Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Η Κατοχή στη γερμανική ατζέντα


ΤΟ ΒΗΜΑ 19.8.12

Η γερμανοελληνική μνήμη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όπως εκφράστηκε από τα μέσα ενημέρωσης και τη λογοτεχνία
Η Κατοχή στη γερμανική ατζέντα
Γερμανοί στρατιώτες αναπαύονται μετά το ολοκαύτωμα του χωριού Λιγκιάδες στα Ιωάννινα, την Κυριακή 3 Οκτωβρίου 1943


Πρέπει να έπασχε από οξεία πολιτική εθελοτυφλία. Ο Ερχαρτ Κέστνερ έβλεπε μόνο ό,τι ήθελε. Ολα τα άλλα τα παρέβλεπε – ακόμη και όταν έβγαζαν μάτι. Αυτό έκανε και την περίοδο της Κατοχής, όταν στάλθηκε από το Βερολίνο στη Θεσσαλονίκη με ειδική αποστολή: να γράψει βιβλία για την Ελλάδα που θα ψυχαγωγούσαν και θα φρονημάτιζαν τους στρατιώτες της Βέρμαχτ.
Το αποτέλεσμα ήταν προγραμματισμένο. «Ο Κέστνερ νίκησε, ήρθε και είδε – όχι όμως τη σβάστικα στην Ακρόπολη, αλλά τον καταγάλανο ουρανό πάνω από τον Υμηττό» συμπέρανε η Χέλγκα Κάρενμπροκ σε συμπόσιο που διοργανώθηκε στο Μόναχο από τις 19 ως τις 21 Ιουλίου με θέμα «Η κουλτούρα της ανάμνησης και η πολιτική της ιστορίας για την Κατοχή της Ελλάδας το 1941-1944. Γερμανοελληνική μνήμη στα μέσα ενημέρωσης και τη λογοτεχνία».
Τα γραπτά του Κέστνερ είναι όντως γεμάτα παλαιομοδίτικο λυρισμό. «Εδώ που καθόμαστε, κάτω από μια συκιά, εδώ είναι Ελλάδα. Ολα είναι εδώ, όπως ήταν πάντα. Ομηρική απλότητα και ηρεμία, που υπερβαίνει τον χρόνο. Ο ήχος της χορδής, που τύπησε τότε, δονεί και σήμερα ακόμη χτον αέρα» γράφει το 1942 στο έργο του «Ελλάδα. Ενα βιβλίο από τον πόλεμο». Τίποτε δεν ξεφεύγει από το μάτι του: πηγές, ρυάκια, ραχούλες, νύμφες και ξωτικά. Αλλά και τσοπάνηδες γεμάτοι δέος μπροστά στους ξανθόμαλλους εισβολείς που ο ίδιος παρομοιάζει με απογόνους των αρχαίων Αχαιών.
Το μόνο που δεν βλέπει είναι οι φρικαλεότητες των στρατευμάτων κατοχής: την εκτόπιση των εβραίων της Θεσσαλονίκης στο Άουσβιτς, τα κατεστραμμένα χωριά, τις μαζικές εκτελέσεις αμάχων, την καμένη γη.
Τα έργα του Κέστνερ, εκκαθαρισμένα από το ναζιστικό τους λεξιλόγιο, γίνονταν μεταπολεμικώς ανάρπαστα από εκείνους τους Δυτικογερμανούς που δεν ήθελαν να τους θυμίζουν τις ενοχές τους. Επόμενο λοιπόν να βραβεύονται – όπως το 1953 στην Ελλάδα από τον βασιλιά «Παύλο τον καλό» – και να διαφημίζονται ως «νήσοι της ηρεμίας» στη νέα εποχή της βιασύνης. Το «σκάνδαλο», είπε η Κάρενμπροκ, συνίσταται στο ότι αυτή η «ηρεμία» εξαγοραζόταν με την πλήρη αποσιώπηση των εγκλημάτων πολέμου.
Το σκάνδαλο ήταν διαρκές. Ως σήμερα δεν έχει γίνει καμία αξιόλογη προσπάθεια από γερμανικής πλευράς για την αναβίωση της κατοχικής μνήμης – ούτε σε λογοτεχνικό ούτε σε ιστορικό ούτε σε πολιτικό επίπεδο. Αντιθέτως, οι γερμανοί λογοτέχνες, μιμούμενοι τον Γκαίτε, προτιμούν να αναζητούν την Ελλάδα «με τα μάτια της ψυχής» και όχι με εκείνα του σύγχρονου ανοιχτομάτη παρατηρητή. Τα ποιήματα που έγραψαν πρόσφατα για την «Ελλάδα της κρίσης» ο νομπελίστας Γκύντερ Γκρας, ο Μάρτιν Βάλσερ και μερικοί άλλοι αποτελούν εξαίρεση.

Terra incognita
Για τους ιστορικούς τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Η Κατοχή παραμένει γι’ αυτούς terra incognita, άγνωστη γη. Στη σχετική βιβλιογραφία γίνεται αναφορά μόνο στην επιχείρηση της κατάληψης της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα (σχέδιο «Μπαρμπαρόσα»), σπανίως όμως στην Κατοχή ή στην ελληνική Αντίσταση.
Στις φαεινές εξαιρέσεις ανήκουν ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βρέμης Κριστόφ Σμινκ-Γκουστάβους, ο οποίος έχει γράψει υποδειγματικές μονογραφίες για κατεστραμμένα ελληνικά χωριά, όπως οι Λυγκιάδες, και ο ερασιτέχνης ιστορικός Χέρμαν Φρανκ Μάγερ, ο οποίος εξιστόρησε λεπτομερώς τα εγκλήματα της 1ης Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομέων, που είχε ως σήμα «αγνότητας» το εντελβάις.
Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και ορισμένοι ιστορικοί στην Ανατολική Γερμανία. Στο προπύργιο του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όπως έδειξε ο δημοσιογράφος και ιστορικός Εμπερχαρτ Ρόντχολτς, η ανίχνευση της Κατοχής γινόταν – παρά τη χειραγώγηση από το κομμουνιστικό κόμμα – πολύ πιο συστηματικά από ό,τι στη Δυτική Γερμανία.
Σύντομη παρένθεση: Παρά τις αμέτρητες βιωματικές μονογραφίες και τις πολυάριθμες (πολιτικά χρωματισμένες) ιστορικές μελέτες, η ιστορική έρευνα στην Ελλάδα για την Κατοχή είχε για πολλά χρόνια τα κακά της χάλια. Η θεμελίωσή της έγινε τη δεκαετία του 1980 από τον γερμανικής καταγωγής ιστορικό Χάγκεν Φλάισερ - αρχικώς στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ύστερα της Αθήνας. Μόνο που η συνέχιση του σπουδαίου αυτού έργου κινδυνεύει τώρα, αφού, όπως ανέφερε ο ίδιος στο συμπόσιο, δεν έχει οριστεί ακόμη διάδοχός του στην Αθήνα ύστερα από την πρόσφατη συνταξιοδότησή του και την ανακήρυξή του σε ομότιμο καθηγητή. «Το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας δεν διαθέτει αυτή την εποχή κάποιον ειδικό για την περίοδο του ’40» είπε. Κλείνει η παρένθεση.

«Ασύμμετρη» σχέση
Εξωφρενική, για να επανέλθουμε στη Γερμανία, είναι και η «άγνοια» των πολιτικών της. Η Ελλάδα μπήκε στην ατζέντα τους, λόγω της κρίσης, μόλις τα τελευταία δύο χρόνια. Παλαιότερα μιλούσαν ελάχιστα γι’ αυτήν και δεν αναφέρονταν ποτέ στην Κατοχή ή στις απορρέουσες από αυτήν αποζημιώσεις. Και το ηθικά χειρότερο: κανένας γερμανός πολιτικός δεν ζήτησε ποτέ, έστω και τυπικά, «συγγνώμη» από τους Ελληνες για τις φρικαλεότητες της περιόδου 1941-1944.
Επόμενο, στην τρέχουσα κρίση των ελληνογερμανικών σχέσεων να παρεισφρύει αυτομάτως και το άλυτο θέμα της Κατοχής. Η κρίση παίρνει έτσι και ιστορική διάσταση. Και χάρη σε αυτήν, σύμφωνα με τον Φλάισερ, αποκαλύπτεται η εικόνα μιας «ασύμμετρης» σχέσης μεταξύ των δύο χωρών, η οποία, αν και εξωραϊζόταν συστηματικά, παρέμενε στο βάθος εύθραυστη και υποκριτική.
Η μνήμη δεν ανατρέχει μόνο στα παλιά. Εχει και επίκαιρο χαρακτήρα. «Η ανάδυση συμβόλων και εικόνων από την εποχή του ναζισμού στις διαδηλώσεις εναντίον της τρόικας στην Ελλάδα πιστοποιεί ότι η ανάμνηση της ναζιστικής εποχής αποτελεί "ζεστή" μνήμη» διαπίστωσε η εκ των διοργανωτριών του συμποσίου Μαριλίζα Μητσού.
Ειδικότερα η μνήμη της Αντίστασης ήταν μεταπολεμικά ο «ιδρυτικός μύθος» για τις κατεχόμενες από τους ναζιστές χώρες. Εξαίρεση αποτελούσε η Ελλάδα, στην οποία η μνήμη αυτή «θάφτηκε» από τον εμφύλιο πόλεμο που ξέσπασε αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών (Δεκεμβριανά). Αποτέλεσμα, η Ελλάδα να είναι η μοναδική χώρα που γιορτάζει την κήρυξη του πολέμου, τον Οκτώβριο του 1940, όχι όμως τη λήξη και την Απελευθέρωση (Φλάισερ) τρία χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1944. Και η «επανίδρυσή», αμέσως μετά, να στηρίζεται ακριβώς στη λήθη του αντιστασιακού μύθου.

Στρέβλωση της μνήμης
Η περίπτωση της Ελλάδας δείχνει λοιπόν ότι ο «πόλεμος της μνήμης» (Μητσού) που ξεσπά συνήθως ανάμεσα στα κράτη μετά το τέλος των μεταξύ τους εχθροπραξιών μαίνεται και στο εσωτερικό των χωρών που δοκιμάζονται από εμφύλιες συρράξεις. Αυτό έχει μακρόχρονες διχαστικές συνέπειες. Ως τη Μεταπολίτευση οι Ελληνες έβλεπαν την Αντίσταση με τα «γυαλιά του εμφυλίου πολέμου», τόνισε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Πολυμέρης Βόγλης - οι εθνικόφρονες ως κομμουνιστικό πραξικόπημα, οι αντιστασιακοί ως απελευθερωτική εποποιία. Αυτό άλλαξε μόλις το 1982, όταν ο Αντρέας Παπανδρέου «εθνικοποίησε» την Αντίσταση και – κοινωνικώς και πολιτικώς ευνουχισμένη – την επέβαλε ως κοινή εθνική κληρονομιά.
Το αν η θεσμική αυτή «συμφιλίωση» έπιασε βαθιές ρίζες παραμένει αμφίβολο. Στα Καλάβρυτα, για παράδειγμα, όπως ανάφερε η ιστορικός Αννα Μαρία Δρουμπούκη, οι μισοί κάτοικοι συνεχίζουν ως σήμερα να πιστεύουν ότι η ευθύνη για την εκτέλεση 499 συντοπιτών τους τον Δεκέμβριο του 1943 από στρατιώτες της Βέρμαχτ βαρύνει το ΕΑΜ – μόνο οι άλλοι μισοί θεωρούν πρωταίτιους τους Γερμανούς.
Τέτοια στρέβλωση της μνήμης σε βαθμό «αμνησίας» παρατηρείται, κατά τα άλλα, και σε πρόσωπα τα οποία «λογικά» θα είχαν κάθε λόγο να καυχώνται για τη δράση τους. Παράδειγμα, ο Γκέοργκ Εκερτ, ένας αξιωματικός της Βέρμαχτ που συνεργαζόταν με το ΕΑΜ και πέρασε τελικά στις γραμμές του. Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία ο Εκερτ δεν έκανε ποτέ δημόσια νύξη για τη δράση του. Η αιτία γι’ αυτό, υποθέτει η ιστορικός Χάικε Κριστίνα Μέτσινγκ, ήταν ο φόβος ότι θα έχανε την έδρα του στο Πανεπιστήμιο του Μπραουνσβάικ. Την εποχή του ξέφρενου αντικομμουνισμού, δηλαδή ως τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η αυτομόληση από τη Βέρμαχτ θεωρούνταν ακόμη (όπως και την εποχή του ναζισμού) πράξη εσχάτης προδοσίας.
Μια ιδέα για το κλίμα που επικρατεί και σήμερα ακόμη έδωσε η εισήγηση του πολιτολόγου Γρηγόρη Κριτίδη με θέμα τη Μεραρχία 999 στην Ελλάδα, στην οποία υπηρετούσαν, για λόγους τιμωρίας, μόνο ποινικοί και πολιτικοί κατάδικοι. Το γερμανικό Κοινοβούλιο, υπενθύμισε ο Κριτίδης, αποκατέστησε το 2002 τους λιποτάκτες της Βέρμαχτ, εκείνους μάλιστα που καταδικάστηκαν λόγω «εσχάτης προδοσίας» μόλις το 2009.

«Το Ολοκαύτωμα δεν ήταν μόνο εβραϊκή υπόθεση»
Η καθηγήτρια του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου αναφέρθηκε στην περίπτωση μιας νεαρής Ελληνίδας εβραϊκού θρησκεύματος από τη Θεσσαλονίκη, που έγινε πειραματόζωο στα χέρια ενός σαδιστή γιατρού στο Αουσβιτς και αργότερα χαρακτήρισε τον θύτη της «σωτήρα». Στρεβλώσεις παντού.
«Μέχρι πρότινος οι περισσότεροι Ελληνες πίστευαν ότι το Ολοκαύτωμα ήταν μόνο εβραϊκή υπόθεση» σημείωσε η ιστορικός Ρένα Μόλχο. Το γεγονός ότι τα θύματά του από τη Θεσσαλονίκη ήταν Ελληνες με εβραϊκό θρήσκευμα, τους είχε «διαφύγει» εντελώς. Στο ίδιο πνεύμα ήταν πρόσφατα (2006) διατυπωμένο και ένα ερωτηματολόγιο του υπουργείου Παιδείας προς έλληνες σπουδαστές με θέμα πάλι το Ολοκαύτωμα. Ανίατη κατάσταση; «Οχι» πρόσθεσε η ίδια. «Το κλίμα αλλάζει βαθμιαία χάρη σε μια νέα γενιά ιστορικών».
Εκείνο που δεν αλλάζει καθόλου είναι η καταστροφή της «ζωντανής μνήμης», όπως αυτή αποτυπώνεται στα κτίρια των εβραίων σε πολλές πόλεις: Θεσσαλονίκη, Ξάνθη, Καβάλα, Κομοτηνή. Ορισμένα είναι λάθος σηματοδοτημένα (ή οι επιγραφές τους κοσμούν… διπλανά κτίρια), άλλα αφήνονται να ερειπωθούν. Το υπόλοιπο αναλαμβάνουν οι μπουλντόζες, που κατεδαφίζουν – με τις ευλογίες των Αρχών – ακόμη και συναγωγές. Τα μνημεία του Ολοκαυτώματος που μπαίνουν στη θέση τους δεν καλύπτουν, λόγω του «αφαιρετικού» χαρακτήρα τους, το κενό. «Καλύτερο θα ήταν να άνοιγαν εκεί εστιατόρια με εβραϊκό φαγητό» είπε ο αρχαιολόγος Μιχάλης Λυχούνας. Οι παλιές γεύσεις θα αναζωογονούσαν και τις παλιές μνήμες.
Το πιο ενδιαφέρον, ίσως, στοιχείο του συμποσίου, σύμφωνα με τη Μαριλίζα Μητσού, ήταν οι ανακοινώσεις (που εδώ, για λόγους χώρου, δεν μπορούν να παρουσιαστούν) για τη «μνήμη και τη λήθη» της Κατοχής στην ελληνική και στη γερμανική λογοτεχνία – ένα κεφάλαιο που δεν είχε τύχει ως τώρα ιδιαίτερης επεξεργασίας. Οι ανακοινώσεις, μεταξύ άλλων, της Αγγέλας Καστρινάκη, της Ναυσικάς Μυλωνά, της Χρυσούλας Καμπά, του Μάρτιν Φόλερ, του Βάλτερ Φέντερς, του Μίλτου Πεχλιβάνου και του Θάνου Αναστασιάδη προσφέρουν άφθονο υλικό για περαιτέρω αναζητήσεις. Εκείνο όμως που έλειπε παντελώς ήταν η πολιτική συζήτηση – απόρροια και της απουσίας εκπροσώπων των υπουργείων Εξωτερικών, καθώς και δημοσιογράφων από Ελλάδα και Γερμανία. Από την αντιπαράθεση μαζί τους θα μπορούσε να γίνει πολύ πιο αισθητή η «επικαιρότητα του παρελθόντος» (Μητσού). Και πολύ πιο ξεκάθαρη από ό,τι μέσα από συζήτηση μεταξύ ιστορικών και νεοελληνιστών ή πολιτικών και δημοσιογράφων.


Κάψιμο βιβλίων από το Ναζιστικό καθεστώς. Βερολίνο, πλατεία Όπερας, 11-05-1933

Via

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου