Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

To τελευταίο μας βράδυ στην Αθήνα. Ένας Γερμανός αξιωματικός θυμάται

To WE του news247 φέρνει για πρώτη φορά στο φως της δημοσιότητας το τι συνέβη στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία το βράδυ της μεγάλης φυγής. Τα γεγονότα όπως τα αφηγήθηκε στον Μιχάλη Μουσσού ο Manfred Schwarz. 
 

Η απελευθέρωση της Αθήνας απο τα γερμανικά στρατευματα κατοχής έλαβε χώρα, σαν σήμερα πριν εβδομήντα χρόνια, με ένα συνταρακτικό συμβάν που τιμούσε την Ελλάδα: την κατάθεση στεφάνου απο τον απερχόμενο κατακτητή. Τι έμπνευση θα μπορουσαμε να αποκομίσουμε από τον αναπάντεχο φόρο τιμής που απέδωσε στο έθνος μας ο πλέον σκληρός του κατακτητής;
Αρχές Οκτωβρίου 1944. Στα υπόγεια πολλών Αθηναϊκών σπιτιών τα καλά κρυμμένα,και απαγορευμένα, ραδιόφωνα μεταδίδουν συνεχώς ενα συνταρακτικό νέο από το κανάλι του BBC: Τα συμμαχικά στρατεύματα προωθούνται στην Πελοπόννησο και οι Γερμανοί υποχωρούν.



Απέναντι από την Βουλή βρίσκεται το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία. Κατάλυμα των σημαντικότερων ιστορικών προσωπικοτήτων έχει λειτουργήσει ως παρασκήνιο όχι μόνο του κοινοβουλευτικού βίου αλλά γενικότερα της νεότερης Ιστορίας μας.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, το ξενοδοχείο χρήζει αρχηγείο της Βέρμαχτ και παράλληλα κατοικία των πιο υψηλόβαθμων αξιωματικών.


Τα παρακάτω γεγονότα βασίζονται στην αφήγηση του Manfred Schwarz, αξιωματικού της Βέρμαχτ και τροφίμου της Μεγάλης Βρετανίας, τον όποιον γνώρισα τυχαία στο Ανατολικό Βερολίνο το 1986.

"Το πρωί της 8ης Οκτωβρίου ενημερωθήκαμε απο την Διοίκηση οτι οι Σύμμαχοι θα κατέφθαναν στην Αθήνα και έπρεπε να την εγκαταλείψουμε καταστρέφοντας οτι αρχείο δεν θα μεταφέραμε μαζί μας.


 
Η σιδηρά πειθαρχία που μας οδήγησε στην κατάκτηση της Ευρώπης αδυνατούσε πλέον να επιφέρει τα ίδια αποτελέσματα. Εκείνο το τελευταίο βράδυ μαζευτήκαμε στο μπαρ του ξενοδοχείου γύρω απ το πιάνο με ουρά, παραγγείλαμε μπουκάλια από την κάβα και αρχίσαμε να τραγουδάμε.
Τα πιστεύω μας είχαν γκρεμιστεί. Με το κεφάλι σκυμμένο παρατηρούσαμε τη ζωή μας που αντικατοπτρίζονταν στον πάτο ενός μισό-άδειου ποτηριού. Τι γυρεύουμε σ αυτόν τον μακρινό τόπο; Ποιους δικούς μας είχαμε αφήσει πίσω στα μέρη μας; Άραγε θα τους ξαναβλέπαμε ποτέ; Παραδοθήκαμε στο κρασί και στο τραγούδι".
Προς τα χαράματα αποτόλμησαν και τραγούδια της απαγορευμένης Μάρλεν Ντητριχ, που σκανδάλισε την υφήλιο υποδυόμενη τον ρόλο μιας τραγουδίστριας καμπαρέ στην ταινία 'Γαλάζιος Άγγελος'. Εγκαταλείποντας τη Γερμανία για το Χολυγουντ η σταρ μετετράπη στην πλέον ορκισμένη εχθρό του Γ´ Ραιχ.


 
"Ήταν σαν όλα πια να 'χαν τελειώσει. Ξεκουμπώσαμε πουκάμισα και σακάκια ενώ καθόμασταν στις καρέκλες υιοθετώντας τις προκλητικές πόζες της Ντητριχ και τραγουδώντας όλοι μαζί τους ερωτικούς της στίχους.
Υποσυνείδητα πλανιόταν μια ανακούφιση: Η εγκατάλειψη της Αθήνας ήταν μια ήττα, που όμως μας έφερνε πιο κοντά στο τέλος του πολέμου. Ανεξάρτητα της έκβασης, μετά απο τέσσερα χρόνια πολέμου, το τέλος των εχθροπραξιών ήταν η λύση στην οποία όλοι αποβλέπαμε, συνομωτικά, αφού το να να προφέρει κανείς κάτι τέτοιο ισοδυναμούσε με προδοσία".


Με το ξημέρωμα, οι διάσπαρτοι ανά τα σαλόνια αξιωματικοί σύρθηκαν από τις τεράστιες πολυθρόνες, όρθωσαν το ανάστημα τους κούμπωσαν τις στολές τους και αποχαιρετώντας τους υπαλλήλους του ξενοδοχείου με τα μικρά τους ονόματα προχώρησαν σε σχηματισμό προς την Βουλή.
Εκεί έλαβε χώρα το πλέον περίεργο συμβάν της Κατοχής.
Με το Βρετανικό στρατό να βρίσκεται προ των πυλών και τον κίνδυνο να εγκλωβισθούν στην Αθήνα, οι Γερμανοί επίτηδες καθυστέρησαν για λίγα λεπτά την αναχώρηση τους για να... καταθέσουν στέφανο στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη.


 
Σε μια σκηνή που μάλλον θύμιζε όπερα του Βάγκνερ, η κατάθεση έγινε με όλη την επισημότητα και βαρύτητα της περίστασης ενώ για τελευταία φορά ακουγόταν στην Αθήνα η μπάντα να παίζει τους βαρυσήμαντους ήχους του γερμανικού εθνικού ύμνου με τα λόγια που η γενεά των γονέων θα οικειοποιείτο για την υπόλοιπη τους ζωή σαν προσφώνηση του αυταρχισμού Deutschland uber alles (" Η Γερμανία πάνω απ' όλα")..
Ανεβαίνοντας κατόπιν στα μεταγωγικά , ο κατοχικός στρατός πήρε τον ίδιο ακριβώς δρόμο απ΄τον οποίο εισήλθε στην Αθήνα πριν από 1260 μέρες, μια Αθήνα που τους αποχαιρετούσε ακριβώς όπως τους είχε υποδεχθεί: με τα παντζούρια κλειστά. Μονο που οι Αθηναίοι αυτή τη φορά παραμόνευαν να ξεχυθούν στους δρόμους με γαλανόλευκες σημαίες στα χέρια.

- Ο Μιχάλης Μουσσού διετέλεσε Δημοτικός Σύμβουλος στο Δήμο Αθηναίων. Ειναι ο πρόεδρος του εξωραϊστικού συλλόγου "Ο Λυκαβηττός" και συνιδριτης του σωματείου Συμβιωσης in Greece για την προώθηση αστικών δικαιωμάτων Ελλήνων πολιτών. Αρθρογραφεί στη Huffington Post για θέματα μείζονος ελληνικής σημασίας.

*Οι φωτογραφίες από το εσωτερικό του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία παρουσιάζουν Βρετανούς στρατιώτες λίγες ημέρες μετά από την αποχώρηση των Γερμανών.

Διαβάστε επίσης στο αφιέρωμα για την απελευθέρωση της Αθήνας: Κοραή 4: Από την Κομαντατούρ στο ΕΑΜ και από το ΕΑΜ στους Άγγλους

Via

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Teaching history to the 'Little Eagles': The Greek past in the primer of the Resistance (1944)

Maria Kyriakidou,
  
Teaching history to the 'Little Eagles': The Greek past in the primer of the Resistance (1944),  

Paradigm, Number 18 (December, 1995)

ΠΡΟΦΑΣΙΣΜΟΣ, ΕΚΦΑΣΙΣΜΟΣ, ΨΕΥΔΟΦΑΣΙΣΜΟΣ ΕΛΛΑΔΑ, ΙΤΑΛΙΑ ΚΑΙ ΙΣΠΑΝΙΑ ΣΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ

του Δ. Φιλλιπή,
ΠΡΟΦΑΣΙΣΜΟΣ, ΕΚΦΑΣΙΣΜΟΣ, ΨΕΥΔΟΦΑΣΙΣΜΟΣ // ΕΛΛΑΔΑ, ΙΤΑΛΙΑ ΚΑΙ 
ISBN139789601218694
ΕκδότηςUNIVERSITY STUDIO PRESS
Χρονολογία ΈκδοσηςΦεβρουάριος 2010
Αριθμός σελίδων360
Διαστάσεις24x17
ΠρόλογοςΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ ΠΡΟΚΟΠΗΣ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ - ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ - ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
. . .ΕΩΣ ΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΩΝ ΣΕΒΡΩΝ (1900-1920)
1. (ΑΝΤΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ)
ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ ΚΑΙ MARE NOSTRUM: ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΕΘΝΙΚΙΣΜΩΝ
2. ΚΡΥΦΑ ΚΑΙ ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ: ΜΙΑ ΜΥΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ
Η ΟΛΕΘΡΙΑ ΠΟΡΕΙΑ (1921-22) ΚΑΙ Η ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ (1922-32)
3. ΓΙΑ ΕΝΑ "ΝΕΟ ΔΕΞΙΟ ΚΡΑΤΟΣ": ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΗ ΡΩΜΗ
4. . . . ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ: Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ, Η ΑΝΑΣΤΟΛΗ, ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΚΑΙ ΤΟ "ΠΡΟΝΟΥΝΤΣΙΑΜΕΝΤΟ"
5. ΕΞΙΤΑΛΙΣΜΟΣ-ΕΚΦΑΣΙΣΜΟΣ-ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗ
6. ΠΡΟ-ΦΑΣΙΣΜΟΣ Η ΨΕΥΔΟ-ΦΑΣΙΣΜΟΣ: ΕΣΤΙΕΣ, ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ, ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ
ΤΑ ΤΥΜΠΑΝΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (1933-1940)
7. ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ: Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ ΚΑΙ Ο ΙΣΠΑΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ: "ΜΑΝΤΑΜ ΜΠΑΤΕΡΦΛΑΙ", HENDAYA, "ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟ ΚΑΙ RAAB"
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
-ΕΓΓΡΑΦΩΝ
-ΤΥΠΟΥ
-ΕΙΚΟΝΕΣ
-ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ
-ΠΗΓΕΣ
Α. ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ-ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΠΗΓΕΣ
Β.ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΕΙΣ-ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΠΗΓΕΣ (ΒΙΒΛΙΑ, ΑΡΘΡΑ, ΔΙΑΤΡΙΒΕΣ, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ, ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ, ΔΙΚΤΥΑΚΟΙ ΤΟΠΟΙ)
Γ. ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ/ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ (ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ)
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ


Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΕΤΑΞΑ - E-Ιστορικά


  • 4η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ: Ο δικτάτορας είναι γυμνός

    «Φύγε απ' εδώ, Ανθρωπε μικρέ, που περίμενες να κατασκευάσης πρωθυπουργικόν φράκον από τα ράκη. Φύγε από εδώ, ανυπότακτε στρατιώτα των αναγκών μου, αυτόκλητε κηδεμόνα της ατυχίας μου, τέκνον άχρηστον, άνθρωπε μηδέν. Αυτό θα έλεγε εις τον Αντιστράτηγον κ. Μεταξάν, δακρύουσα η Ελλάς, αν έστρεφε ποτέ προς τον κ. Μεταξάν η Ελλάς τα βλέμματα». ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΛΑΧΟΣ, εφημ. «Καθημερινή», 25 Αυγούστου 1922 Ο Ιωάννης Μεταξάς με το βασιλιά της Ελλάδας Γεώργιο Β' κατά τη διάρκεια παρέλασης το 1939 (φωτ. Αρχείο «Ε») Ο Ιωάννης Μεταξάς με το βασιλιά της Ελλάδας Γεώργιο Β' κατά τη διάρκεια παρέλασης το 1939 (φωτ. Αρχείο «Ε»)  

    Εβδομήντα επτά χρόνια πριν, για πρώτη φορά στην ιστορία της ως εθνικού κράτους η Ελλάδα θα βρεθεί υπό τη δικτατορική διακυβέρνηση ενός αμφιλεγόμενου προσώπου, του Ιωάννη Μεταξά - εξαιτίας μιας συνειδητής επιλογής της μοναρχίας. Η παραπάνω οργισμένη αναφορά του εκδότη της «Καθημερινής» Γεωργίου Βλάχου είναι αποκαλυπτική αυτού του σκοτεινού παρελθόντος του ανθρώπου που προσπάθησε να επιβάλει στην Ελλάδα ένα ολοκληρωτικό, φασιστικό καθεστώς. Παρ' ότι ο Βλάχος υπήρξε ιδεολογικός σύντροφος του Ιωάννη Μεταξά στη φιλομοναρχική παράταξη, θα σχολιάσει με αυτόν τον έντονο τρόπο την ηττοπαθή και αρνητική στάση του Μεταξά στη Μικρασιατική Εκστρατεία.
    Ως γνωστόν, ο Μεταξάς δεν είχε αποδεχτεί την πρόταση της φιλομοναρχικής κυβέρνησης να αναλάβει την αρχιστρατηγία του Μικρασιατικού Μετώπου μετά την αποπομπή του Αν. Παπούλα την άνοιξη του 1922.
    Η ανάληψη της αρχιστρατηγίας από τον Μεταξά θα εξασφάλιζε την ύψιστη αμυντική δυνατότητα της ελληνικής πλευράς και θα απέτρεπε την τραγική κατάρρευση που επέφερε η προβληματική και ελλειμματική διοίκηση Χατζανέστη. Με μια έννοια ο Ιωάννης Μεταξάς υπήρξε συνένοχος στην τελική καταστροφή του Αυγούστου του '22 και στην αναμενόμενη σφαγή του χριστιανικού πληθυσμού που ακολούθησε από το νικητή Μουσταφά Κεμάλ. Και ακριβώς η άρνηση του Μεταξά να πάρει μέρος στην πανεθνική προσπάθεια οδήγησε τον Γεώργιο Βλάχο να κρίνει τη στάση του ως αντεθνική.
     
    Ο υπεύθυνος του Διχασμού
    Αυτή ήταν η δεύτερη φορά στην πολιτική και στρατιωτική του θητεία που είχε καταφέρει να κερδίσει με τη στάση του το χαρακτηρισμό της «εθνικής προδοσίας». Η πρώτη φορά που χαρακτηρίστηκε ως «αρχιπροδότης» από τους πολιτικούς του αντιπάλους ήταν όταν έδωσε την εντολή, ως υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, να παραδοθεί αμαχητί το οχυρό Ρούπελ στους Βούλγαρους και στους Γερμανούς στις 26 Μαΐου 1916. Ηδη είχε ξεκινήσει ο Εθνικός Διχασμός, όταν ο ίδιος, ως ο άνθρωπος των Γερμανών στο Παλάτι και μυστικοσύμβουλος του μονάρχη Κωνσταντίνου, άλλαξε την απόφασή του για συμμετοχή της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ και τον οδήγησε στην απόφαση για πραξικοπηματική αποπομπή του Ελ. Βενιζέλου από τη θέση του πρωθυπουργού (Οκτώβριος 1915).
     
    Τα γερμανικά συμφέροντα
    Η στάση του Μεταξά υπαγορευόταν από τα συμφέροντα των Γερμανών και της γερμανικής κατασκοπίας που δρούσε στο ελληνικό έδαφος. Ετσι, από το 1915 είχε καταθέσει ένα υπόμνημα προς το φίλο του, μονάρχη της Ελλάδας Κωνσταντίνο, με το οποίο, εν μέσω Α' Παγκοσμίου Πολέμου, πρότεινε τη φιλογερμανική ουδετερότητα με το επιχείρημα ότι η τελική νίκη θα ήταν των κεντρικών δυνάμεων, δηλαδή των Γερμανών και των συμμάχων τους (Νεότουρκοι, Αυστριακοί, Βούλγαροι κ.λπ.).
    Στο ίδιο υπόμνημα -με το οποίο ξεκινά ουσιαστικά ο μοιραίος Διχασμός- ανέφερε ότι οποιαδήποτε ελληνική παρέμβαση ή και σκέψη για ενσωμάτωση της Μικράς Ασίας θα συνιστούσε «αποικιοκρατική πράξη» και η Ελλάδα θα μετατρεπόταν σε «αποικιοκρατική χώρα».
    Ο ρόλος του Μεταξά μπορεί να χαρακτηριστεί μοιραίος για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα και ειδικότερα για τον Ελληνισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Ελληνες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, όπως και οι Αρμένιοι και οι Ασσυροχαλδαίοι, είχαν ήδη από το 1914 βρεθεί στο στόχαστρο ενός ακραίου ρατσιστικού τουρκικού εθνικισμού που είχε καταλάβει από το 1908 με πραξικόπημα την εξουσία.
     
    Φιλοκεμαλισμός
    Ως συμβολικό επιστέγασμα της συνενοχής του Ιωάννη Μεταξά στη Μικρασιατική Καταστροφή μπορεί να θεωρηθεί η ευγενική χειρονομία που έκανε με αφορμή το θάνατο του Τούρκου δικτάτορα το 1938. Με αφορμή το θάνατο του Μουσταφά Κεμάλ -που ήδη είχε πάρει το προσωνύμιο «Ατατούρκ», δηλαδή «γεννήτορας του τουρκικού έθνους»- μετονόμαζε προς τιμήν του την οδό Αποστόλου Παύλου στη Θεσσαλονίκη σε οδό Κεμάλ Ατατούρκ. Παράλληλα, με το ελληνικό δημόσιο χρήμα αγόραζε από τον ιδιώτη που το κατείχε το σπίτι όπου υποτίθεται ότι γεννήθηκε ο Κεμάλ και το χάριζε στο τουρκικό κράτος. Αυτό που σήμερα είναι το τουρκικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη.
    Τη μετονομασία αυτή αποδέχτηκαν και σεβάστηκαν όλες οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, εμφυλιακές και μετεμφυλιακές. Η οδός Κεμάλ Ατατούρκ θα ξαναπάρει το παλιό της όνομα μετά τα Σεπτεμβριανά του '55, δηλαδή μετά το πογκρόμ που οργανώθηκε κατά της ελληνικής μειονότητας της Κωνσταντινούπολης από το τουρκικό Βαθύ Κράτος.
    * Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός, http://kars1918.wordpress.com/

     
  • Κάποια συμπεράσματα για τη δικτατορία

    «Η 4η Αυγούστου είχε όχι μόνο τα εσωτερικά, τα ουσιαστικά, αλλά και τα εξωτερικά γνωρίσματα των φασιστικών αθεστώτων: προβολή της σοφίας του αρχηγού, φανφαρονισμός και ακατάσχετη πατριδοκαπηλία, παράτες, ρωμαϊκός χαιρετισμός κ.λπ.» ΣΠΥΡΟΣ ΛΙΝΑΡΔΑΤΟΣ, «Η 4η Αυγούστου»
    Η εγκαθίδρυση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου δεν έχει εκ των προτέρων χαρακτήρα τομής -αν εξαιρέσει κανείς την υποστήριξη του βασιλικού παράγοντα που ερμηνεύεται σαφώς από τη θέση της Μ. Βρετανίας- ούτε και είναι προϊόν ιστορικής παρθενογένεσης.
    Αντίθετα, είναι το επακόλουθο των αυταρχικών πρακτικών και ρυθμίσεων που υπέσκαπταν δομικά την ελληνική δημοκρατία. Φαινόμενα, όπως η απεμπόληση της νομοθετικής αρμοδιότητας από την εξουσιοδοτημένη με τη λαϊκή ψήφο Βουλή στην εκάστοτε κυβέρνηση και τα αυθαίρετα κυβερνητικά διατάγματα καθολικής ισχύος, δεν λειτούργησαν παρά ως εικόνες της αναντιστοιχίας των πολιτικών θεσμών σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη ανάγκη κρατικού παρεμβατισμού και ελέγχου. Στο αδιέξοδο αυτό, ο ολοκληρωτισμός της 4ης Αυγούστου δικαιολογεί, ώς ένα βαθμό βέβαια, το χαρακτηρισμό της τομής. Τομής, αφού ο Ιωάννης Μεταξάς και το ιδεολογικό του επιτελείο, προβάλλοντας απ' ευθείας το αίτημα της «ριζικής» ανατροπής της κατεστημένης πολιτικής τάξης και του εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας, έθραυσαν συνειδητά την κοινοβουλευτική συνέχεια.
    Ο εκφασισμός της ελληνικής κοινωνίας επιχειρήθηκε αποκλειστικά με νομοθετικές ρυθμίσεις ως συνέπεια της ανυπαρξίας στην Ελλάδα σημαίνουσας ολοκληρωτικής ιδεολογικής προβληματικής, αλλά και των κατάλληλων κοινωνικών δομών και μαζικών φορέων.
    Ετσι, οι αξιωματικοί κανόνες, που θέσπισε η στρατευμένη στους σκοπούς της 4ης Αυγούστου νομική επιστήμη, αποτέλεσαν σταδιακά στην Ελλάδα το βασικό κορμό της μεταξικής ολοκληρωτικής ιδεολογίας.
    Η ολοκληρωτική αυτή λογική λειτούργησε στην Ελλάδα:
    α) ως κεντρικός μηχανισμός διάχυσης στην ελληνική πραγματικότητα ιδεολογικών ροπών, που εισάγονταν εκλεκτικά από το σώμα των ολοκληρωτικών πολιτικών προτύπων της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης και
    β) ως μηχανισμός εκσυγχρονισμού των παραδοσιακών ελληνικών συντηρητικών ιδεολογικών σχημάτων.
    Η μείξη των δύο αυτών λειτουργιών δεν ευόδωσε στην Ελλάδα τη συμπαγή άρθρωση ενός γηγενούς ολοκληρωτικού λόγου ως άμεση αντανάκλαση των εν μέρει αποσαθρωμένων κοινωνικών και πολιτικών δομών και ενός «ρομαντικού» οράματος υπέρβασης της κοινοβουλευτικής κρίσης.
    Η αδυναμία αυτή σε συνάρτηση με τον εξαρτημένο χαρακτήρα της δικτατορίας, στάθηκαν η «αχίλλειος πτέρνα» του ελληνικού φασισμού. 

    * Καθηγητής Ιστορίας και Διδακτικής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Το παραπάνω κείμενο προέρχεται απ' το βιβλίο του «Η φασίζουσα ιδεολογία στην Ελλάδα. Η περίπτωση του περιοδικού "Νέον Κράτος" (1937-1941)», Αθήνα, εκδ. Παπαζήση. 

  • Από το ξίφος του ευγενή και τον εθνικισμό, στη σημαία των φασιστικών ιδανικών

    Η Ελλάς έγινε από της 4ης Αυγούστου Κράτος αντικομμουνιστικό, αντικοινοβουλευτικό, Κράτος ολοκληρωτικό, κράτος με βάσι αγροτική και εργατική, και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό, ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ 
  •  
  • Στη μακρά παρουσία του στην ελληνική πολιτική ο Ιωάννης Μεταξάς διέγραψε μια ενδιαφέρουσα ιδεολογική τροχιά. Εκκινώντας από εθνικισμό και συντηρητισμό, η σκέψη του κατά τη δεκαετία του '20 εμπλουτίστηκε με θεμελιώδη στοιχεία της φασιστικής ιδεολογίας, κάτι που κατέστη πρόδηλο -παρά τους ποικίλους περιορισμούς- στη διάρκεια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Ετσι, μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι επιλογές του διέθεταν εδραίο υπόβαθρο και ότι η πράξη του συναρμοζόταν με τη σκέψη του.
    Ηδη από την παραμονή του στη Γερμανία (1899-1903) η οργανική σύλληψη του κράτους είχε το προβάδισμα στη σκέψη του σε σχέση με τη φιλελεύθερη. Παρατηρώντας την τάξη με την οποία Γερμανοί στρατιωτικοί και υπάλληλοι επιβιβάζονταν στο τρένο, συνόψιζε ως εξής τη γερμανική του εμπειρία: «Εν γένει ησθάνθην παντού αναμιγνυομένην, λεπτώς πάντοτε, αλλ' αυστηρώς καθοδηγούσαν, την χείραν του Κράτους». Και αυτή η αντίληψη συνδεόταν αναπόσπαστα με συντηρητικούς ιδεολογικούς τόπους: την έμφαση στην ηθική ενάντια στην κατάπτωση και τη διαφθορά τις οποίες απέδιδε στον εξαστισμό της ελληνικής κοινωνίας, την αποστολή/καθήκον του να δημιουργήσει οικογένεια-υπόδειγμα για όλους τους Ελληνες, το υπέρτερο της αξίας του ηγέτη συγκριτικά με φιλελεύθερα ιδεώδη και θεσμούς. 
     
    Ο Ατυχής Πόλεμος
    Ετσι, παρακολουθώντας προσεκτικά τις εξελίξεις μετά τον Ατυχή Πόλεμο του 1897, λάμβανε ξεκάθαρη θέση υπέρ του βασιλικού οίκου: «Εγώ εν τη εξελίξει ταύτη καθώρισα ήδη τον δρόμον μου, προ πολλού. Είμαι στρατιώτης και ευγενής, και θέτω εις την υπηρεσίαν του Βασιλέως μου το ξίφος μου, του αφιερώ δε την ζωήν και την διάνοιάν μου. Μου είναι αδιάφορον αν ο Βασιλεύς είναι καλός ή κακός, επιβλαβής ή ωφέλιμος. Δεν εξετάζω αν οι πράξεις του προξενούν καλόν ή κακόν στο Εθνος. Τον ακολουθώ τυφλώς εις ό,τι θέλει. Η θέλησίς του είναι δι' εμέ νόμος. Θεωρώ δε εμαυτόν ευτυχή ότι χαίρω την ευμένειαν του Διαδόχου, αρχηγού αποφασιστικού και φιλοδόξου [...] Εν ενί λόγω, αφοσιώνω εμαυτόν εις τον Βασιλέα, και θεωρώ αυτόν εκπροσώπησιν της Πατρίδος, του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος του Εθνους. Παν ό,τι εις αυτόν αντιτίθεται, οθενδήποτε και αν προέρχεται, είναι δι' εμέ αποκρουστέον».
    Με την ίδια οπτική ερμήνευε τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο: ενώ η Γαλλία ενσάρκωνε ανωριμότητα και αταξία, η γερμανική φυλή (sic) εμφάνιζε «μεγάλην γαλήνην ψυχής, πίστιν και αφοσίωσιν εις τον αρχηγόν, αφοσίωσιν εις το καθήκον, έλλειψιν ενθουσιασμών και απογοητεύσεων, έλλειψιν αποθαρρύνσεων, μεγάλην σταθερότητα εις τας αποφάσεις, μεγάλην θρησκευτικότητα, ήτις δίδει δύναμιν εις τας κρισίμους στιγμάς, μεγίστην υπομονήν και καρτερίαν».
    Ηταν αυτές οι αρετές -αρετές, κατά τον Μεταξά, των ισχυρών ανθρώπων γενικότερα- που εγγυούνταν τη γερμανική νίκη στον Πόλεμο. Η αντίθετη στις προσδοκίες του έκβαση θεωρούνταν αποτέλεσμα κατασυκοφάντησης της Γερμανίας, τα δε ιδεώδη της ισότητας, ελευθερίας, δημοκρατίας, ειρήνης, ελευθεροτυπίας, απλώς μορφές επικάλυψης των αξιώσεων ισχύος των Συμμάχων. 

    Η εμφάνιση του φασισμού
    Τη δεκαετία του '20 ο φασισμός εμφανίζεται στον ιδεολογικό του ορίζοντα. Ο Μεταξάς αναγνωρίζει το πρωτείο της δράσης έναντι της σκέψης, τη σημασία των μύθων για τη λαϊκή κινητοποίηση, ενώ διαχωρίζει τη virtu του ηγέτη από την τυφλότητα των μαζών. Ο κοινοβουλευτισμός δεν γίνεται -χωρίς αυτό να αποτελεί «προνόμιο» του Μεταξά- ούτε προσχηματικά ανεκτός. Σε συνέντευξή του το 1934 στον «Ελεύθερο Ανθρωπο» διακήρυττε ότι η κοινή γνώμη δεν διαβλέπει άλλη διέξοδο σωτηρίας «ει μη διά της εξόδου εκ του κοινοβουλευτισμού και εισόδου εις νέαν κατάστασιν, μονιμωτέρας, σταθερωτέρας και ισχυροτέρας εκτελεστικής εξουσίας». Οι φασιστικοί ιδεολογικοί τόποι αποκρυσταλλώνονταν στο πλαίσιο της 4ης Αυγούστου, όταν πια βρισκόταν σε θέση ισχύος. Στις συχνότατες δημόσιες εμφανίσεις του αντικομμουνισμός και αντιφιλελευθερισμός διαπλέκονταν με την πίστη, τον ενθουσιασμό, την εθνική αναγέννηση και παλιγγένεση, την εθνική ψυχή, το πνεύμα της φυλής και την ισχυρή βούληση στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός έμψυχου κράτους κι ενός νέου εθνικού πολιτισμού. 

    Η ιταλογερμανική επίθεση
    Γι' αυτό και η οργή του, ανάμικτη με έκπληξη, για την ιταλογερμανική επίθεση κατά της Ελλάδας. Εγραφε: «[δ]εν πρόκειται αν ο Χίτλερ και ο Μουσσολίνι εξεκίνησαν όταν πρωτοανέβηκαν από μια καθαρή και τίμια ιδεολογία. Αυτό μπορεί. Το ζήτημα είναι αν εκρατήσανε αυτή την ιδεολογία στην εξέλιξι του αγώνα. Αν την κρατήσανε, αν έμεινε αυτή η σημαία τους στο κάθε τους βήμα, τότε ο αγώνας τους ήτανε και έμεινε ιδεολογικός και μεγάλος.
    »Αν δεν την κρατήσανε, αν δεν έμεινε ορθή και σημαία τους, τότε ήτανε εξ αρχής ψευτιά, μόνο χρήσιμη για να γελάσουνε τους λαούς τους». Μιας και η Ελλάδα «έγινε από της 4ης Αυγούστου Κράτος αντικομμουνιστικό, αντικοινοβουλευτικό, Κράτος ολοκληρωτικό, κράτος με βάσι αγροτική και εργατική, και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό», οι Χίτλερ και Μουσολίνι έπρεπε να την υποστηρίξουν, μολονότι η «ανάγκη» την έφερνε κοντά στην Αγγλία.
    Επομένως, συμπέραινε «και ο Μουσσολίνι και ο Χίτλερ απέναντι της Ελλάδος δεν ωδηγηθήκανε από κανένα από τα ιδεολογικά ελατήρια που υψώνανε ως σημαία του αγώνα των. Το εναντίον, κτυπώντας την Ελλάδα, κτυπούσανε τη σημαία αυτή». Πικραμένος τόνιζε: «[ώ]στε και ο αντικομμουνισμός τους ψεύτικος, και η ολοκληρωτικότητά τους ψεύτικη, και ο αντικοινοβουλευτισμός τους ψεύτικος και η αντιπλουτοκρατία τους ψεύτικη, και ό,τι άλλο παρόμοιο ψεύτικο. Αληθινό δε είναι ένας διψασμένος ιμπεριαλισμός. Αυτός για τον οποίον κατηγορούνε τους Αγγλους». Ποιος είχε απομείνει ειλικρινής σημαιοφόρος; 

    * Δρ ΕΜΠ/ΕΚΠΑ, συγγραφέας της μελέτης «Μετέωρος Μοντερνισμός: Τεχνολογία, Ιδεολογία της Επιστήμης και Πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου (1922-1940)», εκδ. Ευρασία, 2012 

    Via

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Η μεγάλη αναμέτρηση του Δεκέμβρη 1944

του Αντώνη Λιάκου

Στα 1944 ο εσωτερικός εμφύλιος στην Ελλάδα βάραινε πλέον αποφασιστικά στις αποφάσεις για τη διεξαγωγή του πολέμου και για την τροπή που θα έπρεπε να πάρουν τα πράγματα. 
Πριν λήξει ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, η Ελλάδα έγινε το πρόπλασμα της μεταπολεμικής αναμέτρησης. Οι επιδιώξεις των μεταπολεμικών νικητών διαμορφώθηκαν σταδιακά και εμπειρικά. Οι Βρετανοί από το 1942, πριν φανεί στον ορίζοντα η ολοκληρωτική νίκη επί της Γερμανίας, επιδίωκαν τη δημιουργία δύο μεγάλων ομοσπονδιών ανάμεσα στη Γερμανία και την τότε Ε.Σ.Σ.Δ. Μια από την Πολωνία έως την Αυστρία, και μια με τα Βαλκάνια, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Και οι δυο αυτές ομοσπονδίες θα λειτουργούσαν ως buffet zones, ως μαξιλάρια δηλαδή. Όταν το σχέδιο αυτό προσέκρουσε στην αντίρρηση των Σοβιετικών, και με την επικείμενη ήττα του Άξονα να διαγράφεται στον ορίζοντα, οι Βρετανοί προσανατολίστηκαν στην εξασφάλιση της επιρροής τους στην Ελλάδα, χαλάρωσαν την πίεσή τους στην Τουρκία να εγκαταλείψει την ουδετερότητα και πρότειναν στους Σοβιετικούς μια διανομή σφαιρών επιρροής προκειμένου να αποφύγουν μελλοντικούς εμφυλίους πολέμους. Όχι δηλαδή ως μια παγιωμένη μεταπολεμική διανομή. Ο παράγοντας που θα εγγυόταν τα βρετανικά συμφέροντα και την επιστροφή στο status quo πριν από τον πόλεμο ήταν ο βασιλιάς, την επιστροφή του οποίου επιδίωκαν. Στόχος επομένως ήταν η ενίσχυση του αντι-εαμικού στρατοπέδου και ο περιορισμός ή η εξουδετέρωση της ανεξάρτητης δράσης του Ε.Λ.Α.Σ. και εντέλει η αποστράτευσή του. Αλλά η επιστροφή ενός βασιλιά που είχε υποστηρίξει την προπολεμική δικτατορία της 4ης Αυγούστου και δεν αποφάσισε να την καταργήσει τυπικά παρά το 1942, σε μια Ελλάδα που είχε ριζοσπαστικοποιηθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, θεωρούνταν πρόκληση. Το Ε.Α.Μ., από την πλευρά του, αντιλαμβανόταν τους στόχους της συμμαχικής δράσης, αλλά δεν μπορούσε να προχωρήσει σε ρήξη μαζί της γιατί είχε κάνει τον συμμαχικό αγώνα ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής του. Αυτή η δολιχοδρομία εκφραζόταν με μια γραμμή ζιγκ ζαγκ, η οποία έστελνε λάθος μηνύματα προς όλες τις κατευθύνσεις. Τον Μάιο του 1944 συγκροτείται η Π.Ε.Ε.Α., μια κυβέρνηση της απελευθερωμένης Ελλάδας και συγκαλείται μια εθνοσυνέλευση στις Κορυσχάδες Ευρυτανίας. Την ίδια εποχή σε μια συνδιάσκεψη στη Μέση Ανατολή (Συμφωνία του Λιβάνου), το Ε.Α.Μ. μπαίνει ως ελάσσων εταίρος σε μια κυβέρνηση με εξόριστους Έλληνες πολιτικούς υπό την εποπτεία των Άγγλων. Ο Ε.Λ.Α.Σ. προβαίνει αφενός σε εκκαθαρίσεις έναντι των αντιπάλων του, και αφετέρου με τη συνεχή παραχώρηση θέσεων και θέτοντας τις δυνάμεις του υπό κοινή συμμαχική διοίκηση (Συμφωνία της Καζέρτας) αδυνατίζει την ισχύ του και περιορίζει την πρωτοβουλία δράσης του. Η βασική αδυναμία του Ε.Α.Μ. όμως ήταν η έλλειψη πηγών ανεφοδιασμού, όταν όλοι οι αντίπαλοί του ανεφοδιάζονταν είτε από τη φθίνουσα γερμανική είτε από την αυξανόμενη αγγλοαμερικανική βοήθεια. Οι Σοβιετικοί, με τους οποίους το Κ.Κ.Ε. δεν είχε άμεσες αλλά μόνο έμμεσες επαφές, μέσω του Κ.Κ. Βουλγαρίας, είχαν αποκλείσει κάθε βοήθεια, και τον Δεκέμβριο του 1944, όταν ο Τσώρτσιλ επισκέφθηκε τη Μόσχα, εξασφάλισε ότι στην Ελλάδα την πρωτοβουλία των εξελίξεων θα τον είχε η Βρετανία. Το Ε.Α.Μ. και το Κ.Κ.Ε., παρά την εσωτερική τους ισχύ, βρίσκονταν σε πολιτικό κενό από την άποψη των διεθνών τους αναφορών και στηριγμάτων.
Δεν ήταν φυσικά μόνο οι Βρετανοί που ανησυχούσαν για το μέλλον της Ελλάδας. Το αντιλαμβάνονταν και οι Γερμανοί, αλλά και οι ελληνικές εύπορες τάξεις. Ο ναζιστές, μη έχοντας ακόμη στο μυαλό τους την επικείμενη ολοκληρωτική συντριβή τους, πίστευαν πως η εκκαθάριση των κομμουνιστών θα είχε ανταλλακτική αξία για ενδεχόμενη χωριστή συμφωνία ειρήνης με τους Δυτικούς συμμάχους. Παράλληλα, η πρόκληση χάους στις χώρες από όπου υποχωρούσαν τους εξασφάλιζε χρόνο. Η σταδιακή αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα το Φθινόπωρο του 1944 βρήκε τη χώρα βαθιά διαιρεμένη, με οικονομία εντελώς διαλυμένη και με ισχυρές αντίπαλες ένοπλες παρατάξεις. Ο Ε.Λ.Α.Σ. πραγματοποίησε εκείνη την περίοδο μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Πελοπόννησο και εναντίον των δωσιλογικών ταγμάτων στην κεντρική Μακεδονία. Χιλιάδες νεκρούς άφησαν πίσω τους οι εμφύλιες διαμάχες, γιατί οι αιχμάλωτοι εκτελούνταν. Ο Μελιγαλάς στη Ν.Α. Πελοπόννησο και το Κιλκίς στη Μακεδονία, όπου χιλιάδες ταγματασφαλίτες σκοτώθηκαν ή εκτελέστηκαν όταν αιχμαλωτίστηκαν, θα γίνουν επίσης τόποι της διαιρεμένης μνήμης.
Πώς θα καλυπτόταν το κενό εξουσίας που θα άφηναν οι Γερμανοί μετά την αποχώρησή τους; Στις περισσότερες πόλεις το Ε.Α.Μ. και ο Ε.Λ.Α.Σ. παρέλασαν στους δρόμους. Στην Αθήνα τον τόνο τον έδιναν οι τεράστιες λαϊκές συγκεντρώσεις με τις σημαίες όλων των συμμάχων και τα συνθήματα για Λαοκρατία –ένα σύνθημα στο οποίο εκφράζονταν προσδοκίες μιας άλλης πορείας της χώρας, αλλά αρκετά ασαφές ως προς την υλοποίησή του– αλλά και οι αντισυγκεντρώσεις του αστικού και αντι-εαμικού κόσμου. Ατμόσφαιρα περισσότερο ανήσυχη παρά επινίκια, έγραψε στο ημερολόγιό του ο Γιώργος Θεοτοκάς (Τετράδια Ημερολογίου, 1944-45, σ. 509-513).

Είναι η πρώτη φορά αυτές τις μέρες που ένιωσα στην Ελλάδα τόσο έντονα, τόσο ξεκάθαρα κι απόλυτα τον κοινωνικό διχασμό, την ατμόσφαιρα του ταξικού πολέμου.

Η Εαμοκρατία ήταν μια κατάσταση σε αναμονή και εκκρεμότητα. Δεν δημιούργησε θεσμούς λαοκρατίας.  Παρ’ όλα αυτά διαλύθηκε η χωροφυλακή, έγιναν μαζικές συλλήψεις δωσιλόγων και συνεργατών, ανάμεσα στους οποίους βέβαια ήταν και πολλοί πολιτικοί αντίπαλοι, καθώς επίσης και αντεκδικήσεις. Στον βαθμό που η συνεργασία με τις αρχές κατοχής περιλαμβανόταν σε μια ευρύτατη γκρίζα ζώνη αδιευκρίνιστων σχέσεων υποψιών και καταγγελιών, ο κατάλογος των υπό εκκαθάριση μπορούσε να είναι μικρός ή μεγάλος, ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες. Λειτούργησαν, ιδίως στη Θεσσαλονίκη, λαϊκά δικαστήρια και πολλοί καταδικάστηκαν ή εκτελέστηκαν. Υπήρξαν και κρούσματα λιντσαρίσματος. Τα φαινόμενα αυτά δεν ήταν μόνο ελληνικά. Εκτελέσεις συνεργατών, αυτοδικία και αντεκδικήσεις ήταν ο κανόνας την επαύριον του πολέμου στη Γαλλία, στην Ιταλία και στις άλλες κατεχόμενες χώρες. Στην Αθήνα η συμφωνία να μπει ο Ε.Λ.Α.Σ. τηρήθηκε και η πόλη για μια εβδομάδα περίμενε τον ερχομό της εξόριστης κυβέρνησης, ως της μόνης αρχής νομιμότητας και συνέχειας με το προπολεμικό κράτος. Η εξόριστη κυβέρνηση όμως είχε φροντίσει να δημιουργήσει μια εν αναμονή στρατιωτική διοίκηση της πόλης, στελεχωμένη με μοναρχικούς αξιωματικούς του στρατού. Σ’ αυτούς παραδόθηκε η τελευταία δωσίλογη κυβέρνηση, η χωροφυλακή και τα Τάγματα Ασφαλείας.
Με επικεφαλής τον Γεώργιο Παπανδρέου η κυβέρνηση εθνικής ενότητας στην οποία συμμετείχε με δύο υπουργεία και το Ε.Α.Μ. ήρθε τον Οκτώβριο του 1944, συνοδευόμενη από βρετανικές ένοπλες δυνάμεις και αποικιακά συντάγματα από την Ινδία και τη Ν.Α. Ασία. Η συμβολική σημασία της αντικατάστασης της μιας ξένης αρχής, των Γερμανών, από μια άλλη, των Άγγλων, δεν διέλαθε της προσοχής. Ένα τραγουδάκι της εποχής έλεγε: 

Γιούπι για για, γιούπι γιούπι για,
Τίνος είναι, βρε γυναίκα, τα παιδιά;
Το ’να μου φωνάζει yes, τ’ άλλο μου φωνάζει ya,
Τίνος είναι, βρε γυναίκα, τα παιδιά;

Την κυβέρνηση την καθοδηγούσε ο Άγγλος πρεσβευτής Λίππερ, ενώ αρχηγός των βρετανικών ένοπλων δυνάμεων ήταν ο Σκόμπυ, ο οποίος είχε διαταγές να μη διστάσει να ανοίξει πυρ απέναντι στον πληθυσμό όπως σε μια κατεχόμενη χώρα. Το βασικό πρόβλημα της κυβέρνησης ήταν να αποστρατεύσει την ένοπλη αντίσταση και να δημιουργήσει ενιαίο στρατό και να ενοποιήσει την επικράτεια. Το ζήτημα της τύχης της ένοπλης αντίστασης υπήρξε βασικό πρόβλημα σε όλες τις πρώην κατεχόμενες χώρες. Στη Γαλλία, όπου της αντιστασιακής Ελεύθερης Γαλλίας ηγούνταν ο στρατηγός Ντε Γκωλ, η αντίσταση απορροφήθηκε στο νέο στρατό. Στην Ιταλία, ακόμη και έως το 1948 γίνονταν στρατιωτικές επιχειρήσεις για να διαλύσουν ένοπλα αντιστασιακά σώματα. Στο Βέλγιο, οι κυβερνητικές δυνάμεις άνοιξαν πυρ σε μια συγκέντρωση στις Βρυξέλλες που διαμαρτυρόταν για τον αφοπλισμό των ένοπλων ανταρτών με πολλούς τραυματίες, ενώ υπήρξαν συλλήψεις ένοπλων αντιστασιακών μονάδων. Σε καμιά από τις χώρες αυτές η ένοπλη αντίσταση δεν είχε το μέγεθος και την ισχύ και την πολιτική φυσιογνωμία του Ε.Λ.Α.Σ. Στην Ελλάδα το πρόβλημα ήταν πολύ οξύτερο γιατί και ο αντιστασιακός στρατός έλεγχε σχεδόν το σύνολο της χώρας, και ελεγχόταν από τους κομμουνιστές. Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση έλεγχε μόνο το κέντρο της πρωτεύουσας.
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης άρχισε επομένως όταν ετέθη το ζήτημα της αποστράτευσης του Ε.Λ.Α.Σ. και της δημιουργίας τακτικού στρατού. Η δημιουργία ενιαίου στρατού με ειρηνικές και ουδέτερες διαδικασίες ήταν ένα αδύνατο εγχείρημα. Ο νέος στρατός δεν θα δημιουργούνταν απλώς από τους παλιούς αξιωματικούς, τις αντιστασιακές μονάδες και νέους που θα στρατολογούνταν για πρώτη φορά. Επρόκειτο να δημιουργηθεί από εχθρικά και αντίπαλα στρατιωτικά σώματα που τα διαχώριζαν πολιτικά μίση και αλληλοαποκλειόμενες ιδεολογίες. Αναμενόμενο ήταν πως οι εγγυήσεις ουδετερότητας της διαδικασίας απέναντι στις αντιμαχόμενες πλευρές έγινε αφορμή σύγκρουσης. Τις ηγετικές θέσεις των ταγμάτων εθνοφυλακής, ενός στρατού για την εμπέδωση της τάξης σε όλη τη χώρα που θα αντικαθιστούσε όλες τις ένοπλες ομάδες και θα βρισκόταν υπό την καθοδήγηση των Βρετανών, τις πλαισίωναν αξιωματικοί με θητεία στα Τάγματα Ασφαλείας. Η αποκατάσταση και η επαναφορά των δωσίλογων αξιωματικών του προπολεμικού τακτικού στρατού στον νέο στρατό της απελευθερωμένης Ελλάδας, σήμαινε συναγερμό στο Ε.Α.Μ. Στις 3 Δεκεμβρίου ένα ειρηνικό συλλαλητήριο οργανωμένο από το Ε.Α.Μ. χτυπήθηκε χωρίς προειδοποίηση από την αστυνομία και από ελεύθερους σκοπευτές αφήνοντας 20-30 νεκρούς και πολλούς τραυματίες στην πλατεία Συντάγματος. Δυο μήνες μετά την απελευθέρωση, και στην ίδια ακριβώς πλατεία όπου το ίδιο εν πολλοίς πλήθος είχε ματώσει από ιταλικές και γερμανικές σφαίρες σε ανάλογες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, η αιματηρή Κυριακή του Δεκεμβρίου άναψε τη θρυαλλίδα μιας αναμενόμενης έκρηξης. Επί έναν μήνα στους δρόμους γίνονταν μάχες τοίχο με τοίχο και δρόμο με δρόμο, ανάμεσα στον εφεδρικό Ε.Λ.Α.Σ. της πρωτεύουσας από τη μια, και στα στρατεύματα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, στο σώμα της χωροφυλακής και στους ένοπλους δωσίλογους που βρήκαν πλέον την ευκαιρία να ενσωματωθούν στις νομιμόφρονες δυνάμεις. Οι Βρετανοί είχαν καταλάβει και οχυρώσει την Ακρόπολη, από όπου όλη η πόλη ήταν πεδίο βολής, έλεγχαν την πρόσβαση στη θάλασσα και στο λιμάνι και στο αεροδρόμιο και είχαν σαφή υπεροπλία. Διέθεταν 60 αεροπλάνα που βομβάρδιζαν θέσεις του εχθρού στις γειτονιές και στα προάστια της Αθήνας, 30.000 άνδρες και βαρέα όπλα. Ο Σκόμπυ είχε πάρει τηλεγράφημα από τον Τσώρτσιλ «να ενεργήσει σαν να ήταν σε κατεχόμενη πόλη όπου βρίσκεται σε εξέλιξη μια εξέγερση ντόπιων». Οι συγκρούσεις ήταν σφοδρές και ακόμη στις προσόψεις παλιών αθηναϊκών σπιτιών βλέπει κανείς σήμερα ίχνη από σφαίρες που καρφώθηκαν στους τοίχους. Αλλά η σύγκρουση είχε σαφή χαρακτήρα κοινωνικής αντεκδίκησης για όσες δυσαρέσκειες και μνησικακίες είχε συσσωρεύσει η κατοχή. Κάθε πλευρά συλλάμβανε ομήρους κατά χιλιάδες, ιδίως τους πιο επιφανείς, και έγιναν πολλές εκτελέσεις. Οι εκκαθαρίσεις περιλάμβαναν ακόμη και τροτσκιστές και πρώην μέλη του Κ.Κ.Ε. που είχαν διαφωνήσει με την επίσημη γραμμή. Όταν μετά το τέλος των συγκρούσεων οι ένοπλοι του Ε.Α.Μ. αποσύρθηκαν προς την κεντρική Ελλάδα, πήραν μαζί τους χιλιάδες ομήρους, σε μια πεζοπορία που στοίχισε τη ζωή πολλών. Από την άλλη πλευρά οι Άγγλοι μετέφεραν όσους είχαν συλλάβει σε στρατόπεδα στην αφρικανική έρημο. Τρόμος απλώθηκε πάνω από την Αθήνα, ο οποίος θα προκαλέσει ένα βαθύ ρήγμα ανάμεσα στο Ε.Α.Μ. και τους αντιπάλους του, αλλά και μέσα στο Ε.Α.Μ., ανάμεσα στους ακραιφνείς κομμουνιστές και τους μετριοπαθείς σοσιαλιστές που το είχαν πλαισιώσει.
Τα Δεκεμβριανά θεωρήθηκαν και τότε και στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου ως απόπειρα των κομμουνιστών να καταλάβουν βίαια την εξουσία. Η προσέγγιση αυτή αφήνει μερικά ερωτηματικά αναπάντητα. Γιατί η απόπειρα αυτή δεν έγινε τον Οκτώβριο, αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών; Επί μία εβδομάδα η Ελλάδα μετεωριζόταν σε κενό εξουσίας. Σήμερα γνωρίζουμε ότι και το Ε.Λ.Α.Σ. και το Κ.Κ.Ε. είχαν καταστρώσει έγκαιρα επιτελικά σχέδια για την κατάληψη της Αθήνας. Γιατί δεν τα πραγματοποίησαν; Ακόμη και όταν ξέσπασαν τα Δεκεμβριανά, ο κύριος όγκος των δυνάμεων του Ε.Λ.Α.Σ. δεν μετακινήθηκε προς την πρωτεύουσα, και ούτε πήρε μέρος στη μάχη της Αθήνας. Στη Μακεδονία και στη Θράκη ο Ε.Λ.Α.Σ. συνέχιζε να συνεργάζεται με τους Άγγλους. Στην Αθήνα οι δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ. επιτίθεντο σε αστυνομικά τμήματα και κρατικά κτήρια, αλλά δεν υπήρχε σχέδιο ούτε σαφείς διαταγές τι να κάνουν όταν βρίσκονταν αντιμέτωποι με στρατιώτες της Κοινοπολιτείας.
Τα Χριστούγεννα του ’44, υπό το βάρος μιας διεθνούς κατακραυγής για όσα συνέβαιναν στην Αθήνα, και σε μια παράτολμη επιχείρηση, ο Τσώρτσιλ και ο υπουργός Εξωτερικών Άντονυ Ήντεν, επισκέφθηκαν την Αθήνα και συγκάλεσαν μια σύσκεψη με πολιτικούς από όλα τα κόμματα, συμπεριλαμβανομένου και του Ε.Α.Μ. Η σύσκεψη κατέληξε στην ανακήρυξη του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού ως αντιβασιλέα, για να καθησυχάσει ότι δεν επρόκειτο να επιστρέψει άμεσα ο βασιλιάς, και του Νικολάου Πλαστήρα, μιας κατεξοχήν αντιμοναρχικής προσωπικότητας ως πρωθυπουργού. Δεν κατέληξε σε συμφωνία. Οι Βρετανοί ζητούσαν την αποχώρηση του Ε.Λ.Α.Σ. από την Αττική μέσα σε ώρες. Έτσι οι μάχες συνεχίστηκαν σφοδρότερες. Οι αποφάσεις δείχνουν ότι οι Βρετανοί αντιλαμβάνονταν τη μεταπολεμική Ευρώπη με παλιούς όρους. Πίστευαν ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να επανέλθει στην προ του πολέμου κατάσταση, σαν να μην είχε αλλάξει τίποτε ή ελάχιστα. Θεωρούσαν επομένως το Ε.Α.Μ. απλώς στασιαστικό κίνημα, και επέλεγαν αντιμοναρχικά σύμβολα ως χειρονομίες συμβιβασμού και συνδιαλλαγής. Φεύγοντας από την Αθήνα ο Τσώρτσιλ θεωρούσε πως αν οι Έλληνες πολιτικοί δεν έφταναν σε έναν συμβιβασμό, η χώρα θα έπρεπε να τεθεί υπό συμμαχική κηδεμονία (Mc Neil, σ. 188).
Παραμονές Πρωτοχρονιάς του 1945 οι Βρετανοί, ενισχυμένοι πλέον, εξαπολύουν μια τελική επίθεση, και στις αρχές Ιανουαρίου του 1945 ο Ε.Λ.Α.Σ. αναγνώρισε την ήττα του. Αποσυρόταν από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και έμπαινε σε διαπραγματεύσεις με τη νέα κυβέρνηση του Νικολάου Πλαστήρα. Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν τον επόμενο μήνα στη συμφωνία της Βάρκιζας, σύμφωνα με την οποία ο Ε.Λ.Α.Σ. και η Πολιτοφυλακή, σε όλη την Ελλάδα, όφειλαν να αποστρατευθούν και να παραδώσουν τον οπλισμό τους. Χιλιάδες δακρυσμένοι αντάρτες έσκυβαν και άφηναν τα όπλα τους πάνω σε μια απλωμένη στο έδαφος σημαία, ενώ ένοπλοι άνδρες του τακτικού στρατού και Άγγλοι υπαξιωματικοί τους επιτηρούσαν.
Φαίνεται εκπληκτικό το πόσο εύκολα αφοπλίστηκε ο Ε.Λ.Α.Σ. που έλεγχε το μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας, παρά τις ελάχιστες μικρές ομάδες, όπως αυτή του Άρη Βελουχιώτη, που αρνήθηκαν να αφοπλιστούν και τράβηξαν πάλι στα βουνά. Το αντίτιμο ήταν η διενέργεια δημοψηφίσματος για την επιστροφή του βασιλιά, η περιορισμένη αμνηστία για τα πολιτικά εγκλήματα των μελών του, και η εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από τους δωσίλογους, σε μια εποχή όμως που οι περισσότεροι είχαν ενσωματωθεί στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Τελικά ήταν καταλυτική αυτή η ήττα της εαμικής αντίστασης τον Δεκέμβρη του ’44 και καθοριστική νίκη μιας κυβέρνησης η οποία τέσσερις μήνες πριν αμφέβαλε αν θα της επιτραπεί να αποβιβαστεί στην Ελλάδα, η επικράτειά της περιοριζόταν στις κεντρικές συνοικίες της πρωτεύουσας, και δεν θα μπορούσε να επικρατήσει χωρίς τα αγγλικά όπλα. Ο κύβος είχε ριφθεί. Η κατά κράτος ήττα της εαμικής αντίστασης έσπειρε την απογοήτευση στον κόσμο που είχε συστρατευθεί μαζί της, και έκανε μεγάλο μέρος του να αποστασιοποιηθεί έκτοτε από την Αριστερά.
Το 1989 έγινε ένα συνέδριο στην Αθήνα, με πολιτικούς, ιστορικούς και βετεράνους της εποχής εκείνης για μια επανεκτίμηση της εμπειρίας των Δεκεμβριανών (Γρηγόρης Φαράκος (επιμ.), Δεκέμβρης του ’44. Νεώτερη έρευνα, νέες προσεγγίσεις, Φιλίστωρ, Αθήνα 1996). Το ερώτημα που ετέθη ήταν το εξής: Επεδίωκε το Κ.Κ.Ε. και το Ε.Α.Μ. την επαναστατική κατάληψη της εξουσίας στα Δεκεμβριανά; Και αν όχι, τότε γιατί μπήκαν, και μάλιστα με μεγάλο βαθμό αναποφασιστικότητας σε μια μεγάλη αναμέτρηση που υποθήκευσε τις μετέπειτα εξελίξεις; Υποστηρίχτηκε ότι το Κ.Κ.Ε. δεν είχε στόχο να καταλάβει επαναστατικά την εξουσία για τρεις λόγους. Ο πρώτος ήταν ότι φοβόταν πως θα διασπούσε τη συμμαχία ανάμεσα στην τότε Ε.Σ.Σ.Δ. και τις δυτικές δυνάμεις. Η Ε.Σ.Σ.Δ., παρά τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου, φοβόταν το ενδεχόμενο μιας χωριστής ειρήνης της Γερμανίας με τους Αγγλοαμερικανούς που θα στρεφόταν εναντίον της. Η διάσπαση επομένως της συμμαχικής ενότητας θα θεωρούνταν ότι στρέφεται εναντίον της Ε.Σ.Σ.Δ. Η συμμόρφωση με την πολιτική της ήταν το πρώτο άρθρο πίστης του Κ.Κ.Ε. Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι το Κ.Κ.Ε. εντός του Ε.Α.Μ., ακολουθούσε μια γραμμή εθνικής ενότητας με τους συμμάχους του που περιόριζε ενδεχόμενες πρωτοβουλίες για μια κατά μέτωπο αντιπαράθεση με τους συμμάχους. Όπως αποδείχτηκε και εκ των υστέρων, πράγματι η μετωπική σύγκρουση διέσπασε τις συμμαχίες του Ε.Α.Μ. Αποχώρησαν οι σοσιαλιστές και οι πιο μετριοπαθείς. Αν το Ε.Α.Μ. δεν δημιουργούνταν πάνω στη συμμαχική προοπτική, δεν θα είχε τη δύναμη που απέκτησε. Αλλά αυτή η δύναμη αποδείχτηκε πολύ εύθραυστη σε συνθήκες διαφορετικές από τις αρχικές της γερμανικής κατοχής. Ο τρίτος λόγος ήταν ότι το Κ.Κ.Ε. και το Ε.Α.Μ., έχοντας υπερεκτιμήσει την εκλογική τους επιρροή, πίστευαν ότι θα αποτελούσαν τον κορμό γύρω από τον οποίο θα στρέφονταν οι μεταπολεμικές πολιτικές εξελίξεις. Θεωρούσαν επομένως ότι η ειρηνική μετάβαση τους ευνοούσε.
Αλλά γιατί τότε δεν απέφυγαν τη σύγκρουση, πάση θυσία; Ο πρώτος λόγος είναι το κλίμα αμοιβαίας καχυποψίας το οποίο από μακρού είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στο Ε.Α.Μ. και στους Βρετανούς. Το Ε.Α.Μ. φοβόταν ότι οι Βρετανοί θα έφερναν πραξικοπηματικά τον βασιλιά που θα επανεγκαθίδρυε δικτατορία. Τα μηνύματα για την επιμονή των Βρετανών να φέρουν τον βασιλιά πριν υπάρξει δημοψήφισμα και οι αντιλήψεις τους για τον ρόλο της βασιλείας στις μεταπολεμικές εξελίξεις ενίσχυαν αυτή την καχυποψία. Η άφιξη στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 1944 της Ορεινής Ταξιαρχίας, ενός αφοσιωμένου μοναρχικού σώματος, δημιούργησε φόβους για πραξικόπημα. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το Ε.Α.Μ. δεν είχε αντιληφθεί πως η σύγκρουση αυτή θα είχε τόσο καταλυτικές συνέπειες. Θεωρώντας την επιρροή του εδραιωμένη, πίστευε ότι μπορούσε να πετύχει τους στόχους του με μια τακτική που δεν απέκλειε τον συνδυασμό νόμιμων και έκνομων μέσων.
Από την άλλη μεριά, οι Βρετανοί υποψιάζονταν ότι το Ε.Α.Μ. θα επιχειρούσε επαναστατικό πραξικόπημα και ότι χρησιμοποιούσε τις συνομιλίες και τις συμφωνίες ως προκάλυμμα καπνού. Οι αντι-εαμικές δυνάμεις και ο παλιός πολιτικός κόσμος βιάζονταν για μια αναμέτρηση με τους αντιπάλους τους, όσο οι Βρετανοί είχαν ακόμη στρατιωτική παρουσία στην Αθήνα. Οι δωσίλογοι επίσης αναζητούσαν σωτηρία στους Βρετανούς και νομιμοποίηση μέσω μιας σύγκρουσης με τον Ε.Λ.Α.Σ. Όλοι αυτοί συγκρότησαν έναν φιλοπόλεμο πόλο που έστελνε ανησυχητικά μηνύματα στο αντίπαλο στρατόπεδο. Σε μια παρόμοια ατμόσφαιρα, όταν είναι όλοι με το δάκτυλο στη σκανδάλη, κάποιος θα πυροβολήσει πρώτος και η σύρραξη θα γενικευθεί. Το έκανε η αστυνομία εκείνη τη ματωμένη Κυριακή του Δεκέμβρη. Πάντως, παρά το γεγονός ότι στα μάτια ενός παρατηρητή της εποχής, το Ε.Α.Μ. με την κυριαρχία του σε όλη τη χώρα φαινόταν πιο ισχυρό από τους αντιπάλους του που περιορίζονταν στην πρωτεύουσα, η πραγματικότητα ήταν τελικά διαφορετική. Ενώ στη σύγκρουση αυτή οι Βρετανοί είχαν περιθώρια ελιγμών, επιβάλλοντας ως πυρήνα του στρατού τις μοναρχικές δυνάμεις που είχαν φέρει από τη Μέση Ανατολή, και ως πρωθυπουργούς προσωπικότητες από τον αντιμοναρχικό χώρο, το Ε.Α.Μ. δεν είχε περιθώρια, και σε κάθε ελιγμό του αντιπάλου έχανε τους δικούς του συμμάχους.
Ίσως όμως η αναμέτρηση του Δεκέμβρη πρέπει να ιδωθεί και σε έναν ευρύτερο ιστορικό ορίζοντα. Γιατί στην Ελλάδα η Αντίσταση πήρε αυτόν τον ριζοσπαστικό και συγκρουσιακό χαρακτήρα που την έφερε από τις πρώτες μέρες σε αντιπαράθεση με το κράτος, την αστυνομία και τη χωροφυλακή, τον παλιό πολιτικό κόσμο; Το γεγονός ότι πήραν την πρωτοβουλία οι κομμουνιστές, άρα κυριάρχησαν πολιτικά, δεν είναι μια επαρκής εξήγηση. Γιατί το Κ.Κ.Ε., ένα άσημο κόμμα που είχε αποδεκατιστεί από τη δικτατορία του Μεταξά, που σπαρασσόταν από έριδες, που είχε απομακρύνει όσους αξιόλογους διανοούμενους είχαν ενταχθεί οργανικά στις γραμμές του, και του οποίου η ηγεσία διοριζόταν στη Μόσχα, αναδείχτηκε σε βασικό παράγοντα των ελληνικών εξελίξεων μέσω της Αντίστασης; Δεν ήταν το Κ.Κ.Ε. που ανέδειξε την Αντίσταση, αλλά η Αντίσταση που ανέδειξε το Κ.Κ.Ε. Βεβαίως είχε αναδείξει έναν πολιτικό ακτιβιστή νέου τύπου, αφοσιωμένο, που προερχόταν από τα λαϊκά στρώματα και σ’ αυτά απευθυνόταν. Σε αντιδιαστολή, η απροθυμία του παλιού πολιτικού κόσμου να οργανώσει μια μορφή διαμαρτυρίας και αντίστασης απέναντι στους κατακτητές και στην πολιτική τους έδειξε την αδυναμία του. Λειτουργούσε στο πλαίσιο κομματικών πελατειακών δικτύων και με όρους που προσιδίαζαν περισσότερο στον 19ο αιώνα παρά στην εποχή της εισόδου των μαζών στην πολιτική. Αυτά τα δίκτυα είχαν διαλυθεί από τη δικτατορία του Μεταξά και την Κατοχή. Επομένως το φαινόμενο Αντίσταση ήταν μια απάντηση στη συγκυρία του πολέμου αλλά και σε παλιούς λογαριασμούς από την προπολεμική περίοδο. Παρά το γεγονός ότι στον Μεσοπόλεμο είχαν γίνει αρκετά βήματα για τον εκσυγχρονισμό του κράτους, της γεωργίας και για την εγκατάσταση των προσφύγων, ωστόσο δεν είχε σημειωθεί καμιά πρόοδος ως προς την αφομοίωση των νέων πληθυσμών, την εμπέδωση ενός αισθήματος δικαιοσύνης, αναλογικού καταμερισμού των θυσιών, συμμετοχής στις πολιτικές διαδικασίες, κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Ο χωροφύλακας, ο δικαστής, ο εφοριακός, οι αρχές ήταν απόμακρες, γραφειοκρατικές και δεσποτικές απέναντι στους αγρότες αλλά και στους πρόσφυγες, στις μειονότητες και στους εσωτερικούς μετανάστες των πόλεων, τους οποίους αντιμετώπιζαν εν πολλοίς με αποικιακό τρόπο. Συχνά οι απεργίες αντιμετωπίζονταν με υπέρμετρη βία, με πυροβολισμούς στο πλήθος με πολλούς νεκρούς, με εκτοπίσεις χωρίς δικαστήρια ή με καταδίκες που ποινικοποιούσαν το φρόνημα. Η δικτατορία του Μεταξά ήταν μια τυραννία των σωμάτων ασφαλείας και πριν από αυτή, η περίοδος 1933-35 είχε ανοίξει ένα χάσμα αξιοπιστίας ανάμεσα στους πολιτικούς ηγέτες και τους οπαδούς τους, ανάμεσα στους μοναρχικούς και τους δημοκρατικούς. Τα χάσματα αυτά ήταν ανοιχτά και διευρύνθηκαν ακόμη περισσότερο στα χρόνια της Κατοχής.
Αν δει κανείς την Ευρώπη συνολικά, διαπιστώνει ότι στις χώρες που εισέβαλαν ή αποβιβάστηκαν μεγάλες συμμαχικές δυνάμεις, το γεγονός αυτό καθόρισε τη μελλοντική πορεία τους. Αυτό συνέβη τόσο στη Γαλλία και την Ιταλία, όπου αποβιβάστηκαν Αγγλοαμερικανικές δυνάμεις, όσο και στην Κεντροανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια, όπου εισέβαλε ο Κόκκινος στρατός. Η παρουσία μεγάλων στρατευμάτων σε διάταξη μάχης απέτρεπε κάθε σκέψη να τεθεί σε αμφιβολία η κρατική εξουσία που εγκαθιδρυόταν υπό την αιγίδα τους, καλύπτοντας το έδαφος που άφηναν καθώς υποχωρούσαν οι Γερμανοί. Η Ελλάδα δεν ανήκε σε καμιά από τις δύο περιπτώσεις. Δεν ανήκε στα κύρια πεδία που κρίθηκε ο πόλεμος, δεν εισέβαλαν ούτε οι Δυτικοί σύμμαχοι, ούτε οι Σοβιετικοί για να διώξουν τους Γερμανούς. Έφυγαν μόνοι τους αφήνοντας ένα κενό εξουσίας (και έχοντας βέβαια υποθάλψει την εμφύλια σύγκρουση). Κάτω από αυτούς τους όρους ήταν αναμενόμενο η πορεία της χώρας να διακυβευτεί με όρους σύγκρουσης.
Αν θεωρήσουμε πάντως ότι ήδη μέσα από την Κατοχή μια εμφύλια αναμέτρηση εγκυμονούνταν, τότε η εαμική αντίσταση έδωσε τη μάχη με τους χειρότερους όρους. Ούτε όλες τις δυνάμεις της μπόρεσε να χρησιμοποιήσει, αλλά μόνο ένα ελάχιστο μέρος τους, ούτε τις καλύτερες αλλά μόνο εφεδρικές, ούτε είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων και την ανάλογη υλική και ψυχολογική προετοιμασία. Η τύχη της χώρας κρίθηκε οριστικά και έγκαιρα με τρόπο ανέλπιστα ευνοϊκό για τον αστικό προσανατολισμό της. Διαφορετικά, μια γενίκευση της σύγκρουσης σε όλη τη χώρα και μια παράτασή της έως μετά τη λήξη του πολέμου τον Μάιο του 1945 θα είχε δραματικότερη και ενδεχομένως άδηλη έκβαση. Θείο δώρο χαρακτήρισε ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου τα Δεκεμβριανά.
Το συμπέρασμα είναι ότι ο Δεκέμβριος ημπορεί να θεωρηθεί «δώρον του Υψίστου». Αλλά, διά να υπάρξη ο Δεκέμβριος, έπρεπε προηγουμένως να είχωμεν έλθει εις την Ελλάδα. Και τούτο ήτο δυνατόν μόνο με την συμμετοχήν και του ΚΚΕ εις την κυβέρνησιν, δηλαδή με τον Λίβανον. Και διά να ευρεθούν εδώ οι Βρετανοί, οι οποίοι ήσαν απαραίτητοι διά την Νίκην, έπρεπε προηγουμένως να είχεν υπογραφή το Σύμφωνον της Καζέρτας. Και διά να γίνη η Στάσις –«το δώρον του Υψίστου»– έπρεπε προηγουμένως να επιμείνω εις την άμεσον αποστράτευσιν του ΕΛΑΣ και να θέσω το ΚΚΕ ενώπιον του διλήμματος ή να αποδεχθή ειρηνικώς τον αφοπλισμόν του ή να επιχειρήση την Στάσιν, υπό συνθήκας όμως πλέον, αι οποίαι ωδήγουν εις την συντριβήν του.
Το συμπέρασμα του Παπανδρέου δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στις 2 Μαρτίου 1948 και προφανώς ο ίδιος επιχειρεί μια αναδρομική ανάγνωση της ιστορίας με στόχο να του πιστωθεί το αποτέλεσμα.

Συμπέρασμα
Η επόμενη μέρα από το τέλος του πολέμου δεν ήταν ούτε αισιόδοξη ούτε ανακουφιστική. Γκρίζα μέρα δεν ξημέρωσε μόνο για την Ελλάδα. Και βορείως των ελληνικών συνόρων, στις χώρες που εγκαθιδρύονταν οι Λαϊκές Δημοκρατίες, την ίδια περίοδο βρίσκονταν σε εξέλιξη εκκαθαρίσεις αντιπάλων, εκτελέσεις, φυλακίσεις, εξορίες, αποκλεισμοί και νόθες εκλογές. Ο πόλεμος είχε καταστρέψει το κύρος του παλαιού καθεστώτος, όπως άλλωστε στις περισσότερες εμπόλεμες χώρες. Το κράτος είχε διαλυθεί και ξαναφτιαχτεί, αλλά η νομιμότητα δεν είχε επανεγκαθιδρυθεί. Για να ζήσεις φυσιολογικά σ’ όλα τα προηγούμενα χρόνια, έπρεπε να παραβιάζεις τον νόμο, τους νόμους των κατακτητών, αλλά και τους νόμους των ανταρτών. Η βία, η κρυψίνοια αλλά και ο κυνισμός και ο δόλος είχαν γίνει συστατικά στοιχεία της καθημερινής ζωής. Καθώς πολλαπλασιάστηκαν οι φορείς τη βίας, εφόσον το κράτος έχασε το μονοπώλιό της, η εξουσία ασκούνταν χωρίς θεσμικούς περιορισμούς. Η Κατοχή επίσης μετασχημάτισε τον δημογραφικό, τον πολιτικό και τον ιδεολογικό χάρτη της χώρας. Χάθηκαν οι εβραϊκές κοινότητες, ανάμεσα στον πληθυσμό υπήρχαν διαχωριστικές γραμμές αίματος, τα τραύματα έμεναν ανεπούλωτα. Για πολλά χρόνια έπειτα, οι άνθρωποι που ενηλικιώθηκαν μέσα στον πόλεμο θα αντιλαμβάνονταν τον κόσμο με τους όρους του πολέμου. Οι πόλεμοι έχουν και μια παραγωγική πλευρά. Δημιουργούν ταυτότητες, υποκειμενικότητες ισχυρές, πολιτικές κουλτούρες που επιβιώνουν και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες και κάτω από τις πιο διαφορετικές συνθήκες. 

Προδημοσίευση από την ετοιμαζόμενη «Ιστορία της Ελλάδας στον 20ό αιώνα»,
που θα κυκλοφορήσει προσεχώς αγγλικά και ελληνικά.
files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png
  ΧΡΟΝΟΣ 20 (12.2014)

Ετσι έζησα το ελληνικό δράμα

Τα τελευταία εβδομήντα χρόνια πολλά γράφτηκαν για να σκιαγραφήσουν τα γεγονότα της ματωμένης Κυριακής 3ης του Δεκέμβρη 1944 και των όσων ακολούθησαν. Ολες οι πλευρές που πήραν μέρος στο δράμα κατέθεσαν τη δική τους αλήθεια για τα γεγονότα.
Ολες; Οχι ακριβώς. Δεν έχει γίνει γνωστή η βρετανική οπτική των γεγονότων. Δεν εννοούμε βέβαια την επίσημη βρετανική θέση –αυτή ειπώθηκε και με το παραπάνω– αλλά την άποψη των στρατιωτών που βίωσαν στην Αθήνα τα γεγονότα του ματωμένου Δεκέμβρη. Ενας από αυτούς, ο σαραντάχρονος τότε Κόλιν Ράιτ, αποτύπωσε στην αλληλογραφία με την οικογένειά του τις εντυπώσεις της οκτάμηνης περίπου παρουσίας του στην Ελλάδα από τον Οκτώβρη του ’44 μέχρι τον Ιούνη του ’45. Λίγο αργότερα, το 1946, οι επιστολές αυτές εκδόθηκαν στο Λονδίνο από τους «LAWRENCE & WISHART».
Το βιβλίο έχει τίτλο «British soldier in Greece» («Βρετανός στρατιώτης στην Ελλάδα»). Ξεφυλλίζοντάς το, ο αναγνώστης παρακολουθεί όλες τις μεταπτώσεις στη συμπεριφορά ενός στρατιωτικού που κλήθηκε να πολεμήσει τον φασισμό και, μέρα με τη μέρα στην Αθήνα, ανακαλύπτει πως αυτός και οι σύντροφοί του γίνονται κομμάτι ενός μηχανισμού καταπίεσης που καθόλου δεν διαφέρει από εκείνο των ναζί.
Από τις πρώτες μέρες της άφιξής του, στα μέσα Οκτώβρη, ο Ράιτ παρατηρεί πως «οι άνθρωποι, μετά από τριάμισι χρόνια γερμανικής κατοχής και λιμοκτονίας ήταν τρομερά χαρούμενοι από το θέαμα των βρετανικών στρατευμάτων. Στους δρόμους είχαν κρεμάσει σημαίες, την ελληνική και τη βρετανική. Σε όλη τη χώρα υπήρχαν πανό και πλακάτ με το “Καλώς Ορίσατε”».
Σύντομα, ο Ράιτ βλέπει πως η μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού τάσσεται υπέρ του ΕΑΜ, παρατηρεί όμως πως και οι βασιλόφρονες έχουν αρκετή δύναμη κι ότι «αρκεί μόνο μια σπίθα» για τη σύγκρουση.
Κι αυτή η σπίθα ανάβει την Κυριακή 3 Δεκέμβρη όταν «ένας Θεός ξέρει για ποιο λόγο η αστυνομία άνοιξε πυρ εναντίον των διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 24 άνθρωποι και να τραυματιστούν 148». Εκείνη τη στιγμή, ο Βρετανός εκτιμά πως οι ταραχές «είναι (έτσι μου φαίνεται εμένα) μια μάχη για την εξουσία από τις πολιτικές φατρίες». Αυτή η αυταπάτη διαλύεται σύντομα καθώς «μετά τις διαταγές από το Λονδίνο, πήραμε μέρος κι εμείς».
Τις επόμενες μέρες ο Ράιτ συνειδητοποιεί πως «μια ανελέητη πάλη εξαπολύεται από τη Δεξιά εναντίον της Αριστεράς» κι ότι «όλο το βάρος της βρετανικής δύναμης έχει γείρει υπέρ της Δεξιάς και εναντίον της Αριστεράς». Μιλώντας στη σύζυγο και τα παιδιά του σημειώνει με οργή: «Πιστεύω ακράδαντα και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι η ωμή αλήθεια είναι ότι η κυβέρνησή μας σκόπιμα και εν ψυχρώ επιβάλλει μια αντισυνταγματική κυβέρνηση σε έναν εξαιρετικά γενναίο, απελευθερωμένο σύμμαχο».
Από τη στιγμή εκείνη ο Ράιτ παίρνει θέση στα γεγονότα: «Να είμαι καταραμένος αν βοηθήσω την επιβολή του φασισμού (με όποιο πρόσχημα εμφανίζεται) σε οποιοδήποτε λαό. Ξέρω πολύ καλά πως αν το επιτρέψω αυτό θα είναι σαν να το επιτρέπω τελικά να συμβεί στην πατρίδα μας».
Γνωρίζει πολλούς Ελληνες και μιλά μαζί τους. Πολλές φορές αναρωτιέται: «Τι στο διάολο θα πρέπει να σκέφτονται για μας αυτοί οι φτωχοδιάβολοι; Είμαστε καλύτεροι από τους Γερμανούς στα μάτια τους; Σίγουρα, τους φαινόμαστε χειρότεροι».
Βλέποντας τα γεγονότα, η αρχική εντύπωσή του ανατρέπεται: «Τώρα πια δεν νομίζω ότι αυτός είναι εμφύλιος πόλεμος. Τεχνικά είναι, αλλά στην πραγματικότητα είναι το ΕΑΜ / ΕΛΑΣ εναντίον της Βρετανίας».
Ο Ράιτ, που υπηρετεί στο βρετανικό Αρχηγείο, απευθυνόμενους στους πολιτικούς της χώρας του αναφωνεί «Φτωχοί ηλίθιοι! Αν ήμουν Ελληνας δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι αυτή τη στιγμή θα βρισκόμουν κι εγώ έξω στους λόφους».
Γιατί; Μα επειδή: «Μέχρι την Κυριακή 3 Δεκέμβρη, ήμουν με τον νου και την καρδιά μου σύμφωνος με την παρουσία μας εδώ. Αν και είχα αρχίσει να αμφιβάλλω, ήμουν ικανοποιημένος με τους λόγους που με κρατούσαν μακριά από την πατρίδα. Σήμερα δεν είμαι πια ικανοποιημένος. Αυτός ο βιασμός της πίστης μου υπήρξε κατάφωρος και βάναυσος».
Ο Βρετανός στρατιωτικός δεν μασάει τα λόγια του όταν πρέπει να υποδείξει τους ηθικούς αυτουργούς της σφαγής: «Θα ήθελα να επιρρίψω όλη την ντροπή για τις πράξεις μας αποκλειστικά στην κυβέρνησή μας, η οποία είναι υπεύθυνη γι’ αυτά τα εγκλήματα. Η δημοκρατία μας (ελληνική η λέξη) επιβάλλεται με μολύβι στον ελληνικό λαό. Για ποιο λόγο βρίσκομαι μακριά από τα παιδιά μου; Για ποιο λόγο η χώρα μας έχει γίνει απολυταρχική; Για ποιο λόγο η χώρα μας μάτωσε, έγινε στάχτες και ο Κύριος ξέρει τι άλλο; Ειλικρινά, είμαι πολύ σοκαρισμένος από την τροπή που πήραν τα γεγονότα - και δεν είμαι ο μόνος».
Ετσι έζησα το ελληνικό δράμα
Πράγματι, ο Ράιτ δεν ήταν ο μόνος. Κι άλλοι Βρετανοί ένιωσαν ντροπή για τις ενέργειες που διατάχθηκαν να εκτελέσουν στην Ελλάδα. Και γύρισαν στην πατρίδα τους με την αίσθηση πως τα γεγονότα της Ελλάδας ήταν ο προπομπός όσων περίμεναν τους λαούς της Ευρώπης από τους υπέρμαχους της «Ελευθερίας». Οπως λέει σε ένα από τα γράμματά του ο Ράιτ: «Εάν η Ελλάδα είναι ο καθρέφτης αυτού που μας περιμένει στο μέλλον, τότε οι προοπτικές μας δεν είναι καθόλου καλές».
Σήμερα, 70 χρόνια μετά, οι λαοί της Ευρώπης βιώνουν το «ελεύθερο» ευρωενωσιακό μνημονιακό ζοφερό μέλλον. Οπου η Ελλάδα έχει και πάλι μια θλιβερή πρωτιά: είναι από τις πρώτες χώρες που το δοκίμασαν.

Via

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Athens 1944: Britain’s dirty secret

When 28 civilians were killed in Athens, it wasn’t the Nazis who were to blame, it was the British. Ed Vulliamy and Helena Smith reveal how Churchill’s shameful decision to turn on the partisans who had fought on our side in the war sowed the seeds for the rise of the far right in Greece today.

At battle’s peak, Glezos says, the British even set up sniper nests on the Acropolis. “Not even the Germans did that. They were firing down on EAM targets, but we didn’t fire back, so as not [to harm] the monument.”demonstrators in Athens with three bodies, shot dead, in the middle of the crowd  
A day that changed history: the bodies of unarmed protestors shot by the police and the British army in Athens on 3 December 1944. Photograph: Dmitri Kessel/Time & Life Pictures/Getty Images
I can still see it very clearly, I have not forgotten,” says Títos Patríkios. “The Athens police firing on the crowd from the roof of the parliament in Syntagma Square. The young men and women lying in pools of blood, everyone rushing down the stairs in total shock, total panic.”
And then came the defining moment: the recklessness of youth, the passion of belief in a justice burning bright: “I jumped up on the fountain in the middle of the square, the one that is still there, and I began to shout: “Comrades, don’t disperse! Victory will be ours! Don’t leave. The time has come. We will win!”
“I was,” he says now, “profoundly sure, that we would win.” But there was no winning that day; just as there was no pretending that what had happened would not change the history of a country that, liberated from Adolf Hitler’s Reich barely six weeks earlier, was now surging headlong towards bloody civil war.
Even now, at 86, when Patríkios “laughs at and with myself that I have reached such an age”, the poet can remember, scene-for-scene, shot for shot, what happened in the central square of Greek political life on the morning of 3 December 1944.
This was the day, those 70 years ago this week, when the British army, still at war with Germany, opened fire upon – and gave locals who had collaborated with the Nazis the guns to fire upon – a civilian crowd demonstrating in support of the partisans with whom Britain had been allied for three years.
The crowd carried Greek, American, British and Soviet flags, and chanted: “Viva Churchill, Viva Roosevelt, Viva Stalin’” in endorsement of the wartime alliance.
Twenty-eight civilians, mostly young boys and girls, were killed and hundreds injured. “We had all thought it would be a demonstration like any other,” Patríkios recalls. “Business as usual. Nobody expected a bloodbath.”
Britain’s logic was brutal and perfidious: Prime minister Winston Churchill considered the influence of the Communist Party within the resistance movement he had backed throughout the war – the National Liberation Front, EAM – to have grown stronger than he had calculated, sufficient to jeopardise his plan to return the Greek king to power and keep Communism at bay. So he switched allegiances to back the supporters of Hitler against his own erstwhile allies.
There were others in the square that day who, like the 16-year-old Patríkios, would go on to become prominent members of the left. Míkis Theodorakis, renowned composer and iconic figure in modern Greek history, daubed a Greek flag in the blood of those who fell. Like Patríkios, he was a member of the resistance youth movement. And, like Patríkios, he knew his country had changed. Within days, RAF Spitfires and Beaufighters were strafing leftist strongholds as the Battle of Athens – known in Greece as the Dekemvriana – began, fought not between the British and the Nazis, but the British alongside supporters of the Nazis against the partisans. “I can still smell the destruction,” Patríkios laments. “The mortars were raining down and planes were targeting everything. Even now, after all these years, I flinch at the sound of planes in war movies.”
And thereafter Greece’s descent into catastrophic civil war: a cruel and bloody episode in British as well as Greek history which every Greek knows to their core – differently, depending on which side they were onbut which remains curiously untold in Britain, perhaps out of shame, maybe the arrogance of a lack of interest. It is a narrative of which the millions of Britons who go to savour the glories of Greek antiquity or disco-dance around the islands Mamma Mia-style, are unaware.
The legacy of this betrayal has haunted Greece ever since, its shadow hanging over the turbulence and violence that erupted in 2008 after the killing of a schoolboy by police – also called the Dekemvriana – and created an abyss between the left and right thereafter.
“The 1944 December uprising and 1946-49 civil war period infuses the present,” says the leading historian of these events, André Gerolymatos, “because there has never been a reconciliation. In France or Italy, if you fought the Nazis, you were respected in society after the war, regardless of ideology. In Greece, you found yourself fighting – or imprisoned and tortured by – the people who had collaborated with the Nazis, on British orders. There has never been a reckoning with that crime, and much of what is happening in Greece now is the result of not coming to terms with the past.”
Before the war, Greece was ruled by a royalist dictatorship whose emblem of a fascist axe and crown well expressed its dichotomy once war began: the dictator, General Ioannis Metaxas, had been trained as an army officer in Imperial Germany, while Greek King George II – an uncle of Prince Philip, Duke of Edinburgh – was attached to Britain. The Greek left, meanwhile, had been reinforced by a huge influx of politicised refugees and liberal intellectuals from Asia Minor, who crammed into the slums of Pireaus and working-class Athens.
Both dictator and king were fervently anti-communist, and Metaxas banned the Communist Party, KKE, interning and torturing its members, supporters and anyone who did not accept “the national ideology” in camps and prisons, or sending them into internal exile. Once war started, Metaxas refused to accept Mussolini’s ultimatum to surrender and pledged his loyalty to the Anglo-Greek alliance. The Greeks fought valiantly and defeated the Italians, but could not resist the Wehrmacht. By the end of April 1941, the Axis forces imposed a harsh occupation of the country. The Greeks – at first spontaneously, later in organised groups – resisted.
But, noted the British Special Operations Executive (SOE): “The right wing and monarchists were slower than their opponents in deciding to resist the occupation, and were therefore of little use.”
Britain’s natural allies were therefore EAM – an alliance of left wing and agrarian parties of which the KKE was dominant, but by no means the entirety – and its partisan military arm, ELAS.
There is no overstating the horror of occupation. Professor Mark Mazower’s book Inside Hitler’s Greece describes hideous bloccos or “round-ups” – whereby crowds would be corralled into the streets so that masked informers could point out ELAS supporters to the Gestapo and Security Battalions – which had been established by the collaborationist government to assist the Nazis – for execution. Stripping and violation of women was a common means to secure “confessions”. Mass executions took place “on the German model”: in public, for purposes of intimidation; bodies would be left hanging from trees, guarded by Security Battalion collaborators to prevent their removal. In response, ELAS mounted daily counterattacks on the Germans and their quislings. The partisan movement was born in Athens but based in the villages, so that Greece was progressively liberated from the countryside. The SOE played its part, famous in military annals for the role of Brigadier Eddie Myers and “Monty” Woodhouse in blowing up the Gorgopotomas viaduct in 1942 and other operations with the partisans – andartes in Greek.
By autumn 1944, Greece had been devastated by occupation and famine. Half a million people had died – 7% of the population. ELAS had, however, liberated dozens of villages and become a proto-government, administering parts of the country while the official state withered away. But after German withdrawal, ELAS kept its 50,000 armed partisans outside the capital, and in May 1944 agreed to the arrival of British troops, and to place its men under the officer commanding, Lt Gen Ronald Scobie.
On 12 October the Germans evacuated Athens. Some ELAS fighters, however, had been in the capital all along, and welcomed the fresh air of freedom during a six-day window between liberation and the arrival of the British. One partisan in particular is still alive, aged 92, and is a legend of modern Greece.

Commanding presence: Churchill leaving HMS Ajax to attend a conference ashore. Athens can be seen in the background.
Commanding presence: Churchill leaving HMS Ajax to attend a conference ashore. Athens can be seen in the background. Photograph: Crown Copyright. IWM/Imperial War Museum
In and around the European parliament in Brussels, the man in a Greek fisherman’s cap, with his mane of white hair and moustache, stands out. He is Manolis Glezos, senior MEP for the leftist Syriza party of Greece.
Glezos is a man of humbling greatness. On 30 May 1941, he climbed the Acropolis with another partisan and tore down the swastika flag that had been hung there a month before. He was arrested by the Gestapo in 1942, was tortured and as a result suffered from tuberculosis. He escaped and was re-arrested twice – the second time by collaborators. He recalls being sentenced to death in May 1944, before the Germans left Athens – “They told me my grave had already been dug”. Somehow he avoided execution and was then saved from a Greek courtmartial’s firing squad during the civil war period by international outcry led by General de Gaulle, Jean-Paul Sartre and the Archbishop of Canterbury, the Rev Geoffrey Fisher.”
Seventy years later, he is an icon of the Greek left who is also hailed as the greatest living authority on the resistance. “The English, to this day, argue that they liberated Greece and saved it from communism,” he says. “But that is the basic problem. They never liberated Greece. Greece had been liberated by the resistance, groups across the spectrum, not just EAM, on 12 October. I was there, on the streets – people were everywhere shouting: ‘Freedom!’ we cried, Laokratia! – ‘Power to the People!’”
The British duly arrived on 18 October, installed a provisional government under Georgios Papandreou and prepared to restore the king. “From the moment they came,” recalls Glezos, “the people and the resistance greeted them as allies. There was nothing but respect and friendship towards the British. We had no idea that we were already giving up our country and our rights.” It was only a matter of time before EAM walked out of the provisional government in frustration over demands that the partisans demobilise. The negotiations broke down on 2 December.
Official British thinking is reflected in War Cabinet papers and other documents kept in the Public Record Office at Kew. As far back as 17 August 1944, Churchill had written a “Personal and Top Secret” memo to US president Franklin Roosevelt to say that: “The War Cabinet and Foreign Secretary are much concerned about what will happen in Athens, and indeed Greece, when the Germans crack or when their divisions try to evacuate the country. If there is a long hiatus after German authorities have gone from the city before organised government can be set up, it seems very likely that EAM and the Communist extremists will attempt to seize the city.”
But what the freedom fighters wanted, insists Glezos “was what we had achieved during the war: a state ruled by the people for the people. There was no plot to take over Athens as Churchill always maintained. If we had wanted to do that, we could have done so before the British arrived.” During November, the British set about building the new National Guard, tasked to police Greece and disarm the wartime militias. In reality, disarmament applied to ELAS only, explains Gerolymatos, not to those who had collaborated with the Nazis. Gerolymatos writes in his forthcoming book, The International Civil War, about how “in the middle of November, the British started releasing Security Battalion officers… and soon some of them were freely walking the streets of Athens wearing new uniforms... The British army continued to provide protection to assist the gradual rehabilitation of the former quisling units in the Greek army and police forces.” An SOE memo urged that “HMG must not appear to be connected with this scheme.”
In conversation, Gerolymatos says: “So far as ELAS could see, the British had arrived, and now some senior officers of the Security Battalions and Special Security Branch [collaborationist units which had been integrated into the SS] were seen walking freely in the streets. Athens in 1944 was a small place, and you could not miss these people. Senior British officers knew exactly what they were doing, despite the fact that the ordinary soldiers of the former Security Battalions were the scum of Greece”. Gerolymatos estimates that 12,000 Security Battalionists were released from Goudi prison during the uprising to join the National Guard, and 228 had been reinstated in the army.
Any British notion that the Communists were poised for revolution fell within the context of the so-called Percentages Agreement, forged between Churchill and Soviet Commissar Josef Stalin at the code-named “Tolstoy Conference” in Moscow on 9 October 1944. Under the terms agreed in what Churchill called “a naughty document”, southeast Europe was carved up into “spheres of influence”, whereby – broadly – Stalin took Romania and Bulgaria, while Britain, in order to keep Russia out of the Mediterranean, took Greece. The obvious thing to have done, argues Gerolymatos, “would have been to incorporate ELAS into the Greek army. The officers in ELAS, many holding commissions in the pre-war Greek army, presumed this would happen – like De Gaulle did with French communists fighting in the resistance: ‘France is liberated, now let’s go and fight Germany!’
“But the British and the Greek government in exile decided from the outset that ELAS officers and men would not be admitted into the new army. Churchill wanted a showdown with the KKE so as to be able to restore the king. Churchill believed that a restoration would result in the return of legitimacy and bring back the old order. EAM-ELAS, regardless of its relationship to the KKE, represented a revolutionary force, and change.”
Meanwhile, continues Gerolymatos: “The Greek communists had decided not to try to take over the country, as least not until late November/early December 1944. The KKE wanted to push for a left-of-centre government and be part of it, that’s all.” Echoing Glezos, he says: “If they had wanted a revolution, they would not have left 50,000 armed men outside the capital after liberation – they’d have brought them in.”
“By recruiting the collaborators, the British changed the paradigm, signalling that the old order was back. Churchill wanted the conflict,” says Gerolymatos. “We must remember: there was no Battle for Greece. A large number of the British troops that arrived were administrative, not line units. When the fighting broke out in December, the British and the provisional government let the Security Battalions out of Goudi; they knew how to fight street-to-street because they’d done it with the Nazis. They’d been fighting ELAS already during the occupation and resumed the battle with gusto.”
The morning of Sunday 3 December was a sunny one, as several processions of Greek republicans, anti-monarchists, socialists and communists wound their way towards Syntagma Square. Police cordons blocked their way, but several thousand broke through; as they approached the square, a man in military uniform shouted: “Shoot the bastards!” The lethal fusillade – from Greek police positions atop the parliament building and British headquarters in the Grande Bretagne hotel – lasted half an hour. By noon, a second crowd of demonstrators entered the square, until it was jammed with 60,000 people. After several hours, a column of British paratroops cleared the square; but the Battle of Athens had begun, and Churchill had his war.
Manolis Glezos was sick that morning, suffering from tuberculosis. “But when I heard what had happened, I got off my sick bed,” he recalls. The following day, Glezos was roaming the streets, angry and determined, disarming police stations. By the time the British sent in an armoured division he and his comrades were waiting.
“I note the fact,” he says, “that they would rather use those troops to fight our population than German Nazis!” By the time British tanks rolled in from the port of Pireaus, he was lying in wait: “I remember them coming up the Sacred Way. We were dug in a trench. I took out three tanks,” he says. “There was much bloodshed, a lot of fighting, I lost many very good friends. It was difficult to strike at an Englishman, difficult to kill a British soldier – they had been our allies. But now they were trying to destroy the popular will, and had declared war on our people”.
At battle’s peak, Glezos says, the British even set up sniper nests on the Acropolis. “Not even the Germans did that. They were firing down on EAM targets, but we didn’t fire back, so as not [to harm] the monument.”
On 5 December, Lt Gen Scobie imposed martial law and the following day ordered the aerial bombing of the working-class Metz quarter. “British and government forces,” writes anthropologist Neni Panourgia in her study of families in that time, “having at their disposal heavy armament, tanks, aircraft and a disciplined army, were able to make forays into the city, burning and bombing houses and streets and carving out segments of the city… The German tanks had been replaced by British ones, the SS and Gestapo officers by British soldiers.” The house belonging to actor Mimis Fotopoulos, she writes, was burned out with a portrait of Churchill above the fireplace.
“I recall shouting slogans in English, during one battle in Koumoundourou Square because I had a strong voice and it was felt I could be heard,” says poet Títos Patríkios as we talk in his apartment. “‘We are brothers, there’s nothing to divide us, come with us!’ That’s what I was shouting in the hope that they [British troops] would withdraw. And right at that moment, with my head poked above the wall, a bullet brushed over my helmet. Had I not been yanked down by Evangelos Goufas[another poet], who was there next to me, I would have been dead.”

three women kneel in a road holding a banner protesting against the shootings
On their knees: women protest against the shootings, which led to more than a month of street fighting in Athens. Photograph: Dmitri Kessel/The LIFE Picture Collection/Getty
He can now smile at the thought that only months after the killing in the square he was back at school, studying English on a British Council summer course. “We were enemies, but at the same time friends. In one battle I came across an injured English soldier and I took him to a field hospital. I gave him my copy of Robert Louis Stevenson’s Kidnapped which I remember he kept.”
It is illuminating to read the dispatches by British soldiers themselves, as extracted by the head censor, Capt JB Gibson, now stored at the Public Record Office. They give no indication that the enemy they fight was once a partisan ally, indeed many troops think they are fighting a German-backed force. A warrant officer writes: “Mr Churchill and his speech bucked us no end, we know now what we are fighting for and against, it is obviously a Hun element behind all this trouble.” From “An Officer”: “You may ask: why should our boys give their lives to settle Greek political differences, but they are only Greek political differences? I say: no, it is all part of the war against the Hun, and we must go on and exterminate this rebellious element.”
Cabinet papers at Kew trace the reactions in London: a minute of 12 December records Harold Macmillan, political advisor to Field Marshal Alexander, returning from Athens to recommend “a proclamation of all civilians against us as rebels, and a declaration those found in civilian clothes opposing us with weapons were liable to be shot, and that 24 hours notice should be given that certain areas were to be wholly evacuated by the civilian population” – ergo, the British Army was to depopulate and occupy Athens. Soon, reinforced British troops had the upper hand and on Christmas Eve Churchill arrived in the Greek capital in a failed bid to make peace on Christmas Day.
“I will now tell you something I have never told anyone,” says Manolis Glezos mischievously. On the evening of 25 December Glezos would take part in his most daring escapade, laying more than a ton of dynamite under the hotel Grande Bretagne, where Lt Gen Scobie had headquartered himself. “There were about 30 of us involved. We worked through the tunnels of the sewerage system; we had people to cover the grid-lines in the streets, so scared we were that we’d be heard. We crawled through all the shit and water and laid the dynamite right under the hotel, enough to blow it sky high.
“I carried the fuse wire myself, wire wound all around me, and I had to unravel it. We were absolutely filthy, covered [in excrement] and when we got out of the sewerage system I remember the boys washing us down. I went over to the boy with the detonator; and we waited, waited for the signal, but it never came. Nothing. There was no explosion. Then I found out: at the last minute EAM found out that Churchill was in the building, and put out an order to call off the attack. They’d wanted to blow up the British command, but didn’t want to be responsible for assassinating one of the big three.”
At the end of the Dekemvriana, thousands had been killed; 12,000 leftists rounded up and sent to camps in the Middle East. A truce was signed on 12 February, the only clause of which that was even partially honoured was the demobilisation of ELAS. And so began a chapter known in Greek history as the “White Terror”, as anyone suspected of helping ELAS during the Dekemvriana or even Nazi occupation was rounded up and sent to a gulag of camps established for their internment, torture, often murder – or else repentance, as under the Metaxas dictatorship.
Títos Patríkios is not the kind of man who wants the past to impinge on the present. But he does not deny the degree to which this history has done just that – affecting his poetry, his movement, his quest to find “le mot juste”. This most measured and mild-mannered of men would spend years in concentration camps, set up with the help of the British as civil war beckoned. With imprisonment came hard labour, and with hard labour came torture, and with exile came censorship. “The first night on Makronissos [the most infamous camp] we were all beaten very badly.
“I spent six months there, mostly breaking stones, picking brambles and carrying sand. Once, I was made to stand for 24 hours after it had been discovered that a newspaper had published a letter describing the appalling conditions in the camp. But though I had written it, and had managed to pass it on to my mother, I never admitted to doing so and throughout my time there I never signed a statement of repentance.”
Patríkios was among the relatively fortunate; thousands of others were executed, usually in public, their severed heads or hanging bodies routinely displayed in public squares. His Majesty’s embassy in Athens commented by saying the exhibition of severed heads “is a regular custom in this country which cannot be judged by western European standards”.
The name of the man in command of the “British Police Mission” to Greece is little known. Sir Charles Wickham had been assigned by Churchill to oversee the new Greek security forces – in effect, to recruit the collaborators. Anthropologist Neni Panourgia describes Wickham as “one of the persons who traversed the empire establishing the infrastructure needed for its survival,” and credits him with the establishment of one of the most vicious camps in which prisoners were tortured and murdered, at Giaros.
From Yorkshire, Wickham was a military man who served in the Boer War, during which concentration camps in the modern sense were invented by the British. He then fought in Russia, as part of the allied Expeditionary Force sent in 1918 to aid White Russian Czarist forces in opposition to the Bolshevik revolution. After Greece, he moved on in 1948 to Palestine. But his qualification for Greece was this: Sir Charles was the first Inspector General of the Royal Ulster Constabulary, from 1922 to 1945.
The RUC was founded in 1922, following what became known as the Belfast pogroms of 1920-22, when Catholic streets were attacked and burned. It was, writes the historian Tim Pat Coogan, “conceived not as a regular police body, but as a counter-insurgency one… The new force contained many recruits who joined up wishing to be ordinary policemen, but it also contained murder gangs headed by men like a head constable who used bayonets on his victims because it prolonged their agonies.”
As the writer Michael Farrell found out when researching his book Arming the Protestants, much material pertaining to Sir Charles’s incorporation of these UVF and Special Constabulary militiamen into the RUC has been destroyed, but enough remains to give a clear indication of what was happening. In a memo written by Wickham in November 1921, before the formation of the RUC, and while the partition treaty of December that year was being negotiated, he had addressed “All County Commanders” as follows: “Owing to the number of reports which has been received as to the growth of unauthorised loyalist defence forces, the government have under consideration the desirability of obtaining the services of the best elements of these organisations.”
Coogan, Ireland’s greatest and veteran historian, stakes no claim to neutrality over matters concerning the Republic and Union, but historical facts are objective and he has a command of those that none can match. We talk at his home outside Dublin over a glass of whiskey appositely called “Writer’s Tears”.
“It’s the narrative of empire,” says Coogan, “and, of course, they applied it to Greece. That same combination of concentration camps, putting the murder gangs in uniform, and calling it the police. That’s colonialism, that’s how it works. You use whatever means are necessary, one of which is terror and collusion with terrorists. It works.
“Wickham organised the RUC as the armed wing of Unionism, which is something it remained thereafter,” he says. “How long was it in the history of this country before the Chris Patten report of 1999, and Wickham’s hands were finally prised off the police? That’s a hell of a long piece of history – and how much suffering, meanwhile?”
The head of MI5 reported in 1940 that “in the personality and experience of Sir Charles Wickham, the fighting services have at their elbow a most valuable friend and counsellor”. When the intelligence services needed to integrate the Greek Security Battalions – the Third Reich’s “Special Constabulary” – into a new police force, they had found their man.

Manolis Glezos sitting at a desk
‘I carried the fuse wire myself: Manolis Glezos, senior MEP and ‘a man of humbling greatness’ in Brussels. Helena Smith Photograph: Helena Smith/Observer
Greek academics vary in their views on how directly responsible Wickham was in establishing the camps and staffing them with the torturers. Panourgia finds the camp on Giaros – an island which even the Roman Emperor Tiberius decreed unfit for prisoners – to have been Wickham’s own direct initiative. Gerolymatos, meanwhile, says: “The Greeks didn’t need the British to help them set up camps. It had been done before, under Metaxas.” Papers at Kew show British police serving under Wickham to be regularly present in the camps.
Gerolymatos adds: “The British – and that means Wickham – knew who these people were. And that’s what makes it so frightening. They were the people who had been in the torture chambers during occupation, pulling out the fingernails and applying thumbscrews.” By September 1947, the year the Communist Party was outlawed, 19,620 leftists were held in Greek camps and prisons, 12,000 of them in Makronissos, with a further 39,948 exiled internally or in British camps across the Middle East. There exist many terrifying accounts of torture, murder and sadism in the Greek concentration camps – one of the outrageous atrocities in postwar Europe. Polymeris Volgis of New York University [KK.;;;] describes how a system of repentance was introduced as though by a “latter-day secular Inquisition”, with confessions extracted through “endless and violent degradation”.
Women detainees would have their children taken away until they confessed to being “Bulgarians” and “whores”. The repentance system led Makronissos to be seen as a “school” and “National University” for those now convinced that “Our life belongs to Mother Greece,’ in which converts were visited by the king and queen, ministers and foreign officials. “The idea”, says Patríkios, who never repented, “was to reform and create patriots who would serve the homeland.”
Minors in the Kifissa prison were beaten with wires and socks filled with concrete. “On the boys’ chests, they sewed name tags”, writes Voglis, “with Slavic endings added to the names; many boys were raped”. A female prisoner was forced, after a severe beating, to stand in the square of Kastoria holding the severed heads of her uncle and brother-in-law. One detainee at Patras prison in May 1945 writes simply this: “They beat me furiously on the soles of my feet until I lost my sight. I lost the world.”
Manolis Glezos has a story of his own. He produces a book about the occupation, and shows a reproduction of the last message left by his brother Nikos, scrawled on the inside of a beret. Nikos was executed by collaborators barely a month before the Germans evacuated Greece. As he was being driven to the firing squad, the 19-year-old managed to throw the cap he was wearing from the window of the car. Subsequently found by a friend and restored to the family, the cap is among Glezos’s most treasured possessions.
Scribbled inside, Nikos had written: “Beloved mother. I kiss you. Greetings. Today I am going to be executed, falling for the Greek People. 10-5-44.”
Nowhere else in newly liberated Europe were Nazi sympathisers enabled to penetrate the state structure – the army, security forces, judiciary – so effectively. The resurgence of neo-fascism in the form of present-day far-right party Golden Dawn has direct links to the failure to purge the state of right-wing extremists; many of Golden Dawn’s supporters are descendants of Battalionists, as were the “The Colonels” who seized power in 1967.
Glezos says: “I know exactly who executed my brother and I guarantee they all got off scot-free. I know that the people who did it are in government, and no one was ever punished.” Glezos has dedicated years to creating a library in his brother’s honour. In Brussels, he unabashedly asks interlocutors to contribute to the fund by popping a “frango” (a euro) into a silk purse. It is, along with the issue of war reparations, his other great campaign, his last wish: to erect a building worthy of the library that will honour Nikos. “The story of my brother is the story of Greece,” he says.
There is no claim that ELAS, or the Democratic Army of Greece which replaced it, were hapless victims. There was indeed a “Red Terror” in response to the onslaught, and on the retreat from Athens, ELAS took some 15,000 prisoners with them. “We did some killing,” concedes Glezos, “and some people acted out of revenge. But the line was not to kill civilians.”
In December 1946, Greek prime minister Konstantinos Tsaldaris, faced with the probability of British withdrawal, visited Washington to seek American assistance. In response, the US State Department formulated a plan for military intervention which, in March 1947, formed the basis for an announcement by President Truman of what became known as the Truman Doctrine, to intervene with force wherever communism was considered a threat. All that had passed in Greece on Britain’s initiative was the first salvo of the Cold War.
Glezos still calls himself a communist. But like Patríkios, who rejected Stalinism, he believes that communism, as applied to Greece’s neighbours to the north, would have been a catastrophe. He recalls how he even gave Nikita Khrushchev, the Soviet leader who would de-Stalinise the Soviet Union “an earful about it all”. The occasion arose when Khrushchev invited Glezos – who at the height of the Cold War was a hero in the Soviet Union, honoured with a postage stamp bearing his image – to the Kremlin. It was 1963 and Khrushchev was in talkative mood. Glezos wanted to know why the Red Army, having marched through Bulgaria and Romania, stopped at the Greek border. Perhaps the Russian leader could explain.
“He looked at me and said, ‘Why?’
“I said: ‘Because Stalin didn’t behave like a communist. He divided up the world with others and gave Greece to the English.’ Then I told him what I really thought, that Stalin had been the cause of our downfall, the root of all evil. All we had wanted was a state where the people ruled, just like our [then] government in the mountains, where you can still see the words ‘all powers spring from the people and are executed by the people’ inscribed into the hills. What they wanted, and created, was rule by the party.”
Khrushchev, says Glezos, did not openly concur. “He sat and listened. But then after our meeting he invited me to dinner, which was also attended by Leonid Brezhnev [who succeeded Khrushchev in 1964] and he listened for another four and a half hours. I have always taken that for tacit agreement.”
Lt Gen Ronald Scobie with two other military men at a desk. On 5 December 1944, imposed martial law and ordered the aerial bombing of the working-class Metz quarter of Athens.
Taking charge: Lt Gen Ronald Scobie (centre) who, on 5 December 1944, imposed martial law and ordered the aerial bombing of the working-class Metz quarter of Athens. Photograph: Dmitri Kessel/The LIFE Picture Collection/Getty
For Patríkios, it was not until the Soviet invasion of Hungary in 1956, that the penny dropped: a line had been drawn across the map, agreed by Churchill and Stalin. “When I saw the west was not going to intervene [during the Budapest uprising] I realised what had happened – the agreed ‘spheres of influence’. And later, I understood that the Dekemvriana was not a local conflict, but the beginning of the Cold War that had started as a warm war here in Greece.”
Patríkios returned to Athens as a detainee “on leave” and was eventually granted a passport in 1959. Upon procuring it, he immediately got on a ship to Paris where he would spend the next five years studying sociology and philosophy at the Sorbonne. “In politics there are no ethics,” he says, “especially imperial politics.”
It’s the afternoon of 25 January 2009. The tear gas that has drenched Athens – a new variety, imported from Israel – clears. A march in support of a Bulgarian cleaner, whose face has been disfigured in an acid attack by neo-fascists, has been broken up by riot police after hours of street-fighting.
Back in the rebel-held quarter of Exarcheia, a young woman called Marina pulls off her balaclava and draws air. Over coffee, she answers the question: why Greece? Why is it so different from the rest of Europe in this regard – the especially bitter war between left and right? “Because,” she replies, “of what was done to us in 1944. The persecution of the partisans who fought the Nazis, for which they were honoured in France, Italy, Belgium or the Netherlands – but for which, here, they were tortured and killed on orders from your government.”
She continues: “I come from a family that has been detained and tortured for two generations before me: my grandfather after the Second World War, my father under the Junta of the colonels – and now it could be me, any day now. We are the grandchildren of the andartes, and our enemies are Churchill’s Greek grandchildren.”
“The whole thing”, spits Dr Gerolymatos, “was for nothing. None of this need have happened, and the British crime was to legitimise people whose record under occupation by the Third Reich put them beyond legitimacy. It happened because Churchill believed he had to bring back the Greek king. And the last thing the Greek people wanted or needed was the return of a de-frocked monarchy backed by Nazi collaborators. But that is what the British imposed, and it has scarred Greece ever since.”
“All those collaborators went into the system,” says Manilos Glezos. “Into the government mechanism – during and after the civil war, and their sons went into the military junta. The deposits remain, like malignant cells in the system. Although we liberated Greece, the Nazi collaborators won the war, thanks to the British. And the deposits remain, like bacilli in the system.”
But there is one last thing Glezos would like to make clear. “You haven’t asked: ‘Why do I go on? Why I am doing this when I am 92 years and two months old?’ he says, fixing us with his eyes. “I could, after all, be sitting on a sofa in slippers with my feet up,” he jests. “So why do I do this?”
He answers himself: “You think the man sitting opposite you is Manolis but you are wrong. I am not him. And I am not him because I have not forgotten that every time someone was about to be executed, they said: ‘Don’t forget me. When you say good morning, think of me. When you raise a glass, say my name.’ And that is what I am doing talking to you, or doing any of this. The man you see before you is all those people. And all this is about not forgetting them.”

Timeline: the battle between left and right

Late summer 1944 German forces withdraw from most of Greece, which is taken over by local partisans. Most of them are members of ELAS, the armed wing of the National Liberation Front, EAM, which included the Communist KKE party
October 1944 Allied forces, led by General Ronald Scobie, enter Athens, the last German-occupied area, on 13 October. Georgios Papandreou returns from exile with the Greek government
2 December 1944 Rather than integrate ELAS into the new army, Papandreou and Scobie demand the disarmament of all guerrilla forces. Six members of the new cabinet resign in protest
3 December 1944 Violence in Athens after 200,000 march against the demands. More than 28 are killed and hundreds are injured. The 37-day Dekemvrianá begins. Martial law is declared on 5 December
January/February 1945 Gen Scobie agrees to a ceasefire in exchange for ELAS withdrawal. In February the Treaty of Varkiza is signed by all parties. ELAS troops leave Athens with 15,000 prisoners
1945/46 Right-wing gangs kill more than 1,100 civilians, triggering civil war when government forces start battling the new Democratic Army of Greece (DSE), mainly former ELAS soldiers
1948-49 DSE suffers a catastrophic defeat in the summer of 1948, with nearly 20,000 killed. In July 1949 Tito closes the Yugoslav border, denying DSE shelter. Ceasefire signed on 16 October 1949
21 April 1967 Right-wing forces seize power in a coup d’état. The junta lasts until 1974. Only in 1982 are communist veterans who had fled overseas allowed to return to Greece

Via