Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Παλούκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Παλούκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Τα ερωτήματα του σήμερα και οι αντιφάσεις του ’40

του Κώστα Παλούκη για την εφημερίδα ΠΡΙΝ

Το ΕΑΜ ως πρότυπη μετωπική πολιτική – Ο Mεσοπόλεμος αντιμετωπίζεται σαν παιδική ηλικία του κινήματος

Η περίοδος του μεσοπολέμου αντιμετωπίζεται από την ελληνική Αριστερά και την αριστερή ιστοριογραφία συνήθως σαν μια προϊστορική εποχή του κυρίως ιστορικού χρόνου, δηλαδή της κατοχής και της ΕΑΜικής αντίστασης. Κατ’ αναλογία το ΕΑΜ θεωρείται η κύρια και πρότυπη για τους έλληνες κομμουνιστές μετωπική πολιτική, ενώ τα πολιτικά μέτωπα του μεσοπολέμου χρεοκοπημένα και ιστορικά αποτυχημένα.

Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του ΚΚΕ της δεκαετίας του 1940 αντιμετωπίζουν την προηγούμενη δράση τους ως την δική τους ατομική προϊστορία από την παιδική αριστερίστικη ηλικία στην ώριμη ενηλικίωση. Γι’ αυτό σε αυτήν την περίοδο συνήθως χαρίζουν τις εισαγωγές των αναμνήσεών τους, σαν ένα αναγκαίο προσημείωμα. Αυτήν την οπτική κληροδότησαν στις επόμενες γενιές και σύντομα αυτή η αναπαράσταση μετατράπηκε σε έναν κοινό τόπο. Τα πρώτα βιβλία για την ιστορία του ΚΚΕ αναπαρήγαγαν ακριβώς αυτήν την αναπαράσταση ανεξάρτητα από κομματική προέλευση. Προφανώς αυτή η σχέση είναι λογική. Η Αριστερά για πρώτη φορά την εποχή της αντίστασης συνδέθηκε με ευρύτατα εργατικά, αγροτικά και γενικότερα λαϊκά στρώματα, δημιούργησε δημοκρατικούς θεσμούς αυτοδιοίκησης του λαού μέσα στην κοινωνία. Κυρίως όμως συγκρότησε ένοπλο στρατό, αντιπαρατέθηκε με τους κατακτητές και απελευθέρωσε την χώρα, διατηρώντας ανοιχτό το ερώτημα της κατάληψης της εξουσίας, άσχετα εάν εντέλει επέλεξε την παραχώρησή της ουσιαστικά στους αστούς και Βρετανούς, προσδοκώντας το δικαίωμα της διεκδίκησής της μέσα από τη νομιμότητα. Στη συνέχεια συγκρούστηκε ένοπλα δύο φορές με την ελληνική αστική τάξη, την πρώτη στα αστικά κέντρα και την δεύτερη στα βουνά, και ηττήθηκε.

Αυτό το τεράστιο μνημονικό “βουνό” της δεκαετίας του 1940, φορτωμένο με τραύματα, ερωτήματα, αποσιωπήσεις, φόβο, αυτολογοκρισία και ενοχές, έκρυψε με την σκιά του τις προηγούμενες εποχές. Η ΕΑΜογενής αριστερά (ΚΚΕ, ΚΚΕ Εσ., μ-λ ρεύματα) είχε να διαχειριστεί τη μεγάλη ήττα και να ξανασηκωθεί όρθια. Τα μάτια λοιπόν δεν μπορούσαν να ξεφύγουν ποτέ από τη μεγάλη εκείνη εποχή και αναζητούσαν εκεί τις απαντήσεις στα ερωτήματα του εκάστοτε παρόντος. Τα μόνα τμήματα της αριστεράς τα οποία αναζητούσαν απαντήσεις στις προηγούμενες εποχές ήταν οι τροτσκιστές. Για εκείνους η μεγάλη εποχή ήταν ο μεσοπόλεμος, αφού οι στρατηγικές επιλογές των τροτσκιστών κατά την περίοδο της αντίστασης και των αρχειομαρξιστών κατά την περίοδο του εμφυλίου οδήγησε τους πρώτους στο περιθώριο των εξελίξεων και τους δεύτερους στην ενσωμάτωση στο αντικομμουνιστικό μεταπολεμικό καθεστώς.

Οι εκρηκτικές δυνατότητες και οι αδυναμίες του λαϊκού μετώπου

Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε με λεπτομέρεια εδώ τις τεράστιες διαφορές που ορίζουν την κομμουνιστική Αριστερά του μεσοπολέμου από εκείνη του πολέμου. Θα υπογραμμίσουμε όμως μερικές καθοριστικές πλευρές οι οποίες είχαν ήδη αρχίσει να τίθενται από το 1934. Ο φασισμός διαβαθμίζεται σε σχέση με την αστική δημοκρατία ως χειρότερος εχθρός. Το ΚΚΕ διεκδικεί την ηγεμονία από τα αστικοτσιφλικάδικα κόμματα και θέτει το ζήτημα της υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας από τον ελληνικό φασισμό, της εθνικής ανεξαρτησίας – ελευθερίας της χώρας απέναντι στην διπλή εξάρτηση από ντόπιο και ξένο κεφάλαιο και της ακεραιότητάς της σε μια ενδεχόμενη επίθεση από τον ξένο φασισμό. Σε αυτήν την κατεύθυνση υιοθετεί το σχέδιο ενός πλατιού δημοκρατικού αντιφασιστικού μετώπου και προτάσσει το όραμα μιας λαϊκής δημοκρατίας. Το ΚΚΕ από διεθνιστικό αντι-εθνικό και αντικοινοβουλευτικό κόμμα, αυτοπροβάλλεται ως εκείνο που υποστηρίζει τον δημοκρατικό κοινοβουλευτισμό και υιοθετεί έναν πατριωτικό λόγο.

Πράγματι, τομή σε αυτές τις διεργασίες είναι το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς καθώς επιβάλλει τις νέες κατευθύνσεις. Αυτή η αλλαγή συνιστά μια μεγάλη ρήξη με το μπολσεβίκικο λενινιστικό παρελθόν και με τις παρακαταθήκες που άφησε η επανάσταση του 1917. Αντανακλά στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ σοβαρές και σημαντικές ανακατατάξεις. Η γενιά της επανάστασης αισθανόταν ότι το αυταρχικό μοντέλο που είχε εγκαθιδρυθεί έπρεπε να τελειώσει και διεκδικούσε την ανατροπή του Στάλιν στην κατεύθυνση της ολοκλήρωσης των αιτημάτων του Οκτώβρη. Αυτό ακριβώς σηματοδοτούσε η υπόσχεση για ένα πιο δημοκρατικό σύνταγμα. Η ηγεσία όμως του σοβιετικού κράτους αντιλαμβανόταν ότι μια τέτοια διεργασία θα οδηγούσε στην ανατροπή της. Προτάσσοντας λοιπόν με όρους εθνικισμού την εξωτερική και εσωτερική απειλή του νέου κράτους δημιούργησε την εσωτερική συναίνεση και ουσιαστικά εξόντωσε με την κατηγορία του τροτσκισμού όλη εκείνη τη μεγάλη ιστορική γενιά της επανάστασης. Είναι φανερό ότι με αυτήν την εξόντωση βαθαίνει ουσιαστικά η αντεπανάσταση και αποκόβεται κάθε πραγματικό σχέδιο οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Κάθε άλλη τοποθέτηση σε αυτό το ζήτημα θα πρέπει να αναμετρηθεί με μια σειρά ερωτήματα που μόνο με θεωρητικό συνδικαλισμό και πολύ ιδεολογικό φανατισμό μπορεί να ξεπεράσει για να καταλήξει στο αντίθετο συμπέρασμα.

Το σοβιετικό κράτος εισέρχεται στην διεθνή σκακιέρα όχι ως κράτος απειλή, αλλά ως επίσημος και ισότιμος διεθνής συνομιλητής με ιδιαίτερα εθνικά συμφέροντα. Αυτές οι διεργασίες χαιρετίζονται στο εξωτερικό από κυβερνήσεις και αστικές εφημερίδες, παρά τις προβεβλημένες κριτικές για τις δίκες. Μάλλον καλύτερα οι προσεγγίσεις απέναντι σε αυτήν την εξέλιξη είχαν αντιφατικό χαρακτήρα. Σε διάφορες συντηρητικές εφημερίδες της Αγγλίας, της φασιστικής Ιταλίας, μπορούσε κανείς να διαβάσει ενθουσιώδη άρθρα για τον νέο εθνικό μπολσεβικισμό του Στάλιν και τη μεγάλη ρήξη με τον τροτσκισμό, δηλαδή τον επαναστατικό κομμουνισμό. Την ίδια στιγμή αστικές δημοκρατικές εφημερίδες στον αγγλόφωνο κυρίως κόσμο καταγγέλλουν ως συντηρητική και αυταρχική αυτήν την στροφή και φυσικά τις διώξεις εναντίον των τροτσκιστών. Η σύγκρουση στην Ισπανία ανάμεσα στο POUM και το Ισπανικό ΚΚ λειτουργούν καθοριστικά σε αυτές τις αναπαραστάσεις. Αυτή η εθνική στροφή της ΕΣΣΔ επιτρέπει στην ηγεσία της μια ευέλικτη πολιτικά και ιδεολογικά διπλωματία, που μπορεί να δικαιολογεί συμμαχίες τη μια φορά με την δημοκρατική Γαλλία και την άλλη με την φασιστική Γερμανία.

Πράγματι, αυτή η στροφή σημαίνει για τα κομμουνιστικά κόμματα σε διεθνές επίπεδο μια νέα ιστορική φάση ανάπτυξης και μαζικοποίησης, μετά από τη μακρά περίοδο του σοσιαλφασισμού και τις καταστροφικές συνέπειες σε Γερμανία και άλλες άλλες χώρες. Και αυτή η αίσθηση της επιτυχίας ήταν τόσο σημαντική ώστε διέλυσε κάθε διαφωνία και κριτική επιτρέποντας και νομιμοποιώντας όλες αυτές τις αλλαγές. Το ΚΚ Γαλλίας γίνεται ρυθμιστικός παράγοντας των εξελίξεων, το ΚΚ Ισπανίας και μια σειρά άλλων ΚΚ, ανάμεσα στα οποία και το ελληνικό. Παράλληλα όμως, η ευέλικτη διπλωματική πολιτική της ΕΣΣΔ προκάλεσε τεράστιες αντιφάσεις, αντιθέσεις και συγχύσεις στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Συγκεκριμένα, το σύμφωνο Μολώτφο-Ρίμπετροφ άνοιξε μια νέα προοπτική διαβαθμίζοντας τους φασισμούς σε καλούς και κακούς ανάλογα με τη σχέση που οι χώρες είχαν με την ΕΣΣΔ σε διεθνές επίπεδο.

Χωρίς να λάβει κανείς υπόψη του αυτές τις διεργασίες δεν είναι δυνατόν να κατανοήσει την τεράστια σύγχυση μέσα στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα της εποχής. Από αυτην την άποψη, το πρόσφατο κείμενο της ΚΕ του ΚΚΕ συμβάλλει θετικά στον διάλογο, ανεξάρτητα από τις αξιολογήσεις του συγγραφέα, γιατί με μία σχετική νηφαλιότητα παρουσιάζει όλο αυτό το μπέρδεμα και θίγει πολλά ζητήματα που στο παρελθόν ήταν “ταμπού”. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να μην σχολιάσει πως εν τέλει το ενδιαφέρον είναι η νομιμοποίηση της σημερινής γραμμής επιλέγοντας το “παρελθόν” που του ταιριάζει. “Ξαναφτιάχνει” δηλαδή την συλλογική κομματική μνήμη επαναξιολογώντας τις σκοτεινές ή τις ξεχασμένες πλευρές της ιστορίας του.

Το ΚΚΕ είχε να αναχθεί στον βασικό και κύριο πολιτικό εχθρό του βασιλομεταξικού καθεστώτος. Την ίδια στιγμή ουσιαστικά διαλύεται και ένα μέρος του, το μεγαλύτερο, ακολουθεί το χαφιέδικο τμήμα του είτε συνειδητά ως όργανα της ασφάλειας είτε πιστεύοντας πως με αυτόν τον τρόπο εκφράζει καλύτερα την πολιτική του γραμμή. Το καθεστώς ελέγχει το μηχανισμό του κόμματος και τον καθοδηγεί. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να εξηγήσουμε πολιτικά το συνειδητό πέρασμα στο άλλο στρατόπεδο, αλλά και το γεγονός ότι ένα μεγάλο κομμάτι της βάσης αποδεχόταν και υιοθετούσε τις κατευθύνσεις τις χαφιέδικης ηγεσίας. Το βιβλίο προσπαθεί να αγγίξει αυτό το ζήτημα δικαιώνοντας την τίμια κεντρική επιτροπή, ενώ παρουσιάζει τμήμα της βάσης να ανησυχεί και να προβληματίζεται.

Κατά την άποψή μου, τρεις είναι οι σημαντικοί παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν. Ο πρώτος είναι οι απογοητεύσεις των μελών του ΚΚΕ, ο δεύτερος είναι η δυνατότητα ιδεολογικών συγκλίσεων που προσφέρει το βασιλομεταξικό καθεστώς σε ένα κόμμα με χαρακτηριστικά εθνικού μπολσεβικισμού με κοινό εχθρό έναν παλιό διεθνιστικό κομμουνισμό και ο τρίτος η υλική διάσταση των κοινωνικών κατακτήσεων που το βασιλομεταξικό καθεστώς προσφέρει. Συνολικά, η προσπάθεια αυτή του καθεστώτος δεν είναι άσχετη με την δική του πορεία φασιστικοποίησης και αναζήτησης βαθιών πολιτικών ερεισμάτων μέσα στα εργατικά στρώματα. Δηλαδή την επιδίωξη να μεταμορφωθεί από ένα φασιστόμορφο σε ένα φασιστικό καθεστώς με μαζική υποστήριξη. Από την άλλη υπάρχουν όλες οι δυνατές προϋποθέσεις τόσο στην κοινωνία όσο και στην ιδεολογία αφού ο “νέος μαρξισμός” μετά το σύμφωνο Ρίμπετροφ Μολώτοφ μπορεί να διαβαθμίζει τους φασισμούς σε καλούς και κακούς. Δημιουργείται δηλαδή ένα νέο “κριτήριο”για τον φασισμό που μπορεί να αφομοιωθεί δημιουργικά σε εποχές σύγχυσης.

Το γράμμα του Ζαχαριάδη πράγματι δίνει ιδεολογική νομιμότητα στην γενικότερη πολιτική εξέλιξη του ΚΚΕ σφραγίζοντας την λογική της εθνικής ενότητας με όρους υποταγής στην βρετανόφιλη ελληνική αστική τάξη, αλλά και ταυτόχρονα δίνει τις κατευθύνσεις για πως ο ίδιος ο λαός θα δώσει τον αντιφασιστικό αγώνα. Είναι λοιπόν μια μεγάλη τομή γιατί ουσιαστικά αφήνει πίσω εντελώς κάθε στοιχείο του μεσοπολεμικού κομμουνισμού και γίνεται η βάση για τη νέα μεγάλη εποχή του πατριωτικού λαϊκού αντιστασιακού αγώνα που οδήγησε στην Ελλάδα στην ελευθερία και τον ελληνικό λαό έξω από την πόρτα της εξουσίας. Την ίδια στιγμή παραμένει ένα αντιφατικό ντοκουμέντο και κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί. Το 1945 ο Τσόρτσιλ περιγράφοντας την εξέγερση του Δεκέμβρη δικαιολογούσε την βρετανική επέμβαση κατηγορώντας τους έλληνες κομμουνιστές ότι δεν είναι αυθεντικοί κομμουνιστές, όπως ο Στάλιν, αλλά τροτσκιστές, και χαρακτήριζε την ίδια την εξέγερση ως τροτσκιστική. Για τον ίδιο οι έλληνες κομμουνιστές εγκατέλειψαν την πολιτική της συναίνεσης και της υποταγής και υιοθέτησαν την λογική της προλεταριακής επανάστασης και της ανατροπής της αστικής τάξης. Δηλαδή επέστρεψαν στον παλιό “κακό κομμουνισμό” του Οκτώβρη. Αυτά τα λόγια αναπαρήγαγαν όλες οι ελληνικές αστικές εφημερίδες επιζητώντας την άνευ όρων υποταγή των δυνάμεων του ΚΚΕ. Προφανώς και αυτό δεν ίσχυε. Το ΚΚΕ και μαζί του όλο το αντιστασικαό κίνημα έχασε γιατί ακριβώς ακολουθούσε τη λογική της συναίνεσης και της υποταγής διεκδικώντας με τα όπλα απλά κάποιους καλύτερους όρους για την συναίνεση, έναν δρόμο “νομιμότητας” και τήρησης των συμφωνίων.

Πράγματι, λοιπόν στην πολιτική των λαϊκών μετώπων υπάρχουν δύο αναμφισβήτητα δεδομένα. Το πρώτο είναι ότι δημιούργησε της προϋποθέσεις της νικηφόρας μαζικότητας, το δεύτερο είναι ότι αυτή η νικηφόρα δυνατότητα εξ ορισμού εμποδιζόταν. Όποιος λοιπόν δεν βλέπει το πρώτο ή το δεύτερο κάνει μια ιδεολογική επιλογή και τίποτε παραπάνω. Το ζήτημα δεν είναι να πετάξουμε το κομμουνιστικό κίνημα μετά το 1917 στα σκουπίδια και να αναζητούμε την αυθεντική αλήθεια αποκλειστικά και μόνο στις δέκα ημέρες που άλλαξαν τον κόσμο. Ούτε να ψάχνουμε την σωστή εργατική πολιτική στις χρεωκοπημένες λογικές της Ενωτικής ΓΣΕΕ και της υπερεπαναστατικής σεχταριστικής ανεξάρτητης ηγεσίας που απομόνωσε το κομμουνιστικό κίνημα. Ούτε από την άλλη μπορούμε να αποθεώνουμε μια μετωπική πολιτική που ενείχε εν τοις όροις την ήττα, γιατί επιδιώκουμε να αποκρύψουμε τις αντεπαναστατικές συνθήκες στην Ρωσία που καθόρισαν διεθνώς την ήττα.

Αν και κάθε νέα εποχή έχει τις δικές τις ιδιαίτερες συνθήκες, ωστόσο δεν μπορούμε να αποκόψουμε τη ματιά από το παρελθόν, γιατί δεν είμαστε σε θέση να σχεδιάσουμε παρά μόνο με ότι έχουμε ως δεδομένο. Και το παρελθόν είναι το μόνο δεδομένο με το οποίο μπορούμε να αναμετριόμαστε. Συνεπώς, το ερώτημα είναι να αναζητήσουμε στο παρόν με βάση τον ορθό λόγο, με βάση τα σημερινά δεδομένα μια σύγχρονη επαναστατική τακτική που δεν θα είναι συνάμα ούτε σεχταριστική ούτε ρεφορμιστική. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να στοιχηθούμε πίσω από τη μία ή την άλλη γραμμή του παρεθόντος, ούτε όμως και να το πετάξουμε όλο στα σκουπίδια. Με αυτό το κριτήριο της μαρξιστικής κριτικής θα πρέπει να εξετάζουμε το παρελθόν, εάν θέλουμε πραγματικά να αντλήσουμε εμπειρία από αυτό.

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

Ο άγριος ταξικός Δεκέμβρης του 1944

Ο Ιάσονας Χανδρινός μιλάει στους Νατάσα Κεφαλληνού και Κώστα Παλούκη
Πηγή: Εφημερίδα ΠΡΙΝ


Συμβάλλοντας στη συζήτηση για τα Δεκεμβριανά του 1944 συναντήσαμε τον ιστορικό Ιάσονα Χανδρινό, συγγραφέα του πολυσυζητημένου βιβλίου Το τιμωρό χέρι του λαού. Η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη πρωτεύουσα 1942-1944, ο ο οποίος φέρνει στο προσκήνιο την εν πολλοίς άγνωστη εαμική αντίσταση στις πόλεις απέναντι στις κατοχικές δυνάμεις και τους έλληνες συνεργάτες τους. Τα συμπεράσματα του βιβλίου μπορούν να φωτίσουν και να εμπλουτίσουν τη σημερινή συζήτηση για το χαρακτήρα της μαζικής, λαϊκής αντιβίας του κινήματος απέναντι στην κυρίαρχη ρητορική που επιδοκιμάζει το κρατικό μονοπώλιο της βίας, δαιμονοποιώντας κάθε μορφή αντίστασης. Η συζήτηση εφορμώντας από τις δράσεις αλληλεγγύης του ΕΑΜ, έφτασε στις πρακτικές της ΟΠΛΑ και του ΕΛΑΣ Αθήνας για να επικεντρωθεί στη δεκεμβριανή σύγκρουση και τη σημασία της στη συλλογική μνήμη.

Ποιες ήταν οι δράσεις αλληλεγγύης του ΕΑΜ; Έπαιξαν ρόλο στη μαζικοποίηση του;
Η δεδομένη δράση αλληλεγγύης που ακολούθησε το ΕΑΜ δεν θα πρέπει να δίνει την εντύπωση ότι εξασφάλισε, με κυριολεκτικό τρόπο, τρόφιμα στον πληθυσμό. Για την ακρίβεια, το ΕΑΜ έδειξε στον κόσμο το δρόμο για να διεκδικήσει ο ίδιος τη βελτίωση των υλικών όρων ζωής του. Δεν θα πρέπει να φανταστούμε ένα δίκτυο που έστηνε κοινωνικές υπηρεσίες στα αστικά κέντρα και την επαρχία, αλλά μάλλον μια κλασσικού τύπου συνδικαλιστική οργάνωση, που απαιτούσε την υλοποίηση διαχρονικών αιτημάτων, όπως αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Η αλληλεγγύη ήταν ένα σύνθημα «μαγικό» για εκείνη την εποχή και λειτούργησε ως προθάλαμος για την αντικατοχική ρήξη.

Υπήρχαν διαφορές στις εαμικές πρακτικές αλληλεγγύης που ακολουθήθηκαν στην επαρχία και την Αθήνα;
Στην ορεινή ύπαιθρο, βασικό στοίχημα που κέρδισε το ΕΑΜ ήταν η οργάνωση θεσμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Η εμφάνιση των πρώτων αντάρτικων ομάδων συνοδεύτηκε από μια «στρατιωτικοποίηση» των ανταρτοκρατούμενων περιοχών και σχεδόν στις περισσότερες περιπτώσεις μια προσπάθεια πολιτικής έκφρασης των ίδιων των χωρικών. Στην ύπαιθρο κυριάρχησε η δημιουργία θεσμών αυτοοργάνωσης σε τοπικό επίπεδο, η οποία καθιέρωσε την αίσθηση του συνανήκειν, που αξιοποίησε το ΕΑΜ κατορθώνοντας έτσι να αναδειχθεί σε δύναμη, πανεθνικής εμβέλειας. Στις πόλεις ήταν αρκετά δυσκολότερα τα πράγματα, για λόγους που συνδέονται με τους περιορισμούς δράσης σε μια κατεχόμενη πόλη. Σε αυτή την περίπτωση, το ΕΑΜ εκμεταλλεύτηκε διάφορες συλλογικότητες που βρίσκονταν μεταξύ νομιμότητας και παρανομία (σωματεία, αθλητικούς συλλόγους, φυσιολατρικούς ομίλους, το ταμείο απόρων φοιτητών), μέσα από τις οποίες προωθήθηκε η νόμιμη διεκδίκηση τροφίμων και συσσιτίων.

Πώς συγκροτήθηκε και λειτούργησε ο ΕΛΑΣ Αθήνας;
Ο ΕΛΑΣ Αθήνας ήταν ένας ολιγάριθμος στρατός, που απαρτιζόταν από μικρές ένοπλες ομάδες, οι οποίες δρούσαν σε συνοικιακό επίπεδο από τα τέλη του 1943 μέχρι την Απελευθέρωση. Η ίδρυση του, τον Φεβρουάριο 1942, αφορούσε τη συγκρότηση ενός στρατιωτικού επιτελείου χωρίς σαφή προσανατολισμό σε συγκεκριμένες δράσεις μέσα στο αστικό περιβάλλον, ενδεχομένως σκόπευαν να χρησιμοποιηθεί για αποστολή μελών του στο βουνό, ώστε να πλαισιωθούν οι αντάρτικες μονάδες της υπαίθρου. Αρχικά καταγραφόταν ως «συνδικαλιστικός ΕΛΑΣ», δηλαδή μια ακόμη πολιτική οργάνωση –φυσικά χωρίς όπλα– που αναπτυσσόταν μέσα στους εργασιακούς χώρους. Στη συνέχεια, το φθινόπωρο του 1943, σχηματοποιήθηκε σε αυτές τις ένοπλές ομάδες που προανέφερα, οι οποίες ανέλαβαν τη διεξαγωγή ενός αμυντικού αστικού κλεφτοπόλεμου εναντίον των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Ασφάλειας στις εαμοκρατούμενες συνοικίες. Ο ΕΛΑΣ Αθήνας θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια μετεξέλιξη της αντίστοιχης συνδικαλιστικής δράσης, που καλλιέργησε το ΕΑΜ, στις τάξεις των μόνιμων και έφεδρων αξιωματικών. Ήταν στην ουσία ένας αμυντικός στρατός, και αυτό έχει μεγάλη σημασία για την εξέλιξη των γεγονότων, ο οποίος ποτέ δεν αυτονομήθηκε από το μαζικό πολιτικό αγώνα που διεξήγαγε το ΕΑΜ στα αστικά κέντρα. Πίσω από τον ΕΛΑΣ Αθήνας δεν υπάρχει κάποιο σχέδιο της ηγεσίας για ένοπλη κατάκτηση της Αθήνας, και αυτό θα επηρεάσει πολύ τις εξελίξεις στα Δεκεμβριανά.

Μια πλήρως παραγνωρισμένη πτυχή της κατοχικής ιστορίας είναι η ΟΠΛΑ.
Η ΟΠΛΑ ιδρύθηκε τον Δεκέμβρη του 1942, μετά τις πρώτες συλλήψεις αγωνιστών του ΕΑΜ, που επέβαλαν τη λήψη μέτρων περιφρούρησης και προστασίας της ζωής των αγωνιστών. Ήταν μια ειδική οργάνωση που απαντούσε με ατομική τρομοκρατία στη μαζική τρομοκρατία των γερμανικών και των ελληνικών κατοχικών αρχών, ουσιαστικά η δράση της ήταν τιμωρητική-απαντητική απέναντι σε μαζικές συλλήψεις, δολοφονίες και μπλόκα που από τα τέλη του 1943 έδιναν τον τόνο στην κατεχόμενη Αθήνα. Ενεπλάκη σε ένα κύκλο εκδικήσεων και αντεκδικήσεων, εκφράζοντας ουσιαστικά τη λογική των «αντιποίνων της Αντίστασης». Το εύρος της φονικότητας της –υπολογίζω ότι τα θύματα της μέσα στην Κατοχή, σε διάστημα ενός χρόνου, φτάνουν τα 400– την έφερε γρήγορα στο προσκήνιο. Ανέλαβε τις εκτελέσεις αξιωματικών της Χωροφυλακής, της Ειδικής Ασφάλεια, ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας, λιγότερο της Αστυνομίας Πόλεων, κυρίως όμως στράφηκε εναντίον πολιτών, που εμπίπτουν στην κατηγορία του χαφιέ και του πληροφοριοδότη. Το βασικό είναι ότι η ΟΠΛΑ διεξήγαγε πρωταρχικά έναν αμυντικό αγώνα, που στράφηκε εναντίον δραστήριων συνεργατών του κατακτητή, και όχι ιδεολογικό πόλεμο με αντίπαλες οργανώσεις. Η ασυμμετρία ισχύος που υπάρχει ανάμεσα στη βία ενός μαζικού κινήματος που περιφρουρεί τον εαυτό του και σε μια δεδομένη αυταρχική δοσιλογική κρατική εξουσία είναι πρόδηλη: Τα θύματα της συνεχιζόμενης μαζικής καταστολής των κατοχικών δυνάμεων και των συνεργατών τους ξεπερνούν τα 10.000 άτομα μόνο στην Αθήνα και τον Πειραιά, συμπεριλαμβάνοντας συλλήψεις, δολοφονίες, εκτελέσεις στη Καισαριανή, το Γουδί, στο στρατόπεδο των Ες Ες στο Χαϊδάρι και μαζικές εκκενώσεις των συνοικιών το καλοκαίρι του ‘44.

Πώς οδηγηθήκαμε στα Δεκεμβριανά, ήταν αναπόφευκτος ο «δεύτερος γύρος»;
Το δίμηνο που προηγείται της αποχώρησης των Γερμανών από την Ελλάδα χαρακτηρίστηκε από μια αξιοπρόσεκτη πύκνωση της δράση της ΟΠΛΑ, αυξήθηκαν οι εκτελέσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, και δόθηκε μια εντύπωση ότι το ΚΚΕ ετοιμάζεται για μια δυναμική κάθοδο στο παιχνίδι της εξουσίας. Οι εικόνες της Αθήνα της απελευθέρωσης, με την κυριαρχία του ενθουσιασμού και της ανακούφισης, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα σεντόνι πάνω από μια πόλη που βράζει από ταξικό μισός. Ήδη από την Κατοχή, υπήρχε ένα αγεφύρωτο πολιτικό χάσμα, ανάμεσα σε δύο κοινωνικές ομάδες, με εντελώς διαφορετικές κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές αναφορές. Από τη μια πλευρά ένα πλήθος που συνέρεε από τις εαμοκρατούμενες συνοικίες, και από την άλλη όλο τον «καλό κόσμο» της Αθήνας από τις συνοικίες του κέντρου. Το χάσμα αυτό διευρύνθηκε σε τέτοιο εκρηκτικό βαθμό το μεσοδιάστημα από την απελευθέρωση ως τα Δεκεμβριανά, που οποιαδήποτε επίκληση στην εθνική ενότητα έμοιαζε ψευδεπίγραφη. Το δίμηνο αυτό ουσιαστικά αποτελούσε έναν πόλεμο νεύρων, με κυρίαρχη την αναμονή μιας προδιαγεγραμμένης σύγκρουσης. Έχει ενδιαφέρον αμέσως μετά την απελευθέρωση, το ΚΚΕ σταμάτησε οποιεσδήποτε πράξεις γνήσιας ή μη αυτοδικίας στην ύπαιθρο και τις πόλεις, δοκιμάζοντας να παίξει για ύστατη φορά το παιχνίδι της νομιμότητας με έναν αντίπαλο, ο οποίος επιδίωξε εξ αρχής και εν τέλει κατάφερε τη στρατιωτική υποταγή της Αριστεράς.

Πώς μεθόδευσε το αντιεαμικό στρατόπεδο τη σύγκρουση τον Δεκέμβρη και ποια είναι η γεωγραφία της σύγκρουσης;
Η γεωγραφία της σύγκρουσης ανέδειξε το κέντρο της Αθήνας στο οποίο έδρευε η κυβέρνηση εθνικής ενότητας, η βρετανική στρατιωτική ηγεσία με τον ταξίαρχο Σκόμπι, το Σύνταγμα Χωροφυλακής του Μακρυγιάννη, η χωροφυλακή, η «ομάδα Χ» στην περιοχή του Θησείου κι ένα πολύ ασθενικό δίκτυο αστυνομικών τμημάτων στις συνοικίες. Ουσιαστικά πρόκειται για μια νησίδα σε μια εαμική θάλασσα. Αυτό το αντιεαμικό στρατόπεδο ήταν ετερόκλητο και όφειλε την πολιτική του ύπαρξη στις βρετανικές λόγχες. Αυτό αποδεικνύεται από το πόσο μεγάλη ανάγκη ήταν η βρετανική επέμβαση π.χ. για να σωθούν οι χωροφύλακες στου Μακρυγιάννη ή από την πολύ εύκολη καταστροφή του ένοπλου θύλακα της «Χ» στο Θησείο κλπ.

Πώς η «Σκομπία» κατάφερε να επικρατήσει στρατιωτικά;
Το βάρος της σύγκρουσης σήκωσε κατά κύριο λόγο ο ΕΛΑΣ Αθήνας, ο οποίος εκείνη την εποχή αριθμούσε στα χαρτιά 20.000 μαχητές με ελάχιστα όπλα και πυρομαχικά. Η αποστολή τμημάτων από το βουνό έγινε σπασμωδικά. Ο απαράμιλλος ηρωισμός που έδειξαν οι ελασίτες της Αθήνας και του Πειραιά δεν μπορούσε να ισοφαρίσει την τραγική έλλειψη πυρομαχικών σε έναν αγώνα που τα βαριά όπλα, τα πυροβόλα, το πυροβολικό και τα άρματα μάχης των βρετανών θα έπαιζαν φυσικά καθοριστικό ρόλο. Η κατάληψη του αρχηγείου της βρετανικής αεροπορίας, της ΡΑΦ, στα τρία ξενοδοχεία της Κηφισιάς που κατέληξε στην αιχμαλωσία 500 βρετανών αεροπόρων ήταν ένα απόλυτο σοκ για την βρετανική ηγεσία καθώς χρειάστηκε να μεταφέρει μια ολόκληρη τεθωρακισμένη μεραρχία, μια ολόκληρη μεραρχία αλεξιπτωτιστών, δύο ύλες αρμάτων μάχης, ακόμη και τάγματα πεζικού αποικιακών στρατευμάτων. Με αυτόν τον τρόπο οι Βρετανοί τελικά έκριναν την παρτίδα. Ο Δεκέμβρης ήταν μια στρατιωτική ήττα. Αν αξιοποιούταν ο χρόνος που χάθηκε την πρώτη βδομάδα από 3 Δεκεμβρίου μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου ενδεχομένως με κατάλληλη προώθηση σε επίκαιρα σημεία της Αθήνας θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια τελείως διαφορετική εξέλιξη των γεγονότων. Είναι ένα πραγματικό τραύμα του αστικού πολιτικού κόσμου, ότι η μάχη κρίθηκε εξαιτίας του βρετανικού παράγοντα.

Ποια ήταν τα χαρακτηριστικά της βίας που άσκησε το εαμικό στρατόπεδο στα Δεκεμβριανά;
Ο τρόπος με τον οποίο διεξήχθη η σύγκρουση δεν τεκμηριώνει μια ολοκληρωτική προσπάθεια κατάληψης εξουσίας από την Αριστερά. Υποθέτοντας κανείς τις προθέσεις του ΚΚΕ, αυτό που επιδίωκε πιθανόν ήταν μια νέα πολιτική τάξη με καλύτερους όρους για το ίδιο το εαμικό κίνημα. Αναφορικά με την ίδια τη βία του Δεκέμβρη πρόκειται για τη σκληρότερη φάση όλης της εμφύλιας σύγκρουσης της δεκαετίας του 1940. Υπάρχει μια συσσώρευση των παθών που ξέσπασε πάνω σε όργανα του κατοχικού κράτους, πρώην δοσίλογους, ανθρώπους που ταυτίζονταν με τη συνέχεια του κοινωνικού καθεστώτος, ουσιαστικά ένας γενικευμένος κύκλος αυτοδικίας φτωχότερων στρωμάτων που επιτίθενται στην αστική τάξη, όπως την αντιλαμβάνονταν οι ίδιοι. Στόχοι όπως η Ελένη Παπαδάκη, που έχει μυθοποιηθεί στη νεότερη ελληνική ιστορία, καταλήγοντας να εκφράζει την τυφλή βία των κομμουνιστών στα Δεκεμβριανά, αποτελούσαν προφανή στόχο ενός κόσμου που είχε υποφέρει από την κατοχική τρομοκρατία, τις εκτελέσεις, την πείνα και τα μπλόκα και καθοδηγούνταν πλέον από ένα αυθεντικό ταξικό μίσος, στοιχείο που πολλές φορές ξεπέρασε και τις κομματικές επιλογές.

Πώς η συμφωνία της Βάρκιζας και η λευκή τρομοκρατία οδήγησαν στην ανοιχτή εμφύλια σύγκρουση.
Η Αθήνα εκκενώθηκε από τον ΕΛΑΣ πριν τα μέσα Ιανουαρίου του 1945. Το αντάρτικο διατηρούσε σχεδόν ανέπαφες τις δυνάμεις, τις βαριές μεραρχίες σε Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα, Ήπειρο Μακεδονία και Πελοπόννησο. Σε αυτές τις περιοχές καταγράφηκε μια ανυπομονησία για την επανέναρξη των συγκρούσεων. Ωστόσο, ο πόλεμος δεν επεκτάθηκε στην ύπαιθρο και η ηγεσία αποφάσισε την συνθηκολόγηση. Ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ υπογράφθηκε τελικά στην Βάρκιζα. Ακολούθησε η περίοδος της λευκής τρομοκρατίας, την οποία το ΚΚΕ αποδέχτηκε εντελώς παθητικά. Σε αυτό το πλαίσιο ο ΔΣΕ δεν μπορούσε παρά να περιμένει έναν αξιοπρεπή θάνατο, εφόσον η μεγάλη εαμική μάζα δεν τον ακολούθησε και ο εμφύλιος πόλεμος δεν άγγιξε τις πόλεις.

Μια ομάδα ιστορικών υποστηρίζει ότι η αδυναμία του ΕΑΜ να σιτίσει και να στηρίξει οικονομικά την Αθήνα καθόρισε τη στάση του στον Δεκέμβρη.
Ο Γιώργος Μαργαρίτης υποστηρίζει ότι «το ΕΑΜ έχασε τη μάχη της μετακατοχικής μπομπότας». Το ΕΑΜ πραγματικά δεν είχε δυνατότητα να δώσει λύση στην επισιτιστική κρίση της Αθήνας του 1944 που επανερχόταν θυμίζοντας τον εφιάλτη της πείνας του ’41- ’42. Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται συχνά το ζήτημα των περιορισμένων δυνατοτήτων ενός αντάρτικου στρατού πόλης, ο οποίος αποκομμένος από την παραγωγική βάση της υπαίθρου και χωρίς καμία προπαρασκευή εμπλοκής σε πόλεμο φθοράς μέσα μια πόλη ήταν μοιραίο να χάσει. Αυτή η συλλογιστική παραβλέπει δύο πράγματα: ότι δεν μιλάμε για πόλεμο φθοράς και ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στις καλύτερες μονάδες του ΕΛΑΣ να εμπλακούν στον πόλεμο αλλάζοντας τελείως τους όρους της σύγκρουσης. Νομίζω ότι το ΚΚΕ παραβίασε κατάφωρα τη βασική λενινιστική αρχή που λέει ότι με τον ένοπλο αγώνα δεν μπορείς να παίζεις. Θα πρέπει να τον ακολουθήσεις μέχρι τέλους ή να μην τον κάνεις καθόλου. Δεν υπάρχει «λίγος» ή «πολύς» ένοπλος αγώνας.

Τα Δεκεμβριανά άφησαν ένα μεγάλο τραύμα στην Αριστερά.
Εάν ρωτήσει κανείς σήμερα έναν επονίτη ή ελασίτη ή εαμίτη της Αθήνας για το ποιά είναι η κορυφαία αγωνιστική στιγμή της ζωής του θα απαντήσει: «ο μεγάλος Δεκέμβρης». Το πιο πλούσιο μάθημα αυτής της εμπειρίας είναι αυτή ακριβώς η πολλαπλή τομή στις αριστερές συνειδήσεις. Ο Δεκέμβρης επηρέασε καθοριστικά όχι μόνο την πολιτική εξέλιξη, αλλά και τον τρόπο που η Αριστερά αντιλαμβάνεται μια σειρά κομβικών ζητημάτων, όπως τα όρια και τις προϋποθέσεις ενός πολιτικού αγώνα, τις σχέσεις της Αριστεράς με τη βία κλπ. Αυτά ανάγονται στο δεκεμβριανό «τραύμα» που κληροδότησε την πεσιμιστική άποψη ότι εφόσον δεν νίκησε αυτό το τεράστιο εαμικό κίνημα δεν μπορούμε να έχουμε πολλή μεγάλη αισιοδοξία για ο,τιδήποτε άλλο. Μετά τον Δεκέμβρη οποιαδήποτε αναφορά στην ένοπλη δράση είναι ένα είδος ταμπού, που διατρέχει ακόμα και σήμερα όλες τις εκφάνσεις της Αριστεράς.

Τα γεγονός ότι η ΟΠΛΑ όσο και ο ΕΛΑΣ Αθήνας είχαν ως κύριο στόχο τους έλληνες συνεργάτες των κατοχικών δυνάμεων, ενισχύει τα επιχειρήματα του αναθεωρητικού ρεύματος της ιστοριογραφίας του 1940, που θεωρεί την «κόκκινη βία» ως πρωταίτιο του εμφυλίου;
Αν αυτό το αναθεωρητικό ρεύμα στην ιστοριογραφία ήταν λίγο πιο σοβαρό θα διατύπωνε μια άποψη με την οποία δεν θα διαφωνούσε κανένας σοβαρός κοινωνικός επιστήμονας ή ιστορικός: ότι η ίδια η εμφάνιση ενός εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος εγκυμονεί το στοιχείο της βίας, είναι μια επιλογή η οποία προκαλεί ρήξεις και τομές στον κοινωνικό ιστό. Η διαφωνία με την προσέγγιση των «αναθεωρητών» σχετίζεται με το γεγονός ότι παραγνωρίζουν πως η βία της Αριστεράς, εκείνη την εποχή, ήταν καθαρά αμυντική και στρέφονταν απέναντι σε μια καλά ενορχηστρωμένη και δρομολογημένη κατασταλτική προσπάθεια, που διεξαγόταν λιγότερο από τους Γερμανούς και περισσότερο από δυνάμεις που αναλάμβαναν ως δοσίλογες την προάσπιση του κοινωνικού καθεστώτος. Οι αντικομμουνιστικές ομάδες στην Αθήνα και στην ύπαιθρο δεν ήταν ιδεολογικοί αντίπαλοι, υπήρξαν στρατιωτικοί μηχανισμοί οι οποίοι απορροφήθηκαν στο δοσιλογικό στρατόπεδο συνεχίζοντας μια πολιτική καταστολής που ξεπερνούσε την κατοχική τομή του 1941. Δεν πρέπει να φτάνει βέβαια κανείς στο άλλο άκρο, δηλαδή εκείνο μιας «αριστερίστικης» ανάγνωσης των γεγονότων, και να υποστηρίζει ότι η βία της ΟΠΛΑ ή του ΕΛΑΣ Αθήνας ή του ΕΛΑΣ του ίδιου ήταν επαναστατική. Η βία αυτή δεν εξυπηρετούσε έναν διακηρυγμένο επαναστατικό σκοπό, π.χ. την κατάληψη της εξουσίας, τη δικτατορία του προλεταριάτου, την ανατροπή του κοινωνικού συστήματος.

Όπως και τότε έτσι και σήμερα η κυρίαρχη ρητορική εξισώνει ανισοβαρώς την αμυντική αριστερή αντιβία με την πρωτογενή, δυσανάλογα επιθετική και σκληρή, κρατική και παρακρατική βία.
Ο τομέας προπαγάνδας μιας οργανωμένης κρατικής εξουσίας αποδείχτηκε πανίσχυρος μετά τον Δεκέμβρη, με αποτέλεσμα οι φωτογραφίες των πτωμάτων που κυκλοφόρησαν σε αθηναϊκές εφημερίδες την άνοιξη του 1945 ουσιαστικά να εξαφανίζουν ό,τιδήποτε είχε συμβεί στην «κοσμογονία» της κατοχικής περιόδου, προβάλλοντας μόνο την υποτιθέμενη ανεξέλεγκτη βία των αντικοινωνικών στοιχείων της Αριστεράς. Η Αριστερά βρέθηκε συνεχώς απολογούμενη, ενσωματώνοντας όλα τα ενοχικά φορτία μέχρι σήμερα. Σίγουρα ο τομέας της προπαγάνδας είναι καθοριστικός. Αλλοίμονο όμως εάν οποιοδήποτε κίνημα εξαρτά τη νομιμοποίησή του ή τη μορφή που προσλαμβάνουν οι αγώνες του από το πόσο αποτελεσματική είναι η προπαγάνδα του αντιπάλου. Στο σήμερα, αυτή η συζήτηση στην ουσία δεν αφορά τη βία ως βία, ούτε καν το πολιτικό της κόστος. Αντίθετα είναι μια επικοινωνιακού τύπου συζήτηση που μοιραία λειτουργεί αποπροσανατολιστικά.