Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Η μεγάλη προδοσία – Πώς η δικτατορία του Μεταξά παρέδωσε Έλληνες αντιφασίστες στα χέρια των Ναζί

φασιστες
Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα που διαπράχτηκαν κατά την διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, είναι η παράδοση εκατοντάδων Ελλήνων πολιτικών κρατουμένων από τις ελληνικές αρχές (δικτατορία Μεταξά) στα γερμανικά στρατεύματα κατοχής.
Επρόκειτο για αντιφασίστες που είχαν καταδικαστεί με βάση τον νόμο περί Ιδιώνυμου του 1929 (κυβέρνηση Βενιζέλου). Βρίσκονταν δηλαδή στο κάτεργο της Ακροναυπλίας για τα φρονήματά τους. Η παράδοσή τους στον εχθρό (υποτίθεται ότι ο εχθρός ήταν οι ναζί) ισοδυναμεί με προδοσία. Και συνάμα αποδεικνύει ότι το καθεστώς του Μεταξά ένιωθε πολύ πιο κοντά ιδεολογικά και συναισθηματικά στους φασίστες παρά στους Έλληνες αντιφασίστες.

Οι φυλακές της Ακροναυπλίας εγκαινιάζονται για πολιτικούς κρατουμένους τον Απρίλιο του 1935. Οι πρώτοι κρατούμενοι ωστόσο δεν είναι κομμουνιστές αλλά φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί που πήραν μέρος στο λεγόμενο πραξικόπημα κατά του Κονδύλη. Ακολουθεί κύμα εκκαθαρίσεων φιλοβενιζελικών στοιχείων από τον Στρατό, αλλά και την αστυνομία, που έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο σε σχέση με τον εμφύλιο.

Οι φιλοβενιζελικοί αποφυλακίζονται στα τέλη του 1935 και οι αρμόδιοι της φυλακής προβληματίζονται για τον διαχωρισμό ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες φυλακισμένων. Ο Γλυκοφρύδης, γενικός επόπτης φυλακών, προτείνει τη δημιουργία φυλακής μόνο για κομμουνιστές, ώστε να μην επηρεάζουν πολιτικά τους ποινικούς κρατούμενους. Αναγκαία σημείωση: ο Γλυκοφρύδης ήταν οπαδός του Χίτλερ.

Στις 18 Σεπτέμβρη 1936, δημοσιεύεται ο αναγκαστικός νόμος 117 που βασίζεται στο γνωστό Ιδιώνυμο. Έτσι οι στρατιωτικές μέχρι τότε φυλακές της Ακροναυπλίας τον Φεβρουάριο του 1937 μετατράπηκαν σε «Στρατόπεδο Κράτησης Κομμουνιστών» και στέλνονταν εκεί οι πολιτικοί αντίπαλοι του καθεστώτος. Αυτό κράτησε μέχρι τον Φεβρουάριο του 1943. Εξακόσιοι είκοσι πέντε πολιτικοί κρατούμενοι πέρασαν το κατώφλι του κάτεργου, που ήταν και ο κύριος όγκος των πολιτικών κρατουμένων της δικτατορίας του Μεταξά. Ανάμεσά τους ο Γληνός, ο Ζεύγος, ο Μπελογιάννης, ο Σουκατζίδης κ.ά.

Ο Δημήτρης Γληνός

Οι πρώτοι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στην Ακροναυπλία από τα κρατητήρια της Ασφάλειας στην Αθήνα, και τον Πειραιά. Ωστόσο το καλοκαίρι του 1937 έφτασαν καραβιές φυλακισμένων από τα νησιά του Αιγαίου (Φολέγανδρο, Άη Στράτη, Ανάφη) από εκείνους που οι αρχές θεωρούσαν ως τους πιο επικίνδυνους.
Εκτός από την Ακροναυπλία υπήρχαν και οι πολιτικοί κρατούμενοι, οι οποίοι ήταν φυλακισμένοι στις φυλακές της Κέρκυρας, Πύλου, Αίγινας, Αβέρωφ, Συγγρού, Επταπυργίου. Εκτιμάται ότι μεταξύ 1929 και 1937 εκτοπίστηκαν 3.000 άτομα με βάση το Ιδιώνυμο και άλλα 1.000-5.000 με βάση διάφορους άλλους νόμους του μεταξικού καθεστώτος. Όταν ξεσπά ο πόλεμος, το 1940, υπήρχαν στην Ελλάδα 2.000 πολιτικοί κρατούμενοι και εξόριστοι.

Το χρονικό μιας προδοσίας

Τρεις ημέρες μετά την εκδήλωση της ιταλικής επίθεσης από τα σύνορα της Αλβανίας (31.10.40) ο τότε γραμματέας της Κ.Ε. του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης, από τα μπουντρούμια της Ασφάλειας του Μανιαδάκη όπου κρατείται, απευθύνει επιστολή στην οποία σημειώνει: «Ο φασισμός του Μουσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά… Σήμερα όλοι οι Έλληνες παλεύουμε για τη λευτεριά, την τιμή, την εθνική μας ανεξαρτησία. Η πάλη θα είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή… Όλοι στον αγώνα. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκουν στο πλευρό μας»

Άποψη της Ακροναυπλίας

Ο ηγέτης του ΚΚΕ καλεί δηλαδή τον λαό να αποκρούσει τον εισβολέα πολεμώντας για την πατρίδα έστω και υπό την κυβέρνηση Μεταξά. Στις 29 Οκτωβρίου 1940 οι πολιτικοί κρατούμενοι του στρατοπέδου της Ακροναυπλίας υποβάλλουν υπόμνημά τους στην κυβέρνηση του δικτάτορα ζητώντας να σταλούν στην πρώτη γραμμή του πυρός για τη συντριβή των επιδρομέων και την υπεράσπιση της χώρας… Άλλα δύο σχετικά υπομνήματα υποβάλλονται από τους κρατουμένους στις αρχές Νοεμβρίου 1940. Εις μάτην όμως.

Οι μεταξικές αρχές, όχι μόνο αρνούνται, αλλά και μετά την έλευση των ναζί παραδίδουν τους κρατούμενους κομμουνιστές στις δυνάμεις κατοχής, οι οποίοι θα τους χρησιμοποιήσουν ως ομήρους και θα τους εκτελέσουν ως αντίποινα για τη δράση του ΕΛΑΣ. Κάποιοι θα καταφέρουν να δραπετεύσουν και να ενταχθούν στην ΕΑΜική Εθνική Αντίσταση. Κάποιοι άλλοι θα πεθάνουν από πείνα και φυματίωση. Οι περισσότεροι όμως (240) θα εκτελεστούν από τις δυνάμεις Κατοχής, στις οποίες παραδόθηκαν από τις ελληνικές αρχές με πρωτόκολλο!!

ΑΓΓ. ΜΑΝΤΑΔΑΚΗΣ

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΕΤΑΞΑ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ (1936-1940)

γράφει ο Αρχιμανδρίτης κ.ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΕΦΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

Το 1936, όταν ο Ιωάννης Μεταξάς κήρυξε την δικτατορία της 4ης Αυγούστου και εξ αιτίας του εσωτερικού κομμουνιστικού κινδύνου και της αναταραχής στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδος, στον διεθνή χώρο είχαν ήδη εκδηλωθεί τα πρώτα σημάδια του επερχομένου πολέμου ( ενσωμάτωση Ρηνανίας στην Γερμανία, κατάκτηση Αβυσσηνίας από τους Ιταλούς, ιταλική παρουσία στην Αλβανία, ισπανικός εμφύλιος). Οι επεκτατικές διαθέσεις της ιταλικής εξωτερικής πολιτικής στην ανατολική Μεσόγειο γίνονταν εύκολα αντιληπτές. Σε αυτές τις δυσμενείς διεθνείς συνθήκες κύριο μέλημα της εξωτερικής πολιτικής του Μεταξά ήταν να διατηρήσει την ουδετερότητα της Ελλάδος. Έτσι, προσπαθεί να αποφύγει τις ιταλικές προκλήσεις ώστε να αποτραπεί ο πόλεμος, και ταυτόχρονα επιζητεί την βρετανική υποστήριξη ως αντιστάθμισμα της ιταλικής διεισδυτικότητας στην νοτιοανατολική Ευρώπη, Βαλκάνια και Μεσόγειο. Επιπλέον, φροντίζει να προετοιμάσει πολεμικά την χώρα για το ενδεχόμενο ενός πολέμου. Είναι ενδεικτικό ότι την τετραετία 1936-1940 δαπανήθηκαν 12 δις δρχ. για τον εξοπλισμό και την οχύρωση της χώρας [i].

Η ελληνική εξωτερική πολιτική του Μεταξά, που δεν διέφερε ουσιαστικά από αυτήν που είχε ακολουθηθεί τα προηγούμενα έτη, είχε στόχο την διατήρηση της ελληνικής ουδετερότητας. Αυτή η ουδετερόφιλη πολιτική προς τις ξένες δυνάμεις είχε δύο κατευθύνσεις, την βαλκανική και την μεσογειακή. Θεμέλιο της πρώτης ήταν το Βαλκανικό Σύμφωνο του 1934 μεταξύ Ελλάδος, Τουρκίας, Γιουγκοσλαβίας και Ρουμανίας, που συσπείρωνε τις βαλκανικές χώρες σε μία συμμαχία που σκοπούσε στην εξασφάλιση της ειρήνης και την αντιμετώπιση της βουλγαρικής κατά κύριο λόγο επιθετικότητας. Ωστόσο, στρατιωτικές υποχρεώσεις δεν προέκυπταν για τις βαλκανικές χώρες σε περίπτωση επιθέσεως από μία εξωβαλκανική Μεγάλη Δύναμη. Έτσι, π.χ. σε μία ιταλική επίθεση κατά ενός βαλκανικού κράτους, τα άλλα κράτη θα παρέμεναν ουδέτερα. Έτσι όμως δεν διασφαλιζόταν πλήρως η ειρήνη ούτε και η Ελλάδα από την ιταλική απειλή, η οποία το 1934 δεν ήταν εμφανής.


Βασιλιάς Γεώργιος Β΄
Η έλλειψη σχετικής πρόβλεψης το 1934 θα δεσμεύει και την πολιτική Μεταξά, που δεν προσδοκά στρατιωτική ενίσχυση από τα βαλκανικά κράτη. Άλλωστε, η βαλκανική του πολιτική βασιζόταν στον άξονα φιλίας Ελλάδος και Τουρκίας, και στην πρόταξη της βουλγαρικής απειλής (πρβλ. αμυντική γραμμή οχυρών Μεταξά)[ii]. Έναντι των άλλων εξωβαλκανικών δυνάμεων και των επιδιώξεών τους στην Βαλκανική, η πολιτική της Ελλάδος θα ήταν εξισορροπητική και ίσων αποστάσεων. Ως προς την μεσογειακή πολιτική, ο Μεταξάς επιζητούσε την ναυτική συνεργασία της Βρετανίας για να αντισταθμίσει την ιταλική απειλή στην ανατολική Μεσόγειο. Ο ίδιος ο Μεταξάς από τον Ιούλιο του 1936 είχε σπεύσει να διαβεβαιώσει τους Βρετανούς ότι η Ελλάδα θα τηρήσει όμοια πολιτική με την βρετανική στον χώρο της Μεσογείου. Αλλά και μετά την 4η Αυγούστου διαβεβαίωνε τον Βρετανό πρέσβυ Waterlow για την φιλοβρετανική του στάση. Ανάλογες ήσαν και οι θέσεις του βασιλέως Γεωργίου Β’ [iii]. To 1937 o Μεταξάς θα δώσει έμπρακτο δείγμα της στάσης του όταν υπογράφθηκαν ή αναθεωρήθηκαν συμβάσεις της ελληνικής κυβερνήσεως με βρετανικές εταιρίες, στις οποίες είχαν παραχωρηθεί προνόμια στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.

Αλλά και αργότερα, το 1938 ο Μεταξάς επαναλαμβάνει ανάλογες βεβαιώσεις. Συγκεκριμένα, τον Σεπτέμβριο δήλωνε ότι ”σε περίπτωση πολέμου η Ελλάδα θα τηρούσε στάση φιλικής ουδετερότητας προς την Βρετανία”, ενώ τον Οκτώβριο του ιδίου έτους έλεγε στον Waterlow ότι θα ήθελε πιο στενές διμερείς σχέσεις. Στα τηλεγραφήματα του Βρετανού πρέσβεως προς την κυβέρνησή του αναφέρονται τα επιχειρήματα του Μεταξά υπέρ μιας διακρατικής συμμαχίας ( γεωγραφική θέση της Ελλάδος, δυνατότητα ελιμενισμού του βρετανικού στόλου στα ελληνικά ύδατα, παροχή βρετανικής οικονομικής ενίσχυσης σε αντιστάθμισμα της γερμανικής οικονομικής διείσδυσης στην Ελλάδα κ.ά.).

Ευλόγως τίθεται το ερώτημα γιατί ο Μεταξάς εμφανίζεται να ακολουθεί φιλοβρετανική πολιτική, ενώ πιο αναμενόμενη θα ήταν μία φιλοαξονική στάση, την στιγμή μάλιστα που και οικονομικές δεσμεύσεις υπήρχαν προς την Γερμανία και ιδεολογικές συγγένειες με το καθεστώς της. Η συμπάθεια του Μεταξά προς την Γερμανία υπήρξε αναμφισβήτητη. Ο ίδιος είχε εκπαιδευθεί στην Ακαδημία Πολέμου του Βερολίνου, και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου είχε ως πρότυπο το εθνικοσοσιαλιστικό γερμανικό κράτος και το ιταλικό φασιστικό, των οποίων η ιδεολογία και οι θεσμοί έγιναν προσπάθειες να εφαρμοσθούν στην Ελλάδα. Παρά τις ιδεολογικές συγγένειες των καθεστώτων, ο Μεταξάς ήταν υποχρεωμένος εκ των πραγμάτων να ακολουθήσει φιλοβρετανική πολιτική. Η βρετανική επιρροή στην Ελλάδα ήταν μεγάλη και βασικός της προωθητής ήταν ο βασιλεύς Γεώργιος ο Β’, αγγλόφιλος, για την παλινόρθωση του οποίου το 1935 ο βρετανικός παράγων υπήρξε καίριος. Ο Μεταξάς δεν διέθετε ισχυρά ερείσματα στον λαό και τον στρατό και ουσιαστικά βρισκόταν σε μειονεκτική θέση έναντι του βασιλέως [iv]. Πάντα φοβόταν μήπως οι Βρετανοί αποσύρουν την υποστήριξη στο καθεστώς του και τον ανατρέψουν[v]. Ο φόβος αυτός θα τον διακατέχει ως το 1940. Επιπλέον, Βρετανοί ομολογιούχοι ήλεγχαν μέρος του ελληνικού δημοσίου εξωτερικού χρέους και έτσι ασκούνταν πίεση οικονομική, όπως συνέβη το 1937.

Ο κυριότερος όμως λόγος της φιλοβρετανικής στάσης του Μεταξά ήταν γεωπολιτικός. Ήδη από το 1934, πριν δηλ. ανέλθει στην εξουσία, είχε διατυπώσει το δόγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής για τον μεσογειακό χώρο. Σε σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών την 3η Μαρτίου 1934 (για τις διαβουλεύσεις για το περιεχόμενο του Βαλκανικού Συμφώνου) είχε πει: ”Η Ελλάς δεν είναι μία χερσόνησος περιβρεχομένην από θάλασσαν, αλλά μία θάλασσα περιβαλλομένη υπό ξηράς…η Ελλάς δεν δύναται λοιπόν να τα βάλη ως εκ της γεωγραφικής της θέσεως με καμμίαν απολύτως ναυτικήν Δύναμιν Μεγάλην. Είναι πράγμα το οποίον ουδέ δύναται να σκεφθή… Αν και είναι βεβαίως παράτολμον εις την πολιτικήν να δημιουργή κανείς δόγματα, η Ελλάς δύναται να θέση ως δόγμα πολιτικόν ότι εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να ευρεθή εις στρατόπεδον αντίθετον εκείνου, εις το οποίον θα ευρίσκεται η Αγγλία. Δυνάμεθα τούτο ν ατο θεωρήσωμεν ως δόγμα. Εγώ τουλάχιστον το ασπάζομαι”[vi]. Εξετάζοντας επίσης συσχετικά το ενδεχόμενο μιας πολεμικής αντιπαράθεσης στην ευρύτερη περιοχή με την Ιταλία, που ήταν μία ναυτική δύναμη, πρότεινε πολιτική ουδετερότητας έναντι αυτής.

Ταυτόσημη ήταν τότε και η πολιτική που πρότεινε ο Ελευθ. Βενιζέλος, και την οποία είχε ακολουθήσει ως τότε: ”η πολιτική αύτη συνίστατο εις την αποκατάστασιν σχέσεων με την μεγάλην μεσογειακήν Δύναμιν, την γείτονά μας Ιταλία, σχέσεων όσον είναι δυνατόν εγκαρδίων και αναλόγων με εκείνας τας οποίας έχει η Ελλάς επί έναν όλον αιώνα με την Γαλλίαν και την Αγγλίαν”[vii]. Θα μπορούσε να ειπωθεί συμπερασματικά ότι η φιλοβρετανική πολιτική του Μεταξά δεν ήταν απλώς μία επιβεβλημένη εκ των πραγμάτων ακολουθητέα πολιτική, αλλά και μία συνειδητή επιλογή βασισμένη στην εκτίμηση των στρατηγικών και γεωπολιτικών δεδομένων, ενταγμένη στην συνολικότερη ελληνική εξωτερική πολιτική στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου, που ελάμβανε υπ’ όψιν της τον ιταλικό παράγοντα. Το δόγμα αυτό διακηρυγμένο από το 1934, τμήμα της πολιτικής Βενιζέλου, θα ακολουθήσει με συνέπεια ο Ιω. Μεταξάς. Επομένως, η φιλοβρετανική του στάση διαμορφώνεται σε σχέση με την ιταλική παρουσία και επιθετικότητα, και στοχεύει αφ’ ενός στην αμυντική εξασφάλιση της Ελλάδος και αφ’ ετέρου στην διατήρηση των λεπτών ισορροπιών στις σχέσεις ενός κράτους που επιθυμεί να παραμείνει ουδέτερο στον μεσογειακό ανταγωνισμό των δύο ναυτικών δυνάμεων, της Βρετανίας και της Ιταλίας. Η μεσογειακή πολιτική της Ελλάδος εξηρτάτο από την στάση των δύο αυτών δυνάμεων και τις μετξύ τους σχέσεις.

Η Βρετανία σαφώς ήθελε να υπάρχει στην Ελλάδα φιλοβρετανικό καθεστώς, και γι’ αυτό στήριζε τον Μεταξά. Ο Waterlow στις αναφορές του διαβεβαίωνε για την φιλική στάση του Μεταξά και την χρησιμότητά του για την βρετανική πολιτική, ενώ ο υπουργός εξωτερικών Sir Antony Eden δήλωνε στην βρετανική βουλή ( 28 Απριλίου 1937) ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας του στηρίζεται σε φιλικά καθεστώτα ασχέτως ιδεολογίας[viii] . Ωστόσο η Βρετανία δεν επιθυμούσε να αναλάβει συμμαχικές υποχρεώσεις έναντι της Ελλάδος ούτε να εγγυηθεί τα σύνορά της. Έτσι απέρριπτε τις σχετικές προτάσεις του Μεταξά. Αιτία ήταν η προσπάθειά της να κρατήσει τις καλές σχέσεις με την Ιταλία, καθώς μία πιο στενή συμμαχία με την Ελλάδα θα ενοχλούσε την Ρώμη. Για τα βρετανικά συμφέροντα σημαντικότερη ήταν η διατήρηση της ισορροπίας ισχύος των στόλων των δύο χωρών στην Μεσόγειο. Άλλωστε, υπήρχε η ιταλοβρετανική ”συμφωνία κυρίων” (Gentlemen’s agreement) του Ιανουαρίου 1937, με την οποίαν αναγνωρίζονταν αμοιβαίος σεβασμός στα συμφέροντα των μεσογειακών αυτών δυνάμεων και στο υπάρχον status quo[ix].

Παρ’ όλες τις βρετανικές προσπάθειες κατευνασμού της Ιταλίας, η τελευταία παρέμενε σταθερή στην φιλόδοξη πολιτική της στην νοτιοανατολική Ευρώπη και Μεσόγειο. Οι εταίροι του Άξονα είχαν συμφωνήσει, σε συνάντηση του Ιταλού υπ. Εξωτερικών κόμητος Ciano με τον Hitler στις 24 Οκτωβρίου 1936, ότι η Αλβανία, Γουγκοσλαβία, Ελλάδα και Μεσόγειος θα αποτελούσαν ιταλική ζώνη επιρροής, και ότι κάθε ανατροπή του μεσογειακού status quo θα απέβαινε υπέρ των ιταλικών συμφερόντων. Η ιταλική διπλωματία δραστηριοποιείτο για να ενισχύσει την παρουσία της στις περιοχές που της είχαν ”παραχωρηθεί” από την σύμμαχό της Γερμανία. Με διάφορες ενέργειες, όπως το σύμφωνο φιλίας με την Γιουγκοσλαβία ( 25 Μαρτίου 1937) και η πολιτική επιρροή στην Αλβανία, που από το 1926 ουσιαστικά ήταν προτεκτοράτο της, προωθούνταν η ιταλική διείσδυση στα Βαλκάνια, ενώ τα Δωδεκάνησα ήταν έξοχη ιταλική ναυτική βάση στην Μεσόγειο.

Οι κινήσεις της Ιταλίας αποτελούσαν προμηνύματα απειλητικά για την Ελλάδα. Ο Μεταξάς στο ημερολόγιό του καταγράφει την ανησυχία του[x]. Ωστόσο, η ιταλική πλευρά φροντίζει να καθησυχάσει τις ελληνικές ανησυχίες. Στο τηλεγράφημα της 2ας Νοεμβρίου 1938 του Έλληνος πρέσβεως στην Ρώμη, διαβάζουμε τις φιλικές διαβεβαιώσεις του Μουσολίνι προς τον Έλληνα ομόλογό του και τις εγγυήσεις του για μετριοπαθή στάση προς τους Δωδεκανησίους[xi]. Αλλά η Ελλάδα δεν μπορεί να βασισθεί στις καθησυχαστικές δηλώσεις του Μουσσολίνι. Οι φήμες και τα τηλεγραφήματα της πρεσβείας στην Ρώμη μιλούν για πιθανή ιταλική εισβολή στην Αλβανία. Ο Μεταξάς, ανήσυχος από τις πληροφορίες, γράφει στο ημερολόγιο: ”τι εβδομάδα! Τώρα θα κινηθή ο Μουσσολίνι; μπορεί να μην κινηθή; και τι έχουμε να υποστούμε εμείς; Ανησυχίες μου σοβαρές απόψε” ( 17 Μαρτίου). Την επομένη γράφει: ”Φοβερά απόφασίς μου εν περιπτώσει ιταλικής απειλής”[xii]. Οι υποψίες του Μεταξά επιβεβαιώνονται. Στις 7 Απριλίου οι Ιταλοί καταλαμβάνουν την Αλβανία και διώχνουν τον βασιλιά της Αχμέτ Ζώγο, που καταφεύγει στην Ελλάδα.

Ο ψυχολογικός αντίκτυπος του γεγονότος στην Ελλάδα υπήρξε τεράστιος. ”θα έλεγε κανείς ότι ο ελληνικός λαός είχε προαισθανθεί ότι η μεταβολή εκείνη στις σχέσεις της Ιταλίας και της Αλβανίας, δεν ήταν στην πραγματικότητα παρά ο πρόλογος της φοβερής τραγωδίας που, ούτε καν δύο χρόνια αργότερα, θα σάρωνε την Ελλάδα” σημειώνει ο Εμμ. Γκράτσι, Ιταλός πρέσβυς στην Αθήνα[xiii].

Η ιταλική επιθετικότητα, που αρκετοί υποψιάζονταν, τώρα ήταν απτή. Η κατάληψη της Αλβανίας δημιουργούσε κοινά σύνορα με την Ελλάδα. Οι ιταλικές στρατιές ήσαν στραμμένες προς την Ελλάδα. Ο Γκράτσι σπεύδει να δηλώσει ότι η χώρα του θα σεβασθεί την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδος. Ο Μεταξάς, δύσπιστος, είχε ήδη πάρει την ”φοβεράν απόφασιν” να αμυνθεί σε περίπτωση ιταλικής απειλής. Γνωρίζει τα δεινά ενός πολέμου που, συν τοις άλλοις, θα επέφερε την πτώση του καθεστώτος του. Είναι αναγκασμένος να προετοιμάσει την χώρα και για να ισχυροποιήσει την θέση της αναζητεί διεθνή στηρίγματα και συμμαχίες. Την 1η Απριλίου, πριν την επικείμενη εισβολή στην Αλβανία, τηλεγραφεί στο Λονδίνο: ”επιθυμούμεν ζωηρώς να μείνωμεν μακράν των διενέξεων αυτών…πλην δεν δυνάμεθα να παραβλέψωμεν την μεσογειακήν μας θέσιν και την ζωτικήν ανάγκην να μην ευρεθώμεν ποτέ αντιμέτωποι των Άγγλων”[xiv].
Παράλληλα, από τις 8 Απριλίου είχε διαταχθεί πολεμική ετοιμότητα της χώρας για ενδεχόμενη επίθεση στην Ήπειρο ή την Κέρκυρα. Γράφει ο Μεταξάς στο ημερολόγιο: ”έχω απόφασιν να αντισταθώ μέχρις εσχάτων. Προτιμώ την τελείαν καταστροφήν διά τον τόπον μου παρά την ατίμωσιν”[xv]. Προσπαθεί πάντως να μην προκαλεί την Ιταλία. Έτσι, ενημερώνει τηλεγραφικά τον Τσιάνο ότι δεν θα επιτρέψει πολιτική δραστηριότητα του εκπτώτου Αχμέτ Ζώγου που να διαταράξει τις καλές σχέσεις με την Ιταλία. Ο Μουσολίνι ανταπαντά ( 9 Απριλίου) με ευχαριστίες τηλεγραφικές για τον περιορισμό του Ζώγου και επιβεβαιώνει ότι ”στενάς φιλικάς σχέσεις αι οποίαι συνδέουν τας δύο χώρας και των οποίων η διατήρησις θα είναι η βάσις της πολιτικής μου εις το παρόν και το μέλλον”[xvi]. Ο Μεταξάς ανακοινώνει στον λαό τις εγγυήσεις του Μουσολίνι Αυτό, σε συνδυασμό με την αγγλογαλλική εγγύηση των συνόρων της Ελλάδος (και της Ρουμανίας), που δόθηκε στις 13 Απριλίου, συμβάλλουν στον καθησυχασμό της ελληνικής κοινής γνώμης. Αλλά η εγγύηση της 13ης Απριλίου ήταν μία δήλωση αλληλεγγύης που δεν δημιουργούσε ρητές υποχρεώσεις των εγγυητών έναντι της Ελλάδος. Ήταν μάλλον θεωρητική παρά στρατιωτική η ” εγγύηση”, και είχε χαρακτήρα προειδοποιητικό προς την Ιταλία, η οποία είχε τώρα παραβιάσει την ”συμφωνία κυρίων” της 2ας Ιανουαρίου 1937 ανατρέποντας μονομερώς υπέρ της το status quo της Μεσογείου[xvii].

Μετά την αλβανική κρίση, επιχειρήθηκε να αποκατασταθούν οι ελληνοϊταλικές σχέσεις και να μειωθεί η ένταση. Ήταν κάτι που επιθυμούσε η Βρετανία, πιστή στην κατευναστική της στάση προς την Ιταλία, η ίδια η Ιταλία (φραστικά τουλάχιστον και προς το παρόν) και ο Μεταξάς. Η εξομάλυνση των διμερών σχέσεων είχε σημασία, καθώς αυτές βασίζονταν στο μεταξύ τους σύμφωνο φιλίας του 1928, που έληγε την 1η Οκτωβρίου 1939. Ο Μεταξάς, συνεπής στην ουδετερόφιλη και καλών σχέσεων πολιτική, πήρε την πρωτοβουλία και, μιλώντας στις 21 Αυγούστου στον Γκράτσι, του τόνισε την σημασία που απέδιδε στην ελληνοϊταλική φιλία, και βεβαίωσε ότι δεν είχε παραχωρηθεί δικαίωμα χρήσης ελληνικών λιμένων από τον βρετανικό στόλο. Παράλληλα διαμαρτυρήθηκε για κάποιες ενέργειες, εχθρικά δημοσιεύματα, ενοχλητικές ιταλικές πτήσεις[xviii]. Είχαν προηγηθεί (Μάιος 1939) παραστάσεις Μεταξά στον Γκράτσι για υπερβολική συγκέντρωση ιταλικού στρατού στην Αλβανία.

Οι γραπτές προτάσεις του Μουσολίνι από πέντε σημεία ήρθαν στις 12 Σεπτεμβρίου, προτάσεις φιλικές και βεβαιώσεις ειρήνης και μη επιθέσεως. Μάλιστα, περιλαμβάνονταν πρόταση απόσυρσης ιταλικών στρατευμάτων στα 20 χλμ. από την αλβανική μεθόριο. Οι προτάσεις Μουσολίνι σήμαιναν επιθυμία ανανεώσεως του συμφώνου του 1928. Ο Μεταξάς δέχθηκε εγκαρδίως τις προτάσεις, και στις 20 Σεπτεμβρίου κοινό ανακοινωθέν ανέφερε ότι οι διμερείς σχέσεις ”εξακολουθούν να είναι ειλικρινώς φιλικαί και να εμπνέωνται υπό πνεύματος πλήρους και αμοιβαίας εμπιστοσύνης”. Παράλληλα ο Μεταξάς είχε ειδοποιήσει την βρετανική κυβέρνηση για να γνωρίζει την θέση της προτού προβεί σε ανανέωση του συμφώνου με την Ιταλία. Αυτή όμως επιθυμούσε ένα σύμφωνο χωρίς ουσιαστικές δεσμεύσεις της Ελλάδος, δηλαδή να μην υποχρεώνεται αυτή σε ουδετερότητα σε περίπτωση ιταλοβρετανικής ρήξης, η οποία φαινόταν πιθανή στο μέλλον, καθώς ο πόλεμος είχε αρχίσει (εισβολή Χίτλερ σε Πολωνία την 1η Σεπτεμβρίου), και η Ιταλία, αν και ουδέτερη ακόμη, συνδεόταν με την Γερμανία με το ”Χαλύβδινο Σύμφωνο” (22 Μαΐου 1939) που προέβλεπε αμοιβαία στρατιωτική συνεργασία. Τα βρετανικά στρατηγικά συμφέροντα εν όψει μιας ευρείας σύρραξης εξυπηρετούνταν καλύτερα από μία φιλικά ουδέτερη Ελλάδα που δεν είχε δεσμεύσεις ούτε προς την Βρετανία ούτε προς την Ιταλία ακόμη περισσότερο. Γι’ αυτόν τον λόγο, το Foreign Office ήταν αντίθετο προς την ανανέωση του ελληνοϊταλικού συμφώνου[xix]. Ο Μεταξάς πιεζόμενος από την αποθαρρυντική στάση της Βρετανίας, δεν ανανέωσε το σύμφωνο. Οι δύο πλευρές περιορίσθηκαν σε ανακοινώσεις ότι θα διατηρούσαν σχέσεις συνεργασίας και εμπιστοσύνης.

Η μη ανανέωση του συμφώνου δεν επηρέασε αρνητικά τις διμερείς σχέσεις. Ασφαλώς η ανανέωσή του δεν θα αποτελούσε εμπόδιο στην σταθερά προσανατολισμένη επεκτατική πολιτική της Ιταλίας ούτε θα απέτρεπε την επίθεση του 1940. Είναι γεγονός ότι εκείνο το διάστημα ο Μουσολίνι έδειχνε φιλικές διαθέσεις έναντι της Ελλάδος. Δεν ένοιωθε ακόμη έτοιμος για πόλεμο ούτε επιθυμούσε να ανοίξει την συγκεκριμένη στιγμή βαλκανικό μέτωπο, κάτι που και ο Χίτλερ δεν ήθελε. Ο Μεταξάς πάλι, δέσμιος του βρετανικού παράγοντα στα ελληνικά πράγματα, δεν θα μπορούσε να ενεργήσει ενάντια στην θέλησή τους. Η επιλογή των αμοιβαίων φιλικών ανακοινώσεων ήταν σύμφωνη με το πνεύμα της ουδετερότητας: δεν δυσαρεστούσε την Βρετανία και διατηρούσε τις καλές σχέσεις με την Ιταλία[xx].

Το καλό κλίμα στις ελληνοϊταλικές σχέσεις διατηρήθηκε ως την άνοιξη του 1940. Στο διάστημα αυτό, δημοσιεύματα εφημερίδων και των δύο χωρών τόνιζαν τις καλές σχέσεις. Στα ίδια πλαίσια ο Μεταξάς, στα εγκαίνια της εκθέσεως ιταλικού βιβλίου στις 18 Δεκεμβρίου 1939, μιλά ενθέρμως για την κοινή ελληνοϊταλική πνευματική κληρονομιά[xxi]. Στο ίδιο διάστημα παρατηρείται στενότερη συνεργασία της Ελλάδος με την Βρετανία στον τομέα της οικονομίας και της ενίσχυσης της παράκτιας άμυνας και αεροπορίας[xxii]. Αλλά προς το παρόν, δεν υπήρχε διάθεση για άνοιγμα ενός βαλκανικού πολεμικού μετώπου.
Οι ελληνοϊταλικές σχέσεις άρχισαν πάλι να δοκιμάζονται (Απρίλιος 1940) από τις συχνές πτήσεις ιταλικών αεροπλάνων πάνω από την αλβανική μεθόριο και από διαδόσεις για σχέδιο κατάληψης της Κέρκυρας. Δημοσιεύματα προκλητικά ιταλικών εφημερίδων συντηρούσαν την καχυποψία στις σχέσεις των δύο χωρών με το να αναφέρονται σε επικείμενη αγγλική επέμβαση στην Ελλάδα. Για άλλη μία φορά ο Γκράτσι σπεύδει να διασκεδάσει τα δημοσιεύματα και να καθησυχάσει τον Μεταξά. Αυτός όμως έχει πλήρη επίγνωση της δύσκολης κατάστασης. Καθώς η θέση της Γαλλίας στο πολεμικό μέτωπο είναι δυσχερής, ο Μουσολίνι δείχνει να αποφασίζει οριστικά την είσοδό του στον πόλεμο. Στο ημερολόγιο του Μεταξά (Μάιος 1940) διαβάζουμε την ανησυχία του τόσο για τον διεθνή περίγυρο όσο και για την χειροτέρευση της υγείας του σε τόσο κρίσιμες στιγμές για την χώρα. Ορισμένες διαβουλεύσεις με τους Βαλκάνιους για συνεργασία των στρατιωτικών τους επιτελείων με σκοπό την αποτροπή της φημολογούμενης ιταλικής επιθέσεως, δεν απέδωσαν Ο Μεταξάς ως προληπτικό μέτρο διατάζει την επιστράτευση μιας μόνο κλάσεως (η γενική επιστράτευση θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόκληση προς την Ιταλία).

Παρ’ ότι τηρεί τα προσχήματα, γνωρίζει πως δύσκολα η ελληνική ουδετερότητα θα διαφυλαχθεί. Χωρίς βαλκάνιους συμμάχους και χωρίς να ελπίζει σε βοήθεια από τους Αγγλογάλλους (” οι Άγγλοι και οι Γάλλοι μας άφησαν αόπλους και σχεδόν ανυπεράσπιστους”, γράφει στις 31 Μαΐου στο ημερολόγιό του), αναμένει πλέον την ιταλική επίθεση ( ”κατά πάσαν πιθανότητα πόλεμος Ιταλίας, ας μας βοηθήσει ο Θεός! Θέσις Ελλάδος δύσκολος”, γράφει στις 20 και 21 Μαΐου . Η Γαλλία σύντομα θα συνθηκολογήσει και η Βρετανία δεν διαθέτει επαρκείς δυνάμεις στην ανατολική Μεσόγειο για να υπερασπίσει την Ελλάδα ή να υπερισχύσει της Ιταλίας στην θάλασσα. Η Ελλάδα ουσιαστικά μένει μόνη της για να αντιμετωπίσει την απειλή. Η αγγλογαλλική εγγύηση της 13ης Απριλίου 1939 των συνόρων της Ελλάδας αποδεικνύεται καθαρά θεωρητική ενώ πρακτικά είναι ανύπαρκτη.
Η Ιταλία εισέρχεται στον πόλεμο κατά των Αγγλογάλλων (10 Ιουνίου) και ταυτόχρονα εξαρτά την στάση της έναντι της Ελλάδος από την ίδια την ελληνική στάση. Στις 11 Ιουνίου 1940 ο Μεταξάς δηλώνει ότι η Ελλάδα θα παραμείνει αυστηρά ουδέτερη και δεν θα επιτρέψει στον βρετανικό στόλο να εισέλθει στα ελληνικά λιμάνια[xxiii]. Ο σκοπός της δήλωσης είναι να αφαιρέσει από τον Μουσολίνι την δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ως πρόφαση το ενδεχόμενο της βρετανικής επέμβασης, που θα σήμαινε παραβίαση της ελληνικής ουδετερότητας, ώστε να της κηρύξει τον πόλεμο. Η δήλωση αυτή δεν ανέκοψε την ιταλική προκλητικότητα, η οποία αντιθέτως ενισχύθηκε μετά την αποτυχία του Μουσολίνι να πετύχει ευνοϊκούς όρους για την χώρα του μετά την γαλλική συνθηκολόγηση. Αρχίζουν να αποστέλνονται στην Ελλάδα σκηνοθετημένα ιταλικά διαβήματα που αναζητούν το πρόσχημα της επέμβασης. Στις 18 Ιουνίου ανακοινώνεται στον Έλληνα πρέσβυ στην Ρώμη ότι η παρουσία πλοίων του βρετανικού στόλου στα λιμάνια της Κρήτης παραβιάζει την ελληνική ουδετερότητα. Ύστερα από διαμαρτυρίες του Μεταξά και του Έλληνα πρέσβεως, η ιταλική πλευρά αναγνωρίζει ότι οι πληροφορίες της ήταν λανθασμένες[xxiv]. Νέο διάβημα της 26ης Ιουνίου κατηγορεί τον Έλληνα πρέσβυ στην Άγκυρα για δράση εναντίον του Άξονα, ενώ στις 3 Ιουλίου ο Τσιάνο διαμαρτύρεται στον Ι. Πολίτη (πρέσβυ στην Ρώμη) γιατί έχει, ως ισχυρίζεται, αποδείξεις ότι αγγλικά πολεμικά πλοία χρησιμοποιούν τα ελληνικά λιμάνια και παρενοχλούν τα ιταλικά πλοία. ”η διδόμενη εις τον αγγλικόν στόλον βοήθεια, είπε ο Τσιάνο, σημαίνει πόλεμον προς την Ιταλίαν και την Γερμανία”. Ακολουθούν οι ελληνικές διαψεύσεις από την πρεσβεία στην Ρώμη. Ο Μεταξάς στο ημερολόγιό του σημειώνει την ανησυχία του[xxv].

Το ζητούμενο της ιταλικής κυβέρνησης δεν είναι η αλήθεια, αλλά η πρόφαση πολέμου, ένα προσχηματικό casus belli. Οι προκλήσεις συνεχίζονται και παίρνουν πολεμική μορφή. Ιταλικά αεροπλάνα σε τρεις περιπτώσεις βομβαρδίζουν ελληνικά πλοία. Τα περιστατικά παραμένουν κρυφά για να μην αναστατωθεί η κοινή γνώμη, ενώ οι ελληνικές ρηματικές διακοινώσεις παραμένουν αναπάντητες. Στις αρχές Αυγούστου οι προκλήσεις κορυφώνονται. Τα ιταλικά πρακτορεία ειδήσεων ανακινούν θέμα μειονότητας της Τσαμουριάς αναγορεύοντας τον φόνο ενός Αλβανού κακοποιού σε πράξη κατά ενός Αλβανού πατριώτη. Στις 15 Αυγούστου τορπιλίζεται το ”Ελλη” στην Τήνο από ιταλικό υποβρύχιο. Το επίσημο ανακοινωθέν μιλάει για δράστες ”αγνώστου εθνικότητος”. Ο Μεταξάς ακόμη και τώρα τηρεί τέτοια στάση για να μην προσφέρει στην Ιταλία την πρόφαση που ζητεί.

Ο Γκράτσι[xxvi] αποδίδει το συμβάν στην ιταλική πρόθεση να τονισθεί η κυριαρχία της στην ανατολική Μεσόγειο και να καμφθεί το ηθικό των Ελλήνων. Το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο. Αποφασιστική συσπείρωση του ελληνικού λαού γύρω από τον ηγέτη του που ήταν αποφασισμένος για ”ένα ένδοξον τέλος”[xxvii]. Τις ίδιες μέρες σημειώθηκαν μετακινήσεις ιταλικών στρατευμάτων στην αλβανική μεθόριο. Ανάλογες κινήσεις και από ελληνικής πλευράς, η οποία τηρεί πάντοτε την άψογη στάση έναντι της Ιταλίας. Αλλά η ιταλική επίθεση αναβάλλεται. Η Ιταλία στρατιωτικά δεν είναι έτοιμη ενώ και ο Χίτλερ παρεμβαίνει στον Μουσολίνι και του ζητά να την αναβάλλει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Γερμανία επεμβαίνει στην μεσογειακή σφαίρα ιταλικών συμφερόντων. Ο Μεταξάς με προσωρινή ανακούφιση πληροφορείται την παρέμβαση του Χίτλερ.
Ο πόλεμος όμως είναι αναπόφευκτος. Ακόμη και η Βρετανία επιθυμεί τώρα την ελληνοϊταλική σύρραξη γιατί έτσι θα δεσμευθούν δυνάμεις του Άξονα στο ελληνικό μέτωπο. Για να βεβαιωθεί όμως η Βρετανία ότι η Ελλάδα θα αντισταθεί, ενθαρρύνει τον Μεταξά και του υπόσχεται βοήθεια[xxviii]. Όλον τον Σεπτέμβριο ο ιταλικός στρατός συγκεντρώνεται στην Αλβανία. Ο Μεταξάς θεωρεί ”επικείμενον το τέλος” (1 Οκτωβρίου), παρ’ όλα αυτά κάνει την ύστατη προσπάθεια να το αποτρέψει, ζητώντας την μεσολάβηση του Χίτλερ στην Ιταλία[xxix]. Στις 15 Οκτωβρίου έλαβε χώρα στην Ρώμη το πολεμικό συμβούλιο υπό τον Μουσολίνι και αποφασίσθηκε η επίθεση για τα τέλη του μηνός, αφού πρώτα θα σκηνοθετούσαν επεισόδιο στα ελληνοαλβανικά σύνορα, που ορίσθηκε για την 26η Οκτωβρίου ( ο Χίτλερ δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να αποτρέψει τον Μουσολίνι από τα σχέδιά του).

Ο Μεταξάς από μέρα σε μέρα αναμένει την ιταλική επίθεση. Τελικά, στις 28 Οκτωβρίου 1940, την 3η πρωινή ώρα ο Γκράτσι του επέδωσε την διακοίνωση της κυβέρνησής του, με την οποία επαναλαμβάνονταν οι κατηγορίες για αθέτηση της ουδετερότητας από την ελληνική πλευρά, και ζητούσε την ελεύθερη διέλευση των ιταλικών στρατευμάτων από το ελληνικό έδαφος[xxx]. Ο Μεταξάς του απάντησε ψυχρά, λακωνικά και ατάραχος στην γαλλική, την γλώσσα της διπλωματίας: ”alors c’ est la guerre” (=λοιπόν, πόλεμος). Την ίδια μέρα με διάγγελμά του καλούσε τον ελληνικό λαό να αγωνισθεί για την πατρίδα. Ο πόλεμος ήταν ήδη πραγματικότητα.

Ο Ιωάννης Μεταξάς, έχοντας σταθερή πολιτική γραμμή για την εξωτερική πολιτική της χώρας, προσπάθησε όσο μπορούσε και του επέτρεπαν οι συνθήκες, να την εφαρμόσει με συνέπεια. Η πολιτική του συνίστατο στην διαφύλαξη της ουδετερότητας της χώρας, την οποία προσπάθησε να ενισχύσει μέσα από διπλωματικές ενέργειες, διεθνείς συμμαχίες, και τον εξοπλισμό και την αμυντική θωράκιση της χώρας.

Προσπάθησε μέσα από αντίξοες συνθήκες, διεθνείς και εσωτερικές, να ισορροπήσει μεταξύ της εξάρτησης από τον βρετανικό παράγοντα που σε μεγάλο βαθμό καθόριζε τα ελληνικά πράγματα μέσω ενός αγγλόφιλου βασιλιά και μιας αγγλόφιλης ελληνικής κοινής γνώμης, και μεταξύ της προσωπικής του συμπάθειας για την Γερμανία και τα ιδεολογικά συγγενή καθεστώτα της Γερμανίας και της Ιταλίας. Θέλησε να διατηρήσει την χώρα αλώβητη και αμέτοχη στον επερχόμενο πόλεμο που σταδιακά εξαπλωνόταν στην Ευρώπη. Επιχείρησε να εξισορροπήσει την επιθετικότητα της Ιταλίας με την καλλιέργεια διμερών φιλικών σχέσεων. Για ένα διάστημα έδειχνε να πετυχαίνει τους στόχους του. Όμως οι διεθνείς εξελίξεις ήσαν ραγδαίες. Οι διεθνείς συμμαχίες της Ελλάδας κατέρρευσαν και ο πόλεμος σάρωσε την Ευρώπη και έφθασε στην Ελλάδα. Παρ’ όλες τις προσπάθειές του δεν κατόρθωσε να τον αποτρέψει. Αυτό δεν σημαίνει ότι απέτυχε ούτε ότι φάνηκε κατώτερος των περιστάσεων. Οι διεθνείς εξελίξεις είχαν τέτοιον ρυθμό που δεν ήταν δυνατόν να συγκρατηθούν.

Και στην κρίσιμη ώρα, φάνηκε ”αποφασισμένος για κάθε θυσίαν υπέρ της τιμής της Ελλάδος” (καταγραφή ημερολογίου Ιωάννη Μεταξά στις 2 Οκτωβρίου 1940) παρά να υποκύψει στις ατιμωτικές ιταλικές αξιώσεις.

ΣΗΜΕΙΏΣΕΙΣ
[i] Ιω. Μεταξά, Το προσωπικό του ημερολόγιο, τ. Δ’ (1933-1941), εκδ. Ίκαρος, 1960, σελ. 426.
[ii] Ιω. Μεταξάς, ό.π., σελ. 210-212, Γ. Κολιόπουλος, Παλινόρθωση, Δικατορία, Πόλεμος, 1935-1941, εκδ. Εστία, Αθήνα 1984, σελ. 58, 74, Σ. Θ. Λάσκαρις, Διπλωματική ιστορία της συγχρόνου Ευρώπης (1914-1939), Θεσσαλονίκη 1954, σελ. 287-288, Σ. Λιναρδάτος, Ο Ιωάννης Μεταξάς και οι Μεγάλες Δυνάμεις (1936-1940), εκδ. Προσκήνιο, Αθήνα 1993, σελ. 55-57, Π.Πιπινέλης, Εξωτερική πολιτική της Ελλάδος ( 1923-1941), Αθήναι 1948, σελ. 189-191.
[iii] Βλ. Γ. Κολιόπουλος, ό.π., σελ. 75, 84-86, όπου και οι αντίστοιχες παραπομπές στις αναφορές του Waterlow για το Foreign Office.
[iv] Ιστορία του ελληνικού έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1978, τ. ΙΕ’, σελ. 397.
[v] Ιω. Μεταξάς, ό.π., σελ. 359, 460, στις καταγραφές ημερολογίου του Μαρτίου 1939 και της 1ης Απριλίου 1940.
[vi] Π. Πιπινέλης, ό.π., σελ. 198-200.
[vii] Π. Πιπινέλης, ό.π., σελ. 194.
[viii] Δ. Κιτσίκης, Η Ελλάς της 4ης Αυγούστου και οι μεγάλες δυνάμεις, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1974, σελ. 32-33, Γ. Κολιόπουλος, ό.π., σελ. 80-82, όπου και οι παραπομπές στα αρχεία του Foreign Office.
[ix] Γ. Κολιόπουλος, ό.π.,σελ. 60-62, 69-71.
[x] Ιω. Μεταξάς, ό.π., ορισμένες ενδεικτικές καταγραφές, σελ. 287, 301, 310.
[xi] Ιω. Μεταξάς, ό.π., παράρτημα, σελ. 670-672.
[xii] Ιω. Μεταξάς, ό.π.., σελ. 359.
[xiii] Εμμ. Γκράτσι, Η αρχή του τέλους (η επιχείρηση κατά της Ελλάδας), εκδ. Εστία, Αθήνα 1980, σελ. 17.
[xiv] Το αναφέρει ο Β.Π.Παπαδάκης, Διπλωματική ιστορία του ελληνικού πολέμου ( 1940-1945), Αθήναι 1956, σελ. 16.
[xv] Ιω. Μεταξάς, ό.π., σελ. 364-365.
[xvi] Ιω. Μεταξάς, ό.π., σελ. 365.
[xvii] Π.Πιπινέλης, ό.π., σελ. 286-287. Κ. Σβολόπουλος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική από τις αρχές του 20ου αιώνα ως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 227-228.
[xviii] Εμμ. Γκράτσι, ό.π., σελ. 54-56, 61-62, και Ιω. Μεταξάς, ό.π., σελ. 371-372, 385-389.
[xix] Ιστορία του ελληνικού έθνους, ό.π., τ. ΙΕ’, σελ. 404-406, Γ. Κολιόπουλος, ό.π., σελ. 163-168, Π.Πιπινέλης, ό.π., σελ. 292-293.
[xx] Εμμ. Γκράτσι, ό.π., σελ. 90-94.
[xxi] Ιω. Μεταξάς, Λόγοι και σκέψεις 1936-1941, εκδ. Γκοβόστης, Αθήνα, χ.χ., τ. Β’, σελ. 224-226.
[xxii] Ιστορία του ελληνικού έθνους, ό.π., σελ. 406-408.
[xxiii] Εμμ. Γκράτσι, ό.π., σελ. 124-125.
[xxiv] Εμμ. Γκράτσι, ό.π., σελ. 126-128, Ιω. Μεταξάς, ό.π., σελ. 476.
[xxv] Ιω. Μεταξάς, ό.π. σελ. 486-487, όπου και τα κείμενα των αναφορών και της απάντησης του Ι. Πολίτη.
[xxvi] Εμμ. Γκράτσι, ό.π., σελ. 201-203.
[xxvii] Ιω. Μεταξάς, ό.π., σελ. 497-498.
[xxviii] Εμμ. Γκράτσι, ό.π., σελ. 236, Γ. Κολιόπουλος, ό.π., σελ. 192-193.
[xxix] Ιω. Μεταξάς, ό.π., σελ. 507, εγγραφές ημερολογίου στις 22, 27, 28, 30 Σεπτεμβρίου.
[xxx] Βλ. Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα 1940-1941, Αθήνα 1980, αρ. 1, όπου περιλαμβάνεται το κείμενο αυτό όπως και όλα τα άλλα σημαντικά διπλωματικά έγγραφα της περιόδου αυτής.

ΠΗΓΕΣ
1) Documents on British Foreign Policy, 1919-1939, H.M. Stationery, London 1960, 3η σειρά, τ. Ε’.
2) Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα 1940-1941, Αθήνα 1980.
3) Ιω. Μεταξάς, Το προσωπικό του ημερολόγιο, τ. Δ’ (1933-1941), εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1960.
4) Ιω. Μεταξάς, Λόγοι και σκέψεις 1936-1941, τ. Β’, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα, χ.χ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) Εμμ. Γκράτσι, Η αρχή του τέλους (η επιχείρηση κατά της Ελλάδας), εκδ. Εστία, Αθήνα 1980.
2) Ιστορία του ελληνικού έθνους, τ. ΙΕ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1978.
3) Δ. Κιτσίκης, Η Ελλάς της 4ης Αυγούστου και οι μεγάλες δυνάμεις, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1974.
4) Γ. Κολιόπουλος, Παλινόρθωση, Δικτατορία, Πόλεμος, 1935-1941, εκδ. Εστία, Αθήνα 1984.
5) Α. Κύρου, Ελληνική εξωτερική πολιτική, Αθήναι 1955.
6) Σ.Θ. Λάσκαρις, Διπλωματική ιστορία της συγχρόνου Ευρώπης ( 1914-1939), Θεσσαλονίκη 1954.
7) Σ. Λιναρδάτος, Ο Ιωάννης Μεταξάς και οι Μεγάλες Δυνάμεις (1936-1941), εκδ. Προσκήνιο, Αθήνα 1993.
8) Β.Π. Παπαδάκης, Διπλωματική ιστορία του ελληνικού πολέμου (1940-1941), Αθήναι 1956.
9) Π.Πιπινέλης, Εξωτερική πολιτική της Ελλάδος ( 1923-1941), Αθήναι 1948.
10) Κ. Σβολόπουλος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική από τις αρχές του 20ου αιώνα ως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1983. 

Η Πολιτεία της 4ης Αυγούστου. Φως εις μίαν πλαστογραφημένην περίοδον της Ιστορίας μας

Κορωνάκη, Ι. Γ. (1950). H Πολιτεία της 4ης Αυγούστου, Φως εις μίαν Πλαστογραφημένην Περίοδον της Ιστορίας μας. Αθήναι, σελ. 317

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων

Ηταν Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου του 1943, όταν πρωί - πρωί τα γερμανικά στρατεύματα, πλαισιούμενα από γερμανοντυμένους Ελληνες των Ταγμάτων Ασφαλείας1, μπήκαν πάνοπλα στα Καλάβρυτα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που οι Καλαβρυτινοί έβλεπαν Γερμανούς στην πόλη τους. Και πριν τρεις περίπου μήνες το ίδιο είχε συμβεί. Όμως τώρα ένας ανεξήγητος φόβος τους συγκλόνιζε. Ισως γιατί, φεύγοντας οι Γερμανοί την προηγούμενη φορά, είχαν απειλήσει ότι θα κατέστρεφαν την πόλη στην περίπτωση που οι κάτοικοί της ενίσχυαν του αντάρτες. Ισως ακόμη, γιατί οι αντάρτες κρατούσαν Γερμανούς αιχμαλώτους κι υπήρχε κίνδυνος αντιποίνων από τους κατακτητές. Ισως... Αλλά δεν ήταν μόνο τα «ίσως», που βάραιναν την ατμόσφαιρα. Τούτη τη φορά οι ναζί ήταν πιο απειλητικοί στην έκφραση, πιο απρόσιτοι, πιο ψυχροί στις κινήσεις. Η παρουσία τους και μόνο έφερνε την αίσθηση του θανάτου.
 
Ο «ΧΕΛΜΟΣ» το ειδυλλιακό Ξενοδοχείο, όπως το κατάντησε η λαιμαργία της φωτιάς
Ο «ΧΕΛΜΟΣ» το ειδυλλιακό Ξενοδοχείο, όπως το κατάντησε η λαιμαργία της φωτιάς
Η πρώτη κίνηση των Καλαβρυτινών ήταν να θερμάνουν κάπως το κλίμα, να πλησιάσουν και να διαγνώσουν τις προθέσεις του εχθρού. Δημιούργησαν, λοιπόν, στα βιαστικά μια επιτροπή επισήμων για την υποδοχή των Γερμανών: ήταν ο πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Χρ. Παπανδρέου, ο γυμνασιάρχης Αντ. Οικονόμου, ο καθηγητής γυμνασίου Α. Δημόπουλος, ο Αρχιμανδρίτης Δωρόθεος, ο επιθεωρητής των δημοτικών σχολείων Θ. Παπαβασιλείου, ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Μήτσος Σαμψαρέλος και ορισμένοι άλλοι, αντιπρόσωποι κοινωνικών ομάδων2.

Καλάβρυτα: σύνθεση Φέρτη
Καλάβρυτα: σύνθεση Φέρτη


 
Στους Γερμανούς απευθύνθηκε ο Θ. Παπαβασιλείου που ήξερε τα γερμανικά και τους δήλωσε πως ο λαός των Καλαβρύτων ήταν φιλήσυχος, φιλειρηνικός και νομοταγής αλλά και «ευτυχής» που δεχόταν ξανά στην πόλη του το γερμανικό στρατό.
Ο Γερμανός διοικητής θέλησε να καθησυχάσει τους φοβισμένους κατοίκους. Ανέβηκε σ' ένα μπαλκόνι, του Ανδρέα Αντωνακόπουλου, κι άρχισε να μιλάει. Ο Παπαβασιλείου μετέφραζε3:
«Οι κάτοικοι -είπε- δεν πρέπει να φοβούνται. Να ησυχάστε πρώτα εσείς και να βοηθήσετε κι εμάς να ησυχάσουμε. Να παραδώσετε, αν έχετε, όπλα και πολεμικό υλικό. Εμείς καταδιώκουμε μόνο αντάρτες. Εσείς, εφ' όσον είστε φιλήσυχοι και φιλόνομοι, δεν πρέπει να φοβάστε. Επειδή βγαίνουν περίπολα δεν πρέπει να κυκλοφορείτε πέραν της 16.00 ώρας. Από την πόλη επίσης δε θα βγείτε, διότι, όποιος επιχειρήσει κάτι τέτοιο, θα θεωρηθεί ως αντάρτης και αμέσως θα θανατώνεται. Να μας υποδείξετε, πού κρύβονται οι αντάρτες να τους τιμωρήσουμε. Εμείς τους αθώους δεν τους πειράζουμε καθόλου».
Ο Γερμανός διοικητής ζήτησε ακόμη έναν κατάλογο με τα ονόματα των οικογενειών που είχαν μέλη τους αντάρτες.

Τα σημάδια του ολέθρου
 
Οι Καλαβρυτινοί που, μάλλον, πίστεψαν στα λόγια του Γερμανού διοικητή ότι δεν κινδύνευαν, θέλησαν να φανούν συνεργάσιμοι με την ελπίδα πως θα γλίτωναν την πόλη τους. Ετσι παρέδωσαν τον κατάλογο που τους ζήτησε. Πρώτο - πρώτο φιγουράριζε το όνομα της οικογένειας του Χρ. Παπανδρέου, που είχε δυο γιους στην Αντίσταση, τον έναν αντάρτη του ΕΛΑΣ και τον άλλο στο περιφερειακό Συμβούλιο της ΕΠΟΝ4. «Υπάρχουν κι άλλοι παρτιζάνοι», ήταν η απάντηση του διοικητή που ο κατάλογος του φάνηκε μικρός. «Είσαστε όλοι παρτιζάνοι!»5. Αυτή η διαπίστωση έμοιαζε περισσότερο σαν απειλή. Σε λίγο ήρθαν και οι αποδείξεις.

Καλάβρυτα. Χαρακτικό από παράνομο λεύκωμα της κατοχής
Καλάβρυτα. Χαρακτικό από παράνομο λεύκωμα της κατοχής
Οι Γερμανοί πήγαν στο ξενοδοχείο «Χελμός», το οποίο οι αντάρτες είχαν χρησιμοποιήσει ως νοσοκομείο της Αντίστασης και το έκαψαν. Στη συνέχεια στράφηκαν προς τα σπίτια των οικογενειών που είχαν μέλη τους στην Αντίσταση. «Η επιλεκτική πυρπόληση σπιτιών -γράφει ο Κακογιάννης6- ήταν το δεύτερο μεγάλο τέχνασμα εξαπάτησης που χρησιμοποίησαν οι ναζί στα Καλάβρυτα. Ενας τέτοιος ελιγμός εύκολα έδινε την εντύπωση ότι οι "λογικοί" Γερμανοί ήταν ικανοποιημένοι, τιμωρώντας μόνο τις οικογένειες όσων είχαν μέλη επίσημα αναμεμειγμένα στην Αντίσταση. Αρα η υπόλοιπη πόλη δεν έπρεπε να ανησυχεί για τίποτα και η ζωή μπορούσε να συνεχιστεί ομαλά».
Στην πραγματικότητα, βέβαια, επρόκειτο για τον πρόλογο της καταστροφής αλλά πριν αναφερθούμε σ' αυτήν ας γυρίσουμε λίγο πίσω και ας δούμε πώς ξετυλίχτηκε η «επιχείρηση Καλάβρυτα» από την αρχή, και κυρίως γιατί χρειάστηκε μια τέτοια επιχείρηση στό γερμανικό στρατό.

Η «επιχείρηση Καλάβρυτα»
 
Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1943 ο φασιστικός άξονας δέχτηκε ένα ισχυρότατο πλήγμα. Ολόκληρη η Ευρώπη μάθαινε από τις συχνότητες του BBC, μέσω ενός μαγνητοφωνημένου ραδιοφωνικού μηνύματος του αρχιστράτηγου των συμμαχικών δυνάμεων στρατηγού Ντουάιτ Ντ. Αϊζενχάουερ ότι η ιταλική κυβέρνηση παρέδωσε άνευ όρων τις στρατιωτικές της δυνάμεις.7 Η ιταλική συνθηκολόγηση που είχε γίνει από τις 3 Σεπτεμβρίου του 1943, όταν η 8η αγγλική στρατιά του Μοντγκόμερι πέρασε το στενό πορθμό της Μεσσήνης από τη Σικελία κι αποβιβάστηκε στη μύτη της ιταλικής μπότας, αλλά κρατήθηκε -για ευνόητους λόγους- μυστική8, υποχρέωσε τη Γερμανία να αναλάβει τον πλήρη έλεγχο των κατεχόμενων χωρών, όπου μέχρι εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν και ιταλικά στρατεύματα. Αυτό ακριβώς έγινε και στην Ελλάδα.
Πέραν, όμως, της αντικαταστάσεως των ιταλικών δυνάμεων κατοχής με γερμανικές, οι ναζί, ειδικά, για την Ελλάδα πήραν επιπλέον μέτρα, τα οποία οφείλονταν στους φόβους που είχαν πως μετά τη συμμαχική απόβαση στην Ιταλία θα ακολουθούσε απόβαση και στην Ελλάδα κατά μήκος των ακτών προς το Ιόνιο, συμπεριλαμβανομένης και της Πελοποννήσου. Μια διαταγή του Χίτλερ που διαβίβασε, στις 6/10/1943, ο στρατάρχης Κάιτελ προς τον στρατάρχη Μαξιμίλιαν φον Βάικς, στρατιωτικό διοικητή της Νοτιανατολικής Ευρώπης, αναφέρει χωρίς περιστροφές πως σε περίπτωση απόβασης συμμαχικών δυνάμεων στην Ελλάδα τα γερμανικά στρατεύματα θα πρέπει να καταστρέψουν τα πάντα νότια της γραμμής Κέρκυρας - Μετσόβου - Ολύμπου9.
Πριν, όμως, φτάσουν στο σημείο να καταστρέψουν κατ' αυτό τον τρόπο, οι ναζί όφειλαν να ξεμπερδεύουν με την Εθνική Αντίσταση, χτυπώντας αλύπητα όχι μόνο τους αντάρτες αλλά και όσους τους υπέθαλπαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δηλαδή τα χωριά, τις πόλεις και τις κωμοπόλεις, όπου υπήρχαν πολιτικές οργανώσεις Εθνικής Αντίστασης κι όπου συχνά οι αντάρτικες δυνάμεις εύρισκαν καταφύγιο, τροφή, και κάθε είδους υποστήριξη. Μια έκθεση της 117ης γερμανικής Μεραρχίας Κυνηγών (καταδρομών), γραμμένη στα τέλη Νοεμβρίου του 1943 αναφέρεται στην κατάσταση που ήδη έχει διαμορφωθεί στην Πελοπόννησο, σημειώνοντας ανάμεσα σε άλλα10: «Ολόκληρη η Πελοπόννησος πρέπει να θεωρείται σήμερα συμμοριτική περιοχή. Οι διαρκείς επιθέσεις δείχνουν ότι κι εκεί όπου υπάρχουν συγκεντρωμένα γερμανικά στρατεύματα, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ειρηνοποίηση της χώρας. Η ορεινή ενδοχώρα είναι υπό την πλήρη κυριαρχία των συμμοριών. Εκεί αυτές αποτελούν κράτος εν κράτει κι ασκούν απεριόριστα την κομμουνιστική κυβερνητική εξουσία τους...». Ακριβώς στο πλαίσιο αυτών των στρατιωτικών υπολογισμών σχεδιάζεται και η «επιχείρηση Καλάβρυτα», η οποία θεωρείται αναγκαία για τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής που υπολόγιζαν πως στην ευρύτερη περιοχή Καλαβρύτων βρίσκονταν περί τις 5.000 αντάρτες, η ισχυρότερη δηλαδή ανταρτική δύναμη σ' ολόκληρη την Πελοπόννησο11.
Η διαταγή για την «επιχείρηση Καλάβρυτα» δόθηκε από τον Χίτλερ και τον στρατάρχη Κάιτελ στις 29/10/1943. Η εκτέλεση της επιχείρησης ανατέθηκε στον διοικητή της 117ης Μεραρχίας αντιστράτηγο Καρλ φον Λεσουίρ. Ο τελευταίος, αφού συγκέντρωσε τις στρατιωτικές δυνάμεις που του ήταν απαραίτητες, στις 25/11/1943, εξέδωσε την υπ. αριθμ.. 1296 διαταγή προς τις μονάδες που θα έπαιρναν μέρος στην επιχείρηση12.
Η επιχείρηση ξεκίνησε στις 4/12/1943. Οι δυνάμεις των Γερμανών που πήραν μέρος ξεκίνησαν από την Πάτρα, το Αίγιο, την Τρίπολη, τον Πύργο Ηλείας και από την περιοχή της Κορινθίας.

Το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων
 
Στο διάβα τους τα ναζιστικά στρατεύματα σκορπούσαν το θάνατο. Καίγανε και δολοφονούσαν, αφήνοντας πίσω τους την καταστροφή και την ερήμωση σε κάθε χωριό της περιοχής των Καλαβρύτων από το οποίο έτυχε να περάσουν. «Μεγάλες καταστροφικές επιδόσεις- γράφει ο Κ. Μπρούσαλης13- παρουσιάζει η φάλαγγα που ξεκίνησε από το Αίγιο». Ο αριθμός των θυμάτων τους ξεπερνά τα 1.100 άτομα. Στο χωριό Αιγείρα εκτέλεσαν 5 πατριώτες, στην Ανω Ζαχλωρού 12, στα Κλειτωριά και Χανιού 19, στο Σκεπαστό 16, στη Βρώσθαινα 7, στα Ζαχλωρίτικα 14, στην Κερπινή 45, στη Ροδοδάφνη 2, στην Ακράτα, στην Κροκόβη 4, στη Μαμουσιά 5 κ.ο.κ.14. Για να αντιληφθεί ο αναγνώστης το μέγεθος της θηριωδίας που προηγήθηκε του ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων αξίζει να αναφέρουμε τούτο. Στις 8 Δεκεμβρίου του 1943 γερμανικές δυνάμεις έφτασαν στην ιστορική μονή του Μεγάλου Σπηλαίου. Εκεί συνέλαβαν όλους του μοναχούς και μερικούς λαϊκούς, συνολικά 19 άτομα, κι αφού τους μετέφεραν σε μικρή απόσταση από τη Μονή τούς δολοφόνησαν πετώντας τους σε γκρεμό. Μετά από λίγες ημέρες επέστρεψαν στη μονή και την καταλήστευσαν ενώ έβαλαν φωτιά στο ιερό και στον ξενώνα15.
Η μεγαλύτερη όμως σφαγή και καταστροφή έγινε στα Καλάβρυτα τη μαύρη ημέρα της 13ης Δεκεμβρίου 1943.
Ηταν Δευτέρα. Δεν είχε χαράξει ακόμη όταν ακούστηκε να χτυπά με φρενήρη τρόπο η καμπάνα της μητρόπολης. Σε λίγο έφτασε και η διαταγή να συγκεντρωθούν όλοι στο δημοτικό σχολείο. Εκεί χώρισαν τα γυναικόπαιδα από τους άνδρες.
Γύρω στις 9 το πρωί έβγαλαν τους άνδρες, από 14 ετών και πάνω, από το σχολείο και τους οδήγησαν στο χωράφι του δάσκαλου Καπή που απείχε περί τα δέκα λεπτά και τους έζωσαν ολόγυρα με πολυβόλα. Την ίδια ώρα άλλα τμήματα Γερμανών στρατιωτών άρχισαν τη λεηλασία και την καταστροφή της πόλης. Γύρω στο μεσημέρι μια φωτοβολίδα που έπεσε από την πόλη έδωσε το σύνθημα. Τα πολυβόλα άρχισαν να κροταλίζουν κι οι άντρες να πέφτουν νεκροί ο ένας μετά τον άλλον. Πόσοι άραγε σκοτώθηκαν; Κατά μία εκδοχή «υπερχίλιοι», κατά μία άλλη 1.436 άνδρες από 14 έως 80 ετών, δηλαδή το 70,5% του αρσενικού πληθυσμού της πόλης16. Κατάφεραν να σωθούν μόνο 13 άτομα, που καταπλακώθηκαν από τους νεκρούς συμπολίτες τους και θεωρήθηκαν νεκροί από τους ναζί.
Μια διαρκή τραγωδία έζησαν οι γυναίκες. Ηταν αυτές που έμειναν πίσω να θάψουν και να κλάψουν τους νεκρούς τους και πάνω απ' όλα να βρουν το κουράγιο να συνεχίσουν να ζουν.

Αντί επιλόγου
 
Αναφερόμενος στο ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων ο Mark Mazower γράφει17 ότι αυτό έγινε σε αντεκδίκηση, επειδή οι αντάρτες εκτέλεσαν 78 στρατιώτες της 117ης γερμανικής Μεραρχίας που είχαν πιάσει αιχμαλώτους. Το ίδιο επιχείρημα χρησιμοποίησαν και τότε οι δυνάμεις κατοχής, για να αιτιολογήσουν το αποτρόπαιο έγκλημά τους έχοντας συμπαραστάτη και συνήγορο την κυβέρνηση το δοσίλογου Ι. Ράλλη. Αλλά και αργότερα, στην εποχή του μετεμφυλιακού καθεστώτος η επιχειρηματολογία δεν άλλαξε. Η ντόπια ολιγαρχία θεωρούσε σπουδαιότερο να ρίξει την ευθύνη του ολοκαυτώματος στους κομμουνιστές, στο ΕΑΜ- ΕΛΑΣ, παρά στους Ναζί. Στους απολογητές των ναζιστικών εγκλημάτων δε δίστασε να προσχωρήσει ακόμη κι αυτός ο Π. Κανελλόπουλος, ο οποίος επανέλαβε τη σχετική επιχειρηματολογία περί ευθυνών των ανταρτών, τον Οκτώβρη του 1959, ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης18. Ασφαλώς δεν υπάρχει τίποτε πιο αναληθέστερο αυτών των ισχυρισμών. Αδιάσειστα ιστορικά στοιχεία βεβαιώνουν πως όταν οι Γερμανοί πραγματοποιούσαν το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων δε γνώριζαν πως οι αιχμάλωτοι στρατιώτες τους είχαν εκτελεστεί από τους αντάρτες19. Επίσης, όταν οι Γερμανοί αποφάσισαν την «επιχείρηση Καλάβρυτα» οι αιχμάλωτοι δεν είχαν εκτελεστεί, πράγμα που σημαίνει πως το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων εξυπηρετούσε για τις δυνάμεις κατοχής στρατιωτικούς σκοπούς, ανεξάρτητους από την τύχη των αιχμαλώτων, στους οποίους έχουμε ήδη αναφερθεί. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ΕΛΑΣ επιδίωξε να διαπραγματευτεί την ανταλλαγή των αιχμαλώτων με ανθρώπους της Αντίστασης που είχαν στα χέρια τους οι ναζί, αλλά οι διαπραγματεύσεις δεν κατέληξαν σε αποτέλεσμα. Επιπλέον η βρετανική στρατιωτική αποστολή στα ελληνικά βουνά και το Συμμαχικό Στρατηγείο στη Μέση Ανατολή είχαν εκφράσει αντίθεση στις εν λόγω διαπραγματεύσεις20.
Αυτά για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Οσο για το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων.... «Στα Καλάβρυτα- έγραψε ο Ριζοσπάστης λίγες μέρες μετά τη σφαγή21- ξετυλίχτηκε μια φρικαλέα πράξη απ' την πιο φοβερή τραγωδία που έζησε η Ελλάδα και ολόκληρη η Ευρώπη».-

Σημειώσεις
1. Την παρουσία των Ταγμάτων Ασφαλείας στα Καλάβρυτα κατέγραψαν και οι Αγγλοι. Σε μια έκθεση του Βρετανού πρεσβευτή στην ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου, γραμμένη λίγο μετά το ολοκαύτωμα, στις 22/12/1943, αναφέρεται: «Τα γερμανικά στρατεύματα πλαισιούμενα και βοηθούμενα από τις Ελληνικές ομάδες ασφαλείας πέτυχαν να καθαρίσουν τα Καλάβρυτα και κατέστρεψαν τα πάντα στην πορεία τους» (Δημήτρης Βουρτσιάνης: «Ενθυμήματα από την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο», εκδόσεις «Παρασκήνιο», σελ. 137
2. Αντώνης Κακογιάννης: «Η θηριωδία των Ναζί στην Ελλάδα: Το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων», Εκδόσεις «Καστανιώτη», σελ. 284- 285
3. Δημήτρη Καλδίρη: «Το δράμα των Καλαβρύτων», εκδόσεις «Επτάλοφος» ΑΒΕΕ, σελ. 55
4. Περικλή Ροδάκη: «Καλάβρυτα 1941- 1944- Η Αντίσταση στην Επαρχία- Το ολοκαύτωμα», εκδόσεις «Παρασκήνιο», σελ. 278- 279
5. Αντώνης Κακογιάννης, στο ίδιο, σελ. 286
6. Αντώνης Κακογιάννης, στο ίδιο, σελ. 289
7. Ρεμόν Καρτιέ: «Ιστορία του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου», Εκδόσεις «Πάπυρος», τόμος β', σελ. 168
8. Λ. Χαρτ: «Ιστορία του Δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου», έκδοση 7ου ΕΓ/ΓΕΣ, τόμος β', σελ. 5376
9. Βλέπε τη διαταγή: Μάρτιν Ζέκεντορφ: «Η Ελλάδα κάτω από τον αγκυλωτό σταυρό - Ντοκουμέντα από τα Γερμανικά Αρχεία», εκδόσεις ΣΕ, σελ. 203- 204
10. Μάρτιν Ζέκεντορφ, στο ίδιο, σελ. 209
11. Περικλή Ροδάκη, στο ίδιο, σελ. 247- 250
12. Περικλή Ροδάκη, στο ίδιο, σελ. 256- 260
13. Κ. Μπρούσαλης: «Η Πελοπόννησος στο πρώτο αντάρτικο 1941- 1945», εκδόσεις Επικαιρότητα, σελ. 298
14. «Στ' Αρματα - Στ' Αρματα- Χρονικό της Εθνικής Αντίστασης», Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις 1967, σελ. 239
15. Δ. Μαγκριώτη: «Θυσίαι της Ελλάδος και Εγκλήματα Κατοχής 1941- 1944», Αθήναι 1949, επανέκδοση «Φόρμιγξ» 1996, σελ. 107
16. «Ιστορία της Αντίστασης 1940- 1945», εκδόσεις «Αυλός», επιμέλεια Β. Γεωργίου, τόμος 3ος, σελ. 946
17. Mark Mazower: «Στην Ελλάδα του Χίτλερ - Η εμπειρία της κατοχής», Εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», σελ. 205- 206
18. Κ. Μπρούσαλης, στο ίδιο, σελ. 303
19. Περικλή Ροδάκη, στο ίδιο, σελ. 293
20. Αντώνης Κακογιάννης, στο ίδιο, σελ. 252
21. «Ριζοσπάστης» 24/12/1943

Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
 

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Η βρετανική προπαγάνδα στις τάξεις του ΕΛΑΣ



Δεκέμβρης 1944 Τα Δεκεμβριανά ξεκίνησαν την Κυριακή 3 Δεκέμβρη του 1944, όταν ένα τεράστιο σε όγκο λαϊκό συλλαλητήριο, οργανωμένο από το ΕΑΜ, χτυπήθηκε ένοπλα από την αστυνομία του Αγγ. Εβερτ με την προστασία αγγλικών τανκς | Ντιμίτρι Κέσελ
«Η μάχη που διήρκεσε έξη εβδομάδες (…) έγινε για να καταλάβωμε την Αθήνα και, όπως θα δείξει η συνέχεια των γεγονότων, να απαλλάξωμε την Ελλάδα από τον κομμουνιστικό ζυγό.
»Την εποχή αυτήν που τρία εκατομμύρια άνδρες πολεμούσαν σε κάθε στρατόπεδο στο Δυτικό Μέτωπο και που τεράστιες αμερικανικές δυνάμεις ηγωνίζοντο εναντίον της Ιαπωνίας στον Ειρηνικό, οι ελληνικές αυτές παραφορές μπορούσαν να φαίνονται ότι είχαν ελάχιστη σημασία, αλλά δεν ευρίσκοντο λιγώτερο στο νευρικό κέντρο της ισχύος, της τάξεως και της ελευθερίας του Δυτικού κόσμου» (Ουίνστον Τσόρτσιλ: «2ος Παγκόσμιος Πόλεμος», εκδόσεις «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ», τόμος Στ' σελ. 352).

Η ομολογία αυτή του Ουίνστον Τσόρτσιλ, αποτυπωμένη στα απομνημονεύματά του, φανερώνει τους πραγματικούς σκοπούς της βρετανικής επέμβασης στην Ελλάδα αμέσως μετά την απελευθέρωσή της από τη χιτλερική κατοχή και τους πραγματικούς στόχους των Βρετανών στον πόλεμο κατά του ΕΛΑΣ τον Δεκέμβρη του ’44.

Τα Δεκεμβριανά ξεκίνησαν την Κυριακή 3 Δεκέμβρη του 1944, όταν ένα τεράστιο σε όγκο λαϊκό συλλαλητήριο, οργανωμένο από το ΕΑΜ, χτυπήθηκε ένοπλα από την αστυνομία του Αγγ. Εβερτ με την προστασία αγγλικών τανκς. Οι νεκροί εκείνης της ημέρας υπολογίζονται στους 28 και οι τραυματίες στους 140 διαδηλωτές.
Η μάχη στην Αθήνα, με κύριους αντιπάλους τον ΕΛΑΣ και τα εγγλέζικα στρατεύματα, κράτησε τριάντα τρεις μέρες. Στις 5 Γενάρη του 1945 άρχισε η υποχώρηση και σύμπτυξη των δυνάμεων του ΕΛΑΣ έξω από την πρωτεύουσα. Στις 11/1/1945 υπογράφηκε η συμφωνία ανακωχής που ήταν ιδιαίτερα δυσμενής για τον ΕΛΑΣ κι ένα μήνα αργότερα ο ΕΛΑΣ οδηγήθηκε στην παράδοση των όπλων με τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Στη διάρκεια των μαχών, ένα από τα όπλα που χρησιμοποίησαν και οι δύο πλευρές ήταν η προπαγάνδα στις τάξεις του αντιπάλου. Στο περσινό της αφιέρωμα στα Δεκεμβριανά, η «Εφ.Συν.» είχε εκτενή παρουσίαση της ΕΑΜικής προπαγάνδας στα αγγλικά στρατεύματα. Τώρα παρουσιάζουμε την αγγλική προπαγάνδα στις τάξεις του ΕΛΑΣ.

Οι αγγλικές προκηρύξεις που παρουσιάζουμε είναι δύο. Συνταγμένες στην ελληνική γλώσσα, στόχο είχαν να κάμψουν το ηθικό των ΕΛΑΣιτών, να κλονίσουν την εμπιστοσύνη τους στην ΕΑΜική ηγεσία, να συκοφαντήσουν το ΚΚΕ. Σε καμία από τις αγγλικές προκηρύξεις δεν υπάρχει η ομολογία που κάνει ο Τσόρτσιλ στα απομνημονεύματά του, την οποία παραθέσαμε στην αρχή.

Αντίθετα, σ’ αυτές οι Εγγλέζοι εμφανίζονται σαν αθώες περιστερές που θέλουν την πλήρη αποκατάσταση των ελευθεριών του ελληνικού λαού, χωρίς να ενδιαφέρονται στο ελάχιστο για τη μορφή του πολιτεύματος και του κοινωνικοπολιτικού καθεστώτος που θα εγκαθιδρυθεί στη χώρα.

Αλλά αυτό δεν είναι το μόνο ψέμα. Η συκοφαντία παίρνει τεράστιες διαστάσεις καθώς το ΕΑΜικό κίνημα και το ΚΚΕ επιχειρείται να ταυτιστούν με τον φασισμό. Είναι μάλιστα τόσο κραυγαλέα αυτή η προσπάθεια που δίνει την εντύπωση πως αυτή η προπαγάνδα δεν στοχεύει παρά μόνο σε ανθρώπους με ελάχιστη ή και καθόλου γνώση της πραγματικότητας και των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.

Προφανώς οι Εγγλέζοι επιχειρούσαν να κινητοποιήσουν με το μέρος τους τις πιο καθυστερημένες συνειδήσεις ανθρώπων. Δεν λείπει επίσης η επίδειξη δύναμης που σε συνθήκες πολέμου λειτουργεί σαν ένα είδος τρομοκρατίας.

1η Προκήρυξη «Ρώτα τον εαυτό σου Ελασίτη»

Στην πρώτη προκήρυξη που παραθέτουμε οι Αγγλοι αναφέρουν:
ΕΛΑΣIΤΗ! Ποιος είναι ο αγώνας για τον οποίον πολεμάς!
Γιατί μάχεσαι, σήμερα Ελασίτη; Το θάρρος και η αφοσίωσή σου συνετέλεσε πολύ στο ότι οι Χιτλερικοί εδιώχθησαν από την Ελλάδα. Είχες ξαναβρεί τη λευτεριά σου. Ποιος λοιπόν είναι ο καινούργιος αγώνας που εσύ και μερικοί Βούλγαροι και Γερμανοί στο πλευρό σου υπερασπίζετε σήμερα με τα όπλα;
Ο πόλεμος των Ηνωμένων Εθνών ενάντια στον Αξονα και τους δορυφόρους του είναι πόλεμος ενάντια στον φασισμό. Αυτός είναι Ο ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ αγώνας - η ολοκληρωτική και απόλυτη καταστροφή του Φασισμού. Δεν σου φαίνεται αγώνας καλός; Εσύ που δοκίμασες τον Χιτλερικό ζυγό στην Ελλάδα για τρία ολόκληρα χρόνια ξέρεις πολύ καλά τι σημαίνει Φασισμός. Ξέρεις επίσης πώς ξαπλώνεται αυτή η απαίσια τυραννία και με ποιο τρόπο στηρίζεται.

Πώς δουλεύει ο Φασισμός

Για δες πως οι Χιτλερικοί γκάνγκστερ της Γερμανίας εγκατέστησαν τον Φασισμό στη Γερμανία και τον υπεστήριζαν όπου μπόρεσαν. Θυμάσαι μήπως τις μέθοδές τους;
Οι δημοκράτες αρχηγοί της Δεξιάς και Αριστεράς συνελήφθησαν, βασανίστηκαν, δολοφονήθηκαν.
Οι γνήσιοι Αντιπρόσωποι κάθε Χώρας, με τη σειρά ξυλοκοπούνται, κλείνονται σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως, εκβιάζονται και τρομοκρατούνται, εμποδίζονται από το να κάνουν το καθήκον τους για την πατρίδα.
Ολα τα μέσα που εκφράζουν τη δημόσια γνώμη υποβάλλονται σε απόλυτο έλεγχο. Απαγορεύεται να μάθει κανείς τα νέα του έξω κόσμου και η μετάδοσή τους τιμωρείται με θάνατο. Οι εφημερίδες φιμώνονται. Τα ραδιόφωνα κατάσχονται και το καθεστώς της ψευτιάς, της μεγάλης ψευτιάς, θεμελιώνεται στα γερά.
Κυβέρνηση που ένα μόνον κόμμα την υποστήριζε, το Φασιστικό, εγκαθίσταται με τη βία ή με δήθεν «ελεύθερες εκλογές». Το κόμμα αυτό υποστηρίζεται από δήθεν «ελεύθερες» οργανώσεις κάθε λογής, στις οποίες στην πραγματικότητα είναι όλοι υποχρεωμένοι να γραφούν. Το μέλος του κόμματος δεν μπορεί να αποσυρθεί παρά μόνον με κίνδυνο της ζωής του.
Η μεγάλη μάζα του λαού άγεται και φέρεται σαν κοπάδι από αρνιά.
Η εργασία, ακόμα και η διασκέδαση ρυθμίζονται κατά διαταγή των ανωτέρων. Ακόμα και τα παιδιά τα παίρνουν, τα ταξινομούν και τα διαφθείρουν. Αντί ψωμί, γεμίζουν το στόμα με ψευτιές και συνθήματα και καταστρέφουν κάθε τους λευτεριά.
Τέτοιες είναι λοιπόν οι ρίζες του και τέτοιες μέθοδες εφαρμόζει ο φασισμός. Να η τυραννία ενάντια της οποίας εμείς που σας μιλάμε πολεμάμε από το 1939.
Η συντριβή της κυριαρχίας των γκάνγκστερ και της τρομοκρατίας, αυτός είναι ο Αγώνας που υποστήριζαν και υποστηρίζουν τα Ενωμένα Εθνη, σ’ αυτά περιλαμβάνεται και η Ελλάδα.

Μερικές ερωτήσεις για σένα Ελασίτη.

Και τώρα Ελασίτη. Καθώς στέκεσαι ενάντια σε μας σήμερα, κάνε στον εαυτό σου τις ερωτήσεις τούτες: Ανήκεις σε οργάνωση τέτοια που είσαι ελεύθερος να την εγκαταλείψεις αύριο χωρίς φόβο για την οικογένειά σου και για τον ίδιο τον εαυτό σου;
Ανήκεις σε οργάνωση που επιτρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα όλες οι ειδήσεις, δηλαδή σε οργάνωση που ποτέ δεν καταδεχόταν να κατάσχει τα ραδιόφωνα με την πρόφαση πως χρειάζονται στο βουνό, οργάνωση που θα ντρεπόταν να εμποδίσει τα νέα που έρχονται από τον έξω κόσμο για να δημοσιεύσει μόνο τα δικά της παραμορφωμένα νέα;
Ανήκεις σε οργάνωση τέτοια που θα μπορούσες να μην πας στα συλλαλητήρια ή που θα μπορούσες να αρνηθείς να φωνάζεις τα συνθήματά της σαν τους άλλους, χωρίς φόβο να σου κάνει επίσκεψη η Ε.Π. ή να σε καλέσει ξαφνικά η ΟΠΛΑ; Σκέψου τα τέτοιας φύσης ερωτήματα Ελασίτη. Δώσε δίκαιη, ζυγισμένη απάντηση σαν ελεύθερος άνθρωπος έχοντας μπροστά σου τις αρχές και μέθοδες του Φασισμού όπως τις περιγράψαμε παραπάνω.

Ο αγώνας των Ενωμένων Εθνών

Η Μεγάλη Βρετανία δεν ήλθε στη χώρα σου για να της επιβάλει Κυβέρνηση καμιάς μορφής. Μας είναι αδιάφορο αν η ελεύθερη Ελλάδα διαλέξει να γίνει Βασιλεία ή Δημοκρατία ή να ’χει Κυβέρνηση της Δεξιάς, της Αριστεράς ή του Κέντρου. Μας ενδιαφέρει όμως να δούμε πως η αναγεννημένη λευτεριά της Ελλάδος δεν θα πνιγεί στη γέννα της από μια μικρή ομάδα των άκρων του Κομμουνιστικού Κόμματος που θέλουν να επιβάλουν τη θέλησή τους και τα εγωιστικά τους σχέδια πάνω στη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων μ’ αυτές τις μέθοδες του Φασισμού.


Η μάχη στην Αθήνα, με κύριους αντιπάλους τον ΕΛΑΣ και τα εγγλέζικα στρατεύματα, κράτησε τριάντα τρεις μέρες Η μάχη στην Αθήνα, με κύριους αντιπάλους τον ΕΛΑΣ και τα εγγλέζικα στρατεύματα, κράτησε τριάντα τρεις μέρες |
 
 
Διότι είμαστε απόλυτα ενάντια στον Φασισμό σε κάθε του μορφή.
Και συ Ελασίτη; Ποιος είναι ο ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ αγώνας για τον οποίο μάχεσαι; Είσαι υπέρ του Φασισμού ή ενάντια σ’ αυτόν; Είσαι πια σε θέση να τον γνωρίσεις τον Φασισμό ακόμα και όταν παρουσιάζεται σε κόμματα που φαινομενικά σχηματίστηκαν για να τον συντρίψουν;
Πάρε μια απόφαση μα πρόσεξε καλά μην τυχόν σε παρακολουθεί κανένας Καπετάνιος ή μυστικός πράκτορας για να αναφέρει την κάθε σου σκέψη και κίνηση!

2η Προκήρυξη «Μην τους αφήσετε να σας κοροϊδεύουν»

Στη δεύτερη προκήρυξη αναφέρονται τα εξής:
ΤΙ ΔΕΝ ΣΑΣ ΛΕΝΕ ΤΑ ΧΩΝΙΑ
ΕΛΑΣΙΤΕΣ,
Σαν τον Γκέμπελς, αυτοί που διευθύνουν την άσκοπη αυτήν αιματοχυσία πιστεύουν πως αν φωνάζουν ένα ψέμα αρκετά δυνατά, θα γίνει πιστευτό.
Γι’ αυτό χρησιμοποιούν τα περίφημα χωνιά τους για να διαδώσουν ιστορίες για την πρόοδο του αγώνα και για τα γεγονότα του έξω κόσμου που είναι τελείως ψεύτικες.
Γι’ αυτό κάνουν κάθε τι που μπορούν για να μαζέψουν τις προκηρύξεις μας προτού μπορέσετε να τις δείτε. Γιατί αλλιώς ίσως να μαθαίνατε την αλήθεια.
Κι αυτό το πράγμα το λένε «ελευθερία γνώμης».
Να τώρα μερικά πράγματα που θα ’πρεπε να ξέρετε.


ΜΑΤΑΙΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ
Οι φανατικοί που σχεδίασαν και άρχισαν τις επιχειρήσεις ελπίζανε πως θα μπορούσαν να καταλάβουνε την Αθήνα μ’ ένα χτύπημα. Ελπίζουνε πως εμείς οι Βρετανοί δεν θα ανακατευόμασταν ή θα ανακατευόμασταν όταν θα ’τανε πια αργά.
Μα οι ελπίδες τους δεν πραγματοποιήθηκαν και ξέρουν πως είναι καταδικασμένοι σε αποτυχία, και όμως εξακολουθούν να σας δίνουν θάρρος με ψεύτικες ειδήσεις για νίκες, γιατί ελπίζουν πως εμείς θα βαρεθούμε τον αγώνα και θα τους δώσουμε ό,τι ζητάνε! Εν τω μεταξύ, δεν τους ενδιαφέρει πόσο ελληνικό αίμα χύνεται ούτε πόσοι Αθηναίοι πεθαίνουν από την πείνα, αρκεί αυτοί να φαίνονται πως έχουν δίκαιο.

ΚΑΜΙΑ ΣΥΜΜΑΧΙΚΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ
Οι άνθρωποι λοιπόν αυτοί ελπίζουν πως αν δημιουργήσουν αρκετό αναβρασμό θα επέμβουνε οι άλλοι Σύμμαχοι. Κοροϊδεύουν τον εαυτό τους σ’ αυτό το ζήτημα, μην τους αφήνετε να κοροϊδεύουν και σας. Ούτε η Αμερικανική Κυβέρνησις ούτε η Ρωσική, ούτε καν οι Αντιπρόσωποι της Αμερικής και της Ρωσίας στην Αθήνα επενέβησαν στη σημερινή κρίση, η δε Βουλή των Κοινοτήτων ενέκρινε την πολιτική του κ. ΤΣΟΡΤΣΙΛ με 279 ψήφους έναντι 30.
Το Εργατικό Κόμμα της Αγγλίας ενέκρινε ψήφισμα που ζητάει ανακωχή στην Ελλάδα και ελεύθερες εκλογές (πράγμα που το θέλουν όλοι στην Ελλάδα και οι Ελληνες και οι Βρετανοί, εκτός βέβαια από τους φανατικούς που θέλουν να καταλάβουν την Αρχή χωρίς εκλογές), μα απέρριψαν πρόταση που καταδίκαζε τον ΤΣΟΡΤΣΙΛ και την πολιτική του.
Και οι πατριώτες σας είναι αγανακτισμένοι εναντίον σας. Ηρθανε ψηφίσματα από την Κρήτη και τις Κυκλάδες που καταδικάζουν τους Αρχηγούς σας των άκρων, και στη Σάμο ο λαός συνέλαβε τους Αρχηγούς των ανταρτών.

ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΥΜΜΑΧΟΙ ΣΑΣ;
Παραδεχόμαστε πως έχετε δυνατούς Συμμάχους στο πλευρό σας. Το ραδιόφωνο του Βερολίνου υποστηρίζει τις ενέργειές σας με ενθουσιασμό και ο κ. ΤΣΙΡΟΝΙΚΟΣ (της κυβέρνησης ΡΑΛΛΗ) ενθαρρύνει από το ραδιόφωνο τις δυνάμεις σας. Το ραδιόφωνο της Σόφιας με μεγάλη χαρά έκανε ευκολίες για εκπομπές στα Ελληνικά.
Και ενώ ο Ελληνας πολεμά τον Ελληνα, στη Βόρειο Ελλάδα οι Βούλγαροι αντάρτες διαβαίνουν τα σύνορα και εγκαθίστανται στην Ελληνική Μακεδονία.
Ετσι λοιπόν απελευθερώνετε τη χώρα σας;

ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΕΣΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΚΟΡΟΪΔΕΥΟΥΝ ΕΤΣΙ;
Σας λένε ψέματα απ’ την κάθε μεριά - ψέμα για τις δήθεν ενισχύσεις σας, για την πρόοδο της μάχης, για τους φίλους σας έξω από την Ελλάδα που θα ξοδέψουν μπουκάλες μελάνι και χιλιάδες λέξεις για χάρη σας μα ούτε μπορούν αλλά ούτε και θέλουν να σας βοηθήσουν πιο συγκεκριμένα.
Το ξέρετε πως πιάσαμε πάνω από 3.000 δικούς σας αιχμαλώτους;
Το ξέρετε πως, παρά τα «παλικαρίσια» λόγια των Αρχηγών σας, εμείς λαμβάνουμε ενισχύσεις καθημερινά και θα εξακολουθούμε να λαβαίνουμε ενισχύσεις ώσπου να καταθέσετε τα όπλα σας;
Το νιώσατε πως το μόνον που επέτυχε η σημερινή πολιτική των Αρχηγών σας είναι να απομονωθούν τα τρόφιμα που έρχονταν στην Αθήνα σε όλο και πιο μεγάλες ποσότητες, με αποτελέσματα να πεθαίνουν από την πείνα εκατοντάδες αθώοι μέσα στην Αθήνα;

ΜΑ Η ΕΛΛΑΔΑ ΘΑ ΖΗΣΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ
Φανείτε λοιπόν πραγματικοί απελευθερωτές της Ελλάδος.
Πάψτε να κοιτάτε να επιβάλετε τη θέλησή σας με τη βία και υποταχθείτε στη θέληση του λαού που θα εκδηλωθεί σε ελεύθερες εκλογές. Γιατί αν πραγματικά αντιπροσωπεύετε τη θέληση του λαού, όπως λέτε σεις, τότε τι φοβόσαστε την κάλπη;
Μη νομίζετε ότι θα επέμβουμε. Μας είναι αδιάφορο αν η Κυβέρνηση της Ελλάδος θα ’ναι Βασιλική ή Δημοκρατική, της Δεξιάς, της Αριστεράς ή του Κέντρου. Αρκεί μονάχα να αντιπροσωπεύει τον ελεύθερο Ελληνικό λαό να εκφράσει τη θέλησή του χωρίς εκβιασμούς!
ΣΕ ΣΑΣ ΑΠΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΤΕ ΠΟΤΕ ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Ο ΑΣΚΟΠΟΣ ΑΥΤΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

Via