Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Ο ρόλος του Μεταξά στον πόλεμο του '40


Του Γεωργιου Π. Μαλουχου

Το καλοκαίρι του 1940 η Γερμανία είχε ήδη καταλάβει περίπου τη μισή Ευρώπη. Στη Ρώμη, o Μουσολίνι έβλεπε ότι ο Χίτλερ, παλιός φανατικός θαυμαστής και μαθητής του, έχτιζε τώρα στη θέση του τη φασιστική αυτοκρατορία που εκείνος είχε πρώτος ονειρευτεί. Κι αυτό ήταν ιδιαίτερα επώδυνο για τον Ντούτσε. Το καλοκαίρι του 1940, ο Ιταλός δικτάτορας μπορούσε πια να προβλέψει ότι δεν θα έμεναν και πολλά για τη δική του «νέα ρωμαϊκή αυτοκρατορία». Το μόνο που του έμενε, ήταν να προλάβει ν' «αρπάξει» ό,τι μπορούσε απ' τα Βαλκάνια. Ετσι, στις 15 Αυγούστου του 1940, οι Ιταλοί τορπιλίζουν την «Ελλη» στην Τήνο. Για την Ελλάδα, εκείνη ήταν η πρώτη ημέρα του πολέμου.

Οι ανταγωνισμοί εντός του Αξονα υπήρξαν καθοριστικοί και για την επίθεση και τη στιγμή στην οποία αυτή εκδηλώθηκε. Οπως προκύπτει από πηγές των ιταλικών επιτελείων και των μυστικών υπηρεσιών της χώρας, οι Ιταλοί θα είχαν αρχίσει τον πόλεμο ήδη από την επομένη του τορπιλισμού της «Ελλης» αν δεν τους είχαν σταματήσει, σχεδόν διατάζοντάς τους, οι Γερμανοί. Αντιθέτως, όμως, ίσως δεν θα είχαν επιλέξει την 28η Οκτωβρίου για την επίθεση, αλλά πιθανότατα θα είχαν καθυστερήσει την επίθεση στην Ελλάδα, αν ο Μουσολίνι δεν είχε γίνει έξαλλος με τον Χίτλερ όταν έμαθε από τις εφημερίδες τη γερμανική εισβολή στη Ρουμανία, που τον φόβισε πως η Ρώμη θα μείνει τελικά δίχως «λάφυρα» πολέμου.

Το δόγμα Βενιζέλου
Στην Αθήνα, ελληνικά επιτελικά κείμενα της εποχής δείχνουν ότι η κύρια στρατηγική απόφαση του Μεταξά ήταν ότι δεν θα έκανε η Ελλάδα την πρώτη πράξη του πολέμου. Ο Μεταξάς είχε σπουδάσει τη στρατιωτική τέχνη στη Γερμανία, χώρα με την οποία είχε στενότατους δεσμούς. Ομως, το γεγονός αυτό δεν θόλωνε την πολιτική του κρίση. Κατ' ουσίαν, ακολουθούσε πιστά το βασικό δόγμα της εξωτερικής πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου, που ήθελε την Ελλάδα σε συμμαχία με την Αγγλία ως μεγάλη θαλασσοκράτειρα δύναμη της εποχής.

Από την άλλη πλευρά, την ίδια στιγμή, ο Μεταξάς γνώριζε πολύ καλά ότι είτε με νίκη των Ιταλών είτε με ήττα τους, η εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο θα κατέβαζε αναγκαστικά γρήγορα και τους Γερμανούς στην Ελλάδα, κάτι που ήθελε πάση θυσία να αποφύγει. Κι αυτό, επειδή ήταν πεπεισμένος ότι η Αγγλία, η μοναδική άλλη χώρα που το καλοκαίρι του '40 πολεμούσε τον Αξονα, πάλευε με όλη της τη δύναμη για την ίδια την ύπαρξή της και δεν θα ήταν σε θέση να βοηθήσει πραγματικά την Ελλάδα, την οποία ουδέποτε είδε ως κύριο μέτωπο αγώνα. Ετσι, αν και προετοίμαζε στρατιωτικά τη χώρα όσο πιο αποτελεσματικά μπορούσε, ταυτόχρονα, έκανε και ό,τι ήταν δυνατόν για να κρατήσει την ελληνική ουδετερότητα.

«Σιωπηρή επιστράτευση»
Για τις επόμενες 70 ημέρες από τον τορπιλισμό της «Ελλης», επικράτησε η «ηρεμία πριν από την καταιγίδα». Μ' ένα πρωτοποριακό σύστημα «σιωπηρής επιστράτευσης» με ατομικές προσκλήσεις, ο Μεταξάς πρόλαβε να ετοιμάσει τον στρατό χωρίς να δώσει την αφορμή για πόλεμο. Μέχρι που, τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου, το αυτοκίνητο του Ιταλού πρέσβη έφτασε έξω από το σπίτι του στην Κηφισιά...

Πέρα από την καθαρά στρατιωτική προετοιμασία, ένα εξαιρετικά κρίσιμο θέμα για την αποτελεσματική είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο ήταν η εθνική ομοψυχία. Κι αυτή συνδεόταν άρρηκτα με τη στάση της Αριστεράς. Από τη φυλακή, όπου βρισκόταν, ο γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, Νίκος Ζαχαριάδης, με μια ιστορική επιστολή του, χάραξε από την πρώτη στιγμή τη στάση της «πατριωτικής αριστεράς». H συμβολή του αυτή υπήρξε καθοριστική για την ενότητα του ελληνικού λαού και τη νίκη.

Οι νίκες του ελληνικού στρατού οδήγησαν σε μια μοναδικότητα σε όλο τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: ο ελληνικός ηρωισμός χαιρετίστηκε επίσημα και από τους δύο μεγάλους ηγέτες των δύο αντιπάλων στρατοπέδων· από τον Τσόρτσιλ στην αγγλική Βουλή και από τον Χίτλερ στο Ράιχσταγκ.

Νίκες μέχρι τέλους
Ομως, αυτή η νίκη των Ελλήνων επί των Ιταλών δεν έμελλε να φέρει και τους καρπούς της ελευθερίας. Μέσα σε έξι μήνες από τη μέρα που ο Μεταξάς είπε το «Οχι», οι Γερμανοί εισέβαλαν τελικά στην Ελλάδα. Ετσι, τον Απρίλιο του 1941, η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα όχι απλώς στην Ευρώπη αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο που πολεμούσε όχι με μία, αλλά ταυτόχρονα με δύο χώρες του Αξονα. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι, ενώ στις 6 Απριλίου του 1941 εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση στη Μακεδονία, ακόμη και την επόμενη ημέρα, στις 7 Απριλίου, οι ελληνικές δυνάμεις καταλάμβαναν το «Υψωμα 1.116» και συνελάμβαναν αιχμαλώτους 20 Ιταλούς αξιωματικούς και 527 Ιταλούς οπλίτες στο αλβανικό μέτωπο...

Τα Ντοκουμέντα του ΣΚΑΪ
Το δίωρο ντοκιμαντέρ των Ντοκουμέντων του ΣΚΑΪ για την 28η Οκτωβρίου και τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, σε σκηνοθεσία Γιάννη Κατωμερή, προβάλλεται την Κυριακή το βράδυ σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος, στις 11 μ.μ., πραγματεύεται τα γεγονότα από τη βύθιση της Ελλης μέχρι την κήρυξη του πολέμου και το «Οχι» του Ιωάννη Μεταξά. Το δεύτερο μέρος, που προβάλλεται αμέσως μετά, 15 λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, πραγματεύεται τα όσα συνέβησαν από τις πρώτες νικηφόρες μάχες του ελληνικού στρατού μέχρι τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941 και τη συνθηκολόγηση. Για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ, τα Ντοκουμέντα ταξίδεψαν στην Ιταλία και την Αγγλία, καθώς και στα πεδία των μαχών του ελληνοϊταλικού πολέμου, ενώ προβάλλουν ιδιαίτερα σπάνιο κινηματογραφικό υλικό τόσο από τις πολεμικές επιχειρήσεις όσο και από τις διπλωματικές διεργασίες που προηγήθηκαν του πολέμου στην Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γερμανία και την Αγγλία.

Την πορεία των γεγονότων στους μήνες από τη βύθιση της Ελλης μέχρι και τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, συνθέτουν πολυάριθμες μαρτυρίες βετεράνων αλλά και αμάχων της εποχής, καθώς και αναλύσεις στρατιωτικών, ιστορικών και πολιτικών. Μεταξύ αυτών, η «Κ» δημοσιεύει σήμερα αποσπάσματα από θέσεις που αναπτύσσουν στα Ντοκουμέντα ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού αντιστράτηγος Δημ. Γράψας, ο τέως γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Γρηγόρης Φαράκος, ο Μίκης Θεοδωράκης, που έζησε νεαρός τα γεγονότα στην Τρίπολη και ο δρ Φραντσέσκο Ανγκελόνε από το Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών S. Pio V, της Ρώμης.

Η μυστηριώδης φωτογραφία
Η φωτογραφία αυτή αποτελεί τμήμα ενός σπανιότατου φιλμ το οποίο προβάλλεται στο πλαίσιο των Ντοκουμέντων του ΣΚΑΪ «Από την 4η Αυγούστου στην 28η Οκτωβρίου και το έπος του '40», την Κυριακή στις 11 το βράδυ. Η φωτογραφία απεικονίζει τον Ιωάννη Μεταξά και τον Ιταλό πρέσβη Εμμανουέλε Γκράτσι, στο σπίτι του πρώτου στην Κηφισιά. Τα ερωτήματα που εγείρονται είναι πολλά. Ιστορικοί της περιόδου, που εξέτασαν το φιλμ και τη φωτογραφία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ιταλία, θεωρούν ότι πρόκειται πραγματικά για τους Μεταξά και Γκράτσι. Ομως, η εγγονή του Ιωάννη Μεταξά, αρχαιολόγος και ερευνήτρια Ιωάννα Φωκά, θεωρεί ότι πρόκειται για προϊόν μεταγενέστερης δραματοποίησης, με ηθοποιούς. Ωστόσο, το μυστήριο επιτείνεται, καθώς η κ. Φωκά παραδέχεται ότι, χωρίς αμφιβολία, πρόκειται πράγματι για το σπίτι της Κηφισιάς, αλλά δεν γνωρίζει από ποιους, γιατί, πότε και υπό ποίες συνθήκες μια τέτοια δραματοποίηση του «ΟΧΙ» θα μπορούσε να έχει γυριστεί...

Η προέλευση του φιλμ, που προβάλλεται ολόκληρο από τα Ντοκουμέντα και στο οποίο ο Γκράτσι δίνει ένα χαρτί στον Μεταξά και αυτός το διαβάζει σκεπτικός, παραμένει άγνωστη. Σε αυτό περιλαμβάνονται και πλάνα του Μεταξά να εγκαταλείπει το σπίτι και να μπαίνει στο αυτοκίνητό του. Τελικά, τα ενδεχόμενα είναι τα ακόλουθα:
- Πρόκειται πράγματι για δραματοποίηση, που όμως έγινε υπό άγνωστες συνθήκες και με άγνωστους ηθοποιούς που είναι... ίδιοι με τον Μεταξά και τον Γκράτσι και ξεγελούν ακόμα και σήμερα τους πάντες.
- Πρόκειται για πραγματικό φιλμ. Σε αυτή την περίπτωση, που από τους ειδικούς που το εξέτασαν θεωρείται σχεδόν βέβαιη, υπάρχουν πια τρία ενδεχόμενα:
1. Το πιθανότερο είναι ότι το φιλμ γυρίστηκε σε μία από τις (αρκετές) επισκέψεις του Γκράτσι στην Κηφισιά πριν από την 28η Οκτωβρίου, επισκέψεις που καταγράφονται και στο ημερολόγιο του Μεταξά - τότε, όμως, γιατί ο πρωθυπουργός να τον δεχθεί φορώντας τη ρόμπα του;
2. Η σκηνή δραματοποιήθηκε με εντολή του Μεταξά για την Ιστορία μετά την 28η Οκτωβρίου. Αυτό πρέπει να θεωρείται αδύνατον, καθώς θα έπρεπε να είναι παρών και ο Γκράτσι, ο οποίος πάντως έμεινε στην Αθήνα για περίπου ένα μήνα μετά την κήρυξη του πολέμου.
3. Πρόκειται για το ίδιο το βράδυ του «ΟΧΙ», στις 28 Οκτωβρίου 1940. Βέβαια, αν επρόκειτο για κάτι τέτοιο, θα άλλαζε δραματικά τα όσα γνωρίζουμε για το σημαντικότερο βράδυ της ελληνικής Ιστορίας του 20ού αιώνα.

Αντιστράτηγος Δημήτριος Γράψας *
Η Ελλάδα, εκείνη την περίοδο, πολεμούσε μόνη, χωρίς συμμάχους
«...Η Ελλάδα εκείνη την περίοδο πολεμούσε μόνη, χωρίς συμμάχους. Οι Βρετανοί έβλεπαν ως πιο στρατηγικό χώρο την Τουρκία και λιγότερο τον χώρο της Ελλάδος, τον οποίο αντιμετώπιζαν κυρίως ως αντιπερισπασμό ως προς τις επιχειρήσεις στη Βόρειο Αφρική. Γι' αυτό και το 1939, είχαν υπογράψει με την Τουρκία το σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας. Βέβαια, με την εξέλιξη των γεγονότων, οι νίκες των Ελλήνων άρχισαν να επηρεάζουν στρατιωτικά την περιοχή. Και θα μπορούσα να πω, όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά και ηθικά, διότι ήταν η πρώτη χώρα -και μάλιστα μικρή χώρα-, η οποία επέφερε νικηφόρο πλήγμα στον Αξονα και με αυτές τις νίκες της έδινε στους λαούς, στους χειμαζόμενους τότε κατεκτημένους λαούς από τον Αξονα μια νέα ελπίδα ότι ο αγώνας θα μπορούσε να είναι νικηφόρος. Ετσι και η Βρετανία άρχισε να βλέπει αυτό το μέτωπο με άλλο μάτι και προσπάθησε να το ενισχύσει...
...Το ΓΕΣ, αφού αντελήφθη ότι ο αγώνας στον παραλιακό τομέα δεν είχε αποτελέσματα για τους εχθρούς και ότι ο κίνδυνος προερχόταν από τη δευτερεύουσα προσπάθεια, συγκέντρωσε δυνάμεις με τις οποίες έπληξε την ιταλική μεραρχία Τζούλια στο πλευρό, με αποτέλεσμα να την καταστρέψει και να την αναγκάσει σε υποχώρηση. Ηταν ένας στρατηγικός αλλά και επιχειρησιακός ελιγμός, αφού με πολύ λιγότερες δυνάμεις και μέσα κατάφερε να διατηρήσει το μέτωπο Ελαίας - Καλαμά, αλλά και στη συνέχεια να προβεί σε ένα νικηφόρο αγώνα. Σημαντικό ρόλο στον αγώνα αυτό, μπορούμε να πούμε ότι έπαιξε η απόφαση του στρατηγού Κατσιμήτρου, διοικητού της 8ης Μεραρχίας πεζικού, ο οποίος επέμενε και έδωσε τον αγώνα σε αυτή τη γραμμή...
...Πιστεύω ότι ο λόγος της ήττας των Ιταλών ήταν η κακή εκτίμηση που είχαν για τις δυνατότητες του ελληνικού στρατού, η κακή εκτίμηση που είχαν για τη θέληση του ελληνικού στρατού, του ελληνικού έθνους να πολεμήσει. Είχαν προετοιμαστεί περισσότερο για ένα στρατιωτικό περίπατο, παρά για να δώσουνε σημαντικές, σκληρές μάχες, φονικές μάχες όπως αυτές που διεξήχθησαν στο μέτωπο της Βόρειας Ηπείρου...»
* Ο αντιστράτηγος Δημήτριος Γράψας είναι αρχηγός ΓΕΣ.

Μίκης Θεοδωράκης
Εκλαιγε όλη η πόλη για τον Μεταξά
«...Οταν έπεφτε μια πόλη, «έπεφτε» όλη η Ελλάδα: έβγαινε όλος ο κόσμος έξω, χτυπάγανε οι καμπάνες κι ο κόσμος τραγουδούσε, χόρευε, φίλαγε ο ένας τον άλλο... Κι αυτό γινότανε κάθε βδομάδα, διότι κάθε βδομάδα έπεφτε η μία αλβανική πόλη μετά την άλλη. Τέτοια έξαρση πατριωτισμού δεν νομίζω να την ξανάζησαν οι Ελληνες...
...Ο θάνατος του Μεταξά ήταν ένα μεγάλο σοκ. Ο Μεταξάς ήταν πολύ τυχερός διότι συνέδεσε το όνομά του με το «Οχι», συνέδεσε το όνομά του με τη νίκη και πέθανε σε μια κορύφωση νίκης. Στην Τρίπολη, πρέπει να σου πω ότι έγιναν μνημόσυνα σε διάφορες εκκλησίες. Κι εμείς πήγαμε σε μια εκκλησία, όχι στη μητρόπολη, σε μια άλλη, πιο μικρή. Την ώρα λοιπόν του μνημοσύνου, ο κόσμος έκλαιγε τόσο γοερά, ώστε από τη μία εκκλησία στην άλλη άκουγες τα κλάματα. Εκλαιγε όλη η πόλη για τον Μεταξά. Τόσο τυχερός ήταν δηλαδή, έτυχε η κατάλληλη στιγμή να πει το «Οχι» και μετά να πεθάνει... Και πίσω από το «Οχι» αυτό, δείχνει ότι ήταν ίσως ο μοναδικός πολιτικός στην Ευρώπη που δεν πίστευε στη νίκη του Χίτλερ. Πίστευε δηλαδή ότι θα νικήσουν οι Εγγλέζοι, κάτι που εκείνη τη στιγμή έμοιαζε παράλογο. Και, βεβαίως, ταίριαζε πολύ και με τη νοοτροπία του θρόνου, που ήταν αγγλόφιλος...».

Γρηγόρης Φαράκος*
Στην κηδεία του Μεταξά εγώ παρευρέθηκα
«...Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου το περίμενα γιατί θα είχα το πρώτο μου μάθημα στο πρώτο έτος του Πολυτεχνείου... Εκείνο που αισθάνομαι μέχρι τώρα -και πιστεύω το αισθάνεται και ο περισσότερος κόσμος από τότε- ήταν ότι η ζωή, γενικά η ζωή και της χώρας και του κάθε ατόμου, χωρίστηκε στα δύο. Στο πριν και το μετά. Κι αυτό κατά τη γνώμη μου καθόρισε και την εξέλιξη όλης της χώρας στα κατοπινά.
...Η στάση της Σοβιετικής Ενωσης στον ελληνοϊταλικό πόλεμο ήταν διφορούμενη. Επιπλέον, το σοβιετογερμανικό Σύμφωνο Μολότοφ - Ρίμπερντοφ δημιούργησε προβλήματα σε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης που είχαν ταχθεί κατά του Αξονα...
...Είναι γνωστό ότι κατοπινά έχει γίνει μια κριτική στο γράμμα του Ζαχαριάδη από τη φυλακή, ότι ήταν υπερπατριωτικό, ότι είχε και άλλες άστοχες εκφράσεις. Αν το προσέξεις δεν έχει ούτε άστοχες εκφράσεις ούτε τίποτα. Μακάρι τη γραμμή αυτή (την ακολούθησε βέβαια το ΚΚΕ στα χρόνια της Κατοχής), μακάρι να την ακολουθούσε ακόμα πιο σταθερά και μόνιμα. Οποια άλλη γνώμη κι αν έχει και ό,τι κι αν σκέφτεται κανείς για τον Ζαχαριάδη, οφείλει να του αναγνωρίσει αυτή τη μεγάλη υποθήκη που άφησε εκείνη τη στιγμή προς τον ελληνικό λαό και προς το κόμμα του...
...Ο,τι και να πεις για τον Μεταξά, το πρωί της 28ης Οκτωβρίου εξέφρασε το λαϊκό αίσθημα. Και βεβαίως, επειδή και το ΚΚΕ αυτή είχε ως μοναδική κατεύθυνση, με αυτή την έννοια ταυτίζονται... Βεβαίως, αρνιέμαι τους διθυράμβους που συνήθως ακούγονται υπέρ του Μεταξά που είπε το «Οχι», αλλά και από την άλλη μεριά, δεν μπορώ να δεχθώ αυτή τη συνεχή κριτική των αριστερών, οι οποίοι δεν είπαν ΠΟΤΕ ότι εν πάση περιπτώσει ο Μεταξάς εκείνο το πρωί είπε αυτό που αισθανόταν όλος ο ελληνικός λαός. Και θα πω και κάτι ακόμα: Στην κηδεία του Μεταξά εγώ παρευρέθηκα. Ημουν από εκείνους που με τίποτα δεν τον ήθελα, αλλά παρευρέθηκα. Και παρευρέθηκε πολύς τέτοιος κόσμος...».
* Ο κ. Γρηγόρης Φαράκος είναι τέως γ.γ. του ΚΚΕ.

Δρ Φραντσέσκο Ανγκελόνε*
Λάθος πληροφορίες για τον ελληνικό στρατό
«...Η αποτυχία οφείλεται και σε λάθος εκτιμήσεις εκ μέρους της ιταλικής κυβέρνησης. Οι εκτιμήσεις αυτές ήταν βασισμένες σε λανθασμένες πληροφορίες των στρατιωτικών μυστικών υπηρεσιών από την Αθήνα και, συγκεκριμένα, σε μια αναφορά η οποία περιέγραφε μια καθόλου ρεαλιστική κατάσταση... Οι ιταλικές στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες χαρακτήριζαν τον ελληνικό στρατό ημιδιαλυμένο και κακώς εξοπλισμένο.
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τα όσα πίστευαν διάφοροι αξιωματούχοι του Ιταλικού Γενικού Επιτελείου Στρατού, οδήγησαν στο εσφαλμένο συμπέρασμα πως ο πόλεμος εναντίον της Ελλάδος θα τελείωνε εύκολα και γρήγορα. Προφανώς δεν έγινε έτσι. Δεν έγινε έτσι γιατί ο ελληνικός στρατός μόνο κακώς εξοπλισμένος δεν ήταν... Επιπλέον δεν χρησιμοποιήθηκε ικανός αριθμός μεραρχιών, όπως σημείωσαν άλλωστε και ορισμένοι στρατηγοί του ιταλικού Γενικού Επιτελείου.
Ενα σύνολο 19 - 20 μεραρχιών θεωρούνταν δυνάμεις ικανές να επιτεθούν και να καταλάβουν με επιτυχία την Ελλάδα. Τελικά χρησιμοποιήθηκαν πολύ λιγότερες μεραρχίες. Δεν κινητοποιήθηκαν οι ειδικές μονάδες για επιχειρήσεις σε ορεινές περιοχές και όλα αυτά οδήγησαν στην αποτυχία της επίθεσης...».
* Ο δρ Φραντσέσκο Ανγκελόνε είναι αναλυτής στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών S. Pio V, Ρώμη.

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Η ιδεολογία της «4ης Αυγούστου»

Η ιδεολογία της «4ης Αυγούστου»

Ο Ιωάννης Μεταξάς, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης των Ταγμάτων Εργασίας. Στην κορυφή της σκάλας, ο Κώστας Κοτζιάς –ασκεπής, με το καπέλο στο αριστερό χέρι– υπουργός Διοικήσεως Πρωτευούσης. Στο ίδιο σκαλοπάτι με τον κυβερνήτη, δεξιότερα, ο γενικός διευθυντής Γραμμάτων και Τεχνών του καθεστώτος Κωστής Μπαστιάς. 

Ογδόντα χρόνια έκλεισαν την περασμένη Πέμπτη από την ημέρα που ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ μαζί με τον Ιωάννη Μεταξά επέβαλαν την πολιτική δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936, ένα καθεστώς άκρως αυταρχικό με ό,τι αυτό συνεπαγόταν για όσους τολμούσαν να το αμφισβητήσουν.

Η βασιλομεταξική επιλογή διαμορφώθηκε σε καθεστώς στο οποίο συνωθήθηκαν ποικίλα συμφέροντα, ελληνικά και μη. Αν όμως η βασιλική εξουσία παρέμεινε ο κύριος και καθοριστικός πόλος του καθεστώτος, ο Μεταξάς –πιστός και σταθερός, ως προς τη στόχευση, στη γραμμή της μέσης πολιτικής οδού μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών που είχε ήδη χαράξει από τις αρχές της δεκαετίας του ’20– προσπάθησε και να συγκροτήσει γύρω από το πρόσωπό του ένα πολιτικό πλέγμα που ονομάστηκε «4η Αυγούστου», ενσωματώνοντας και φασίζοντα στοιχεία, σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής. Εχοντας βεβαίως πάντοτε επίγνωση και φόβους πως ό,τι οικοδομεί τελεί πάντοτε υπό τη ρητή ή σιωπηρή έγκριση του Γεωργίου. Και είναι χαρακτηριστικό το ότι δεν προχώρησε, παρ’ ότι το ήθελε, στην ίδρυση ενός μονοκομματικού πολιτικού εργαλείου, και κατά συνέπεια ολοκληρωτικού κράτους, γνωρίζοντας τα όρια της βασιλικής επίνευσης, αλλά και την έλλειψη χαρισματικότητας του ιδίου, δηλαδή την αδυναμία του να εμπνεύσει το μέγα πλήθος, όπως οι δημοφιλείς δικτάτορες της εποχής του. Ο Μεταξάς, ευτυχώς για τον ίδιο, διέθετε αυτογνωσία. Αλλά και χάρις σ’ αυτήν γνώριζε ότι ήταν όχι μόνο ικανός στρατιωτικός, αλλά και μετρ του πολιτικού παιχνιδιού.

Αυτός ο με διαρκώς πενιχρές εκλογικές επιδόσεις ηγέτης μικρού κόμματος, τόλμησε και κατόρθωσε, εκμεταλλευόμενος και την αβελτηρία της ηγεσίας της αντιβενιζελικής παράταξης, από το 1934, να αναδειχθεί, μέσω της αρθρογραφικής μονομαχίας, αυτός μόνος σε κύριο αντίπαλο του δύοντος Κρητικού πολιτικού γίγαντα Ελευθερίου Βενιζέλου.

Και τελικώς να αποκτήσει το κύρος για διεκδίκηση της βασιλικής εύνοιας και εν τέλει τής με συντριπτική πλειοψηφία κοινοβουλευτικής πρωθυπουργίας, πριν αναδειχθεί σε αυτό που πάντα επεδίωκε, δηλαδή σε δικτάτορα, έστω και υπό την αιγίδα ενός ανωτάτου άρχοντος.

Προσέγγιση του ΚΚΕ

Πανούργος πολιτικός ο Μεταξάς, επιχείρησε τον μαύρο Σεπτέμβρη του 1922, και ενώ οι επαναστάτες του Πλαστήρα πλησίαζαν για να αποβιβαστούν στο Λαύριο – κάτι που ο ίδιος δεν αναφέρει στο «Ημερολόγιό» του: Πρότεινε στο ΚΚΕ συμμετοχή σε κυβέρνηση υπό την πρωθυπουργία του· έλαβε όμως, τελικά, αρνητική απάντηση. Αυτή η απόπειρα του σφοδρού αντικομμουνιστή Μεταξά είναι ένα ακόμα στοιχείο για τον απόλυτα πρακτικό χαρακτήρα της πολιτικής του δράσης. Αλλωστε, για λόγους εθνικής ομοψυχίας, η αντικομμουνιστική ρητορική του θα εκλείψει τους μήνες πριν από την ιταλική επίθεση.

Ωστόσο, η άκρα πρακτικότητα της πολιτικής του δεν τον εμπόδισε να προσπαθήσει να διαμορφώσει, ως διανοούμενος δικτάτωρ –και με τη συμβολή πιστών υπηρετών μέσω των περιοδικών «Το Νέον Κράτος» (κατά το «Estado Novo» του Σαλαζάρ) με αρχισυντάκτη τον Αριστο Καμπάνη και μονίμως στο εξώφυλλό του σχέδιο του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, και «Νέα Πολιτική» του Ιωάννη Τουρνάκη– ένα ιδεολογικοφανές corpus, έστω και ως συμπληρωματικό εργαλείο αυτής της πολιτικής.

Ο Μεταξισμός, όρος που πρωτοδιατύπωσε η εφημερίδα «Πρωία» ήδη από τη δεκαετία του ’20, δεν χαρακτηρίζει πλέον μόνο την πολιτική του ηγέτη των Ελευθεροφρόνων. Ο Μεταξισμός, στη διάρκεια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, απεδείχθη και όρος ιδεολογικός. Και το ερώτημα είναι: Είχε δική του ιδεολογία το καθεστώς και ειδικότερα ο Μεταξάς;

Η απάντηση της επιστήμης φαίνεται καταφατική. Με το ρεύμα των μεταξικών σπουδών των τελευταίων δεκαετιών (αφού αμβλύνθηκε σταδιακά η δαιμονοποίηση του Μεταξά) προσκομίστηκαν αρκετά στοιχεία – όπως με τα περί τον Μεταξά βιβλία της Μαρίνας Πετράκη που εμπλούτισαν κυρίως τις γνώσεις μας για τη μεταξική προπαγάνδα και τους μηχανισμούς της. Τώρα διαθέτουμε μια –δυστυχώς ανέκδοτη ακόμα– διδακτορική διατριβή της Γεωργίας Κοντού, η οποία εγκρίθηκε από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και επικεντρώνεται στην ιδεολογία του Μεταξισμού. Η διατριβή –που εκπονήθηκε με επιβλέπουσα την καθηγήτρια Λήδα Παπαστεφανάκη και μέλη της συμβουλευτικής επιτροπής τους καθηγητές Θανάση Δ. Σφήκα και Δέσποινα Παπαδημητρίου– έχει τίτλο: «Η πολιτική και κοινωνική ιδεολογία της 4ης Αυγούστου και ο τρόπος με τον οποίο αυτή επηρέασε την εκπαίδευση και τη νεολαία (ΕΟΝ)». [Σημ. Αρχείου: στο τέλος του σημειώματος βλ. την περίληψη της διατριβής]

Πρωτογενείς πηγές

Η Γεωργία Κοντού ερεύνησε ένα ευρύ και σημαντικό αρχειακό υλικό, ενώ στο δεύτερο σκέλος της διατριβής της, που αφορά στην εκπαίδευση, έκανε χρήση ανεκμετάλλευτων πρωτογενών πηγών: αποκαλυπτικά σχολικά αρχεία της Αιτωλοακαρνανίας στα οποία αντανακλάται η πολιτική του καθεστώτος πάνω στην εκπαίδευση, σε εθνικό επίπεδο. (Ενός καθεστώτος στο οποίο είχαν προσχωρήσει τόσοι και τέτοιοι επιφανείς, που πρωτοεπισημάνθηκαν από τον Ρένο Αποστολίδη και όπως, άλλωστε, μας έδειξαν τα συστηματικά και αναλυτικά ευρετήρια των περιοδικών «Η Νεολαία» και «Το Νέον Κράτος», τα οποία συγκρότησε ο Γιώργος Ανδρειωμένος και εκδόθηκαν σε δύο ξεχωριστούς τόμους από το Ιδρυμα Ουράνη.)

Με ερμηνευτική οξύνοια η Κοντού αξιοποίησε έτσι το υλικό της, ώστε να κομίσει νέα επαρκή επιστημονική θεώρηση της ιδεολογίας του Τεταρταυγουστιανού καθεστώτος και να φωτίσει ορισμένες από τις τεχνικές και διαδικασίες διάχυσης και επιβολής της στον ειδικότερο τομέα της εκπαίδευσης.

Στο σημείωμά μας αυτό –που αφορά στην ιδεολογία του Μεταξισμού– επισημαίνουμε από το έργο της Κοντού ορισμένα, κατά τη γνώμη μας, χαρακτηριστικά στοιχεία.

Η απάθεια των λαϊκών μαζών και η αδράνεια ή ενεργότερη υποστήριξη του στρατού και ορισμένων κοινωνικών στρωμάτων που δρουν με κριτήριο όχι την ιδεολογική ταύτιση με την 4η Αυγούστου, αλλά με κριτήριο την καλύτερη εξυπηρέτηση των προσωπικών τους βλέψεων, εξασφαλίζει, βέβαια, την αποδοχή του καθεστώτος, δεν σημαίνει, όμως, και εγκόλπωση της ιδεολογίας του.

Ο σημαντικότερος παραγωγός της ιδεολογίας του καθεστώτος είναι ο ίδιος ο Μεταξάς και το περιοδικό «Το Νέον Κράτος». Την ιδεολογία αυτή –όπως νομίζει ότι είναι– την συνοψίζει ο Μεταξάς στο «Ημερολόγιό» του λίγο καιρό πριν από τον θάνατό του: «Η Ελλάς έγινε από της 4ης Αυγούστου κράτος αντικομμουνιστικό, κράτος αντικοινοβουλευτικό, κράτος ολοκληρωτικό, κράτος με βάση αγροτική και εργατική και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό».

Αξιοσημείωτη είναι εδώ η επανάληψη της λέξης «κράτος». Δεν πρόκειται όμως για κράτος ολοκληρωτικό, καθώς δεν αρκεί ο αυταρχικός του χαρακτήρας για να το ορίσει ως τέτοιο. Ο Μεταξάς πιστεύει αυτό που μάλλον ειλικρινώς ο ίδιος επιθυμούσε: ότι πρόκειται για κράτος με βάση αγροτική και εργατική. Αυτό ήταν άλλωστε και ένα κεφάλαιο της ρητορικής της ιδεολογίας του Μεταξισμού.

Η Κοντού αναλύει διεξοδικά τη θεματική της ιδεολογίας του Μεταξισμού. Την συγκροτούν: 1. Ο αντιφιλελευθερισμός που συνιστώσες του είναι η ανασημασιοδότηση της έννοιας της ελευθερίας, ο αντικοινοβουλευτισμός, ο αντικομμουνισμός, ο ολοκληρωτισμός (με τις παρατηρήσεις που παρατέθηκαν παραπάνω), ο αντικαπιταλισμός (τουλάχιστον στο επίπεδο του λόγου), η αγροτική και εργατική οικονομική βάση. 2. Η βασιλοφροσύνη. 3. Ο εθνικισμός. 4. Η οικογένεια. 5. Η θρησκεία.

Το νέο κράτος

Το νέο κράτος της 4ης Αυγούστου αυτοπροσδιορίζεται ως υπερκομματικό και υπερταξικό, με ισχυρή εκτελεστική εξουσία και «λαοκρατία» εφόσον –επισημαίνει η Κοντού– «ως λαοκρατία οριστεί η πηγή της πολιτικής εξουσίας από τον λαό και όχι ο τρόπος ασκήσεως της εξουσίας». Ο Μεταξάς ήθελε το κράτος και συντεχνιακό, κάτι που όμως δεν επιχείρησε να το κάνει.

Προβεβλημένο στοιχείο της ιδεολογίας του καθεστώτος ήταν η θεωρία περί Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού, όρος στον οποίο συνοψίστηκε η αντίληψη της ιστορικής συνέχειας, ενώ δόθηκε και εκσυγχρονιστικός χαρακτήρας στη Μεγάλη Ιδέα πλέον όχι ως έναυσμα αλυτρωτικής πολιτικής, αλλά ως προσπάθεια ανάπτυξης μέσα στα συγκεκριμένα όρια της επικράτειας. Μια άποψη ισχύουσα και σήμερα για εκσυγχρονιστές και μη.

Αλλο στοιχείο της ιδεολογίας του Μεταξισμού ήταν η ηγετολατρία του «πρώτου αγρότη», «πρώτου εργάτη» και ηγέτη «ξεχωριστού» από όλους τους άλλους Μεταξά. Αλλωστε το έγραψε και ο ίδιος στο «Ημερολόγιό» του: «Θέλω λατρείες»...

Via 

Περίληψη της διδακτορικής διατριβής της Γεωργίας Κοντού (2013)

Στόχος της παρούσας διατριβής είναι η εξέταση του τρόπου με τον οποίο τα ποικίλα συστατικά στοιχεία της ιδεολογίας της 4ης Αυγούστου συγκροτήθηκαν σε συμπαγή ιδεολογία, η διερεύνηση των μεθόδων με τις οποίες επιδιώχθηκε η ιδεολογική εγχάραξη στην Εκπαίδευση και, τέλος, η μελέτη της Ε.Ο.Ν., της νεολαιίστικης οργάνωσης του καθεστώτος, ως ιδεολογικής του ναυαρχίδας. Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε συνίσταται στη μελέτη δευτερογενούς βιβλιογραφίας, τη διατύπωση υποθέσεων εργασίας, τον εντοπισμό και τη μελέτη αρχειακών πηγών, τη συγγραφή και την εξαγωγή Συμπερασμάτων. Στην αξιοποίηση των έντυπων αρχειακών πηγών επιλέχθηκε η μέθοδος της ανάλυσης των κειμένων, ποιοτική (έμφαση στο περιεχόμενο) και θεματική (έμφαση στο θέμα και στη συχνότητα που αυτό εμφανίζεται). Επίσης, η εξελικτική προσέγγιση της ιδεολογίας του καθεστώτος ήταν αναπόφευκτη.Τα Συμπεράσματα που εξήχθησαν διατυπώνονται εν συντομία ως εξής: O Ιωάννης Μεταξάς, πολιτικός που ποτέ δεν είχε κρύψει τα αντικοινοβουλευτικά του φρονήματα, αυτοπροβλήθηκε ως Τρίτη Λύση πέρα από το Βενιζελισμό και τον Αντιβενιζελισμό. Ωστόσο, η ιδεολογία, βάσει της οποίας διατεινόταν ότι ασκούσε την εξουσία, παρέμενε νεφελώδης δύο χρόνια μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας (4 Αυγούστου 1936) και διαμορφωνόταν σταδιακά.Σύμφωνα με τον ίδιο το δικτάτορα, τον κύριο παραγωγό της, τα βασικά συστατικά στοιχεία της ιδεολογίας αυτής ήταν: ο αντικοινοβουλευτισμός ως απόρριψη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ο οποίος ενίσχυσε τον αντικομμουνισμό ως προϋπόθεση διατήρησης του κοινωνικού καθεστώτος. Ο αντικοινοβουλευτισμός δε μετασχηματίστηκε σε ολοκληρωτισμό με την έννοια του φασισμού, αλλά πήρε τη μορφή ισχυρού παρεμβατισμού, αισθητού στην οικονομία (αντικαπιταλισμός, τουλάχιστον στο επίπεδο της πολιτικής ρητορείας) και στην κοινωνία (κήρυγμα για ταξική ώσμωση). Εξελίχθηκε δε, τελικά, σε εθνικισμό, ιδεολογικός πυρήνας του οποίου είναι η πρωταρχικότατα του έθνους ως πολιτιστικής και, συνεπώς, εξωλογικής κατηγορίας, που, για το λόγο αυτό, του άρμοζε και εξωλογικός τρόπος διακυβέρνησης, η κληρονομική βασιλεία. Ως βιολογική μήτρα του έθνους θεωρούνταν η πατριαρχική Οικογένεια, ενώ τη μεταφυσική κατοχύρωση τού εξασφάλιζε η Θρησκεία. Η 4η Αυγούστου επεδίωξε να εφαρμόσει την εθνικιστική ιδεολογία της στο πλαίσιο ενός ανακαινισμένου κράτους, του Νέου Κράτους. Η διατύπωση πρωτότυπης -κατά το καθεστώς – ιδεολογίας και η εφαρμογή της στο πλαίσιο του Νέου Κράτους είχε ως απώτερο σκοπό την υλοποίηση του Γ’ Ελληνικού Πολιτισμού, του καινούριου πολιτιστικού ιδανικού, με το οποίο η 4η Αυγούστου επεχείρησε να πληρώσει το κενό από τη χρεοκοπία της Μεγάλης Ιδέας. Ως προϋπόθεση της υλοποίησης του Γ’ Ελληνικού Πολιτισμού προβλήθηκε η ύπαρξη μιας χαρισματικής ηγεσίας, αυτής του Ιωάννη Μεταξά. Η ιδιότυπη εθνικιστική ιδεολογία της 4ης Αυγούστου καθίσταται εμφανέστερη στην Εκπαίδευση. Στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού εθνικισμού το καθεστώς αποπειράθηκε να εγχαράξει την ιδεολογία του στη μαθητιώσα και σπουδάζουσα νεολαία, με απώτερο στόχο τον κοινωνικό και πολιτικό πειθαναγκασμό της. Η μικρή πρόοδος, όμως, που σημειώθηκε στον τομέα αυτόν, ήταν μία από τις αιτίες που το καθεστώς προέβη στην οργάνωση της Εθνικής Οργανώσεως Νεολαίας, η οποία λειτούργησε ως ιδεολογική του προμετωπίδα. Ωστόσο, η Ε.Ο.Ν. δεν πέτυχε να εγκαταστήσει σταθερή ιδεολογική σχέση ανάμεσα σε αυτή και στη νέα γενιά, διότι ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός στη λειτουργία της απουσίαζε, η προχειρότητα και η αποσπασματικότητα περίσσευαν, ενώ το ίδιο το καθεστώς παρέμενε ασυμπαθές. Συμπερασματικά, η ιδεολογική επίδραση που άσκησε η 4η Αυγούστου μέσω της Εκπαίδευσης και της Ε.Ο.Ν. είναι δύσκολο να αποτιμηθεί λόγω του ολιγόχρονου του καθεστώτος. Τα ιδεολογικά στοιχεία που επιβιώνουν επιλεκτικά ως σήμερα (π.χ. Πατρίδα, Θρησκεία, Οικογένεια) αποτελούν απόδειξη μιας ισχυρής εθνικής ιδεολογίας, που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία, έστω και αν η βίωση των επιμέρους αξιών από τα μέλη της εθνικής κοινότητας έχει, στο μεταξύ, μερικώς μεταβληθεί.