Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Η πρώτη μεγάλη διπλωματική μάχη Βρετανίας - Σοβιετικής Ένωσης για την Ελλάδα ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 1943-ΓΕΝΑΡΗΣ 1944

Οι Σοβιετικοί έπειτα από δύο αρνητικές απαντήσεις προς το Βρετανό υπουργό των Εξωτερικών Α. Ιντεν, συγκατατέθηκαν τελικά στη βρετανική πρόταση για «την ενότητα των Ελλήνων ανταρτών»
 
Τον Αύγουστο του 1943 -λίγο μετά τη συμφωνία του ΕΛΑΣ με το Αρχηγείο της Μέσης Ανατολής για την υπαγωγή του σ' αυτό- διάφορες αντιπροσωπείες αντιστασιακών οργανώσεων (ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ) έφτασαν στο Κάιρο έπειτα από πρόσκληση των Βρετανών.
 
Οι αντιπρόσωποι των τριών αντιστασιακών οργανώσεων συνυπέγραψαν κοινή δήλωση μαζί με τον αντιπρόσωπο των κομμάτων του «Δημοκρατικού Συνασπισμού» Γ. Εξηντάρη και τον αρχηγό του «Ενωτικού Κόμματος» Π. Κανελλόπουλο, σύμφωνα με την οποία χάριν «της εθνικής ενότητος» «παρίσταται η ανάγκη να δηλωθή υπευθύνως ότι ο Βασιλεύς δεν θέλει επανέλθει εις την Ελλάδα πριν ή ο λαός αποφανθεί επί της μορφής του πολιτεύματος».
Ο Βρετανός αρχιστράτηγος Ουίλσον, αρχηγός των Συμμαχικών δυνάμεων της Μεσογείου, υποστήριξε ότι αυτή η κοινή δήλωση των αντιστασιακών δυνάμεων στο Κάιρο υπήρξε το κομβικό σημείο για την επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ του ΕΑΜ και της Βρετανίας, έστω και αν αυτό δεν φαινόταν ξεκάθαρα κάθε στιγμή.
 
«Τη θερμή υποδοχή -έγραψε ο Ουίλσον- των έξι (Ελλήνων) αντιπροσώπων από τον πρεσβευτή μας (στο Κάιρο) ακολούθησε μια σύντομη ψυχρότητα μόλις έγιναν γνωστά τα πολιτικά τους αιτήματα, που χαρακτήρισαν κατά τη γνώμη μου το αποφασιστικό σημείο μεταστροφής στις σχέσεις μας με το ΕΑΜ».
Η ενότητα που διεφάνη μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων το καλοκαίρι του 1943 έδειξε να ανατρέπεται μερικούς μήνες αργότερα, όταν το φθινόπωρο άρχισαν πρώτα αψιμαχίες μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ, οι οποίες δεν άργησαν να εξελιχθούν σε σοβαρή σύγκρουση στα τέλη του 1943.
 
Αντρες του ΕΔΕΣ Αντρες του ΕΔΕΣ Αρχισε να υπάρχει ο κίνδυνος υποχώρησης ή διάλυσης του ΕΔΕΣ που είχε συσταθεί με βρετανική βοήθεια και απ' τα τέλη του 1943 ή τις αρχές του 1944 να κυριαρχήσει ο ΕΛΑΣ στην κυρίως Ελλάδα, χωρίς άλλο αντίπαλο πέραν των κατακτητών.
Οι Βρετανοί κινητοποιήθηκαν και σε συνεργασία με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Εμμανουήλ Τσουδερό, κατέστρωσαν ένα σχέδιο για να εξουδετερώσουν τη συγκεκριμένη δράση του ΕΛΑΣ.
Σύμφωνα με το σχέδιο που είχε υποβάλει ο Τσουδερός και είχε εγκριθεί με τροποποιήσεις από την πλευρά των Βρετανών, θα έπρεπε, μεταξύ των άλλων, «η ελληνική (εξόριστη) κυβέρνηση να απευθύνει μια έκκληση» προς τους αρχηγούς του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ «να υπογράψουν ανακωχή». Προηγουμένως θα έπρεπε να θέσει τις προτάσεις της προς τις κυβερνήσεις της Βρετανίας, των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ενωσης που ηγούνταν των Συμμάχων κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο «και να ζητήσει την έγκρισή τους», ώστε να αναφέρει τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις ως υποστηρίκτριες της δήλωσης του Τσουδερού προς τον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ.
Κατά το σχέδιο, αφού θ' αναφέρονταν «οι τρεις συμμαχικές κυβερνήσεις» θα γινόταν «πρακτικά αδύνατο στον ΕΛΑΣ να αρνηθεί» την ανακωχή.
 
Ενώ πλησίαζαν τα Χριστούγεννα του 1943 το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε ότι συμφωνεί με τη σχεδιαζόμενη δήλωση του Τσουδερού.
Αντίθετα οι Σοβιετικοί, στην πρώτη προσέγγιση του Ελληνα πρεσβευτή στη Μόσχα για μια κοινή δήλωση υπέρ της ενότητας των Ελλήνων ανταρτών, απάντησαν αρνητικά, δηλώνοντας ότι δεν έχουν καλή πληροφόρηση για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα και ως εκ τούτου δεν θα ήταν κατάλληλο για τη σοβιετική κυβέρνηση να αναμειχθεί στις ελληνικές υποθέσεις.
Μετά την αποτυχία του Ελληνα πρέσβη στη Μόσχα, οι Βρετανοί υποχρεώθηκαν να εμφανιστούν στο προσκήνιο και ζήτησαν παράλληλα τη βοήθεια των Αμερικανών για να πείσουν τη σοβιετική κυβέρνηση.
Αρχισε έτσι μια συντονισμένη διπλωματική πίεση προς την ΕΣΣΔ από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ, όπως και από την κυβέρνηση Τσουδερού.
Το γεγονός αυτό επιβεβαίωνε τη σημασία που απέδιδε η Βρετανία στην παρέμβαση της Σοβιετικής Ενωσης, ώστε να επηρεάσει τις ελληνικές εξελίξεις προς μια κατεύθυνση όχι αντίθετη προς τα βρετανικά συμφέροντα.
 
Οι Σοβιετικοί, έπειτα από δύο αρνητικές απαντήσεις προς το Βρετανό υπουργό των Εξωτερικών Α. Ιντεν, συγκατατέθηκαν τελικά στη βρετανική πρόταση για «την ενότητα των Ελλήνων ανταρτών».
Η δήλωση όμως της σοβιετικής κυβέρνησης υπέρ της ενότητας των Ελλήνων ανταρτών δεν έγινε από κοινού με τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς και αυτό το γεγονός είχε τη σημασία του.Συμφώνησε μεν με τους Συμμάχους της η Σοβιετική Ενωση, αλλά έδειξε και την ανεξαρτησία της. Η στάση της σοβιετικής κυβέρνησης φάνηκε να αποτελεί προειδοποίηση προς τη Μεγάλη Βρετανία ότι η μελλοντική καλή της συμπεριφορά σχετικά με το ελληνικό πρόβλημα θα εξαρτηθεί από την αντίστοιχη καλή συμπεριφορά του Τσόρτσιλ σε άλλες χώρες, για τις οποίες εκδήλωνε ενδιαφέρον η ΕΣΣΔ.
Η συγκεκριμένη βρετανική πρόταση προς τη σοβιετική κυβέρνηση στα τέλη Δεκεμβρίου 1943 αποτέλεσε την πρώτη αναγνώριση από τον Τσόρτσιλ της βαρύτητας και παρουσίας της ΕΣΣΔ στις ελληνικές εξελίξεις. Οι διαβουλεύσεις περί της δήλωσης για την ενότητα των Ελλήνων ανταρτών αποτέλεσαν και την πρώτη μεγάλη διπλωματική μάχη των τριών Συμμάχων στη διάρκεια του Πολέμου και ιδιαίτερα της Βρετανίας και της Σοβιετικής Ενωσης για την Ελλάδα. Εδειξε επίσης την αδυναμία της Βρετανίας να επιβληθεί μόνη της στα ελληνικά πράγματα.
Ενα ισχυρό αντιστασιακό αριστερό κίνημα στην Ελλάδα, με την υποστήριξη των άλλων βαλκανικών αντιστασιακών κινημάτων και τη συμπαράσταση της Σοβιετικής Ενωσης, θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό αντίπαλο και να ανατρέψει τα βρετανικά σχέδια για μεταπολεμική επιρροή στην Ελλάδα.
 
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1944
Οι Σοβιετικοί ζητούν την ενότητα της ελληνικής Αντίστασης μ' έναν ιδιαίτερο τρόπο
 
Του ΦΟΙΒΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1944 ο Ελληνας πρωθυπουργός της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, Εμμ.
Τσουδερός, δεν είχε στα χέρια του παρά μόνο τα μηνύματα της Βρετανίας και των ΗΠΑ υπέρ της ενότητας των Ελλήνων ανταρτών, καθώς συνεχίζονταν οι συγκρούσεις μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ στην κυρίως Ελλάδα.
Στις 31 Δεκεμβρίου 1943 ο Τσουδερός, σε ραδιοφωνική του ομιλία με αιχμές εναντίον του αριστερού αντιστασιακού κινήματος, είπε μεταξύ άλλων:
«Την εξουσία την παίρνει κανείς διά της θελήσεως του λαού. Σεις που μάχεσθε διά τα λαϊκά δικαιώματα, είναι αδύνατον να συνωμοτείτε διά την κατάργησιν των δικαιωμάτων αυτών. Τοιαύτη πολιτική θα εσήμαινε ότι επιδιώκετε Δικτατορίαν. Δι' αυτό έχετε υπ' όψιν σας ότι θ' αντιμετωπίσετε ολόκληρον αυτόν τον λαόν (...) εάν δεν συμφιλιωθείτε διά να στρέψετε όλοι μαζί τα όπλα κατά του εχθρού».
Η κριτική του Τσουδερού και των Βρετανών στρεφόταν κατά του ΕΛΑΣ, γιατί τον αρχηγό του ΕΔΕΣ Ναπολέοντα Ζέρβα τον θεωρούσαν νομιμόφρονα προς την εξόριστη κυβέρνηση και τη βρετανική πολιτική.
Οπως υποστήριζε ο Βρετανός ταγματάρχης Ουάλας σε γράμμα προς την κυβέρνησή του: «Συνεχώς από τον Μάρτιο του 1943, όταν υπέγραψε την πρώτη συμφωνία με τη Μέση Ανατολή, ο Ζέρβας έχει γίνει ένας τελείως νομιμόφρονας σύμμαχος και ακόμα θα κάνει απολύτως και ακριβώς ό,τι του πούμε. Επομένως δεν είναι μόνο δημιούργημά μας, αλλά παραμένει ένα όργανο στα χέρια μας».
Μετά το τέλος της ραδιοφωνικής ομιλίας του ο Τσουδερός διάβασε τα «ενωτικά μηνύματα» του Βρετανού και του Αμερικανού υπουργών των Εξωτερικών. «Χαιρετίζω θερμώς -τόνισε ο Βρετανός υπουργός- την πρωτοβουλίαν που ανέλαβεν η ελληνική κυβέρνησις ν' απευθύνη έκκλησιν διά την συμφιλίωσιν όλων των ελληνικών ομάδων αντιστάσεως. Η κυβέρνησις της αυτού Μεγαλειότητος είναι βεβαία ότι το υπέροχον πνεύμα αντιστάσεως το επιδειχθέν υπό των Ελλήνων (...) θα συγκεντρωθή και πάλι εναντίον του κοινού εχθρού».
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Κόρνταλ Χαλ σε μήνυμά του, που ήδη είχε στείλει από τις 23 Δεκεμβρίου, ανέφερε μεταξύ άλλων: «Ανέγνωσα μετ' επιδοκιμασίας την από 21 Δεκεμβρίου ραδιοφωνικήν ομιλίαν της υμετέρας εξοχότητος.(...) Τοιαύτη ενότης και συνεργασία θα επιταχύνη την ημέρα της νίκης και της απελευθερώσεως».
 
Αναπάντεχα την Πρωτοχρονιά του 1944 η σοβιετική κυβέρνηση, ενώ μέχρι τότε είχε αρνηθεί με διάφορα επιχειρήματα να αποδεχθεί την κοινή δήλωση των τριών Μεγάλων Συμμάχων για την ενότητα των Ελλήνων ανταρτών, διά του ραδιοσταθμού της Μόσχας μετέδωσε ιδιαίτερο σοβιετικό μήνυμα υπέρ της ενότητας των αντιστασιακών οργανώσεων στην Ελλάδα.
Το γεγονός αυτό είχε οπωσδήποτε στη γλώσσα της διπλωματίας ιδιαίτερη σημασία. Οι Σοβιετικοί εκδήλωναν την ανεξαρτησία τους και απευθύνονταν μόνοι τους προς τις αντιστασιακές δυνάμεις στην Ελλάδα.
Ο Αμερικανός πρεσβευτής στο Κάιρο, Λίνκολν ΜακΒέι, σε μήνυμά του προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιχείρησε να ερμηνεύσει τη διπλωματική αυτή αντίδραση της σοβιετικής κυβέρνησης γράφοντας:
 
«Ο ραδιοσταθμός της Μόσχας μετέδωσε εκπομπή για την Ελλάδα τη μέρα του Νέου Ετους (...) καλώντας "τους αντάρτες και τους πολίτες" να ενωθούν "για την τελική μάχη εναντίον των Γερμανών, για την ανεξαρτησία και ελευθερία του ελληνικού λαού". Ισως να ενδιαφέρονται να φέρουν τη Σοβιετική Ενωση σε τεχνητή αρμονία με τις άλλες δύο δυνάμεις, αλλά από την άλλη πλευρά η καθυστέρηση στην έκδοση της δήλωσής τους, όπως επίσης και η απουσία στην παραπάνω εκπομπή κάθε αναφοράς στη βρετανική και αμερικανική δήλωση, είναι πιθανό να έχει αποτέλεσμα στην Ελλάδα δίνοντας στη σοβιετική δήλωση (...) μια μοναδική διάκριση, σαν μια δύναμη που ενδιαφέρεται ιδιαίτερα και ειδικά να ακουσθεί. Και ίσως αυτός να ήταν ο στόχος των Σοβιετικών από την αρχή. Το σοβιετικό υπουργείο των Εξωτερικών δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι αγνοεί τη σοβαρή δραστηριότητα των κομμουνιστικών οργανώσεων σε όλες τις βαλκανικές χώρες αυτή τη στιγμή, όπως επίσης και την ύπαρξη συνδέσμου, αν όχι κάτι περισσότερο, ανάμεσα στους αντάρτες του Τίτο και την ηγεσία του ΕΑΜ (...)».
Οι πρεσβευτές της Βρετανίας και των ΗΠΑ στο Κάιρο ανησυχούσαν για τις πιθανές διασυνδέσεις της Σοβιετικής Ενωσης με το ελληνικό αριστερό αντιστασιακό κίνημα. Οι Σοβιετικοί είχαν στενές επαφές από την πρώτη στιγμή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου με τα βουλγαρικό και γιουγκοσλαβικό Κ.Κ. στα Βαλκάνια, αλλά με το ΚΚΕ δεν διατηρούσαν άμεση σύνδεση στα τέλη '43-αρχές του '44.
 
Η Σοβιετική Ενωση έδειχνε από την αρχή του πολέμου ότι ενδιαφερόταν πολύ περισσότερο για τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία απ' ό,τι για την Ελλάδα. Αλλά το αριστερό ελληνικό αντιστασιακό κίνημα ήταν καλοδεχούμενο από κάθε άποψη, γιατί αφ' ενός αγωνιζόταν ενεργά κατά του Αξονα, αφ' ετέρου γιατί θα μπορούσε με τον αγώνα του να ενισχύσει την εδραίωση της σοβιετικής επιρροής σε άλλες χώρες της Βαλκανικής ή της Κεντρικής Ευρώπης, όπως η Πολωνία.
Η μεγάλη ανάπτυξη του ΕΑΜικού κινήματος στην Ελλάδα δημιουργούσε το ερώτημα: Γιατί οι Βρετανοί ήταν ή θα ήταν στο μέλλον πιο ισχυροί στον ελλαδικό χώρο απ' ό,τι η Σοβιετική Ενωση;
 
Οι Σοβιετικοί άρχισαν να ζητούν από τους Βρετανούς ενημέρωση για τις ελληνικές εξελίξεις. Αυτό που θα μπορούσε να έλεγε η βρετανική κυβέρνηση στους Σοβιετικούς ήταν ότι στην Ελλάδα κεντρικό ρόλο έπαιζε το κίνημα του ΕΑΜ. Αν όμως το ΕΑΜ στην Ελλάδα είχε την πρώτη θέση στον αντιστασιακό χώρο, η διαπραγματευτική διπλωματική δύναμη της Βρετανίας υποβιβαζόταν και ενισχύονταν τα διαπραγματευτικά ατού της Σοβιετικής Ενωσης.
Στις 4 Ιανουαρίου 1944 ο πρεσβευτής Λίπερ ενημέρωσε τη βρετανική ηγεσία ότι ο Σοβιετικός πρέσβης στο Κάιρο, Ν. Νόβικοφ, του «επανέλαβε ακόμα μια φορά» ότι οι Βρετανοί έχουν καλή πληροφόρηση για την Ελλάδα και ζήτησε «να του δοθούν πληροφορίες σχετικά με το αντιστασιακό κίνημα στην Ελλάδα». Τα λόγια του Νόβικοφ πιθανόν να εμπεριείχαν μια έμμεση προειδοποίηση προς τη Βρετανία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου