Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Δημοτικά τραγούδια για τον πόλεμο του ’40

Η ​​ταυτότητα του πολέμου κατά των Ιταλών, ως προς το τραγούδισμά του, έχει χαραγμένο το όνομα της Σοφίας Βέμπο. Η δική της φωνή σφραγίζει την επέτειο. Λίγοι θυμούνται ότι το τραγούδι «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά», του 1940, ήταν σε στίχους του Μίμη Τραϊφόρου και μουσική του Μιχάλη Σογιούλ, ή ότι το περιγελαστικό «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», του 1941, δημιουργήθηκε με στίχους του Γιώργου Θίσβιου και μουσική του Θεόφραστου Σακελλαρίδη. Χάρη στη Βέμπο τα τραγούδια έγιναν λαϊκά, με την έννοια του κοινού κτήματος. Η στιχουργική και μουσική τους πατρότητα πέρασε σε δεύτερη μοίρα.

Αυτό δεν σημαίνει πως ήταν και στη γένεσή τους λαϊκά, ανώνυμα. Το 1940 άλλωστε βρισκόμασταν πια μακριά από τον δημοτικό τρόπο σύνθεσης των τραγουδιών, ένας απόηχος του οποίου συνέχισε ν’ ακούγεται στα ληστρικά, πλασμένα στη μανιέρα των κλέφτικων, και σε ορισμένα ρεμπέτικα. Γράφει χαρακτηριστικά ο Κ.Θ. Δημαράς στην «Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας» (Ικαρος, 8η έκδοση 1987):
«Η ηρωική πολεμική πράξη ξέρουμε πως αυθόρμητα προκαλεί τον υμνωδό της. Στον τελευταίο πόλεμο, σ’ εποχή δηλαδή όπου η λειτουργία της γένεσης του δημοτικού τραγουδιού παρουσιάζει πλήθος αναστολές, εβγήκαν τέτοια τραγούδια είτε με στοιχεία της μορφολογίας του δημοτικού τραγουδιού είτε και πιο λόγια στη μορφή, αλλά από ανόθευτη λαϊκή πηγή: “Και εις την Ηπειρο εκεί / θα κάμουν θαύματα οι Γραικοί, / θα δουλέψει το ντουφέκι / σα βροντή κι αστροπελέκι”. Τέτοιο τραγούδι έπλασε ένας αγράμματος στρατιώτης στα 1940· εκατόν είκοσι χρόνια νωρίτερα ένας άλλος αγράμματος τραγουδιστής, ο Τσοπανάκος, έλεγε για τη μάχη του Λάλα: “Απ’ το τουφέκι το πολύ / στον Αδη πήγεν η βοή, / και τ’ ακούσαν οι αντρειωμένοι / και χαρήκαν οι καημένοι”. Ανάμεσα στους δύο μπορούμε να τοποθετήσουμε τους τυφλούς τραγουδιστές, που γνωρίσαμε ή που έχουμε μαρτυρημένους από τα πιο παλιά χρόνια, όσοι γυρίζοντας στα σπίτια και στους δρόμους έψαλλαν τα κατορθώματα των νέων Ελλήνων του 1912, του Μακεδονικού Αγώνα ή της Επανάστασης, κι έβγαζαν έτσι το ψωμί τους». Εστω φθαρμένη ή ραγισμένη, η σκυτάλη δεν χάθηκε.
Τα λεγόμενα του Δημαρά τα μνημονεύει, ευλόγως, ο Τάκης Αδάμου στη μελέτη του «Το λαϊκό τραγούδι της Αντίστασης» (2η έκδοση συμπληρωμένη, Καστανιώτης, 1977). Και προσθέτει: «Τα γεγονότα του ελληνοϊταλικού πολέμου [...] απαθανατίστηκαν από τη λαϊκή Μούσα με πλήθος τραγούδια. Αρκετά απ’ αυτά αναφέρονται στην πανωλεθρία των Ιταλών στη περιοχή Σμόλικα-Γράμμου, που είναι και η πρώτη νίκη των ελληνικών όπλων. Δημιουργήθηκαν και τραγουδήθηκαν στην περιοχή των ορεινών χωριών της Πίνδου και είναι επηρεασμένα στο στίχο και στη μελωδία τους από τα παλιά κλέφτικα τραγούδια. Την αγάπη στην πατρίδα και τη θυσία για τη λευτεριά η λαϊκή Μούσα την τραγούδησε την εποχή αυτή και με στίχους και μουσική επηρεασμένη από τη σύγχρονη προσωπική τέχνη. Υπάρχει ακόμα ένας κύκλος νησιώτικων λαϊκών τραγουδιών για τα γεγονότα του ελληνοϊταλικού πολέμου, που τα χαρακτηρίζει όχι μόνο η ιδιαίτερη εκείνη ποιητική χάρη που κληρονόμησαν από τη λαϊκή ποιητική παράδοση όλα, σχεδόν, τα ελληνικά νησιά, αλλά και μια λεπτή νησιώτικη ευαισθησία».

Τα τραγούδια του ’40 αξιοποιούν δύο από τα ισχυρότερα μοτίβα των κλέφτικων: το μοτίβο της συνομιλίας δύο βουνών και το μοτίβο του κόρακα που «σκούζει και φωνάζει». Αν στο πασίγνωστο κλέφτικο, που τόσο συγκίνησε τον Γκαίτε, ερίζουν ο Ολυμπος κι ο Κίσσαβος, στα νέα τραγούδια τα βουνά συνομιλούν, συμπάσχουν και συνεργάζονται. Χαρακτηριστικό είναι το ηπειρώτικο «Ολυμπος και Πίνδος» της συλλογής του Αδάμου, που αναφέρεται στην αντεπίθεση των Ελλήνων στην Πίνδο, τον Νοέμβριο του ’40. Το λεκτικό, η εικονοποιία, η τεχνική της επανάληψης, η ανθρωπομορφική θεώρηση της φύσης και ο δεκαπεντασύλλαβος αντλούνται από το κλέφτικο, πράγμα φυσικό. Ο τρόπος πάντως με τον οποίο το τραγούδι ενσωματώνει διά της μεταφοράς ιστορικές πληροφορίες τού δίνει την αυταξία του:
«Ποιος είδε τέτοιο θάμασμα, παράξενο μεγάλο, / να κουβεντιάζουν τα βουνά με τις ψηλές ραχούλες. / Γυρίζει ο Γερο-Ολυμπος κι αναρωτάει την Πίνδο: / “Βουνό μου, γιατί θύμωσες και στέκεις βουρκωμένο; / Μήνα χαλάζι σε βαρεί, μήνα βροχή σε δέρνει;” / “Ούτε χαλάζι με βαρεί κι ούτε βροχή με δέρνει, / μόν’ με βαρούν οι Ιταλοί με μπόμπες και με όλμους. / Μαύρα πουλιά σκεπάσανε τον όμορφο ουρανό μου, / θερίζουνε τις ράχες μου, καίνε τα έλατά μου”. / “Ρίξε, βουνό, τις μπόρες σου, ρίξε τις αστραπές σου / κι εγώ σού στέλνω τους αϊτούς, τσολιάδες και φαντάρους, / να καθαρίσουν τις πλαγιές, να διώξουν τους φασίστες, / που μόλυναν τον τόπο μας, τα όμορφα χωριά μας”». Ποια τα «μαύρα πουλιά», αμέσως το κατανοούμε. Ομως το τραγούδι συνιστά μαρτυρία και για τον εξής βαθύτερο λόγο, που τον αναδεικνύει ο Αδάμου: «Οταν ο τραγουδιστής βάζει στο στόμα του Γερο-Ολυμπου την υπόσχεση να στείλει βοήθεια στην Πίνδο, εκφράζει μια πραγματικότητα. Τα ελαφρά τμήματα προκάλυψης της Ηπείρου στον τομέα αυτόν, που υποχώρησαν προς τον Γράμμο-Σμόλικα, ενισχύθηκαν με τμήματα που ήρθαν από τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία».

Ποτισμένο Ιστορία είναι και το «Εβγα ψηλά στο Σμόλικα»: «Τι έχεις μαύρε κόρακα και σκούζεις και φωνάζεις; / Μήνα διψάς για αίματα, γι’ ανθρώπινα κουφάρια; / Εβγα ψηλά στο Σμόλικα, ψηλά στη Σαμαρίνα, / να ιδείς της μάχης το κακό, ν’ ακούσεις ντουφεκίδι, / πώς πολεμούν οι Ελληνες, οι άντρες του Δαβάκη / κι οι σταυραϊτοί του Στανωτά, πεζούρα και καβάλα. / Να ιδείς κορμιά φασιστικά, γεμίσαν οι χαράδρες, / κοκκίνισαν οι ρεματιές, έβαψε το ποτάμι / κι οι Ιταλοί μαντρώθηκαν στο δόλιο το Γκριζμπάνι». Οι εξηγήσεις του Αδάμου: «Το τραγούδι αναφέρεται στη συντριβή των Ιταλών στην Πίνδο, το Νοέμβρη του 1940. Στο Σμόλικα-Γράμμο πρόβαλε την πρώτη αντίσταση και ανέκοψε την επίθεση του εχθρού το απόσπασμα του συνταγματάρχη Δαβάκη. Σε ενίσχυση έφτασαν τα τμήματα της Μεραρχίας Ιππικού του στρατηγού Γ. Στανωτά και σε συνεργασία με τα τμήματα προκάλυψης (Τάγμα Κονίτσης κ.λπ.) διέλυσαν την 3η ιταλική Μεραρχία Αλπινιστών “Τζούλια”. Μέσα στο χωριό Γκριζμπάνι (Ελεύθερο), στις ρίζες του Σμόλικα, αιχμαλωτίστηκαν 700 Ιταλοί αξιωματικοί και στρατιώτες».

Τα λαϊκά τραγούδια λοιπόν, γεννημένα την ώρα του πολέμου, δεν αποτελούν μαρτυρίες μόνο των αισθημάτων και του φρονήματος, αλλά και μαρτυρίες ιστορικού τύπου. Ενόσω ιστορούν περιστατικά, γράφουν ιστορία τα ίδια, έτσι όπως περνούν από στόμα σε στόμα, συναρπάζουν και γίνονται θούριοι.

Αλλά θα συνεχίσουμε την επόμενη Κυριακή.


Β΄ ΜΕΡΟΣ 
Το Επος, ο Αγρας, ο Σικελιανός και ο δήμος

 

Τ​​ην Πρωτοχρονιά του 1941, ο Τέλλος Αγρας, από τους ποιητές που δεν αγαπούσαν απλώς το δημοτικό τραγούδι αλλά το γνώριζαν καλά, δημοσίευσε στη «Νέα Εστία» το άρθρο «Το αυριανό έπος», με σοφά συγκρατημένη τη συγκίνησή του. Οπως γράφει ο Κώστας Στεργιόπουλος, επιμελητής των «Απάντων» του Αγρα στον «Ερμή», «όταν δημοσιεύονταν οι γραμμές αυτές, ο ελληνοϊταλικός πόλεμος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του και τα ελληνικά στρατεύματα συνέχιζαν την προέλασή τους στην Αλβανία».

Αν είχε προλάβει ο ποιητής να πληροφορηθεί πως η λαϊκή μούσα, ιδιαίτερα στην Ηπειρο, είχε αρχίσει να απαθανατίζει τους ήρωες και να μοιρολογάει τους νεκρούς, δεν το ξέρω. Ούτε αν είχε ακούσει τα δημοτικά που γράφονταν σε δίσκους ήδη τους τελευταίους μήνες του 1940 (με τραγουδιστή τα περισσότερα τον Σαλαμίνιο Γιώργο Παπασιδέρη) ή τα ρεμπέτικα (σατιρικά ή δοξαστικά) που πήραν τον ίδιο δρόμο: του Μάρκου Βαμβακάρη («Γεια σας, φανταράκια μας, πέρα στην Αλβανία»), του Μπαγιαντέρα («Ψηλά στ’ απάτητα βουνά»), του Παναγιώτη Τούντα («Ακου, Ντούτσε μου, τα νέα») κ.ά. Πολλά από αυτά τα τραγούδια της άμεσης ανταπόκρισης στο μέγα γεγονός παρουσιάστηκαν την περασμένη εβδομάδα στην εκπομπή του Λάμπρου Λιάβα «Το αλάτι της γης», στην ΕΤ 1. Μία επιπλέον απόδειξη της ανάγκης να υπάρχει δημόσια τηλεόραση, αφού οι ιδιωτικοί δίαυλοι, δεκαετίες τώρα, ξεμπερδεύουν τη μεν 28η Οκτωβρίου με την «Υπολοχαγό Νατάσσα», τη δε 25η Μαρτίου με τη «Μαντώ Μαυρογένους».

Εγραφε λοιπόν ο Αγρας, που έμελλε να πεθάνει τον Νοέμβριο του 1944, από αδέσποτη σφαίρα: «Μπορεί να το προαισθάνεται κανείς από τώρα· μετά το χρέος των πολεμιστών, που το ξεπλήρωσαν με τόσο θαυμάσιο τρόπο, έρχεται το χρέος των διανοουμένων· ειδικότερα, το χρέος των ποιητών. Η κοινή γνώμη θ’ αξιώση απ’ αυτούς το Επος. Και πώς όχι; Υστερα από την έφοδο με την λόγχη, το φυσικώτερο πράγμα, για την κοινή γνώμη, είναι η σύνθεση του έπους. Τα κατορθώματα της Πίνδου, το πάρσιμο της Κορυτσάς και του Αργυροκάστρου (ώς εδώ έχει φθάσει η μεγάλη μας σύγχρονη Ιστορία, την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές) περιμένουν την ποιητική τους αθανασία. Η Ελληνική ποίηση πρέπει να τους τη δώση».

Εδώ ο Αγρας ανατρέπει τον συλλογισμό του, ανατρέχοντας στην παράδοση της σύνθεσης των επών και στον Ομηρο. «Και όμως», παρατηρεί, «πιο σωστό θα ήταν, ακριβώς οι Ελληνες ποιηταί να ζητήσουν το έπος της Αλβανίας από την κοινή γνώμη – αντί να τους το ζητήση εκείνη. Το έπος είναι μορφή ποιητικού λόγου που ανήκει, αδιαίρετα, περισσότερο σ’ ένα Εθνος ολόκληρο, παρά σε ορισμένους εντέχνους του ποιητάς.

Είναι, τρόπον τινά, ο φυσικός καρπός της Ποιήσεως ενός λαού, αντίθετα από τα λυρικά ποιήματα, που κατά μέγα μέρος είναι ο καρπός ο τεχνητός, ο προσωπικός, ο ποικίλος, ο επεξεργασμένος. Η λαϊκή φαντασία, η εθνική αισθητική, το εθνικόν ήθος, τέλος και η εθνική στιχουργική μορφή, αυτά συνθέτουν τις μακρότατες, τις απλές και μεγάλες Εποποιίες. Και είναι όλες ανώνυμες· το ξαναλέγω, ανήκουν σε όλους. Η Ιλιάς –μια από τις υποδειγματικώτερες, όπως υποδειγματικά είναι για τον κόσμο όλα τα προϊόντα του Ελληνικού πνεύματος– οφείλεται, καθώς φαίνεται, σ’ έναν εμπνευσμένο συναρμολογητή, σ’ έναν ανασυνθέτη εμμέτρων λαϊκών μύθων. [...] Και η δημιουργία λοιπόν “επικών πυρήνων” είναι εκδήλωσις ενός Εθνους στο σύνολό του, όπως ο πόλεμος είναι μια άλλη».

Ξέρουμε πια ότι το «αυριανό έπος» του Αγρα δεν ήρθε ποτέ, όσο κι αν δημιουργήθηκαν κάποιοι «επικοί πυρήνες» στα βουνά και στα νησιά, τις μέρες του ελληνοϊταλικού πολέμου, αλλά και στην Κατοχή και την Αντίσταση. Ξέρουμε επίσης ότι το «χρέος των ποιητών», των επώνυμων, αποτυπώθηκε σε αρκετά ποιήματα. Για παράδειγμα, στους λίγους περίφημους στίχους του Κωστή Παλαμά («Μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα»), στους «Επίνικους» του Αγγελου Σικελιανού, στο «Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» του Οδυσσέα Ελύτη, αλλά και στα «αναγνώσματα» του «Αξιον Εστί».
Δύσκολα όμως θα λέγαμε ότι κάποιο από αυτά συνιστά τη λογοτεχνική ταυτότητα του Επους του ’40.

Ο ίδιος ο Αγρας γνώριζε κάτι βαθύτερο: πως, όσο κι αν το ευχόταν, έπος δεν θα δοκίμαζε να συνθέσει ούτε η ανώνυμη ποίηση ούτε η επώνυμη. Θυμίζοντας πως οι ίδιοι οι κοσμοϊστορικής σημασίας Περσικοί πόλεμοι ελάχιστα αξιοποιήθηκαν ποιητικά, μόνο από μία τραγωδία, τους «Πέρσες» του Αισχύλου (θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ορισμένα επιγράμματα, χωρίς αυτό ν’ αλλάζει τα πράγματα), καταλήγει: «Οι λαοί που ενηλικιώνονται, μετριοφρονούν· λακωνίζουν· κρίνουν· και έχουν να κάνουν και πολλά πράγματα μετά τον πόλεμο, ώστε να μη τους περισσεύη χρόνος, μήτε για να συνθέσουν, μήτε για ν’ ακροασθούν τις κάπως ωχρές αρετές του μακροσκελούς γνησίου έπους». Σαν να συνομιλούν με τις φράσεις αυτές οι στίχοι από την «Κλεισούρα» του Σικελιανού: « Οχι πια λόγια, / όχι τα μάταια, τα τριμμένα λόγια του Επους! [...] Φτάνουν πια, / φτάνουν πια, δω και μπρος, τ’ άλλα λόγια, αδερφοί μου, / τα τριμμένα, τα μάταια τα λόγια, όποιου Επους!».

Οσο κρατούσε πάντως ο πόλεμος, η λαϊκή ποίηση, πάντα έγκαιρη (ας θυμηθούμε λ.χ. ότι το «Τραγούδι του Διάκου» πλάστηκε λίγους μήνες μετά το μαρτύριό του), αντέδρασε τιμώντας, παραινώντας, μοιρολογώντας ή σατιρίζοντας. Τέτοια τραγούδια βρίσκει ο ενδιαφερόμενος στο βιβλίο του Τάκη Αδάμου «Το λαϊκό τραγούδι της Αντίστασης» (Καστανιώτης), στο βιβλίο του Ν.Α. Κεφαλληνιάδη «Η λαϊκή μούσα στους εθνικούς πολέμους μας (Ντοκουμέντα): Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913, Μικρασιατική καταστροφή 1922, Αλβανικό έπος 1940, Κατοχή - Αντίσταση - Απελευθέρωση 1941-1944» (Φιλιππότης), ή στο βιβλίο του Ερατοσθένη Καψωμένου «Το σύγχρονο κρητικό ιστορικό τραγούδι» (Θεμέλιο), με πολλές κρητικές ρίμες. Και κάτι ξεχωριστό: Στο βιβλίο «Κάποιοι τραγουδούν δίπλα μας: Ανθολογία αλβανικής δημοτικής ποίησης» («Ροές»), ο Θωμάς Στεργιόπουλος μεταφράζει δημοτικά τραγούδια δημιουργημένα από τους Αλβανούς προς τιμήν της ελληνικής ανδρείας.

Σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο η τύχη μού δώρισε μια μέρα ένα σεμνό, πυκνοτυπωμένο βιβλιαράκι με τον τίτλο «Απεραθίτικα πολεμικά τραγούδια (1940-1944)». Του 1946. Από τα ναξιώτικα τραγούδια που συνέλεξε εκεί ο Νίκος Βλ. Σφυρόερας, λίγοι στίχοι εδώ: «Τέσσερ’ αδέρφια έχω κει, τέσσερα να ’χ’ ακόμη, / να πολεμού ντζοι Ιταλοί και να ’μπουσι στη Ρώμη. / Στση Αρβανίας τα βουνά, τα καταχιονισμένα, / με τσ’ αδερφοί μου που ’ν’ εκεί να πέρνασι γκι εμένα. / Να ’τονε να με πέρνασι κι εμέν’ από κει απάνω, / να τωνε κουβαλώ φαΐ, ζεστά να τωνε κάνω».

Via

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου