσολίνι. Μόνο μια τέτοια πολιτική μπορεί κάτω από τις σημερινές συγκεκριμένες συνθήκες να σώσει και την ΕΣΣΔ, ανοίγοντας και στο εσωτερικό της μια νέα περίοδο αναγέννησης του πρώτου έπαναστατικού και διεθνιστικού ενθουσιασμού των ετών 1917-1920 και απαλλαγής της χώρας από τον πολύποδα της γραφειο­κρατικής απολυταρχίας. 

Αντίθετα, ή πολιτική του Λαϊκού Μετώπου, φραγμός στην ευρω­παϊκή επανάσταση, αφαιρεί ίσα - ίσα τον πιο πολύτιμο και το μοναδικό σίγουρο σύμμαχο της ΕΣΣΔ, ένα ισχυρό, διεθνιστικά αλληλέγγυο και επαναστατικά διαπαιδαγωγημένο διεθνές προλεταριάτο που είναι εγγύη­ση για τις καταχτήσεις της Οχτωβριανής Επανάστασης και ασύγκριτα πιο δυνατός σύμμαχος από κάθε στρατιωτική συμμαχία με καπιταλι­στικές Δυνάμεις, συμμαχία με αμφίβολη σταθερότητα στις κρίσιμες στιγμές, καθώς η πείρα έχει αποδείξει.

9. Το Λαϊκό Μέτωπο είναι το βασικότερο ζήτημα τώρα

Για κάθε προλετάριο, για κάθε κομμουνιστή-διεθνιστή και για το νέο επαναστατικό κόμμα που δημιουργούμε, σε όλο τον κόσμο και ειδικά στην Ελλάδα, το ζήτημα του Λαϊκού Μετώπου σήμερα ξεπερνάει σε σπουδαιότητα όλα τα άλλα ζητήματα του εργατικού κινήματος. Είναι το βασικό πρόβλημα του επαναστατικού κινήματος γενικά, γιατί κάθε άλλο πρόβλημα λύνεται σήμερα με κριτήριο τη θέση που θα πάρουμε απέναντι στο Λαϊκό Μέτωπο. Είτε για την πάλη ενάντια στον πόλεμο πρόκειται, είτε για την πάλη ενάντια στη βασιλική διχτατορία και ενάν­τια στο φασισμό πρόκειται, είτε για οποιαδήποτε άλλη σπουδαία σφαί­ρα της πολιτικής δράσης, η στάση μας θα εξαρτηθεί από τη θέση που παίρνουμε απέναντι στο Λαϊκό Μέτωπο. Φτάνει μόνο να προσέξουμε ότι πρωταγωνιστές της πολιτικής του Λαϊκού Μετώπου έχουνε γίνει σήμερα τα Σοσιαλιστικά και Κομμουνιστικά (σταλινικά) κόμματα της Ισπανίας, μιας χώρας που βρίσκεται στον εμφύλιο πόλεμο, και της Γαλλίας, μιας χώρας που βρίσκεται στα πρόθυρα μιας αποφασιστικής κοινωνικής και πολιτικής κρίσης, και όπου το πρόβλημα της εξουσίας μπαίνει για το προλεταριάτο με τον πιο άμεσο και επιταχτικό τρόπο. Απέναντι στο Λαϊκό Μέτωπο πρέπει κάθε συνειδητός προλετάριος, κάθε κομμουνιστής, να πάρει μια καθαρή, ανενδοίαστη θέση, δίχως διφορούμενα.

10. Η Ιστορική πείρα

Και τα διδάγματα της ιστορικής πείρας αποδείχνουνε με τον ίδιο αναμφίβολο τρόπο, όπως και τα διδάγματα της μαρξιστικής θεωρίας, πόσο χρεοκοπημένη και πόσο αντεπαναστατική είναι η πολιτική της συνεργασίας των τάξεων και η κυβέρνηση συνασπισμού είτε το όνομα του Λαϊκού Μετώπου φέρνει, είτε οποιοδήποτε άλλο. Όλη η ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος απέδειξε περίτρανα ότι η πολιτική αυτή παντού κατέληξε στην ήττα και στον όλεθρο για την εργατική τάξη, στο θρίαμβο της κεφαλαιοκρατικης αντίδρασης. Αυτή η πολιτική της συνεργασίας των τάξεων οδήγησε, καθώς όλοι το ξέρουνε, στη συν­θηκολόγηση των εργατικών κομμάτων μπροστά στον ιμπεριαλιστικό πό­λεμο το 1914. Κυβερνήσεις συνασπισμού παρόμοιες σχηματίσανε τα ερ­γατικά κόμματα στη Γερμανία μετά τον πόλεμο (1918 και 1923). Και τις δυο φορές οδήγησε στην ήττα των δυο γερμανικών επαναστάσεων και τότε είδαμε τη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση της καπιταλιστικής εξουσίας να φτάνει ως τις τελευταίες λογικές συνέπειες της, στη θανα­τική εκτέλεση των επαναστατών ηγετών του γερμανικού προλεταριάτου, του Λήμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Όμοια με τη σημερινή λαϊκομετωπική πολιτική είτανε και η πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς στην Κίνα, γιατί υπέταξε τους Κινέζους εργάτες και χωρικούς στον Τσάγκ Κάϊ-Σεκ και στο αστικό κόμμα του Κουόμινταγκ. Αυτή ή πολιτική όλοι ξέρουν ότι οδήγησε το 1927 στην ήττα της κινέζικης επανάστασης και στις ομαδικές εκτελέσεις των επαναστατών Κινέζων εργατών από τον ίδιο το σύμμαχο του σταλινισμού Τσάγκ Κάϊ - Σεκ. Η πολιτική της ταξικής συνεργασίας των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών μοιράζεται μαζί με την ψευτοαριστερή αιρετικότητα τότε του Γερμανικου Κομμουνιστικού Κόμματος την πολιτική ευθύνη για τη νίκη του Χίτλερ το 1933.

11. Η Ρωσική πείρα του 1917

Κλασικό ιστορικό παράδειγμα κυβέρνησης Λαϊκοΰ Μετώπου είταν η Προσωρινή Κυβέρνηση του Κερένσκι στη Ρωσία το 1917. Σ' αυτήν έπαιρναν μέρος κόμματα που αντιπροσώπευαν εργάτες και χωρικούς (Μενσεβίκοι - Σοσιαλεπαναστάτες), είχε εξαιρεθεί μόνο το επαναστατικό προλεταριακό κόμμα, το Κόμμα των Μπολσεβίκων. Αν η ρωσική Οχτωβριανή Επανάσταση νίκησε, αυτό οφείλεται μόνο στην ανεξάρτητη πολιτική των Μπολσεβίκων απέναντι στην κυβέρνηση συνασπι­σμού, που σα διαχειριστής της αστικής εξουσίας δε μπορούσε να εξυ­πηρετεί τα συμφέροντα του προλεταριάτου, αλλά ίσα-ίσα το έπνιξε στο αίμα τον Ιούνη και κατεδίωξε τους αρχηγούς του. Μιας ταυτόσημης κυ­βέρνησης σήμερα είναι κύρια στηρίγματα και πρωτεργάτες οί σταλινικοί στη Γαλλία και στην Ισπανία, στο όνομα του... μπολσεβικισμού. Το Κόμμα των Μπολσεβίκων ήρθε σε επαναστατική τελικά σύγκρουση με την Ιμπεριαλιστική αυτή κυβέρνηση που συνέχιζε τον Ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Οι εργάτες της Ρωσίας το Νοέμβρη του 1917 κατέλαβαν την εξουσία, ανατρέποντας την Προσωρινή Κυβέρνηση του Κερένσκι.

12. Το Λαϊκό Μέτωπο στη Γαλλία

Η συνεργασία των τάξεων και η κυβέρνηση συνασπισμού φορέσανε καινούργια φορέματα και δώσανε κιόλας εξετάσεις-η ίδια η Ιστο­ρία τις υπέβαλε σε μια δοκιμασία αποφασιστική. Στη Γαλλία το Λαϊ­κό Μέτωπο διαμέσου του Σοσιαλιστικοΰ και του Κομμουνιστικού Κόμ­ματος συνέδεσε τους εργάτες με το Ριζοσπαστικό-Σοσιαλιστικό Κόμμα καί διαμέσου του Ριζοσπαστικού - Σοσιαλιστικού Κόμματος τους έδεσε στο άρμα του γαλλικού ιμπεριαλισμού. Η Γαλλία είναι σήμερα στο κέντρο μιας αναπτυσσόμενης επαναστατικής κρίσης. Η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου εμπόδισε τους Γάλλους εργάτες να σταθεροποιήσουνε την ανεξάρτητη ταξική τους δύναμη. Επέτρεψε στους φασίστες να συ­νεχίσουν ανεμπόδιστοι τη δράση τους για τη συγκέντρωση όπλων και για τη διάδοση των ιδεών τους μέσα στις μεσαίες τάξεις. Μέσα σ' αυτή την πορεία η εκλογική αποτυχία του Ντοριό στην περιφέρεια Σαίν-Ντενί είναι επεισόδιο που φανερώνει την ενστιχτώδη αντίσταση των εργατών στον κίνδυνο. Ο φασισμός πουθενά δεν ανέβηκε στην εξουσία με τα ψη­φοδέλτια. 

Ο Μπλουμ δέχτηκε την ηγεσία στην κυβέρνηση τη λαϊκομετωπική του αστικού συνασπισμού κι έτσι έγινε ο κυριότερος εκτελεστής των εντολών του γαλλικού ιμπεριαλισμού. Η ακαταγώνιστη λογική της θέ­σης του, που τη στηρίζουνε μαζί Σοσιαλιστικό καί Κομμουνιστικό Κόμ­μα, έριξε άπλετο φως στον αληθινό ρόλο της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου. Όχι μόνο στο αιματοβαμμένο Κλισύ αλλά και παντού ή κυ­βέρνηση στέλνει το στρατό και την αστυνομία για να χτυπήσουνε τους απεργούς εργάτες. Κλείνει εργατικές εφημερίδες («Εργατικό Αγώνα» κλπ.). Εισηγείται νόμους για υποχρεωτική διαιτησία, απαγορεύει στους εργάτες εθελοντές να περάσουνε στην Ισπανία για να βοηθήσουνε τους Ισπανούς αδελφούς των. Καταπνίγει με τη βία τις εξεγέρσεις των κα­ταπιεζομένων υποδούλων του γαλλικού ιμπεριαλισμού στη Συρία. Υποβάλλει σε βασανιστήρια τους επαναστάτες στη Γαλλική Ινδοκίνα. Κρατεί για διοικητή στο Γαλλικό Μαρόκο τον επιφανέστερο απ’ όλους τους λυσ­σασμένους αντιδραστικούς στρατιωτικούς της Γαλλίας. Αναλαβαίνει να εκτελέσει το μεγαλύτερο πρόγραμμα πολεμικών εξοπλισμών που γνώρι­σε ως τώρα ο γαλλικός ιμπεριαλισμός. Σε όλα τα μέτωπα προετοιμάζει πυρετωδώς τον παγκόσμιο πόλεμο για τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού αυτού. Η γενική αδυναμία καί δισταχτικότητα της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία βρέθηκε, καθώς είδαμε, σε μια κατάφω­ρη αντίθεση προς την αποφασιστικότητα με την οποία τον περασμένο Γενάρη απείλησε άμεσα πόλεμο κατά της Γερμανίας, μόλις είδε ν’ απειλείται το Γαλλικό Μαρόκο, η σημαντικότερη ίσως αποικία του γαλ­λικού ιμπεριαλισμού. 

Αφού απέδειξε έμπραχτα την αδυναμία του να δώσει οποιαδήποτε πραγματική καλλιτέρευση στη ζωή των εργατών και χρεοκόπησε στην οικονομική και δημοσιονομική του πολιτική, ο Μπλούμ έπεσε κάτω από τα χτυπήματα των ίδιων αστών «συμμάχων» του, των ριζοσπαστοσοσιαλιστών της Γερουσίας. Η νέα κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου ακόμα καθαρότερα, ακόμα και στη σύνθεση της, δείχνει ότι είναι εχθρική προς την εργατική τάξη. (Ό νέος υπουργός Σαρρώ: «Αι οικονομικαί και δη-μοσιονομικαί δυσχέρειαι εχειροτέρευσαν εκτάκτως, αν δεν εγεννήθησαν από τας ταραχάς και την αταξίαν εις τον κόσμον της εργασίας. Μόνον η ηυξημένη απόδοσις της εθνικής παραγωγικής δράσεως έπρεπε να πλη­ρώση την δυνατότητα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων»). Τα έξοδα της κρί­σης που κλονίζει το γαλλικό καπιταλισμό σήμερα, όπως ο Μπλούμ, έτσι κι ο Σωτάν θα καλέσει τις εργαζόμενες μάζες να τα πληρώσουνε με μια νέα υποτίμηση του φράγκου, νέους φόρους και υπερτιμήσεις των κερδο­σκόπων. Πίσω από τον Σωτάν ή μπουρζουαζία ετοιμάζει είτε τον εθνι­κό της συνασπισμό, είτε, αν αυτός σταθεί ανίκανος να δαμάσει την εξέ­γερση της εργατικής τάξης, μια στρατιωτική ή φασιστική διχτατορία. Αλλά η βαθύτερη έννοια του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία σήμε­ρα είναι ότι στην πραγματικότητα αποτελεί το θετικό όργανο προετοιμα­σίας για το νέο ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Το Λαϊκό Μέτωπο θέτει - και μάλιστα όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και σε όλες τις αστικές δημοκρα­τίες-τις βάσεις για ένα «Εθνικό Μέτωπο», για την εθνική ενότητα. Δηλαδή την ενότητα όλων των τάξεων κάτω από την αστική κυβέρνηση για την υποστήριξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Αυτό φάνηκε με από­λυτη καθαρότητα τότε πού ο αρχηγός του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος Τορέζ έζήτησε ν’ αντικατασταθεί το Λαϊκό Μέτωπο από ένα «Γαλλικό Μέτωπο». Εξ’ άλλου τα ολότελα σωβινιστικά κηρύγματα τόσο του Σοσιαλιστικού όσο και του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Γαλλία για την «ενότητα» όλου του γαλλικού έθνους εναντίον των απειλών της Γερμανίας δείχνουνε γιατί πρώτη ή Κομμουνιστική Διεθνής έριξε το σύνθημα του Λαϊκού Μετώπου. Η σοβιετική διπλωματία, που έχει ολό­τελα καθυποτάξει την Κομμουνιστική Διεθνή, ζητάει συμμάχους για τον ερχόμενο πόλεμο και γι’ αυτό δίνει στις αστικές δημοκρατίες εγγύηση ότι δε θα γίνει στις χώρες τους επανάσταση. Αυτήν ακριβώς την εγ­γύηση τους δίνει με την αντεπαναστατική πολιτική των Λαϊκών Μετώ­πων, αν οι Δυνάμεις αυτές δεχτούνε μια στρατιωτική συμμαχία με την ΕΣΣΔ ή κρατήσουν ουδετερότητα στο νέο πόλεμο.

13. Το Λαϊκό Μέτωπο στην Ισπανία

Στην Ισπανία το Λαϊκό Μέτωπο και η πολιτική του στάθηκαν εξί­σου καταστρεφτικά όσο και στη Γαλλία. Με το εκλογικό σύμφωνο του 1935 οι Ισπανοί εργάτες σπρώχτηκαν μακριά από τον επαναστατικό δρόμο. Η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, που πήρε την εξουσία το Φλεβάρη του 1936, βρέθηκε, μπροστά σε μια τεράστια κοινωνική κρί­ση, ανίκανη να πάρει οποιαδήποτε μέτρα για τα συμφέροντα των εργα­ζομένων. Απεναντίας, μόλο που την υποστήριξαν όλα τα υπάρχοντα εργατικά κόμματα, βρέθηκε αναγκασμένη ευθύς από την αρχή να στείλει την αστυνομία εναντίον των χωρικών που είχανε καταλάβει μόνοι τους τα μεγάλα αγροχτήματα, εναντίον απεργών εργατών, να λογοκρίνει ερ­γατικές εφημερίδες, να αντιταχτεί σε κάθε προσπάθεια για τον εξοπλι­σμό των εργατών και χωρικών. 

Στο αναμεταξύ η αντίδραση ετοίμαζε τις δυνάμεις της και, ανεμπό­διστη από την κυβέρνηση, κατέστρωνε τα αντεπαναστατικά της σχέδια. Οταν η αντίδραση σήκωσε τη σημαία της αντεπανάστασης τον Ιούλη, η πρώτη ενέργεια τής κυβέρνησης είτανε να επιδιώξει ένα συμβιβα­σμό μαζί της. Μόνο η απειλή των μαζών στους δρόμους εμπόδισε την κυβέρνηση να συνθηκολογήσει και την ανάγκασε να καλέσει το λαό στα όπλα. Η μεγαλειώδης αντίσταση των εργατών και των χωρικών, σε όλα τα στάδια της πάλης, εμποδίστηκε ακόμα και από στρατιωτική άποψη, άλλα πρώτ’' άπ'’ όλα από πολιτική άποψη, από την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου. 

Η Ισπανική κρίση δέ μπορεί να λυθεί για το συμφέρον των εργα­ζομένων μαζών παρά μόνο όταν την εξουσία την πάρουνε στα χέρια τους οι ανεξάρτητες επιτροπές και τα συμβούλια των εργατών και χωρικών, και προχωρήσουν στον ανεξάρτητο δρόμο τους προς το σοσιαλισμό. Η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου είναι μια αστική κυβέρνηση συνασπισμού. Η είσοδος σοσιαλιστών, κομμουνιστών και αναρχικών ακόμη στην κυβέρνηση παραμέρισε στο κρισιμότερο σημείο της πάλης το καθή­κον αυτό της δημιουργίας μιας επαναστατικής δύναμης μέσα στην Ι­σπανία. Το ίδιο και στην Καταλωνία, όπου η επαναστατική κατάσταση είτανε πιο προχωρημένη, η είσοδος πέρσι το φθινόπωρο όλων των εργατι­κών οργανώσεων στην αστική κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου στάθηκε φραγμός στην επαναστατική πρόοδο των εργατών κ’ έκανε αδύνατη μια επιτυχή άμυνα κατά της αντεπανάστασης. Ακόμη καί αυτό το ΠΟΥΜ[1], μόλο που σωστά με τις διακηρύξεις του αντέτασσε στο σύν­θημα του Καμπαλλέρο «Δημοκρατία ή Φασισμός» το σωστό σύνθημα «Καπιταλισμός ή Σοσιαλισμός», ωστόσο στην πράξη αρνήθηκε τα συν­θήματα του πέρσι καί μπήκε κι αυτό στην κυβέρνηση του Κομπάνυς εμποδίζοντας έτσι την πρόοδο της καταλωνικής επανάστασης. 

Η κυριότερη ευθύνη για την ολέθρια πολιτική του Λαϊκού Μετώ­που στην Ισπανία πέφτει στη γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ. Πρώτο, γιατί αυτή ελέγχει και διευθύνει τον πρωτεργάτη αυτής της πολιτικής, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας. Δεύτερο, γιατί υπέρ της πολιτι­κής αυτής έριξε όλο το βάρος της η σοβιετική κυβέρνηση. Για να βάλει ένα φραγμό στην ανάπτυξη της προλεταριακής επανάστασης έφτασε στο σημείο να απαιτήσει να διώξουν από την καταλωνική κυβέρνηση πέρσι το ΠΟΥΜ και να το πνίξουνε στο αίμα, δίνοντας γι’ αντάλλαγμα την υλική βοήθεια της ΕΣΣΔ.

14. Η κρίση εντείνεται

Η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου μπαίνει σήμερα σε μια εξαιρε­τικά κρίσιμη φάση τόσο στην Ισπανία όσο και στη Γαλλία. Αρχίζει να λογαριάζεται σοβαρά με το κίνημα των εργατικών μαζών πού αυτόματα ξεσηκώνεται και απειλεί να περάσει πάνω από τα κεφάλια των αντεπαναστατών ηγετών και των αστών συμμάχων τους. Γι’ αυτό παίρ­νει μέτρα αιματηρά εναντίον του κινήματος αυτού, ενώ εσωτερικά το Λαϊκό Μέτωπο περνάει μια κρίση αποσυνθετική παραχωρώντας τις αποφασιστικές θέσεις της κυβέρνησης σε όλο και πιο δεξιά και πιο αντι­δραστικά στοιχεία του συνασπισμού

Κάτω από την πίεση των κυβερνήσεων Παρισιού και Λονδίνου και της σοβιετικής διπλωματίας, ο Καμπαλλέρο, που εκπροσωπούσε εργατι­κά σωματεία μέσα στην κυβέρνηση, πέφτει γιατί δε μπόρεσε με αρκετή αποφασιστικότητα να δαμάσει το κίνημα των ένοπλων εργατών και να τους αφοπλίσει υποτάσσοντας τους στη διχτατορική εξουσία του αστικού συνασπισμού και των αξιωματικών. Τη νέα λαϊκομετωπική κυβέρνηση, δίχως τον Καμπαλλέρο, την υποδέχονται διαδηλώσεις διαμαρτυρίας των εργατών. Η απόπειρα για τον αφοπλισμό των Καταλανών εργατών σκοντάφτει στην αποφασιστική τους αντίσταση. Η κυβέρνηση της Βα­λένθιας εξαπολύει τη στρατιωτική τρομοκρατία με δικούς της στρατηγούς καί στρατό στην Καταλωνία, διαλύει το ΠΟΥΜ και συλλαμβάνει ως «προδότες» τα στελέχη του. Στο τέλος, μπροστά στην αντίσταση των συνδικαλισμένων εργατών, που πειραματίστηκαν από πέρσι και δε δέ­χονται πια να ξαναπαίξουνε το παιχνίδι της κυβέρνησης συνασπισμού, ο Κομπάνυς με τη βοήθεια των σταλινικών και της Βαλένθιας κηρύττει ουσιαστική διχτατορία. Αλλά τα μέτωπα φρουρούνται από τους ένοπλους εργάτες που δε θα δεχτούν να πνιγεί εύκολα το επαναστατικό τους κίνημα. 

Τα ίδιο και στη Γαλλία. Νέο κύμα απεργιακών κινητοποιήσεων και καταλήψεων πρέπει να περιμένουμε ενάντια στα μέτρα που αναπόφευχτα θα πάρει ο Σωτάν για να ρίξει στους ώμους των εργατών τα βά­ρη της δημοσιονομικής κρίσης. Προβλέποντας ακριβώς την απειλή αυτή η γαλλική μπουρζουαζία με τους ριζοσπάστες λακέδες της στη Γερου­σία προετοιμάσανε με την ανατροπή του Μπλούμ το έδαφος για μια «ισχυρή» κυβέρνηση που θα πατάξει την «αναρχία». Οι εργάτες δε θα μπορούνε να ικανοποιηθούνε πια με τις υποσχέσεις των ηγετών του Λαϊκού Μετώπου που θα έχουνε τόσο κατάφωρα διαψευστεί. Το αναπτυσσό­μενο τόσο γοργά ενιαίο επαναστατικό μέτωπο ανάμεσα στο Εργατικό Διεθνιστικό Κόμμα της Γαλλίας και την επαναστατική αριστερά των Σοσιαλιστικών Νεολαιών και αναρχοσυνδικαλιστικών οργανώσεων έχει σήμερα όλες τις ευνοϊκές προϋποθέσεις για να κερδίσει με το μέρος του τις απογοητευμένες από το Λαϊκό Μέτωπο μάζες προτού αυτές πέσουνε λεία της φασιστικής δημαγωγίας. Μέσα στα επικείμενα αποφασιστικά γεγονότα της Γαλλίας και της Ισπανίας θα στερεωθούνε στη συνείδηση πλατιών εργατικών μαζών τα πρώτα μεγάλα κόμματα της Νέας Επα­ναστατικής Διεθνούς.

15. Το Λαϊκό Μέτωπο στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου, προετοιμασμένη ιδεολογικά με τις αποφάσεις της Ολομέλειας της Κ.Ε. του ΚΚΕ του Γενάρη του 1934, είχε για πρώτο κύριο αποτέλεσμα την οριστική διάλυση του παλιού ΚΚΕ σε μια άμορφη μάζα από συγχυσμένους φίλους της ΕΣΣΔ και προλετάριους κάτω από τη διεύθυνση μιας υπαλληλικής γραφειοκρατίας και ανεύθυνων μικροαστών δημοκρατών, εντελώς ξένων προς τους ιστορικούς σκοπούς του εργατικού κινήματος. 

Επειδή στη χώρα δεν υπήρχαν άξια λόγου μικροαστικά δημοκρα­τικά κόμματα, τα δημιουργήσανε με τη φαντασία τους, βάζοντας επικε­φαλής ενός άνύπαρχτου ουσιαστικά «Λαϊκού Μετώπου» κοινούς πολιτι­κούς αγύρτες τύπου Ι. Σοφιανόπουλου. Έτσι το ΚΚΕ, παρουσιαζόμενο το ίδιο τεχνητά με τη μορφή του Λαϊκού Μετώπου, έδωσε την εμπιστο­σύνη του μέσα στη Βουλή στο μεγάλο αντιδραστικό κόμμα της φιλελεύ­θερης κεφαλαιοκρατίας που κάτω από την κυβέρνηση του η εργατική τάξη και οι χωρικοί γνωρίσανε τη μεγαλύτερη καταπίεση και εκμετάλ­λευση. Μέσον αυτού στήριξε στην κυβέρνηση το στρατηγό Μεταξά, επι­τρέποντας έτσι σ’ αυτόν να προετοιμάσει άνετα τη σημερινή διχτατορία. Συμμαχώντας με το Φιλελεύθερο κόμμα στα 1935 και αποκρούοντας το Ενιαίο Εργατοαγροτικό Μέτωπο κατά της Παλινόρθωσης, το ΚΚΕ βοήθησε τους βενιζελικούς να εξαπατήσουνε τις αντιμοναρχικές μάζες και να ετοιμάσουν έτσι άνετα από το 1935 (Μάης) κιόλας το συμβιβασμό τους με τον έκπτωτο βασιλιά και να τον παλινορθώσουν. Όταν αυτός παλινορθώθηκε, το Λαϊκό Μέτωπο (ΚΚΕ), σκορπίζοντας στις μάζες την καταστροφική αυταπάτη ότι ανοίγεται νέα περίοδος φιλελεύθερων ειδυλ­λίων, πήγε και προσκύνησε επίσημα το Παλάτι. Όταν τέλος η μεγάλη κινητοποίηση της Θεσσαλονίκης και το κύμα του πανελλαδικού απερ­γιακού κινήματος, που το βοηθούσαν ομόθυμα οι μικροαστοί και φτωχοί χωρικοί, έδειξε το Μάη του 1936 ότι οι εργαζόμενες μάζες της χώρας είταν έτοιμες με τη δική τους δύναμη να ματαιώσουνε τα σχέδια της βα­σιλικής διχτατορίας του Μεταξά, το Λαϊκό Μέτωπο συμμαχικά με τους βουλευτές του βενιζελικού κόμματος αναχαίτισαν το κίνημα των εργα­τών κ’ έτσι έδωσαν στον υποψήφιο διχτάτορα μια εύκολη νίκη την ίδια στιγμή που η θέση του είχε αδυνατίσει στον πιο μεγάλο βαθμό και εί­χε κλονιστεί από τα χτυπήματα των μαζών. Ή νίκη εκείνη στάθηκε αποφασιστική για την εγκαθίδρυση της σημερινής βασιλικής διχτατορίας του κεφαλαίου

Σήμερα το ΚΚΕ - Λαϊκό Μέτωπο αποκρούει, με λύσσα μάλιστα, τις προτάσεις της Ενιαίας Οργάνωσης Κομμουνιστών - Διεθνιστών της Ελλάδας για τη συγκρότηση ενός Ενιαίου Μετώπου κατά της Διχτατορίας και προσανατολίζει όλη την πολιτική του σε μια συμμαχία με απόταχτους πλαστηρικούς αξιωματικούς («αντιφασίστες») και με τα αστικά κόμματα. Είναι γνωστό ότι οι μεν πρώτοι στο όνομα της Δημο­κρατίας έκαναν το διχτατορικό πραξικόπημα του Μάρτη του 1935, τα δε δεύτερα, αφού έστρωσαν το δρόμο στην Παλινόρθωση και στη διχτατορία, τώρα απευθύνονται όλα μαζί στο Παλάτι και ζητούνε την αποκατά­σταση τους στην εξουσία, δίνοντας γι’ αντάλλαγμα την υποχρέωση τους να συνεχίσουν ακόμα πιο σκληρά την καταστολή του εργατικού κινήματος και να μονιμοποιήσουν ακόμα και με συνταγματική διάταξη μέγα μέρος από την τωρινή διχτατορική εξουσία του θρόνου

Την πολιτική αυτή του ελληνικού Λαϊκοϋ Μετώπου (ΚΚΕ) συμ­πληρώνει ο αδιάντροπος εθνικισμός με τον οποίο το κόμμα αυτό ζητεί να μπολιάσει τους εργάτες. Αυτός είναι συνέπεια της γενικής πολιτικής της σοβιετικής διπλωματίας: μια Ελλάδα «ισχυρή» στο πλευρό του Γαλλοσοβιετικοϋ Συμφώνου για το νέο πόλεμο. Από ‘δω και οι εξωφρε­νικές πατριωτικές εξάρσεις που πολλές φορές παίρνουν ολότελα κωμικό χαραχτήρα και προχτές ακόμα οδήγησαν το ΚΚΕ στο αίσχος να συμ­μετάσχει μέσω των φοιτητικών του οργανώσεων στις εθνικές γιορτές καί πανεπιστημιακές επιδείξεις καί λαμπαδηφορίες πού διοργάνωσε ό Με­ταξάς

Μια καθαρή υποχώρηση στην ιδεολογία και στη μέθοδο του Λαϊ­κού Μετώπου παρουσιάζει σήμερα στην Ελλάδα και το Αρχειομαρξιστικό Κόμμα. Μόλο που στις διακηρύξεις του ως τώρα φαινότανε πως είναι για μια ανεξάρτητη ταξική πολιτική του προλεταριάτου, για το Ενιαίο Μέτωπο και κατά της ταξικής συνεργασίας, ωστόσο στην πράξη απέκρουσε το ενιαίο μέτωπο που του πρότεινε η Ε.Ο.Κ.Δ.Ε. και τώρα, από το όργανό του αρχίζει καθαρά να μιλάει για μια συμμαχία με όλα, και τα αστικά κόμματα ενάντια στη Διχτατορία. Έτσι αποδεικνύεται και ‘δω ο βαθύς καιροσκοπικός χαραχτήρας του κόμματος αυτού όπως τον διαπίστωσε εξαρχής η Ενωτική Συνδιάσκεψη της Ε.Ο.Κ.Δ.Ε.

16. Για τί αγωνιζόμαστε

Μπροστά στην παγκόσμια κρίση, στη νέα αυτή περίοδο πολέμων καί επαναστάσεων, όπου κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται να κριθεί για καιρό η τύχη της ανθρωπότητας, οι κομμουνιστές - διεθνιστές του κό­σμου και μαζί τους οι κομμουνιστές - διεθνιστές της Ελλάδας, κάτω από τη σημαία της 4ης Διεθνούς, διακηρύττουνε την ασυμφιλίωτη αντί­θεση τους προς όλες τις μορφές συνεργασίας των τάξεων και κυβέρνη­σης συνασπισμού, και άρα την ασυμφιλίωτη τους αντίθεση στην πολιτική και στις μέθοδες του Λαΐκοϋ Μετώπου. Αντιτάσσουνε την πολιτική του Ενιαίου Εργατικού Μετώπου, που είναι η καλύτερη σήμερα ταχτι­κή για να δημιουργηθεί η επαναστατική ενότητα όλων των εργατών, καθώς και για να τραβηχτούν οι μη προλεταριακές μάζες στο πλευρό του εργατικού αγώνα (Εργατική και Έργατοαγροτική Συμμαχία). Δια­κηρύττουν ότι ο κόσμος σήμερα ένα μόνο δίλημμα αντιμετωπίζει: Κα­πιταλισμός ή Σοσιαλιαμός, και όχι το δίλημμα που θέλει να πα­ραστήσει πως τάχα το ιστορικό κίνημα σήμερα πρόκειται να κρίνει ανάμεσα στη Δημοκρατία και το Φασισμό, όπως είναι η θεωρία του Λαϊκού Μετώπου. 

Ανεξάρτητη επαναστατική πάλη για την εγκαθίδρυση της σοσια­λιστικής Κυβέρνησης των εργατών και χωρικών-αυτή είναι η κα­τεύθυνση του αγώνα στην περίοδο που περνούμε, έτσι μόνο θα σωθούν οι εργαζόμενοι από την καταστροφή και τη φρίκη του πολέμου. Ενιαίο Μέτωπο Πάλης για την ανατροπή της βασιλικής διχτατορίας στην Ελλάδα, για την επιβολή των αμέσων πολιτικών και οικονομικών διεκδικήσεων των εργαζομένων και για τη γοργή προετοιμασία της εργατοαγροτικής εξουσίας, να για τί καλούμε το ελληνικό προλεταριάτο να. αγωνιστεί σήμερα. 

Αθήνα, Ιούνης του 1937. 

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Η στράτευση της νεολαίας στις αντιστασιακές οργανώσεις: συνέχειες και ασυνέχειες

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΟΝΤΕΤ ΒΑΡΩΝ-ΒΑΣΑΡ ΣΤΗ ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ ΑΣΚΙ-ΕΜΙΑΝ

Στον Τάκη Μπενά

Σ’ αυτήν την ανακοίνωσή μου θα επιχειρήσω να σκιαγραφήσω συνοπτικά τον χάρτη των σημαντικότερων αντιστασιακών οργανώσεων της νεολαίας στην περίοδο της Κατοχής, ερευνητικό αντικείμενο στο οποίο αφιέρωσα πολλά χρόνια, και να συνοψίσω τα συμπεράσματά μου (1). H στράτευση σ’ αυτές τις οργανώσεις αποτέλεσε για τους περισσότερους μια τομή στη ζωή τους, που τους πέρασε από την περίοδο της εφηβείας στην ενηλικίωση. Με απασχολεί λοιπόν η στράτευση και ως «διαβατήριο έθιμο» καθώς και η έμφυλη διάστασή της. Η απαρχή της πολιτικοποίησης των νέων και της συμμετοχής τους σε αντιστασιακές πράξεις έγινε στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη μέσα από το φοιτητικό κίνημα, και απ’ αυτό θα ξεκινήσω. 

Εισαγωγικά
Την 28η Οκτωβρίου του 1941, πρώτη επέτειο του πολέμου, στην ιταλοκρατούμενη Αθήνα το Πανεπιστήμιο ήταν σε αναβρασμό. Από την παραμονή γίνονταν αντιστασιακές εκδηλώσεις στο προαύλιο, που συγκέντρωσαν 1.500 φοιτητές, και τα συνθήματα του νεοϊδρυμένου Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) καλούσαν σε αγώνα κατά των κατακτητών. Ο καθηγητής Κωνσταντίνος Τσάτσος εκφώνησε πατριωτική ομιλία που του στοίχισε την απόλυσή του και ομάδες φοιτητών κατέθεσαν στεφάνι στον Άγνωστο Στρατιώτη. Οι εκδηλώσεις αυτές εγκαινίασαν τις κινητοποιήσεις των επόμενων χρόνων που ήταν όλο και μαζικότερες. Άρα, πριν ακόμη από την ίδρυση των αντιστασιακών οργανώσεων των νέων, η φοιτητική πρωτοπορία είχε δώσει πρώτη το «παρών» στην πρωτεύουσα.

Αν η 17η Νοεμβρίου είναι η «γιορτή του Πολυτεχνείου» και ημέρα αργίας για τον εκπαιδευτικό κόσμο λόγω της κατάπνιξης της εξέγερσης το 1973, την ίδια ημερομηνία είχε γίνει κι ένα άλλο σημαντικό γεγονός: στις 17 Νοεμβρίου του 1941 πραγματοποιήθηκε η πρώτη απεργία φοιτητών του Πολυτεχνείου με 4.000 συμμετέχοντες. Λίγο αργότερα άνοιξε και η Λέσχη του Πολυτεχνείου ως τόπος συνάντησης και ζύμωσης («ορμητήριό μας», το χαρακτηρίζει η Δανάη Αντωνοπούλου (2)) και οργανώθηκαν οι πρώτες επιτροπές συσσιτίων, όπου υπεύθυνες θέσεις είχαν ήδη κάποιες φοιτήτριες, πριν ακόμη συγκροτηθούν οι οργανώσεις (3).

Στα χρόνια που ακολούθησαν η συγκυρία της Κατοχής και η δυναμική της Αντίστασης πυροδότησαν την ανάπτυξη ενός πολύ σημαντικού αντιστασιακού κινήματος μέσα από το οποίο η νεολαία συγκροτήθηκε και ως πολιτικό και κοινωνικό υποκείμενο. Η ιδιοσυγκρασία των νέων της εποχής, επιρρεπής στην εξέγερση και γενναιόδωρη μπροστά στις απαιτούμενες θυσίες, τολμηρή απέναντι στα τρομερά ρίσκα, μπόρεσε να διοχετεύσει στη δράση της στις αντιστασιακές οργανώσεις των νέων όλο αυτό το δυναμικό.

Τα πρώτα χρόνια (’41-’42), που υπήρξαν όχι χρόνια ακινησίας, όπως έχει ενίοτε ειπωθεί, αλλά εποχή έντονης ιδεολογικής ζύμωσης και προετοιμασίας, υπήρχε ένας μεγάλος πλουραλισμός. Πληθώρα μικρο-οργανώσεων έκαναν την εμφάνισή τους από τη μια έως την άλλη άκρη της χώρας. Μπορεί να φανταστεί κανείς πολλές εκατοντάδες ρυάκια που ξεκινούν πραγματικά από κάθε γωνιά της χώρας ήδη από τους πρώτους μήνες της Κατοχής (κυρίως βέβαια από τα αστικά κέντρα) και τα οποία σιγά σιγά συγκλίνουν δημιουργώντας ποταμούς και τελικά τον τεράστιο χείμαρρο της Αντίστασης στην Ελλάδα, που υπήρξε ένα από τα μαζικότερα και δυναμικότερα κινήματα της Ευρώπης. Και αυτό δεν ήταν μύθος, όπως πρόσφατα επιχειρείται να ειπωθεί.

Σε κάθε πόλη, στις γειτονιές, στα σχολεία, και ιδιαίτερα στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της Αθήνας, άτυπες ομάδες, παρέες βαφτίζονταν «εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις». Πολλές εμπνέονταν από τον αγώνα του 1821 και γι’ αυτό συχνά επέλεγαν την επωνυμία «Φιλική Εταιρεία». Ο αγώνας του ’21 υπήρξε μια σταθερή πηγή έμπνευσης και αναφοράς τόσο για τις αριστερές οργανώσεις όσο και για τις αστικές. Η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, η θρυλική ΕΠΟΝ, θα απορροφήσει αργότερα τις κατά τόπους και περιοχές ήδη στημένες οργανώσεις και έτσι θα αποκτήσει γρήγορα μια πράγματι πανελλαδική βάση (την Ένωση Νέων Αγωνιστών Ρούμελης (ΕΝΑΡ) στη Στερεά Ελλάδα, την πρώτη ΕΠΟΝ στην ΄Ηπειρο (Εθνική Πανηπειρωτική Οργάνωση Νέων), την Παγκρήτιο Οργάνωσι Ελευθέρων Νέων (ΠΟΕΝ) στην Κρήτη και τον περίφημο ΘΙΛ, τον Θεσσαλικό Ιερό Λόχο στη Θεσσαλία (4)).

Πέρα από τον κοινό παρονομαστή του πατριωτικού αισθήματος, οι οργανώσεις των νέων είχαν τις πολιτικές καταβολές τους σ’ ένα ευρύ πολιτικο-ιδεολογικό φάσμα από το φιλελεύθερο κέντρο ως την Αριστερά. Σε δύο κυρίως κατευθύνσεις πρέπει να αναζητήσουμε τα βασικότερα ιδεολογικά φυτώρια στελεχών των πρώτων οργανώσεων νεολαίας: στον χώρο του φιλελεύθερου Κέντρου και συγκεκριμένα στη νεολαία του Εθνικού Ενωτικού Κόμματος του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, και στον χώρο της Αριστεράς, στο νεοϊδρυμένο ΕΑΜ και στην Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας (ΟΚΝΕ), τη νεολαία δηλαδή του ΚΚΕ η οποία πριν την Κατοχή είχε ήδη ιδρύσει το Αντιδικτατορικό Μέτωπο Νέων, στην προπολεμική γραμμή ανοίγματος και συνεργασίας. Μέσα σε τρία χρόνια, από την άνοιξη του ’41 έως την άνοιξη του ’44, ένα τεράστιο νεολαιίστικο κίνημα θα συγκροτηθεί και θ’ απλωθεί σ’ όλη την Ελλάδα με άξονα τον «εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα», όπως λεγόταν τότε η Αντίσταση, αλλά και με παράλληλα πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά αιτήματα ιδιαίτερα προωθημένα. Ορισμένα από αυτά, λόγου χάριν η ψήφος από τα 18, που πρέσβευε η ΕΠΟΝ, ή η ψήφος για τις γυναίκες, ζητήματα για τα οποία θα περάσουν πολλές δεκαετίες μέχρι να τα δούμε να θεσμοθετούνται από το ελληνικό κράτος.

Οι αστικές αντιστασιακές οργανώσεις νέων
Ως «αστικές» ορίζω τις αντιστασιακές οργανώσεις της πόλης που αναπτύχθηκαν στην Αθήνα και δεν εμπνέονταν από την αριστερή ιδεολογία. Αυτές αντλούσαν τα μέλη τους κυρίως από μεσαία κοινωνικά στρώματα της αστικής τάξης και ήσαν μαθητές, φοιτητές ή εργαζόμενοι. Αστικές, λοιπόν, με την έννοια της αστικής καταγωγής των μελών τους, αλλά και με την έννοια που δίνει ο Jacques Semelin στη Résis­tance civile (αντίσταση των πολιτών, αντίσταση στις πόλεις σε αντίθεση με την ένοπλη αντίσταση στο βουνό, δίχως όμως να είναι υποχρεωτικά και μη ένοπλη αυτή η αντίσταση (5)).

Θυμίζω επιγραμματικά τις σημαντικότερες απ’ αυτές: η Στρατιά Σκλαβωμένων Νικητών (ΣΣΝ) υπήρξε μία από τις πρώτες αστικές αντιστασιακές οργανώσεις, αφού ιδρύθηκε το φθινόπωρο του ’41. Έτσι το πνεύμα που τη διέπνεε ήταν ένα πνεύμα «πρώιμης» αντίστασης. Η ίδια η ονομασία της εξέφραζε ακριβώς το πνεύμα του πρώτου καιρού της Κατοχής, την οργή ενός λαού που, ενώ είχε νικήσει τους Ιταλούς, βρέθηκε υπό την κατοχή τους. Στην πρώτη, λοιπόν, αυτή φάση της Κατοχής το κυρίαρχο συναίσθημα, που δεν ανήκε μόνο στον στρατό αλλά το μοιραζόταν η πλειονότητα του πληθυσμού, ήταν η οργή και όχι η ταπείνωση του ηττημένου που οφείλει να υποταχθεί. Η ΣΣΝ θα είναι βραχύβια και τα μέλη της θα περάσουν γρήγορα στην Πανελλήνιο ΄Ενωσι Αγωνιζομένων Νέων (ΠΕΑΝ) (6).

Η ΠΕΑΝ, η σημαντικότερη από τις συναφείς οργανώσεις αυτού του χώρου, υπήρξε μία από τις πρώτες αστικές αντιστασιακές οργανώσεις νέων και συσπείρωσε μερικές εκατοντάδες νέους και νέες. Ζωτικός της χώρος ήταν η Αθήνα, επρόκειτο δηλαδή για μια οργάνωση της πόλης, που δεν ξεπέρασε ποτέ τα όριά της. Η δράση της κι η φυσιογνωμία της είναι απόλυτα συνδεδεμένες με την Αθήνα της Κατοχής ως οικισμένο χώρο κι ως χώρο ανθρώπινων σχέσεων και προσδιορισμένες απ’ αυτήν. Χώρος δράσης της οργάνωσης υπήρξε η πρωτεύουσα και σε ορισμένες περιπτώσεις η ευρύτερη περιοχή της Αττικής και το λιμάνι της, ο Πειραιάς. Πρόκειται για μια κατ’ εξοχήν οργάνωση «αντίστασης των πόλεων». Με σαμποτάζ αθηναϊκών κτιρίων συνδέονται τα σημαντικότερα επιτεύγματα της οργάνωσης. Κορυφαία τα δύο σαμποτάζ των δωσίλογων οργανώσεων ΟΕΔΕ και ΕΣΠΟ, που στοίχισαν τη ζωή στον πρωτεργάτη της αξιωματικό Κωνσταντίνο Περρίκο και σε άλλα στελέχη, μεταξύ των οποίων και μία θαρραλέα γυναίκα, που συμμετείχε ενεργά στο σαμποτάζ της ΕΣΠΟ, η Ιουλία Μπίμπα. Καίριο πλήγμα για τις δύο δωσίλογες οργανώσεις, που διαλύθηκαν και δεν συνέχισαν τη δράση τους. Καίριο ήταν όμως το πλήγμα και για την ΠΕΑΝ, από το οποίο η οργάνωση δεν συνήλθε ουσιαστικά ποτέ. Δεν έπαψε όμως να επιβιώνει και να εκδίδει την εφημερίδα της, τη Δόξα, από τα σημαντικότερα παράνομα έντυπα καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής.

Τρίτη οργάνωση του ίδιου χώρου, που έδρασε κυρίως στον χώρο των φοιτητών, η «Ιερή Ταξιαρχία». Το έντυπό της, τα Ελληνικά Νειάτα, είχε σταθερή και σοβαρή παρουσία στο χώρο του παράνομου τύπου.
 
Η νεολαία του «δημοκρατικού» ΕΔΕΣ στην Αθήνα ήταν μια άλλη οργάνωση του χώρου και η Ελληνοπούλα, το γυναικείο της παράρτημα (7). Για τον ΕΔΕΣ του βουνού μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πηγή είναι το ημερολόγιο του νεαρού Εδεσίτη Φαίδωνα Μαηδώνη (8).

Δεν θα λείψουν βέβαια οι αντιπαραθέσεις και η πόλωση ανάμεσα στις οργανώσεις των δύο αντίπαλων ιδεολογικών χώρων, οι οποίες θα ενταθούν την άνοιξη του ’43, μετά την ίδρυση της ΕΠΟΝ. Από τα τέλη Σεπτεμβρίου του 1943 ο ανταγωνισμός για την κυριαρχία στους χώρους της νεολαίας θα εξελιχθεί σε ανοιχτό πόλεμο τόσο στα Πανεπιστήμια όσο και στις συνοικίες. Η δολοφονία του φοιτητή Κίτσου Μαλτέζου ως προδότη με ευθύνη της ΕΠΟΝ, πρώην ηγετικού στελέχους της ΕΠΟΝ που είχε περάσει στην αντίπερα όχθη, ήταν μία μαύρη στιγμή κι ένα μεγάλο λάθος της ΕΠΟΝ που θα πολώσει τα πράγματα ανεπιστρεπτί. Ο Μαλτέζος θα μεταβληθεί σε εμβληματική μορφή της αντιπαράθεσης στο χώρο της νεολαίας (ενέπνευσε πολλά έργα του Θεόφιλου Φραγκόπουλου, του Ρόδη Ρούφου και άλλων συνομηλίκων (9), και προ δεκαετίας περίπου ένα βιβλίο που βασίζεται μεν σε ιστορική έρευνα αλλά υιοθετεί λογοτεχνική γραφή (10).) Μετά απ’ αυτό το οριακό γεγονός οι αστικές οργανώσεις με τη νεφελώδη ιδεολογική τοποθέτηση γίνονται καθαρά αντικομμουνιστικές και το πεδίο των νεανικών οργανώσεων έχει ανεπίστρεπτα πολωθεί και διχαστεί. Άγριες συρράξεις θα λάβουν χώρα ανάμεσα στις αντίπαλες οργανώσεις. Την επομένη της απελευθέρωσης της Αθήνας (12 Οκτωβρίου του 1944), οι οργανώσεις αυτές θα κάνουν χωριστή διαδήλωση από αυτές του ΕΑΜ (εξαιρετικά μαζικές, στις 13 και 14 Οκτωβρίου), στις 15 Οκτωβρίου, όπου θα συνταχθούν μαζί με καθαρά δωσίλογες οργανώσεις όπως η «Χ» και τα συνθήματά τους θα αφορούν τη «Μεγάλη Ελλάδα» και την παραδειγματική τιμωρία των Βουλγάρων (11).

Αριστερές αντιστασιακές οργανώσεις

Θα θυμίσω πρώτα πρώτα πολύ συνοπτικά την πορεία του αριστερού νεολαιίστικου κινήματος από την αρχή του πολέμου (Απρίλιο του ’41) μέχρι την ίδρυση της ΕΠΟΝ (στις 23 Φεβρουαρίου του ’43). Αυτήν την πυκνή εποχή που οι μήνες μετρούσαν τουλάχιστον για χρόνια.

Η συγκυρία της Κατοχής και η δυναμική της Αντίστασης πυροδότησαν την ανάπτυξη ενός μαζικού νεολαιίστικου κινήματος. Μέσα σε τρία χρόνια, από την άνοιξη του ’41 έως την άνοιξη του ’44, ένα τεράστιο νεολαιίστικο κίνημα έχει συγκροτηθεί σ’ όλη την Ελλάδα με άξονα τον «εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα», όπως λεγόταν τότε η Αντίσταση, αλλά και με παράλληλα πολιτικά και κοινωνικά αιτήματα έντονα διατυπωμένα. Οι τρεις σημαντικότεροι σταθμοί αυτής της διαδρομής σηματοδοτούνται από τρεις οργανώσεις. Τον Φεβρουάριο του 1942 ιδρύεται το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο Νέων (ΕΑΜΝ), με πρωτοβουλία της ΟΚΝΕ, της νεολαίας του ΚΚΕ, τον Μάιο του 1942 ιδρύεται η Λεύτερη Νέα και τέλος, στις 23 Φεβρουαρίου του 1943 ιδρύεται με πρωτοβουλία του ΕΑΜΝ και της ΟΚΝΕ η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ), που δεν είναι μέτωπο πια, αλλά ενιαία οργάνωση. Σ’ αυτήν συγχωνεύονται οι δέκα ιδρυτικές οργανώσεις οι οποίες και αυτοδιαλύονται. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η απόφαση της αυτοδιάλυσης της ΟΚΝΕ, που υπήρξε γεγονός επιβεβαιωμένο από πολλές μαρτυρίες.
 
Το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο Νέων λειτούργησε ως μέτωπο, στα χνάρια του ΕΑΜ. Συσπείρωσε δηλαδή και άλλες οργανώσεις νεολαίας. Από τον Φεβρουάριο του ’42 ώς τον Φεβρουάριο του ’43 έγιναν οι απαραίτητες ζυμώσεις ώστε οι νεολαίες που αποτελούσαν το ΕΑΜ Νέων να δεχτούν την αυτοκατάργησή τους και τη συγχώνευσή τους σε μια νέα πια ενιαία οργάνωση της Νέας Γενιάς, την ΕΠΟΝ. Σε άλλες συνθήκες η διαδρομή αυτή μπορεί να διαρκούσε πολλά χρόνια και να μην επιτυγχανόταν ποτέ η σύγκλιση. Η συγκυρία της Κατοχής είναι που δημιούργησε αυτή τη μοναδική δυναμική κι επιτάχυνε τις εξελίξεις. Το ΕΑΜ Νέων είχε απήχηση κυρίως στον φοιτητικό κόσμο στα Ανώτερα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα Αθήνας και Θεσσαλονίκης.
 
Τον Μάιο του 1942, ιδρύθηκε η μοναδική αμιγώς γυναικεία οργάνωση του αριστερού χώρου, η Λεύτερη Νέα (ΛΝ), η οποία διαλύθηκε τον Φεβρουάριο του 1943, όταν συγχωνεύθηκε στην ΕΠΟΝ, καθώς υπήρξε μία από τις ιδρυτικές της οργανώσεις (12). Ήταν η πρώτη «ενιαία» οργάνωση, αφού στους κόλπους της περιλάμβανε κάθε κοπέλα που ήθελε να συμμετάσχει στην Αντίσταση, ασχέτως της πολιτικής της τοποθέτησης. Μέσα όμως από τη συμμετοχή της στην οργάνωση, η νέα γυναίκα προχωρούσε τόσο στο δρόμο της πολιτικής της όσο και της κοινωνικής της συνειδητοποίησης, αφού στην οργάνωση γινόταν λόγος για γυναικεία χειραφέτηση. Η «τριπλή σκλαβιά, κατακτητή, προϊστάμενου και άντρα», στίχος από τον ύμνο της ΛΝ, που ίσως τον έγραψε η γραμματέας της, Ηλέκτρα Αποστόλου, δείχνει ότι πέρα από την εθνική απελευθέρωση την απασχολούσε και η κατάκτηση μιας ισότιμης θέσης στην κοινωνία (αν και διαχωριζόταν πάντοτε από τις παλαιότερες φεμινίστριες). Στη Λεύτερη Νέα 6–7.000 κοπέλες της Αθήνας και του Πειραιά (φοιτήτριες, εργαζόμενες αλλά και κοπέλες από τη γειτονιά) μυήθηκαν μεσ’ στην οικειότητα του γυναικείου περιβάλλοντος τόσο στην αντιστασιακή δράση όσο και στο αίτημα της κοινωνικής τους χειραφέτησης (13).
 
Και οι τρεις οργανώσεις ξεκίνησαν τη δράση τους στην Αθήνα της Κατοχής. Ενώ όμως οι δύο πρώτες περιορίστηκαν στην Αθήνα, στον Πειραιά και στη Θεσσαλονίκη, η ΕΠΟΝ είναι η μόνη οργάνωση που θα ξεφύγει από τα μεγάλα αστικά κέντρα για να καλύψει κυριολεκτικά όλη την Ελλάδα, αγκαλιάζοντας και πολύ μικρά χωριά. Πρώτη φορά οι νέοι των αγροτικών στρωμάτων θα γευτούν την εμπειρία της εθελοντικής στράτευσης. Η ΕΠΟΝ θα γίνει επίσης η οργάνωση των νέων γυναικών, αφού εκατοντάδες χιλιάδες κοπέλες θα γίνουν μέλη της. Και τέλος, η ΕΠΟΝ θα βγάλει πρώτη στο βουνό τις υποδειγματικές ανταρτοεπονίτικες ομάδες, που θα ενταχθούν στον ΕΛΑΣ. Η μαζικότητα της ΕΠΟΝ και η αντιπροσώπευση όλων πραγματικά των στρωμάτων της νεολαίας σ’ αυτήν, σε αντίθεση με προηγούμενες οργανώσεις που συσπείρωναν τις πρωτοπορίες, επιτρέπει να μιλάμε για συγκρότηση μιας γενιάς (14).
 
Η Ιωάννα Παπαθανασίου στα Προλεγόμενά της στον τόμο για τη Νεολαία Λαμπράκη –για την οποία έχουμε επιτέλους ένα τόσο σημαντικό συλλογικό πόνημα, με δημοσίευση πληθώρας πηγών– (15) θέτει το ζήτημα πρωτοπορίας και μαζικότητας με όρους αντίθεσης. Η πρωτοπορία δεν μπορεί να είναι και μαζική, αφορά από τη φύση της τις ελίτ. Γράφει η Ι. Παπαθανασίου: « Στην κατεύθυνση αυτή, η “μαζικοποίηση”, δηλαδή η επιδίωξη για τη μέγιστη δυνατή διεύρυνση του αριθμού των μελών, θεωρείται, σήμερα ακόμη, ασύμπτωτη με την έννοια της “πρωτοπορίας”, που προβλήθηκε ταυτόχρονα ως ένας από τους βασικούς στόχους της οργάνωσης.» (16) Η διαπίστωση αυτή είναι σαφώς ορθή και αποτελεί τον κανόνα. Θέλω όμως να διατυπώσω την υπόθεση πως η κατοχική ΕΠΟΝ (Φεβρουάριος ’43 – Οκτώβριος ’44) αποτελεί μάλλον μια εξαίρεση, γιατί διατηρώντας απολύτως τον πρωτοποριακό της χαρακτήρα κατάφερε επίσης να αγκαλιάσει τις ευρύτερες μάζες της νεολαίας. Σίγουρα τα συμφραζόμενα της Κατοχής βοήθησαν μεγάλο αριθμό νέων να ριζοσπαστικοποιηθεί. Αν όμως ο λόγος και η προσέγγιση της ΕΠΟΝ δεν ήταν τόσο επιτυχής, δεν θα αρκούσε η ιστορική συγκυρία για να πραγματοποιηθεί αυτή η μοναδική συνάντηση. Απόδειξη πως οι άλλες αντιστασιακές οργανώσεις νεολαίας δεν προσέγγισαν ούτε κατά διάνοια τη μαζικότητα της ΕΠΟΝ.
 
Η πορεία από την ολιγομελή ΟΚΝΕ της παρανομίας, με τα μέλη της υπό διωγμόν από τη δικτατορία του Μεταξά (1936–1941), μέχρι την ΕΠΟΝ των 600.000 μελών την στιγμή της απελευθέρωσης (φθινόπωρο ’44), δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί δίχως αυτούς τους όρους (17). Θυμίζω μόνο πως η μυθική νεολαία της δεκαετίας του ’60 στην Ελλάδα, η «Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη» (ΔΝΛ) στην καλύτερη στιγμή της είχε 37.500 νέους (18).
 
Άρα οι 600.000 της ΕΠΟΝ (μαζί με τα μικρότερα παιδιά, τα Αετόπουλα), ακόμη και αν στην πράξη δεν ήταν παρά 500.000 ή 400.000, γιατί σίγουρα υπάρχει ζήτημα αξιοπιστίας των αριθμών, είναι ένας αφάνταστα μεγαλύτερος αριθμός, υπερδεκαπλάσιος λόγου χάριν της ΔΝΛ, που επιτρέπει ακριβώς να μιλάμε για συγκρότηση ολόκληρης γενιάς. Εδώ όμως θέλω να θυμίσω και την πολύ χαρακτηριστική παρατήρηση του Μ. Αναγνωστάκη σχετικά με την έννοια της στράτευσης και της στρατολόγησης στην Κατοχή, που εξηγεί ίσως και τους μεγάλους αριθμούς: «Όταν λέμε για κείνη την εποχή οργανωμένοι και μη-οργανωμένοι, ποιοι δούλευαν στις οργανώσεις και ποιοι δεν δούλευαν στις οργανώσεις, είναι κάπως σχήμα λόγου. Γιατί εκείνη την εποχή δεν μετρούσαμε κεφάλια. Να λέμε τόσους έχουμε στη μια Σχολή, τόσους έχουμε στην άλλη, θα τους διπλασιάσουμε, ή μας έχουν φύγει μερικοί. Όλοι όσοι μετείχαν σ’ αυτό το τεράστιο κίνημα θεωρούνταν οργανωμένοι έτσι ή αλλιώς. Υπήρχαν νέα παιδιά, που αναλάμβαναν δουλειές για ζωή και για θάνατο, κυριολεκτικά για ζωή και για θάνατο, χωρίς να έχουν προλάβει να υποστούν την παραμικρή “μύηση”, ας το πούμε έτσι.» (19)

Μ’ αυτήν λοιπόν την έννοια είναι βέβαιο πως η ΕΠΟΝ συμπεριέλαβε στους κόλπους της πολλές εκατοντάδες χιλιάδες νέους και νέες, σε μεγάλες και μικρές πόλεις, από αστικά αλλά και αγροτικά στρώματα, αγόρια και κοπέλες. Η στράτευση στην ΕΠΟΝ υπήρξε κατά γενική ομολογία μια μοναδική εμπειρία για τη γενιά που ενηλικιώθηκε μέσα από αυτήν και γαλουχήθηκε με τα ιδανικά της και τις αξίες της. Όπως προκύπτει από πολλές δεκάδες προφορικές και γραπτές μαρτυρίες, μ’ αυτόν τον τρόπο καταγράφηκε αυτό το βίωμα στη συλλογική μνήμη αυτής της γενιάς, ως τα «καλύτερά τους χρόνια», και αυτό μπορεί να ξαφνιάζει όταν λάβουμε υπ’ όψιν τόσο τις συνθήκες της εποχής όσο και τις μεταγενέστερες διώξεις και το συνολικό τίμημα.

Από την άποψη της ιστορίας του νεολαιίστικου κινήματος στον 20ό αιώνα, υπήρξε αναμφισβήτητα η κορυφαία του στιγμή. Ποτέ άλλοτε τόσοι πολλοί νέοι και νέες δεν διασταυρώθηκαν ενεργά με την πολιτική, με τη δράση, με την αριστερή ιδεολογία, αλλά και με την πολιτιστική δραστηριότητα, απελευθερώνοντας τη δημιουργικότητά τους, με τρόπο που σημάδεψε για πάντα την προσωπικότητα και τη ζωή τους.

*
Πώς όμως όλα αυτά συμβάλλουν στη συγκρότηση μιας γενιάς; Αυτό υπήρξε ένα από τα ζητούμενα της έρευνάς μου αρκετά νωρίς. Με άλλα λόγια, με ενδιέφερε να κατανοήσω όχι μόνο τι πρόσφεραν οι νέοι και οι νέες στην υπόθεση της Αντίστασης, αλλά και τι αυτή η συμμετοχή πρόσφερε στους ίδιους, ποιο ήταν το ειδικό βάρος αυτής της ξεχωριστής εμπειρίας. Πέρα δηλαδή από τη ρητορική που τονίζει τους ηρωισμούς, την αυτοθυσία, τις θυσίες, τις απώλειες, με ενδιέφερε να κατανοήσω τι κέρδιζαν οι ίδιοι οι νέοι από αυτή την υπόθεση. Σε τι άλλαζαν, αν και κατά πόσον χειραφετούνταν, ως νέοι απέναντι στους ενήλικες, αλλά και ως γυναίκες ξεχωριστά, πώς άλλαζε ο ορίζοντας των προσδοκιών τους, οι αξίες τους, οι αντιλήψεις τους. Νομίζω λοιπόν πως το πρώτο συμπέρασμα είναι πως συγκροτήθηκαν ως «γενιά». Αν αυτό σήμερα μοιάζει αυτονόητο, δεν ήταν τότε. Το να βιωθεί η νιότη κάποιου όχι μόνο ως μία προσωπική περιπέτεια και διαδρομή προς την ενηλικίωση, όπου ο άνδρας ονειρεύεται επαγγελματική αποκατάσταση και η γυναίκα κυρίως γάμο και παιδιά, αλλά ως μια συλλογική περιπέτεια, μια συλλογική εμπειρία και μάλιστα καθοριστική, αυτό δεν ήταν κοινός τόπος πριν από το 1940.

Πιστεύω πως αυτό που συνέβη στα χρόνια της Κατοχής, στο πλαίσιο της αντιστασιακής δραστηριότητας και κυρίως στο πλαίσιο της ΕΠΟΝ, ήταν όχι απλώς κάτι το νέο, αλλά μια τομή, το σημάδι μιας νεωτερικότητας. Η ΕΠΟΝ είδε τη νεολαία σαν μια ξεχωριστή και αυτόνομη οντότητα, με πολύ ισχυρούς δεσμούς, δεσμούς που υπερέβαιναν σε σημαντικό βαθμό διαφορές κοινωνικές, μορφωτικές, ταξικές. Ο λόγος αυτός έχει διατυπωθεί στα κείμενά της, τα οποία είναι πρωτοποριακά και θα περάσω στη συνέχεια σε παραδείγματα.

Να θυμίσω μόνο πως για να πάρει διαστάσεις και εμβέλεια ένας αντίστοιχος κατά κάποιον τρόπο λόγος, χρειάστηκε να περιμένουμε 20–25 χρόνια. Στη δεκαετία του ’60 η νεολαία της δυτικής Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών, και κυρίως οι φοιτητικές της πρωτοπορίες, θα οργανώσουν ένα κίνημα τεράστιας εμβέλειας που θα φέρει πραγματικά τη νεολαία στο προσκήνιο του πολιτικού και του πολιτιστικού γίγνεσθαι. Στο βιβλίο για τη δεκαετία του ’60, που κυκλοφόρησε με αφορμή την συναυλία του Διονύση Σαββόπουλου και την ΄Εκθεση του Μουσείου Μπενάκη τον Δεκέμβριο του 2009, τα 60’s, η εναρκτήρια φράση του μανιφέστου του προέδρου του της οργάνωσης Stu­dents for a demo­c­ra­tic soci­ety, όταν ξεσπούσε το φοιτητικό κίνημα στη δεκαετία του ’60 στις ΗΠΑ είναι η εξής: «Είμαστε μια γενιά». Δεν είναι τυχαίο ότι η νεολαία αυτή ξεκινά τον αυτοπροσδιορισμό της ως «γενιά», ως καθαρά διακριτή δηλαδή από τους προηγούμενους.

Νομίζω πως κατά κάποιον τρόπο η ΕΠΟΝ υπήρξε ο πρόδρομος των κινημάτων του ’60, παρ’ όλες τις μεγάλες διαφοροποιήσεις. Υπάρχουν χαρακτηριστικά τους, όπως λόγου χάριν ο φιλειρηνικός τους χαρακτήρας, που έχουν ήδη διαμορφωθεί και διατυπωθεί ως αιτήματα από τη μεταπολεμική ΕΠΟΝ. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς θα εξελισσόταν η ΕΠΟΝ αν η χώρα είχε έναν ομαλό πολιτικό βίο. Πάντως τον Νοέμβριο του 1945 συμμετείχε εκπροσωπώντας την ελληνική νεολαία στο Ιδρυτικό Συνέδριο του Παγκόσμιου Συμβουλίου Νέων (World Youth Coun­cil) που έλαβε χώρα στο Λονδίνο (20). Θα προχωρούσε λοιπόν σ’ ένα δρόμο στον οποίο προχωρούσαν και τα υπόλοιπα νεανικά κινήματα και θα συμπορευόταν; Ποια θα ήταν η σχέση της με το ΚΚΕ σε ομαλές συνθήκες; Θα ενισχυόταν η εξάρτηση, θα συνέβαιναν ρήξεις; Αυτά τα ερωτήματα θα παραμείνουν αναπάντητα, γιατί αυτή η πορεία ανακόπηκε και οι Επονίτες, όσοι τουλάχιστον δεν απομακρύνθηκαν και δεν απαρνήθηκαν τη στράτευσή τους, και ήσαν βέβαια σαφώς λιγότεροι από όσους ήσαν μέλη στην Κατοχή, βρέθηκαν στις φυλακές, στις εξορίες ή ένοπλοι στο βουνό, στον Δημοκρατικό Στρατό, που ήταν κατά μεγάλο μέρος στρατός Επονιτών, κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια.
*
ΕΟΝ και ΕΠΟΝ
Επιστρέφω όμως στην ΕΠΟΝ της Κατοχής: Θυμίζω πως τα αρχικά της ΕΠΟΝ δεν περιέχουν τον όρο «εθνικοαπελευθερωτικός», το δικό της Ε είναι Ενιαία. Κι αυτό γιατί από την αρχή ο ορίζοντάς της δεν σταματά στην απελευθέρωση, όπως αυτός του ΕΑΜ, αλλά προσβλέπει στο να γίνει η μεγάλη οργάνωση της ελληνικής νεολαίας, αυτή που θα αγκαλιάσει τις πιο πλατιές μάζες, για να τις διαπαιδαγωγήσει πολιτικά, να τους προσφέρει αξίες, οράματα και ιδανικά εντελώς πρωτόγνωρα, και τόσο διαφορετικά από όσα είχαν ακούσει ως τότε στο σχολείο ή στην περίφημη ΕΟΝ του Μεταξά. Και το σημαντικό είναι πως αυτός ο στόχος επετεύχθη. Η οργάνωση αυτή συγκέντρωσε, όπως ήδη ειπώθηκε, απείρως περισσότερους νέους απ’ όσους οποιαδήποτε άλλη οργάνωση νέων.

Θα ήθελα πρώτα να σταθώ λίγο στο πέρασμα αυτών των νέων και εφήβων από την ΕΟΝ, στην οποία συμμετείχαν ώς το 1941, στην ΕΠΟΝ. Ίσως να μην επανερχόμουν σ’ αυτό το ζήτημα, το οποίο έχω πραγματευτεί και αλλού, αν μία σχετικά πρόσφατη μονογραφία για την ΕΟΝ δεν με ωθούσε να επανέλθω. Πρόκειται για το βιβλίο του Βαγγέλη Αγγελή, στο οποίο συγκεφαλαιώνονται οι απόψεις που προβαίνουν σε θετική αποτίμηση της εμπειρίας της ΕΟΝ και τη θεωρούν κατά κάποιον τρόπο προδρομική οργάνωση της ΕΠΟΝ. Τις απόψεις αυτές παλαιότερων ερευνητών φαίνεται να ενστερνίζεται και ο νεώτερος ερευνητής που τις παραθέτει (21). Με τον τρόπο αυτόν φαίνεται να παγιώνεται η άποψη που βλέπει τις δύο οργανώσεις συγγενικές και με σχέση σχεδόν συνέχειας. Θα ήθελα λοιπόν να καταθέσω τη διαφωνία μου μ’ αυτήν την άποψη, καθώς πιστεύω ότι πρόκειται όχι για συνέχεια αλλά σαφώς για ρήξη. Παραθέτει ο Αγγελής το εξής απόσπασμα από μια μαρτυρία: « Λέγαμε και ένα καλαμπούρι στην Κατοχή… “Τι ΕΟΝ, τι ΕΠΟΝ!”» (σ. 304). Θεωρώ το λιγότερο άστοχη την επιλογή αυτού του παραθέματος, γιατί ισοπεδώνει πράγματα πολύ διαφορετικά, υπερτιμώντας ομοιότητες που κατ’ εμέ είναι κάθε άλλο παρά ουσιαστικές. Μπορεί ένα μόνο γράμμα χωρίζει τα αρχικά της ΕΟΝ από την ΕΠΟΝ, αλλά στην ουσία πρόκειται για δύο κόσμους εντελώς αντίθετους. Υπάρχει μια τεράστια διαφορά τόσο στο επίπεδο της ιδεολογίας όσο και στο επίπεδο του βιώματος. Η «Εθνική Οργάνωση Νεολαίας» υπήρξε η ελληνική απομίμηση των φασιστικών νεολαιών της Ευρώπης, και κυρίως της φασιστικής νεολαίας του Μουσολίνι, στη δεκαετία του ’30. Η δικτατορία του Μεταξά έδωσε τεράστιο βάρος στην προπαγάνδα και το να κερδίσει και να διαπαιδαγωγήσει τη νεολαία της εξασφάλιζε την εγγύηση που χρειαζόταν το καθεστώς για τη μελλοντική του αποδοχή. Υποχρέωσε λοιπόν κυριολεκτικά τη νεολαία να ενταχθεί σ’ αυτήν. Στο επίπεδο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης η συμμετοχή στην ΕΟΝ ήταν τόσο άμεσα εξαρτημένη από το σχολείο που ήταν πολύ δύσκολο να διαφύγει κανείς. Στο επίπεδο των φοιτητών υπήρχε φυσικά η πίεση μέσω της Διοίκησης Ανωτάτων Σχολών, της ΔΑΣ, αλλά το αποτέλεσμα δεν ήταν τόσο ικανοποιητικό.

Η ΕΟΝ λοιπόν θα ήταν ο τόπος ιδεολογικής εκπαίδευσης ώστε ολόκληρη η νέα γενιά να διαπαιδαγωγηθεί στην ιδεολογία του καθεστώτος. Δεν θα σταθώ σ’ αυτήν, γιατί είναι γνωστή. Θα σταθώ όμως στη σημασία που θα είχε αν ο πόλεμος και η Κατοχή δεν ανέκοπταν αυτήν την πορεία. Με κάθε άλλη φωνή φιμωμένη, με τρομερή δυσκολία άλλων ερεθισμάτων, μια ολόκληρη γενιά θα ζυμωνόταν με τις πατριωτικές ρητορείες, την προγονολατρεία, τη θρησκευτική αγκύλωση μιας ελληνοχριστιανικής Ελλάδας, προδρόμου της 21ης Απριλίου και με το συντηρητικότερο γενικά πνεύμα. Ας μη λησμονούμε ότι η ΕΟΝ απέκλειε τους μη χριστιανούς (βλ. μη Αρείους) από το «προνόμιο» της ένταξης σ’ αυτήν και θυμίζω πως μόνο οι εβραϊκές κοινότητες προπολεμικά στην Ελλάδα ξεπερνούσαν τα 70.000 έως 72.000 άτομα. Τέλος, ο ορίζοντας της γυναίκας ήταν σαφώς η οικογένεια και η αναπαραγωγή, για την οποία προετοιμαζόταν με μαθήματα οικοκυρικής και άλλα συναφή. Η συμμετοχή στον αθλητισμό, που έχει τονιστεί ως καινοτομία, δεν θεωρώ πως άλλαζε τη γενικότερη αντίληψη.

Σε όλα αυτά η ΕΠΟΝ ήταν το άκρο αντίθετο: έκανε λόγο και πράξη την ανεξιθρησκία και σημείωσε τομή στον τομέα της ισότητας των δύο φύλων, αναδεικνύοντας γυναικεία στελέχη σε υπεύθυνες θέσεις (22). Αλλά κυρίως και πάνω απ’ όλα: η κούφια ρητορεία της ΕΟΝ δεν έχει καμία σχέση με τον εμπνευσμένο λόγο της Αντίστασης, που άρθρωσε μεταξύ άλλων και η ΕΠΟΝ. Βρίσκεται στον αντίποδά της. Η «πατρίδα» των σχολικών αναγνωσμάτων –γιατί η ΕΟΝ ήταν μία απόλυτη προέκταση του εκπαιδευτικού μηχανισμού–-, οι παρελάσεις των ένστολων και στοιχισμένων μαθητών υπό το «πατρικό» βλέμμα του Μεταξά, τα στρατόπεδα της ΕΟΝ για τους νέους, δεν μπορούν να έχουν σχέση με την αυτόβουλη συμμετοχή των νέων στις αντιστασιακές διαδηλώσεις της Κατοχής λόγου χάριν. Η ποιότητα της εμπειρίας ήταν απολύτως διαφορετική. Η ΕΟΝ συνδέεται με τους καταναγκασμούς μιας άχαρης εφηβείας, ενώ η συμμετοχή σε μια αντιστασιακή οργάνωση, και ειδικά από το ’43 και μετά η μαζική συμμετοχή της νεολαίας στην ΕΠΟΝ, εισήγαγε τον έφηβο και κυρίως τον νέο στις πρώτες συνειδητές πράξεις της ζωής του. Μ’ αυτόν τον τρόπο ακριβώς συγκροτούνται και στην πορεία ενηλικιώνονται πρώτα τα άτομα και σιγά σιγά μια ολόκληρη γενιά.

Δεν θα επεκταθώ άλλο εδώ, γιατί είχα την ευκαιρία να το αναλύσω διεξοδικά αλλού (23), θα το αναφέρω απλώς: και μόνο η διαφορά της υποχρεωτικής ένταξης στην ΕΟΝ (υπό το δέλεαρ παροχών ή υπό το κράτος απειλών) με την εθελοντική στράτευση σε μια αντιστασιακή οργάνωση, και μάλιστα μια στράτευση που επέσυρε ιδιαίτερους κινδύνους, αρκούσε για να διαφοροποιήσει απόλυτα τις δύο εμπειρίες. Και δεν βρίσκω διόλου πειστικά τα επιχειρήματα περί πειθαρχίας στην οποία είχαν δήθεν συνηθίσει οι νέοι, πράγμα που φάνηκε δήθεν χρήσιμο στην κατοπινή αντιστασιακή τους στράτευση, καθώς η μία «πειθαρχία» στους ανωτέρους, ιεραρχία, βαθμοφόροι, στολές, υποταγή στρατιωτικού τύπου, μαζί με την αγάπη για τα αξιώματα, τα παράσημα και τις παρελάσεις, δεν είχε τίποτε να κάνει με την ολόψυχη αφοσίωση σε μία υπόθεση που ήταν, όπως λέει κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης, εκφράζοντας πολλούς άλλους «για ζωή και για θάνατο».

Ο ίδιος ο Μανόλης Αναγνωστάκης αναφέρεται στην εποχή της ΕΟΝ ως περίοδο ύπνου, νάρκης, ενώ η είσοδος στην αντίσταση βιώνεται ως αφύπνιση. Αναφέρει στη μαρτυρία του:
«Έτσι, όταν πια η Νεολαία έγινε υποχρεωτική και άκουσα ένα βράδυ τον πατέρα μου να λέει στη μάνα μου: Τώρα τι να κάνουμε, θα πρέπει να γραφτεί κι αυτός κι ας πει κι ένα τραγούδι – έσπευσα να γραφτώ κι από την πρώτη στιγμή γλυκάθηκα, γιατί διαπίστωσα ότι μέσω Νεολαίας μπορούσα να ικανοποιώ επαρκώς και εν πολλοίς δωρεάν δύο από τα τρία συγκλονιστικότερα χόμπι μου εκείνης της εποχής: τον κινηματογράφο, το ποδόσφαιρο και το (εξωσχολικό βέβαια) διάβασμα» (24). Στη συνέχεια εξηγεί ότι καθώς είχε δωρεάν εισιτήρια από την ΕΟΝ για κινηματογράφο και ποδόσφαιρο εξοικονομούσε το χαρτζιλίκι του για ν’ αγοράζει την Νέα Εστία. Αν και δεν πήρε ποτέ βαθμό, «παρέμεινε απλός φαλαγγίτης», δικαιούταν όμως τα εισιτήρια γιατί ήταν «σχεδόν τύπος και υπογραμμός, τακτικός στις συγκεντρώσεις και στις παρελάσεις, άψογος στη συμπεριφορά μου στους ανωτέρους μου». Κατά τα άλλα η γενική αποτίμηση αυτής της περιόδου είναι η εξής: «Πέρασαν λοιπόν σε μια απολιτική νάρκη, τρία τουλάχιστον χρόνια ανάμεσα στη σκλαβιά του σχολείου και στη γοητεία των τριών χόμπι μου που είπα: του κινηματογράφου, του γηπέδου και της λογοτεχνίας, που την ανακάλυπτα μέρα τη μέρα, κάθε μέρα και πιο έκθαμβος» (25).

Στη μαρτυρία του Αναγνωστάκη υπάρχει και ένα εκπληκτικό παράδοξο: ο έφηβος ανακαλύπτει τον κομμουνισμό και τον θαυμάζει μέσα από τα προπαγανδιστικά αντικομμουνιστικά έντυπα της ΕΟΝ. Όχι λοιπόν μόνο η οργάνωση δεν έχει κύρος και επιρροή αλλά ασκεί την αντίθετη επιρροή από αυτήν που επιθυμεί. Γράφει ο Αναγνωστάκης: «Το βιβλίο-αποκάλυψη λεγόταν Ο Κομμουνισμός στην Ελλάδα (εκδόσεις Εθνικής Εταιρείας –τρέχα γύρευε). […] Για πολύ καιρό το βιβλίο αυτό έγινε το Ευαγγέλιό μου. Προορισμένο για την πιο σκληρή προπαγάνδα δούλεψε για την ιδεολογική μου αφύπνιση όσο κανένα άλλο βιβλίο κανενός κλασικού του Μαρξισμού και καμιά μπροσούρα. […] Από το βιβλίο αυτό έμαθα κατάπληκτος πως στα χρόνια που εγώ κοιμόμουνα το Κόμμα είχε 159 δικές του εφημερίδες, […] πως είχε χιλιάδες και χιλιάδες οπαδούς σ’ όλη την Ελλάδα!» (26).

Η ΕΟΝ εξαγοράζει τους νέους και με σοβαρότερες παροχές από ένα κινηματογραφικό εισιτήριο. Μετά το τέλος του σχολείου, τους βρίσκει δουλειά. Πολλοί νέοι, χαμηλότερων κυρίως στρωμάτων, αναγκάζονταν να χρησιμοποιήσουν αυτό το κανάλι. Μια συμμετοχή, λοιπόν, που εξαργυρώνεται ποικιλοτρόπως και που διδάσκει ότι μόνο μέσα από την υποταγή και τη συναλλαγή γίνονται τα πράγματα. Παρ’ όλα αυτά και πάλι η αθρόα συμμετοχή δεν επιτυγχάνεται, και τότε η ένταξη στην ΕΟΝ γίνεται υποχρεωτική. Η συνολική αποτίμηση της εμπειρίας από τη συμμετοχή στην ΕΟΝ κυμαινόταν από την ευχαρίστηση της «κοπάνας», στην καλύτερη περίπτωση, έως τον καταναγκασμό. Για τις κοπέλες, από την άποψη της γυναικείας τους χειραφέτησης, η ΕΟΝ έμενε μια νεκρή εμπειρία. Οι αναμνήσεις γυναικών αναφέρονται κυρίως σε υποχρεωτικές συγκεντρώσεις και παρελάσεις όταν ήταν μαθήτριες, και σε υποχρεωτική παρακολούθηση διαλέξεων όταν ήταν φοιτήτριες.

Το πόσο χάρτινος πύργος υπήρξε το οικοδόμημα της ΕΟΝ αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν κατόρθωσε σε συνθήκες κατοχής να διατηρηθεί και, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Χρήστος Χρηστίδης στο διεισδυτικό κείμενό του Χρόνια Κατοχής: «Το περίπτερο της ΕΟΝ στο Σύνταγμα το χάλασαν. Την ώρα που περνούσα έμεναν από το περίπτερο με τις ενθουσιώδεις επιγραφές μερικά σανίδια και μερικοί σκισμένοι μουσαμάδες» (27). H επόμενη εμπειρία ήταν η καθοριστική, αυτή που συνδέθηκε με την αφύπνιση, με το πέρασμα στην ενηλικίωση, με τίμημα ακριβό, και αυτή βέβαια που σφράγισε κυριολεκτικά τη συλλογική μνήμη της γενιάς αυτής.

*
Και περνώ τώρα στα σημεία που θεωρώ ότι ήταν τα κυριότερα στην συγκρότηση αυτής της νεολαίας σε «γενιά», ή με άλλους όρους σε «συλλογικό υποκείμενο». Η πολιτική αφύπνιση θεωρώ πως ήταν σπουδαιότατη συνθήκη αυτής της συγκρότησης. Μέσα από την συμμετοχή στην Αντίσταση και ειδικότερα μέσα από τη συμμετοχή στην ΕΠΟΝ η νέα και ο νέος δεν ζούσαν μόνο την πατριωτική έξαρση. Ζούσαν και τη συνάντησή τους με το πολιτικό. Η ΕΠΟΝ είχε πολιτική στάση από τα ιδρυτικά της κείμενα. Το 11ο άρθρο του «Δωδεκάλογου» μιλά για ολοκλήρωση της ελληνικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας. Τα χιλιάδες νέα παιδιά που στρατεύτηκαν στην ΕΠΟΝ ήξεραν καλά ότι δεν πολεμούν μονάχα για «το διώξιμο του ξένου καταχτητή», αλλά για μια μελλοντική δίκαιη κι ελεύθερη Ελλάδα, για το δικό τους μέλλον, όπως το ονειρεύονταν.

Αυτός ο τόσο σημαντικός κοινός στόχος έχτιζε νέες συλλογικότητες. Πρώτη φορά τόσοι πολλοί νέοι είχαν ένα κοινό όραμα που τους πυροδοτούσε με τρομερή αισιοδοξία για το μέλλον τους και τους βοηθούσε να βλέπουν πολύ πιο μακριά από τον στενό και ασφυκτικό ορίζοντα της Κατοχής. Αυτό έλειψε στις αντιστασιακές οργανώσεις νέων της άλλης όχθης. Δεν κατόρθωσαν πραγματικά να αποτελέσουν πόλο έλξης για περισσότερους από μερικές εκατοντάδες νέους και λιγότερες νέες και πάντως διαλύθηκαν την επομένη της απελευθέρωσης. Το μεταπολεμικό όραμα της ΕΠΟΝ είχε τρομερή απήχηση στους νέους, τους συσπείρωνε και έχτιζε μια νέα συλλογικότητα.

Η Μιμίκα Κρανάκη, λαμπρή διανοούμενη αυτής της γενιάς, λίγο αφού πάρει την υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου και ταξιδέψει με το περίφημο πλοίο Ματαρόα, μαζί με το άνθος των νέων Ελλήνων, πολλών κατοπινών διανοουμένων και καλλιτεχνών, θα δημοσιεύσει ένα κείμενο στο περιοδικό του Ζαν Πωλ Σαρτρ και της Σιμόν ντε Μπωβουάρ Les Temps mod­ernes. Το κείμενό της ξεκινά ως εξής: «Με τι δικαίωμα λέω «εμείς» μιλώντας για την ελληνική νεολαία, δηλαδή για ένα πλήθος «εγώ» ανόμοια κι ανεξάρτητα, χωρίς κανένα κοινό χαρακτηριστικό ιδιαίτερα έντονο, με τι δικαίωμα δεν ξέρω. Η Κατοχή, νομίζω, έσπασε εν μέρει την απομόνωση ρίχνοντας όλους στην ίδια όχθη [… ] Κι έτσι η Κατοχή δημιούργησε μια συνείδηση κοινή, κι έγινε μοίρα εξίσου κοινή η ημιτελής εφηβεία η αρχική» (28). Αυθόρμητα λοιπόν το συλλογικό «εμείς» έχει υποκαταστήσει το «εγώ». Ένα άλμα έχει πραγματοποιηθεί από το ατομικό στο συλλογικό κι έχουν σφυρηλατηθεί πρωτόγνωροι δεσμοί συντροφικότητας και αλληλεγγύης ανάμεσα στα μέλη αυτής της γενιάς. Δεσμοί που υπερβαίνουν ταξικές διαφορές, αφού ήταν πάρα πολλά τα νέα παιδιά που προέρχονταν από αστικές οικογένειες και διέκοπταν σπουδές, διακυβεύοντας έτσι μελλοντικές καριέρες, για να δοθούν ψυχή τε και σώματι στον αγώνα.

Μια άλλη ανατρεπτική κατά την άποψή μου πλευρά του οράματος την ΕΠΟΝ, που είναι βέβαιο ότι ήταν ιδιαίτερα ελκυστική για τη νεολαία, ήταν η επίκληση του δικαιώματος στην ατομική ευτυχία και η επαγγελία της άνθησης της προσωπικότητας του νέου. Μ’ αυτή την έννοια το «εμείς» δεν υποκαθιστούσε απόλυτα το εγώ, το οποίο συνέχιζε να υπάρχει και να διεκδικεί. Η προσωπικότητα του νέου δεν συνθλιβόταν στην ΕΠΟΝ, όπως σε άλλες κομμουνιστικές οργανώσεις, η τάση ήταν να αναδειχθεί.

Θα κλείσω με ορισμένες διάσπαρτες αναφορές στον «Δωδεκάλογο της νεολαίας», ιδρυτικό κείμενο της ΕΠΟΝ, όπως διατυπώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1943. Νομίζω πως τα σημεία αυτά δείχνουν ανάγλυφα ποιο δρόμο υπεδείκνυε η ΕΠΟΝ. Αντιγράφω από το άρθρο 5: «Ζητάμε ίσα δικαιώματα για όλα τα παιδιά, πολύπλευρη παιδεία και ποιοτική μόρφωση..», άρθρο 10: Θέλουμε […] να υπερνικήσουμε τον γεμάτο προκαταλήψεις στενόκαρδο εθνικισμό» και τέλος, άρθρο 12ο: «Δίνουμε την υπόσχεση πως θα προετοιμάσουμε το έδαφος για το ριζοβόλημα και το πλούσιο άνθισμα ενός πρωτοπόρου νεοελληνικού σοσιαλιστικού πολιτισμού.» Σ’ αυτόν τον πολιτιστικό άξονα, που αντιστοιχούσε σε μια πραγματική επανάσταση, ανιχνεύεται ένα ακόμη κλειδί της συσπείρωσης τόσων νέων στην ΕΠΟΝ. Αυτό δεν έμεινε επαγγελία, έγινε πράξη, με εκατοντάδες έντυπα και περιοδικές εκδόσεις (29), θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, διαλέξεις, τόσο στις κατεχόμενες πόλεις, όσο και στην Ελεύθερη Ελλάδα. Να πώς το αποτιμά ένας πρώην Επονίτης στη μεταγενέστερη μαρτυρία του: «Κι η μεγαλύτερη προσφορά της ΕΠΟΝ: η αυτενέργεια, η πρωτοβουλία, η ανέγνωρη ως τότε ώθηση της δημιουργικότητας. Όποιο ταλέντο κι αν είχες δεν πήγαινε χαμένο. Μόνοι μας γράφαμε τις εφημερίδες μας, μόνοι μας τις τυπώναμε, από μας τους ίδιους ξεπήδησαν και οι αυτοδίδαχτοι χαράκτες μας που μάθαν να δουλεύουν το λινόλεουμ και το ξύλο. Τα παιδιά που παίζαν κάποιο μουσικό όργανο ήταν περιζήτητα. Στις απελευθερωμένες περιοχές οι θίασοι φύτρωναν σαν τα μανιτάρια.[…] Φτιάξαμε μια μεγάλη χορωδία μικτή, μια ορχήστρα ελαφράς μουσικής, ένα κουκλοθέατρο για την ψυχαγωγία των μικρών παιδιών και μια λέσχη που ήταν το καύχημα της πόλης μας, ώσπου έγινε στάχτη στον βωμό της εμφυλιοπολεμικής μισαλλοδοξίας.» (30) Τα θεμέλια για μια κουλτούρα της Αριστεράς, που θα επανασυνδεθεί με το κομμένο νήμα και θα ανθίσει στις αρχές της δεκαετίας του ’60, πριν ανακοπεί και πάλι βίαια από τη δικτατορία των συνταγματαρχών, έχουν μπεί στη σύντομη αλλά τόσο καίρια περίοδο της Κατοχής (31).

*
Θα ήθελα να κλείσω με την καταληκτική φράση του Γάλλου φιλόσοφου Edgar Morin, στον πρόλογό του σ’ ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο για τη στράτευση ενός νέου στη γαλλική Αντίσταση, που νομίζω ότι συνοψίζει καλά την αίσθηση και της δικής μας γενιάς Επονιτών και την εγγραφή του βιώματος στη συλλογική μνήμη. Γράφει λοιπόν: «Ο αναγνώστης θα δει σ’ αυτό το βιβλίο πως δεν ισχυριζόμασταν ότι ήμασταν ήρωες ούτε πρότυπα, πως είχαμε τις αδυναμίες μας, τις πλάνες μας. Αλλά τι θα είχαμε απογίνει δίχως την Αντίσταση; Θα είχαμε μια σταδιοδρομία; Χάρη στην Αντίσταση, είχαμε μια ζωή.» (32)
—————————————————————-

1) Η απαρχή της έρευνάς μου αφορούσε τον τύπο των νέων στην Κατοχή (Ελληνικός Νεανικός Τύπος 1941–1945, Καταγραφή, εκδ. ΙΑΕΝ αρ. 10, Αθήνα 1987) και η ολοκλήρωσή της έγινε με τη διδακτορική μου διατριβή (1995) και την επεξεργασία της στο βιβλίο: Η ενηλικίωση μιας γενιάς, Νέοι και Νέες στην Κατοχή και στην Αντίσταση, Εστία, α΄ έκδοση Μάιος 2009, β΄ έκδ. Δεκέμβριος 2009, Αθήνα.
2) Δανάη Αντωνοπούλου-Ψιλοπούλου, Τα κορίτσια του Πολυτεχνείου. Από τους αγώνες της Κατοχής στην αγωνία της φυλακής, πρόλογος: Π. Παπαστράτης, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2008, για τη Λέσχη του Πολυτεχνείου και την πρώτη διαδήλωση, βλ. σ. 28–30.
3) Δανάη Αντωνοπούλου-Ψιλοπούλου, Τα κορίτσια του Πολυτεχνείου, ό.π., σ. 35, για τα συσσίτια.
4) Βλ. σχετικά Ο. Βαρών-Βασάρ, Η ενηλικίωση, ό.π., κεφ. ΣΤ΄, Πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις νέων, σ. 247–267.
5) Jacques Semelin, ΄Αοπλοι απέναντι στον Χίτλερ, εκδ. Χατζηνικολή, Αθήνα 1993.
6) Για την ΠΕΑΝ βλ. τη μονογραφία του Ευάνθη Χατζηβασιλείου, ΠΕΑΝ (1941–1945), έκδ. Συλλόγου προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Αθήναι 2004, και το οικείο κεφάλαιο στο: Ο. Βαρών-Βασάρ, Η ενηλικίωση, ό.π., κεφ. Β΄, σ. 125–170. Για τη ΣΣΝ, βλ. Ο. Βαρών-Βασάρ, Η ενηλικίωση, ό.π., κεφ. Β΄, σ. 117–124.
7) Βλ. Ο. Βαρών-Βασάρ, Η ενηλικίωση, ό.π., για την Ιερή Ταξιαρχία σ. 171–192 και για τον ΕΔΕΣ και την Ελληνοπούλα, στο ίδιο, σ. 193–219.
8) Χάγκεν Φλάισερ – Αριστείδης Στεργέλλης (επιμ.), «Ημερολόγιο Φαίδωνα Μαηδώνη (24/6–10/9/1944)», περ. Μνήμων, τόμ. 9ος, σ. 33–156, Αθήνα 1984.
9) Θεόφιλος Φραγκόπουλος, Τειχομαχία, εκδ. Διογένης, Αθήνα 1977 και Το Σιωπηλό Σύνορο, Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1995. Βλ. και το τρίτομο έργο του Ρόδη Ρούφου, Χρονικό μιας σταυροφορίας, εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 2004.
10) Πέτρος Μακρής Στάικος, Κίτσος Μαλτέζος, Ο αγαπημένος των θεών, εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 2000, που ζωντανεύει πολύ αποτελεσματικά την εποχή.
11) Βλ. στην πιο πρόσφατη βιβλιογραφία για την Αθήνα το βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2012, σ. 332–335 για τις διαδηλώσεις της απελευθέρωσης.
12) Για το ΕΑΜΝ βλ. Ο. Βαρών-Βασάρ, Η ενηλικίωση, ό.π., σ. 269–314 και για τη Λεύτερη Νέα στο ίδιο, σ. 315–330.
13) Για τη γυναικεία παρουσία και συμμετοχή βλ. τη διεξοδικότατη μελέτη της Αγγέλικας Ψαρρά, «Πολιτικές διαδρομές των γυναικών στην εμπόλεμη Ελλάδα (1940–1950)», Ιστορία του 20ού αι. στην Ελλάδα, επιμ. Χ. Χατζηϊωσήφ, τόμ. Δ1, σ.177–227, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009.
14) Ο κυριότερος όγκος αρχειακού υλικού που αφορά την ΕΠΟΝ βρίσκεται στο Αρχείο του Κεντρικού Συμβουλίου της ΕΠΟΝ, που απόκειται στα ΑΣΚΙ, υποδειγματικά ταξινομημένο από την Ευδοκία Ολυμπίτου και τον Δημήτρη Δημητρόπουλο, οι οποίοι εξέδωσαν και τον αναλυτικό κατάλογό του (Αρχείο του Κεντρικού Συμβουλιου της ΕΠΟΝ, εκδ. ΙΑΕΝ, αρ. 35, Αθήνα 2000). Τώρα και ψηφιοποιημένο στην ιστοσελίδα των ΑΣΚΙ (www.askiweb.gr)
15) Ιωάννα Παπαθανασίου (με τη συνεργασία των Π. Ιορδανίδου, Α. Κάπολα, Τ. Σακελλαρόπουλου, Α. Χριστοδούλου), Η Νεολαία Λαμπράκη τη δεκαετία του 1960. Αρχειακές τεκμηριώσεις και αυτοβιογραφικές καταθέσεις, εκδ. ΙΑΕΝ/ΙΝΕ, Αθήνα 2008.
16) Η Νεολαία Λαμπράκη, ό.π., Προλεγόμενα Ι. Παπαθανασίου, σ. 16.
17) Τον αριθμό αυτόν εντοπίζουμε πρώτη φορά στο συλλογικό έργο Το Χρονικό του Αγώνα, Στ’ Άρματα! Στ’ Άρματα! Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης, επιμ. Γ. Αυγερόπουλος, εκδ. Γιαννίκος, Αθήνα 1964, σ. 138 και τον ίδιον επαναλαμβάνει ο Π. Ανταίος στη Συμβολή στην Ιστορία της ΕΠΟΝ, Τόμοι ΑΙ, ΑΙΙ και Β, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1977–1979, που αποτελεί το σημαντικότερο βιβλίο για την ΕΠΟΝ στα πρώτα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση.
18) Για τη νεολαία της ΕΔΑ το 1956 ο αριθμός μελών είναι γύρω στα 2.500 μέλη (Παπαθανασίου, Νεολαία Λαμπράκη, σ. 49 και για τη ΔΝΛ είναι 35.000–37.000 μέλη (σ. 87). Ο Τάκης Μπενάς, παλιός Επονίτης και γραμματέας της ΔΝΛ, αναφέρεται σε 37.500 συμμετοχές για το Συνέδριο της Οργάνωσης (συν. Τάκη Μπενά, σ. 467: «Από τον Σεπτέμβρη του 1964 μέχρι τον Μάρτη του 1965, 37.500 μέλη πέρασαν από τις συνελεύσεις που οργανώσαμε συμμετέχοντας στις προσυνεδριακές διαδικασίες σε όλη της Ελλάδα».)
19) Ο. Βαρών-Βασάρ, Η ενηλικίωση, σ. 81 (από συν. Μ. Αναγνωστάκη).
20) Στις 31/10 έως 9/11/1945, Ανταίος, Συμβολή, ΑΙ, σ. 31.
21) Β. Αγγελής, «Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει πατέρα…», Μαθήματα Εθνικής Αγωγής και νεολαιίστικη προπαγάνδα στα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας, πρόλογος Προκόπης Παπαστράτης, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2006, (Βλ. Γιώργος Μαργαρίτης, Τασούλα Βερβενιώτη, Πέτρος Μακρής-Στάικος, στο Αγγελής σ. 304–306). Εντύπωση προκαλεί η απουσία αναφοράς στο βιβλίο της Ελένης Μαχαίρα, Η νεολαία της 4ης Αυγούστου, φωτογραφές, εκδ. ΙΑΕΝ, Αθήνα 1987, που υπήρξε το πρώτο βιβλίο για την ΕΟΝ, καθώς και στα άρθρα της Νάσης Μπάλτα.
22) Και σ’ αυτόν τον τομέα σημειώθηκε υποχώρηση μετά την απελευθέρωση και η πορεία της χειραφέτησης των γυναικών δεν στάθηκε διόλου γραμμική. Βλ. ενδεικτικά τη μαρτυρία της Βικτωρίας Θεοδώρου (στο Α. Καστρινάκη, Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940–1950, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2005, σ. 536–537.)
23) Βλ. Ο. Βαρών-Βασάρ, Η ενηλικίωση, σ. 62–70.
24) Μανόλης Αναγνωστάκης, «Ο Ιωάννης Μεταξάς και εγώ», α΄ δημοσίευση στην εφ. Η Αυγή (3/8/1986), επαναδημοσίευση στο αφιέρωμα του περιοδικού Εντευκτήριο μετά το θάνατο του ποιητή (τχ. 71, Δεκέμβριος 2005, σ. 31–35). Το απόσπασμα από τη σ. 32.
25) Μ. Αναγνωστάκης, ό.π., σ. 34.
26) Μ. Αναγνωστάκης, ό.π., σ. 34.
27) Χρήστος Χρηστίδης, Χρόνια Κατοχής, 1941–1944. Μαρτυρίες ημερολογίου, Αθήνα 1971, σ. 59.
28) Μιμίκα Κρανάκη, Ετερογραφία, Ελληνο-γαλλικά κείμενα 1947–2000, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σ. 21. Η μαρτυρία με τίτλο «Εμείς, Η γενιά του ’40 στην Ελλάδα» δημοσιεύτηκε στο τχ. 32 (Μάιος 1948) του περ. Les Temps Mod­ernes και είναι το πρώτο κείμενο ΄Ελληνα συγγραφέα που δημοσιεύτηκε σ’ αυτό το περιοδικό. Η ελληνική απόδοση οφείλεται στην ίδια τη συγγραφέα. Η ίδια δημοσίευσε και τη μαρτυρία της για το Ματαρόα λίγο πριν από το θάνατό της (2008), που σημαίνει ότι αυτές οι εμπειρίες είχαν ιδιαίτερη αξία για εκείνη. Βλ. Μιμίκα Κρανάκη, «Ματαρόα» σε δύο φωνές. Σελίδες ξενητιάς, Mim­ica Cranaki, “Mataroa” à deux voix. Jour­nal d’exil, σειρά Μαρτυρίες 1, Βιβλιοθήκη του Μουσείου Μπενάκη, υπεύθυνος Α. Αρβανιτάκης, Αθήνα 2007 . Βλ. και Νέλλη Ανδρικοπούλου, Το ταξίδι του Ματαρόα, 1945. Στον καθρέφτη της μνήμης, επίμετρο Γ. Καλπαδάκης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2007.
29) Τον τύπο της ΕΠΟΝ είχα αποδελτιώσει και παρουσιάσει αναλυτικά στο έργο Ελληνικός Νεανικός Τύπος, ό.π.
30) Σπύρος Νοταράς, «Η ΕΠΟΝ σφράγισε τη ζωή μας», απόσπασμα από την εφ. Η Αυγή, 22 Φεβρουαρίου 1976.
31) Για το πολιτιστικό κίνημα της ΕΠΟΝ και τα σημαντικότερα δημιουργήματά του, όπως το περιοδικό Ξεκίνημα του Εκπολιτιστικού Ομίλου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, βλ. Ο. Βαρών-Βασάρ, Η ενηλικίωση, ό.π., σ. 451–514. Για το Ξεκίνημα, βλ. και Α. Αργυρίου, Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της στους δύστηνους καιρούς (1941–1944), τόμ. Γ΄, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2003, σ. 300–306.
32) Jacques-Francis Rol­land, Jadis, si je me sou­viens bien, pré­face d’Edgar Morin, col­lec­tion Résis­tance, Lib­erté, Mémoire, εκδ. du Félin, Παρίσι 2009, σ. 11.

Οντέτ Βαρών-Βασάρ