Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

4η Αυγούστου: Ένα πείραμα εκφασισμού

Συνέντευξη του Πολυμέρη Βόγλη
8-polymeris bΤο προηγούμενο Σαββατοκύριακο, το Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας, μια δυναμική επιστημονική συλλογικότητα η οποία συσπειρώνει νέους έλληνες ιστορικούς με έμφαση στον 20ό αιώνα, οργάνωσε με επιτυχία συνέδριο για το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Οι ανακοινώσεις επιχείρησαν μια «κοινωνική στροφή» στη μελέτη της περιόδου, εστιαζόμενες στο ζήτημα της σχέσης του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου με την ελληνική κοινωνία — ενώ αναπόφευκτες ήταν οι αναφορές στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Για όλα αυτά συζητήσαμε με τον ιστορικό Πολυμέρη Βόγλη (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, μέλος της οργανωτικής επιτροπής  του συνεδρίου).

ENΘΕΜΑΤΑ
  Ο τίτλος του συνεδρίου ήταν «Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και η ελληνική κοινωνία. Ένα πείραμα εκφασισμού». Τι σημαίνει «πείραμα εκφασισμού», στο ιστορικό και το διεθνές του πλαίσιο, και πώς υλοποιείται  από το καθεστώς;
 Για πολλά χρόνια, η συζήτηση για το μεταξικό καθεστώς ήταν εγκλωβισμένη στο ζήτημα εάν το καθεστώς ήταν φασιστικό, δηλαδή στις ομοιότητες και τις διαφορές του με τη φασιστική Ιταλία και τη ναζιστική Γερμανία. Το σκεπτικό του συνεδρίου ήταν να κινηθεί η συζήτηση σε μια άλλη κατεύθυνση. Δηλαδή, όχι να συσχετίσουμε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου με μια τυπολογία του φασισμού αλλά να το εξετάσουμε ως ένα πείραμα, όπου συνδυάστηκαν διαφορετικά, εγχώρια και ξένα, πολιτικά ρεύματα και ιδεολογίες, όπως ο εθνικισμός,  ο συντηρητισμός, ο φασισμός. Επίσης, η έννοια του «εκφασισμού» ήθελε να τονίσει ότι γίνεται μια προσπάθεια «από τα πάνω» να αναδιοργανωθεί η ελληνική κοινωνία σε πρότυπα που παραπέμπουν σε φασιστικά καθεστώτα της εποχής, αλλά η προσπάθεια αυτή τελικά είναι ανεπιτυχής. Είναι μια διαδικασία που μένει ανολοκλήρωτη — μην ξεχνάμε ότι μετά από τέσσερα χρόνια ξεσπά ο πόλεμος και ο δικτάτορας πεθαίνει τον Ιανουάριο του 1941.  Όπως έδειξε το μαζικό κίνημα της Αντίστασης, η απήχηση των φασιστικών ιδεών ήταν περιορισμένη.
  
Εκτός της αναλογίας με τη Βαϊμάρη, μια άλλη αναλογία που ακούμε συχνά για τη σημερινή Ελλάδα είναι με τον ελληνικό Μεσοπόλεμο. Η αναζήτηση τέτοιων αναλογιών μπορεί να είναι γόνιμη ή ολισθηρή, επιστημονικά και πολιτικά;
 Οι ιστορικοί συχνά κάνουν συγκρίσεις, αναζητούν ομοιότητες και διαφορές, ή αναλογίες, όπως είπατε, στην προσπάθειά τους να επεξεργαστούν θεωρητικά μοντέλα ανάλυσης. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση νομίζω ότι πιο χρήσιμο θα ήταν όχι η αναζήτηση αναλογιών ανάμεσα στο σήμερα και τον Μεσοπόλεμο αλλά η συζήτηση περί συνέχειας και τομών ανάμεσα στον Μεσοπόλεμο και τη δικτατορία. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα που αναδείχθηκαν στο συνέδριο ήταν η συνέχεια της δικτατορίας Μεταξά σε σχέση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Ενώ οι περισσότεροι θεωρούν ότι η δικτατορία είναι τομή στην ιστορία, εάν εξετάσουμε τις πολιτικές, τους θεσμούς ακόμα και τα πρόσωπα που στελεχώνουν το κράτος επί Μεταξά τότε θα δούμε μια εντυπωσιακή συνέχεια. Γι’ αυτό και πάρα πολλοί διανοούμενοι, επιστήμονες, τεχνοκράτες, που θα τους χαρακτηρίζαμε φιλελεύθερους, δεν έχουν κανένα πρόβλημα να συνεργαστούν ή να εκθειάσουν τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου.
  
Γιατί ο φασισμός ασκεί, την εποχή εκείνη, έλξη στην ελληνική κοινωνία;
 Ο φασισμός ασκεί έλξη όχι μόνο στην ελληνική κοινωνία αλλά στις περισσότερες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Από την άλλη πλευρά, η απήχηση που έχουν τα φασιστικά κόμματα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη δεν είναι πολύ μεγάλη. Ας μην ξεχνάμε ότι μόνο στην Ιταλία και τη Γερμανία ανέβηκαν στην εξουσία, ενώ στην Ελλάδα οι φασιστικές οργανώσεις μπορεί να είναι δραστήριες αλλά οι περισσότερες είναι βραχύβιες και η πολιτική τους επιρροή, εννοώ σε επίπεδο εκλογών, μηδαμινή. Ωστόσο, θα συμφωνήσω ότι η διάδοση του φασισμού στο Μεσοπόλεμο είναι κάτι ιστορικά μοναδικό, ιδιαίτερο, το οποίο, κατά κύριο λόγο, συνδέεται με την κρίση του φιλελευθερισμού. Το Κραχ του 1929 κλόνισε την πίστη στον οικονομικό φιλελευθερισμό και ενίσχυσε την ανάγκη για ένα ισχυρό κράτος που παρεμβαίνει δυναμικά στην κοινωνία και την οικονομία. Επιπλέον, η αδυναμία ή ανικανότητα των πολιτικών ελίτ να ενσωματώσουν τα λαϊκά στρώματα σε μια εποχή μαζικής πολιτικής, οδήγησε τον αστικό πολιτικό κόσμο να υιοθετήσει όλο και πιο αυταρχικές ιδέες αναφορικά με την πολιτική εξουσία και την οργάνωση της κοινωνίας.

Ο αυταρχισμός και η εκτροπή από τη δημοκρατία είναι μια σταθερά που διαποτίζει το ελληνικό κράτος στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Δημιούργησε αυτό υποδομές και κουλτούρα αυταρχισμού, στην κοινωνία και το κράτος, «κατάλοιπα» ακόμα και μετά την τομή της Μεταπολίτευσης;
 Η ροπή προς τον αυταρχισμό, όντως, διακρίνει την ιστορία της Ελλάδας. Θα έλεγα ότι οι πολιτικές δυνάμεις καλλιεργούν μια κουλτούρα αυταρχισμού που διαπερνά το κράτος και τελικά αποκτά τη δική της δυναμική. Ας σκεφτούμε τον ρόλο που παίζει ο στρατός, ο οποίος από τη δεκαετία του 1940 και μετά μετατρέπεται σε αυτόνομο πόλο εξουσίας και ισχυροποιείται τόσο ώστε να πάρει την εξουσία με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Για να το πω λίγο σχηματικά, έχουμε ένα πολιτικό σύστημα το οποίο, επειδή δεν θέλει να προχωρήσει στις αναγκαίες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις, για να μην έλθει σε σύγκρουση με τα οικονομικά συμφέροντα που το στηρίζουν, καταφεύγει στην καταστολή, την αυθαιρεσία, τις διακρίσεις, ή τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» για να θυμηθούμε ξανά τη δικτατορία Μεταξά. Από αυτή την άποψη, η Μεταπολίτευση είναι πραγματικά τομή. Σε όλη την παραφιλολογία για «τη Μεταπολίτευση που κατέστρεψε τη χώρα», αυτό που «ξεχνιέται» είναι ότι σταδιακά δημιουργείται ένα κράτος το οποίο δεν στηρίζεται στον πολιτικό αποκλεισμό αλλά στην ενσωμάτωση. Η αναβίωση αυταρχικών πολιτικών (π.χ. κλείσιμο της ΕΡΤ) τα τελευταία χρόνια είναι κάτι διαφορετικό. Δεν συνδέεται τόσο με «κατάλοιπα», όσο με την «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» που έχει επιβληθεί λόγω Μνημονίου

Ας έρθουμε στη Χρυσή Αυγή. Σε ποιο βαθμό εγγράφεται  στην παράδοση της άκρας Δεξιάς (Μεταξάς, ταγματασφαλίτες, χούντα) και ποια είναι τα νέα της στοιχεία; Γενικότερα, ποιες είναι οι ιδεολογικές δεξαμενές από τις οποίες αντλεί;
Έχει ενδιαφέρον ότι η Χρυσή Αυγή οικειοποιήθηκε το παρελθόν από το οποίο η Δεξιά στη Μεταπολίτευση αποστασιοποιήθηκε σε μια διαδικασία μετασχηματισμού της σε φιλελεύθερη παράταξη. Άρα θα συμφωνήσω ότι εγγράφεται στην παράδοση της άκρας Δεξιάς. Αυτό που θα πρέπει να μας προβληματίσει είναι ότι σε επίπεδο δημόσιας ιστορίας αυτή η παράδοση της άκρας Δεξιάς «κανονικοποιήθηκε», δηλαδή σταδιακά διαμορφώθηκε μια νέα αντίληψη που δεν θεωρούσε αρνητικό αυτό το παρελθόν, π.χ. τη χούντα ή τη συνεργασία με τους Γερμανούς στην Κατοχή. Από την άλλη πλευρά, η Χρυσή Αυγή υπερβαίνει την παράδοση της άκρας δεξιάς, τόσο ιδεολογικά όσο και πολιτικά. Πέρα από τον εθνικισμό και τον αντικομμουνισμό, που παραδοσιακά διέκρινε την άκρα Δεξιά, η Χρυσή Αυγή έχει έναν ξεκάθαρα φιλοναζιστικό προσανατολισμό, κάτι που είναι πρωτόγνωρο. Επιπλέον, η άκρα Δεξιά στην Ελλάδα ιστορικά είχε στενή σχέση με τους κρατικούς μηχανισμούς· λειτουργούσε ως παρακράτος.
 Η Χρυσή Αυγή είναι μια οργάνωση η οποία, πέρα από την σχέση που έχει με τους κρατικούς μηχανισμούς, αναπτύχθηκε χάρη στην πολιτική-εγκληματική δράση της. Δεν υπάρχει κάποια αντινομία ανάμεσα στην πολιτική και την εγκληματική δράση. Υποστηρίζει μια ιδεολογία η οποία χαρακτηρίζεται από το μίσος και έχει μια πρακτική που θεμελιώνεται τη βία. Από τη στιγμή που βρει πρόσφορο έδαφος να διαχυθεί στην κοινωνία, αποκτά μια δυναμική επικίνδυνη και καταστροφική. Αυτό είναι κάτι που επιτέλους φαίνεται να το αντιλαμβάνονται όλοι, έστω και καθυστερημένα.   

Τη συνέντευξη πήραν ο Μάνος Αυγερίδης και ο Στρατής Μπουρνάζος

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

ΠΕΕΑ, η κυβέρνηση του Βουνού...


«Λοιπόν, γιατί αργείτε; Τι στέκεστε νεκροί; / Ξυπνήστε, μην είσθε ενάντιοι κι εχθροί, / Πως οι προπάτορές μας ορμούσαν σαν θεριά /, για την ελευθερίαν πηδούσαν στη φωτιά...»
(Ρήγας Φεραίος - Βελεστινλής)
Στις 11 Μάρτη του 1944 συγκροτήθηκε η λαοφιλής Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης. Σκοπός της ΠΕΕΑ ήταν να οργανώσει σ' όλα τα επίπεδα της πάλης τον ελληνικό λαό. Να φέρει νικηφόρο τον αγώνα του, με ελευθερία, λαϊκές κατακτήσεις μετά την απελευθέρωση, με πλατιά δημοκρατική προοπτική, όπου θα εξυπηρετούνταν οι ανάγκες του βασανισμένου τόπου, μακριά από ντόπιους και ξένους κατακτητές. Ολόκληρη η οργάνωσή της είχε δομηθεί από την πολύπλευρη θεωρητική και πρακτική πείρα των μεγάλων λαϊκών κινημάτων (ΕΑΜ - ΕΛΑΣ). Οι δύο συνιστώσες οδηγούσαν, σαφώς, στην πολυπόθητη εμφάνιση ενός πολιτικού σχήματος, που θα υλοποιούσε την πολιτική προοπτική της. Στόχοι άμεσοι: 1) Η αναγγελία για τη σύστασή της εντός και εκτός Ελλάδας. 2) Η σύγκληση του Εθνικού Συμβουλίου (Βουλή), με θεσμικές, νομοθετικές αρμοδιότητες. 3) Η επίτευξη της εθνικής ενότητας.
Η σύνθεση της ΠΕΕΑ, σ' όλα τα επίπεδα της λειτουργίας της, πλαισιώθηκε από φωτεινά στελέχη, ζυμωμένα στους λαϊκούς αγώνες. Καταξιώθηκε στη συνείδηση του ελληνικού λαού, να είναι η κυβέρνηση του έθνους. Αναλάμβανε να χειριστεί όλα τα εσωτερικά και εξωτερικά θέματα δίνοντας λύσεις. Το ψήφισμα των Κορυσχάδων, με την εκλογή αντιπροσώπων για το υπουργικό συμβούλιο, βρήκε γόνιμο έδαφος, εκεί στα βουνά της Ευρυτανίας. Παλλαϊκή συμμετοχή και ανείπωτος ενθουσιασμός για την ανάδειξη των λαϊκών αντιπροσώπων με μυστική ψηφοφορία. Τα «ανοιχτά γράμματα» για συμμετοχή μίλαγαν για μια Ελλάδα λεύτερη - ανεξάρτητη. Με μυστική ψηφοφορία, ο λαός στέλνει τους εκλεγμένους αντιπροσώπους στο βουνό, παρά την τρομοκρατία των κατακτητών, τις συκοφαντίες της ντόπιας άρχουσας τάξης που θώπευε τους κατακτητές. Ο σκλαβωμένος λαός χτίζει με το ψήφισμα των Κορυσχάδων, τον Καταστατικό Χάρτη της αγωνιζόμενης πατρίδας. Ο,τι πιο προοδευτικό απ' όλα τα καταστατικά Συντάγματα, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του ο Αλέξανδρος Σβώλος, καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, πρόεδρος, γραμματέας Εξωτερικών - Παιδείας, Θρησκευμάτων, Λαϊκής Διαφώτισης. Εδιδε σταθερότητα στον κρατικό βίο, με ουσιαστικές ελπίδες, για το μέλλον του τόπου.
Η ΠΕΕΑ ήταν ένας αγωνιστικός άθλος. Θρύλος για την πολιτική ωριμότητα της έκφρασής του, μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, έγραψε, με τη δράση της, μια από τις πιο ιστορικές σελίδες. Σ' αυτό το ιστορικό κτίριο, το γυμνάσιο στις Κορυσχάδες, όπου συνήλθε αργότερα (το Μάη του 1944) το Εθνικό Συμβούλιο, έγινε η πιο αναμορφωτική, διοικητική πρόταση αναγέννησης. Η αναφορά στην ιστορία της ΠΕΕΑ, σε μια εποχή όπου η ιμπεριαλιστική επιδρομή της νέας τάξης πραγμάτων - του αίματος - δημιουργεί αντι-Ιστορία, ο ελληνικός λαός αντλεί διδάγματα, θάρρος, αισιοδοξία, από τα ιστορικά αποθέματα αγώνων. Αυτά μπορούν, μαζί με την ταξική του πάλη, να ανοίξουν το δρόμο για έναν καλύτερο κόσμο. Η ιστορία της ΠΕΕΑ αποτελεί πολύτιμο εθνικό κεφάλαιο δράσης.

Παναγιώτης ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ

Via

Η βραχεία ζωή της ΠΕΕΑ στην ορεινή Ελλάδα



Του Θαναση Kαλλιανιωτη*

Χτυπημένο σοβαρά το ΚΚΕ από το καθεστώς Μεταξά το 1939, σχεδόν ορφάνεψε δύο έτη αργότερα, όταν η Βουλγαρία εναγκαλίστηκε τις δυνάμεις του Αξονα και κατέλαβε την Ανατολική Μακεδονία. Ο μοναδικός διάδρομος για την αποκατάσταση της επικοινωνίας με τη μητρόπολη του κομμουνισμού περνούσε πια από τη Γιουγκοσλαβία, γι’ αυτό το ΕΑΜ, ορθότερα η πολιτική του καθοδήγηση, επιδίωξε από νωρίς επαφές με τους αντάρτες του Τίτο.

Καίριο πρόσωπο στη σύνδεση αυτή αποτέλεσε ο Σαμαριναίος κομμουνιστής Ανδρέας Τζήμας, γοητευτικός διανοούμενος και γνώστης της σλαβικής, αφού είχε γεννηθεί στην Καστοριά. «Παραιτηθείς» από την καθοδήγηση του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, προσκολλήθηκε στο επιτελείο του Τίτο φορώντας το πεντάκτινο κόκκινο αστέρι στο δίκοχο και όχι τον ήλιο του ΕΛΑΣ.
Οταν ο θετός πατέρας δημιούργησε το φθινόπωρο του 1943 το Αντιφασιστικό Συμβούλιο Εθνικής Απελευθέρωσης και την Εθνική Επιτροπή Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας, οι Ελληνες σύντροφοί του βάδισαν αμέσως στα ίχνη του, δρομολογώντας την οικοδόμηση του Εθνικού Συμβουλίου (Βουλής) και της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (κυβέρνησης). Ωστόσο, την πολιτική του Τίτο στο ζήτημα της Μακεδονίας δεν υιοθετούσαν όλοι οι Ελληνες κομμουνιστές, ούτε και η πλειοψηφία των στελεχών του ΕΑΜ. Γι’ αυτό ολίγον αργότερα ο Καστοριανός εθνοσύμβουλος Μιχαήλ Κεραμιτζής αποδοκιμάστηκε από τους συναδέλφους του στην έδρα της ΠΕΕΑ, όταν έθιξε ζητήματα μειονοτήτων.

Αγώνας μετ’ εμποδίων
Δύο θεμελιώδεις, ωστόσο, μεταβλητές, εκ των οποίων η δεύτερη απέρρεε από την πρώτη, τροχοπέδησαν επί πολύ το σχέδιο: οι διαρκούσες επιθέσεις του ΕΛΑΣ εναντίον του ΕΔΕΣ στην Ηπειρο και της ΠΑΟ στη Μακεδονία και η διακοπή της βρετανικής βοήθειας. Πιο απλά, αφού ο ΕΔΕΣ δεν είχε εξουδετερωθεί, έλειπε το ασφαλές έδαφος για τους πολιτικούς της ΠΕΕΑ, οι οποίοι θα ανέβαιναν από την Αθήνα στην ορεινή Ευρυτανία. Ούτε και δυνατότητα διατροφής των αφικνούμενων εθνοσυμβούλων υπήρχε, καθώς το Κάιρο είχε διακόψει τις ρίψεις χρυσών λιρών, που ενθυλάκωνε ασμένως η Επιμελητεία του ΕΛΑΣ.

Ειρηνεύοντας αναγκαστικά με τον ΕΔΕΣ, το ΕΑΜ μόνον τον Απρίλιο του 1944 σχημάτισε τελικά την κυβέρνησή του. Μόνον ένα από τα δέκα μέλη της, ο Γεώργιος Σιάντος, ήταν μόνιμος κομμουνιστής. Χωρίς την υποχώρηση αυτή ήταν απίθανο να προσελκυστούν επιφανή πρόσωπα, σε μια περίοδο που εκτός των αναφερθέντων εμποδίων (ΕΔΕΣ - Βρετανοί), εκατοντάδες οικισμοί στη Βόρεια Ελλάδα προσχωρούσαν ένοπλοι στο αντικομμουνιστικό στρατόπεδο. Η φανερή πολιτική των επαναστατών είχε επικαλύψει την κρυφή, αλλά η τελευταία δεν έπαψε ούτε στιγμή. Καταργήθηκαν οι αντιπρόσωποι του ΕΑΜ στα ένοπλα τμήματα, συστάθηκε όμως αντ’ αυτών η Επιτροπή Διαφώτισης Ανταρτών. Περιορίστηκε ακόμη η αυτονομία των χωρικών ως προς την απονομή της Δικαιοσύνης, ενώ ο Εφεδρικός ΕΛΑΣ ενσωματώθηκε στον Μόνιμο. Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στη δημιουργία Αστυνομίας, της Εθνικής Πολιτοφυλακής, με προσφορά πλεονεκτημάτων και προσεκτική επιλογή των μελών της. Η επίσημη γλώσσα της Κυβέρνησης του Βουνού θα ήταν η «γλώσσα του λαού», όμως αφού δεν αναφερόταν η ελληνική, ήταν δυνατόν να ερμηνευτεί ως παραχώρηση προς τους δίγλωσσους των μεθορίων, ορισμένοι εκ των οποίων θα ατένιζαν ζέοντες τη σημαία της Λαϊκής Ομοσπονδίας της Γιουγκοσλαβίας στην Αίθουσα Συνεδριάσεων της ΠΕΕΑ.

Εκλογές
Ακολούθησαν οι εκλογές της Βουλής του Βουνού, του Εθνικού Συμβουλίου, μέσω εκλεκτόρων με υποψήφιους που ορίστηκαν εκ των άνω. Στην Αθήνα, οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν απευθείας, ενώ στην Κοζάνη οικισμοί εκπροσωπούνταν από εκλέκτορες που θήτευαν ως Ελασίτες. Στην περιοχή των Πρεσπών, όπου αλώνιζε η αυτονομία, κανείς μάλλον κάτοικος δεν τόλμησε να ψηφίσει.
Εκλέκτορες επέλεξαν επίσης και οι μονάδες του ΕΛΑΣ, αφού πρώτα επιστρατεύτηκαν για την περίσταση και οι έφεδροι. Κατά μία μαρτυρία που δεν έχει διασταυρωθεί, στο 3/27 Τάγμα (Γρεβενών), αποτελούμενο από 300 εφέδρους και 145 μονίμους αντάρτες που είχαν αναπτυχθεί σε μέτωπο 50 χιλιομέτρων, έλαβαν: 440 ψήφους ένας νεαρός απόφοιτος Γυμνασίου, δύο ο διοικητής του Τάγματος, μία ο διοικητής του 1/27 αντίστοιχου, μία ο διοικητής του Συντάγματος και μία λευκή. Οταν στην κονίστρα των αμφιβολιών πέσει το ασυρματογράφημα του Αποσπάσματος Βίτσι προς την 9η Μεραρχία του ΕΛΑΣ «Τοποθετήσαμεν αντιπρόσωπόν μας εις ΠΕΕΤΑ» (sic), δηλαδή το «Τοποθετήσαμεν», οι εικασίες περί εκλογικών υποδείξεων μεταμορφώνονται σε ενδείξεις. Φυσικά ο προβαλλόμενος αριθμός των 1.800.000 ψηφοφόρων είναι αμάρτυρος.
Μία και μόνο φορά συνεδρίασε το Εθνικό Συμβούλιο, κι έπειτα τα μέλη του αποσύρθηκαν στις περιοχές τους. Οι διορισμένοι από την ΠΕΕΑ αντιπρόσωποί της δεν ήταν πάντα καλοδεχούμενοι από την τοπική επαναστατική ηγεσία, όπως λ.χ. στην Ημαθία. Ο αντιπρόσωπος της ΠΕΕΑ στην Κοζάνη, ένας πρώην δημοσιογράφος, όταν έφυγαν οι Γερμανοί, εμποδιζόταν να ομιλήσει, κάτι όχι αφύσικο σε μια πόλη όπου περίσσευαν οι κάννες των ανταρτών.

Στο διπλωματικό άρμα
Προφανώς, προσχεδιασμένη εκ των άνω ήταν η παντελής απουσία του αρχικαπετάνιου του ΕΛΑΣ από τα πολιτικά τεκταινόμενα στην Ευρυτανία. Ομως πριν περάσει στην Πελοπόννησο ο Αρης, ο «πιστότερος στρατιώτης» του ΚΚΕ, διέλυσε την οργάνωση ΕΚΚΑ, αιχμαλωτίζοντας και φονεύοντας τον αρχηγό της, συνταγματάρχη Δημήτριο Ψαρρό, τακτική εξουδετέρωσης αντιπάλων που δεν λησμονούσε ποτέ ο ΕΛΑΣ.
Στάθηκε αδύνατο να δικαιολογήσουν την οικτίστη πράξη, στην οποία προστέθηκαν οι νωπές ταραχές στον Ελληνικό Στρατό της Μέσης Ανατολής, οι καλεσμένοι στον Λίβανο αντιπρόσωποι της ΠΕΕΑ, ιδιαίτερα ο πρόεδρός της Αλέξανδρος Σβώλος. Μακριά από τον σκληρό αέρα των βουνών και απολαμβάνοντας τις ανέσεις ενός πολυτελούς ξενοδοχείου, οι δύο συνοδοί του απεσταλμένοι του ΚΚΕ έπαθαν αφλογιστία. Αντί μιας ολιγόωρης ανατροπής διαλέγονταν επί πολλές ημέρες αποδεχόμενοι τη συμμετοχή τους σε μία αστική κυβέρνηση. Ηταν αναμενόμενο στην ορεινή Ελλάδα να θεωρηθούν απαράδεκτα τα διπλωματικά συμβαίνοντα στη Μέση Ανατολή και η αποστολή της ΠΕΕΑ ανακλήθηκε.
Η άφιξη τον Ιούλιο του 1944 στην κεντρική Πίνδο μιας ολιγομελούς σοβιετικής Στρατιωτικής Αποστολής συνδέθηκε με την απόφαση της Κ.Ε. του ΚΚΕ να «κάνει το παν για την επίτευξη της ενότητας». Το μόνο βέβαιο για τους επισκέπτες ήταν πως προσγειώθηκαν απροετοίμαστοι, αφού για τα ψώνιά τους δανείζονταν από τους Βρετανούς λίρες - τα δολάρια και τα ρούβλια που διέθεταν ήταν σχεδόν άχρηστα.
Οταν εστάλησαν έξι μέλη του ΕΑΜ στη Μέση Ανατολή προς ανάληψιν υπουργείων και ο πολυσχιδής αντιπρόεδρος της ΠΕΕΑ Ευριπίδης Μπακιρτζής μετοίκησε στη Μακεδονία ως διοικητής της υφιστάμενης Ομάδας Μεραρχιών του ΕΛΑΣ, η Κυβέρνηση του Βουνού είχε πρακτικά διαλυθεί.
*Ο κ. Θανάσης Καλλιανιώτης είναι δρ Ιστορίας ΑΠΘ.