Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

Η πνευματική ζωή υπό επιτήρηση: Το παράδειγμα του περιοδικού «Το Νέον Κράτος»

Αποδελτιώνοντας εξαντλητικά το περιοδικό Το Νέο Κράτος

Ρευστότητα ιδεών και συνειδήσεων


Γιώργος Ανδρειωμένος
Η πνευματική ζωή υπό επιτήρηση: Το παράδειγμα του περιοδικού «Το Νέον Κράτος»
Ιδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, σ. 347, ευρώ 20

Το οικονομικό κραχ στις ΗΠΑ (1929), η κατίσχυση της Οκτωβριανής Επανάστασης (1917-1945) και η άνοδος των φασιστών και των ναζί στην Ευρώπη (1924-1945) δεν άφησαν ανεπηρέαστη την ελληνική κοινωνία. Η μακροχρόνια κυριαρχία του Ελευθερίου Βενιζέλου και των φιλελεύθερων αστικών δυνάμεων άρχισε να βαίνει προς το τέλος της (1929-1932), το αριστερό κίνημα άρχισε να αναπτύσσεται, ενώ ο Ιωάννης Μεταξάς, με τη στήριξη των ανακτόρων, ξένων παραγόντων, αλλά και την αρχική συγκατάνευση μιας ικανής μερίδας του πολιτικού κόσμου, δεν έχασε την ευκαιρία να επιβάλει το «ιδιότυπο» δικτατορικό καθεστώς του.
Η δικτατορία του Μεταξά αποτελούσε την κατάληξη μιας μακράς πολιτικής κρίσης, την οποία εγκαινίασε το κίνημα του Μαρτίου του 1935, επέτεινε το κίνημα του Οκτωβρίου, παρέτεινε την αδυναμία να σχηματισθεί κοινοβουλευτική κυβέρνηση, είτε από το Κόμμα των Φιλελευθέρων είτε από το Λαϊκό Κόμμα, ενώ συνέβαλαν οι εργατικές απεργίες και συγκρούσεις και η εμπρηστική αρθρογραφία των δημοσιογραφικών οργάνων του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, δίνοντας το πρόσχημα στον Μεταξά να κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Αν και υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι η μεταξική δικτατορία αντέγραψε κάποια στοιχεία από συγγενή ιδεολογικά καθεστώτα της εποχής, ουσιαστικά, δεν έπαψε να βρίσκεται στη σφαίρα επιρροής της αγγλικής πολιτικής, ενώ συγκέντρωνε κάποια χαρακτηριστικά φασιστικών καθεστώτων (εθνικισμό, αντι-μαρξισμό, αυταρχισμό, αστυνομοκρατία, αρχηγικό καθεστώς, κρατισμό, σύνδεση με το ένδοξο παρελθόν κ.ά). Ουσιαστικά υπήρξε αποτέλεσμα των εσωτερικών πολιτικών συγκυριών και των επιλογών του επανακάμψαντος βασιλέως Γεωργίου Β'. Ο Μεταξάς φρόνισε να προστατέψει και να ενισχύσει την καθεστηκυία τάξη και όχι να την ανατρέψει. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που προώθησε και πραγμάτωσε προτάσεις, νομοσχέδια και πρωτοβουλίες που είχαν ήδη αναληφθεί από τις προηγηθείσες κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις και δεν είχαν υλοποιηθεί. Βαδίζοντας στα χνάρια της αντιδημοκρατικής, παραδοσιακής ακροδεξιάς, επιχείρησε να πείσει την πνευματική και κοινωνική ελίτ, αλλά και τον γενικότερο πληθυσμό, και ιδίως τη νεολαία, ότι οι παραδοσιακές αξίες θα οδηγήσουν στην εθνική αναγέννηση και στη δημιουργία του Τρίτου Εθνικού Πολιτισμού. Το ενδιαφέρον συνίστατο στο ότι όλα αυτά επιχειρούντο χωρίς να εξάπτονται δημαγωγικά τα πλέον επικίνδυνα πάθη των μαζών, όπως συνέβη στην περίπτωση της Ιταλίας, της Γερμανίας και αλλού.
Μία από τις πρώτες ενέργειες του μεταξικού καθεστώτος ήταν η ίδρυση υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού, με στραμμένο το ενδιαφέρον στη διαφώτιση της κοινής γνώμης, τον έλεγχο του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου, όπως και των ραδιοφωνικών εκπομπών. Το σύνολο των δημοσιευμάτων θα έπρεπε να τυγχάνουν της έγκρισης της κρατικής λογοκρισίας, η οποία, βεβαίως, απαγορευόταν ρητά να γνωστοποιείται στους αναγνώστες, ενώ οι εφημερίδες όφειλαν να συμβάλλουν στο «δημιουργικό» έργο της κυβέρνησης. Το παράδοξο, και πρέπει να επισημανθεί, είναι ότι δεν μειώθηκε ο αριθμός των κυκλοφορούντων εντύπων, αλλά, αντιθέτως, αυξήθηκε, όπως αυξήθηκαν και οι πωλήσεις, και μάλιστα σε υψηλότερη τιμή. Τυπικά και επίσημα, υπήρχε η διατυπωμένη στόχευση να υπόκειται κάθε πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία στον ασφυκτικό έλεγχο της κυβέρνησης, ο οποίος δεν θα επιτυγχανόταν μόνο μέσω της κρατικής λογοκρισίας, αλλά και εμμέσως διά της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, την οποία διηύθυνε ο Κωστής Μπαστιάς. Μια πολύμορφη «παροχή» στον πνευματικό κόσμο, που εκτεινόταν από οικονομικές ενισχύσεις λογοτεχνών και καλλιτεχνών, με αγορές βιβλίων και έργων τέχνης από κρατικούς ή ημικρατικούς φορείς, έως την οικονομική ενίσχυση-χρηματοδότηση θιάσων, τη θεσμοθέτηση Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων, την οργάνωση εκθέσεων και τη σύσταση λογοτεχνικών εταιρειών. Δεν θα είναι λίγοι, επίσης, οι εκ των διανοουμένων και των ανθρώπων της τέχνης που θα τοποθετηθούν σε αμειβόμενες επιτροπές και διάφορες κρατικές θέσεις, συμβάλλοντας κατά κάποιον τρόπο, στον περιορισμό των γενικότερων αντιδράσεων του πνευματικού κόσμου και στη χλιαρή αντίδρασή του προς το καθεστώς. Είναι βέβαιο ότι η αστική φιλελεύθερη διανόηση ήταν κουρασμένη από τη μακρόχρονη πολιτική αστάθεια και τον κοινωνικό διχασμό και στεκόταν σκεπτική στον «σοσιαλιστικό» επεκτατισμό, θεωρώντας τη μεταξική δικτατορία αναγκαία λύση μπροστά στις τάσεις διάλυσης του εθνικού ιστού. Η 4η Αυγούστου καλλιέργησε ένα έντονο σοβινιστικό και λαϊκιστικό κλίμα, που δεν άφησε ανεπηρέαστους ούτε τους συναινετικούς προς το καθεστώς ούτε όσους αντιστάθηκαν, οδηγώντας και αυτούς να ανακαλύπτουν και να προβάλλουν εντονότερα την ελληνικότητα, τις λαϊκές τους ρίζες. Μένοντας πιστοί στην παράδοση και ταυτόχρονα ανοιχτοί στο καινούριο, οι άνθρωποι του καθεστώτος επεδίωκαν, εκτός της σύνθεσης, να πετύχουν και τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση, εμφανιζόμενοι ταυτόχρονα συντηρητικοί και ρηξικέλευθοι. Ο Μεταξάς ακολούθησε μια διφορούμενη πολιτική ως προς τους διανοουμένους, ενώ ήταν επιφυλακτικός απέναντί τους, δηλώνοντας απερίφραστα ότι πολλοί «είχαν το ελάττωμα να μη διανοούνται», δεν δίσταζε να αποδεχθεί ορισμένους εκπροσώπους της καλλιτεχνικής και συγγραφικής πρωτοπορίας, αρκεί να μην αμφισβητούσαν και να μην αντιτάσσονταν στις επιλογές του.

Το περιοδικό Νέον Κράτος υπήρξε το σημαντικότερο και «εγκυρότερο» από τα έντυπα που κυκλοφόρησαν κατά την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας. Η έκδοσή του ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 1937 και σταμάτησε τον Μάρτιο του 1941. Διευθυντής του εντύπου υπήρξε, αρχικά, ο λόγιος Αρίστος Καμπάνης, με αρκετή διείσδυση στον χώρο των διανοουμένων, που θα του εξασφάλιζε τις απαραίτητες συνεργασίες, αλλά και από τους συνειδητούς θιασώτες του καθεστώτος. Η ανασφάλεια του Μεταξά επέβαλε σταδιακά στη συντακτική επιτροπή τον γαμπρό του, Γεώργιο Μαντζούφα, και τον πανεπιστημιακό Νικόλαο Κούμαρο. Ο τίτλος του περιοδικού, που εκδιδόταν σε μηνιαία βάση και κάλυπτε πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικοφιλοσοφικά, ιστορικά, καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά θέματα, ταυτιζόταν με τη συγκρότηση Νέου Κράτους. Είχε δηλαδή καθαρά εμβληματικό χαρακτήρα, εφόσον ταυτιζόταν με μία από τις τεταρταυγουστιανές επαγγελίες.
Ο Γιώργος Ανδρειωμένος -καθηγητής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου- στο σχολαστικά τεκμηριωμένο πόνημά του εξετάζει πολύπλευρα -με κάθε λεπτομέρεια- τη φυσιογνωμία του Νέου Κράτους, τη συνάφεια της ύλης του προς τα ιστορικά τεκταινόμενα και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται σε αυτό η σύγχρονη και παλαιότερη λογοτεχνική παραγωγή. Αποδελτιώνει εξαντλητικά και παρουσιάζει αναλυτικά την ύλη του Νέου Κράτους, συνολικά 43 τεύχη. Πρέπει να επισημανθεί ότι το εξαιρετικά χρήσιμο και ερευνητικά επίπονο της αποδελτίωσης που καταθέτει, είναι ότι αυτή δεν βασίζεται στις σελίδες των περιεχομένων, αλλά στα ίδια τα δημοσιεύματα και στις οικείες σελίδες, παρέχοντας με λεπτομέρεια όλες τις πληροφορίες που σχετίζονται με αυτά. Οπου κρίνεται αναγκαίο, τα αναγραφόμενα λήμματα αξιολογούνται κριτικά και παρατίθενται χαρακτηριστικά αποσπάσματά τους, ώστε να αναδεικνύονται οι κατευθυντήριες γραμμές τους και η σχέση τους με τα καθέκαστα της περιόδου. Σε μιαν άλλη ενότητα, οι αποδελτιωμένες εγγραφές κατηγοριοποιούνται σε έντεκα θεματικές κατηγορίες, δίνοντας τη δυνατότητα στον αναγνώστη-ερευνητή να παρακολουθήσει συστηματικότερα την ύλη του συγκεκριμένου εντύπου.
Τα δημοσιεύματα του περιοδικού, τα οποία απευθύνονταν σε ένα μάλλον μορφωμένο και καλλιεργημένο κοινό, σχηματικά μπορούν να υπαχθούν σε κατηγορίες, όπως η πολιτική, η κοινωνική φιλοσοφία-προπαγάνδα, η ιστορία, αρχαιολογία, λαογραφία, η εκπαίδευση, ο πολιτισμός, η οικονομία. Ορισμένα από τα ονόματα των 185 συνεργατών του περιοδικού είτε ανήκουν στην πρώτη γραμμή της πνευματικής κίνησης της εποχής είτε θα καθιερωθούν στον πνευματικό χώρο αργότερα. Ο Γιάννης Γρυπάρης και ο Παναγής Λεκατσάς προσφέρουν απολαυστικές αποδόσεις του Πινδάρου και της Μήδειας του Ευριπίδη, αντίστοιχα, ο Αγγελος Σικελιανός δημοσιεύει ένα από τα πιο γνωστά ποιήματά του («Γιατί βαθειά μου εδόξασα»), ενώ η Ρίτα Μπούμη-Παπά αφιερώνει ποιήματά της στον Νίκο Καζαντζάκη και τον Αγγελο Σικελιανό. Στην πιο σύνθετη και ενδιαφέρουσα περιοχή του δοκιμίου και της κριτικής, που σχετίζεται με θέματα νεοελληνικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, συγκριτικής γραμματολογίας και αισθητικών αναζητήσεων οι συνεργάτες είναι καταξιωμένοι ή δυναμικά εξελισσόμενοι στον χώρο των τεχνών, των γραμμάτων και της ακαδημαϊκής ζωής. Από τον Κλέωνα Παράσχο, τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, τον Πέτρο Χάρη, τον Ν. Χατζηκυριάκο Γκίκα και τον Ευάγγελο Παπανούτσο μέχρι τον Αχιλλέα Τζάρτζανο, τον Κωνσταντίνο Δημαρά, τον Στίλπωνα Κυριακίδη, τον Γεώργιο Ζώρα κ.ά. Χρήσιμο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επισήμανση του Ανδρειωμένου ότι «παρότι βλέπει κανείς κάποιους δοκιμιογράφους και αισθητικούς κάποτε να αντιμετωπίζουν με ενθουσιασμό τις πρωτοβουλίες του Μεταξικού καθεστώτος στο θέατρο ή τη δημοτική γλώσσα και συχνά να στέκονται με σκεπτικισμό ή απορριπτική διάθεση απέναντι στο "λογοτεχνικό προλεταριάτο", στα νέα αισθητικά ρεύματα, την παρακμή, τη "νεωτερική ασυναρτησία" και την "τέχνη του υποσυνειδήτου", την ακατανόητη στιχοπλημμύρα, την επιτήδευση και τον βερμπαλισμό των νέων λογοτεχνών, δεν λείπουν και οι περιπτώσεις των επαίνων για το καινούργιο που ανατέλλει στη νεοελληνική λογοτεχνία».
Υποδειγματική, όχι μόνο ερευνητικά, αλλά και στη σύνθεση και παρουσίαση της ύλης, η εργασία του Γιώργου Ανδρειωμένου, προσφέρει μια ανερεύνητη πτυχή των νεοελληνικών γραμμάτων μας, που θα προκαλέσει το ενδιαφέρον πολλών μελετητών. Οπωσδήποτε καλύπτει ένα σημαντικό κενό. *
 
Via

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου